Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗ ΜΑΡΦΙΝ (05052010)

 Μιλάνε οι πάντες, όλοι αναφέρονται στο γεγονός, για όλους είναι σημείο αντιλεγόμενο και εμείς που το ζήσαμε και θα είμαστε και παρ' ολίγον θύματα μέχρι τώρα σιωπούσαμε...όχι πλέον!

 Η ομάδα των εμπρηστών συγκεντρώνεται μέσα στην πορεία και παίρνει οδηγίες από τη\ον επικεφαλής 

Δεκαέξι χρόνια θα συμπληρωθούν αύριο από την τραγωδία της Μαρφίν που υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες  και δεν θα  πάψουμε να θυμόμαστε, να τιμούμε με τον τρόπο μας τη μνήμη των νεκρών και βεβαίως να σκεφτόμαστε πως δεν αποκαλύφθηκαν ακόμη οι δράστες του φρικτού αυτού εγκλήματος. Θα περιμένουμε…

Φυσικά κάποιοι ξεχνούν ή ξέχασαν ή θέλουν να ξεχνούν! Κάποιοι θυμούνται άλλα! Όλοι τους θέλουν να περάσουν τα δικά τους!

Πολλοί είναι αυτοί που βρέθηκαν ακριβώς εκεί, εκ των υστέρων... Άλλοι πάλι από τεράστια απόσταση γνωρίζουν καλύτερα από μας που το ζήσαμε,  ακριβώς συνέβη! Όπως ένας μάρτυρας (δημοσιογράφος) που είδε τα πάντα από την Εδουάρδου Λω (πράγμα αδύνατον στις συνθήκες που επικρατούσαν) ή μία κυρία που άκουσε στο Μετρό να λένε κάποιοι πως «εμείς το κάναμε» και έκανε και αναγνώριση ή μία άλλη κυρία που είδε έναν με κουστούμι να ρίχνει εύφλεκτο υλικό στην Τράπεζα (ενώ είδε τον Βασίλη Χατζηϊακώβου με τον πυροσβεστήρα να σπεύδει πρώτος στο φλεγόμενο κτίριο με πραγματικό κίνδυνο για τον ίδιο). Αλλά και ένας περιπτεράς που είχε κλειστό το περίπτερο και δεν ήταν εκεί, εμφανίστηκε ως μάρτυρας στην δίκη και περιέγραφε πως κυνήγησε τους δράστες δήθεν με ένα στυλιάρι και φυσικά αναγνώρισε και τον Χατζηϊακώβου ως διευθυντή της τράπεζας!!!

Φυσικά και μας ξέχασαν γιατί δεν ταυτιστήκαμε με κανέναν, οι μεν γιατί δεν πιέσαμε, δεν παρακαλέσαμε, δεν ζητήσαμε οτιδήποτε, δεν εξαργυρώσαμε...και οι δε, ενώ είμαστε εμείς που από την ανάκριση ακόμη, απαιτήσαμε να μην συρθεί στα δικαστήρια και τρίτος «κατηγορούμενος» γιατί δεν είχε καμία απολύτως σχέση, όπως και οι άλλοι δύο που από τις μαρτυρίες μας αθωώθηκαν, γιατί δεν θέλαμε απλώς να κουκουλωθούν πράγματα και να ενοχοποιηθούν άσχετα πρόσωπα.

Κάποιοι από την ομάδα των εμπρηστών με καλυμμένα πρόσωπα κατευθύνονται προς την Μαρφίν


Δεν ζήσαμε απλώς από πρώτο χέρι τα γεγονότα αλλά θα μπορούσαμε να είμαστε και εμείς θύματα. Το ότι αποτρέψαμε την επίθεση οφείλεται στην εμπειρία και την ετοιμότητα που επιδείξαμε όπως και στην παρουσία κάποιων «μπαρουτικαπνισμένων» φίλων που ο Βασίλης Χατζηϊακώβου διαφωνώντας με την ιδιοκτησία του βιβλιοπωλείου που ήθελε κατά την μεγαλύτερη απεργία και πορεία να παραμείνει ανοιχτό (για αυτό βρέθηκαν μάρτυρες στην δίκη και πελάτες και εργαζόμενοι) ζήτησε την αρωγή τους!

Και σε μένα και σε αυτούς είπε: Πρέπει να υπερασπιστώ την δουλειά μου και ότι δημιούργησα παρ' ότι «κακώς δόθηκα» αλλά κυρίως τους συνεργάτες και εργαζόμενους που θα είναι εκεί σε λάθος ώρα!

Ο Βασίλης Χατζηϊακώβου πλησιάζει με ένα πυροσβεστήρα 

στην φλεγόμενη τράπεζα να κάνει ότι μπορεί


Ο Βασίλης Χατζηϊακώβου παρά την επίθεση που δέχτηκε (γιατί αυτός άραγε, ενώ υπήρχαν και άλλα πρόσωπα εκεί;) επέδειξε ψυχραιμία και με τις δικές του προσταγές, παρά τις τρείς μολότοφ που έπεσαν μέσα στο βιβλιοπωλείο και απετράπησαν τα χειρότερα, έτρεξε πρώτος την ώρα που δεν πλησίαζε κανείς την φλεγόμενη Μαρφίν, την επίθεση στην οποία είχαμε παρακολουθήσει καρέ καρέ την προετοιμασία της μέσα από τον Ιανό. Ο εμπρησμός της Μαρφίν έγινε από οργανωμένη ομάδα που δεν είχε σχέση με στην υπόλοιπη πορεία, η  σχεδόν ταυτόχρονη επίθεση στον Ιανό μάλλον δεν έχει σχέση...

Θυμάμαι τον αείμνηστο σεβαστό καθηγητή Βασίλη Κρεμμυδά να επισκέπτεται τρεις μέρες μετά και να συγχαίρει τον Βασίλη Χατζηϊακώβου και για την στάση του στα γεγονότα αλλά και για τις τολμηρές δηλώσεις του στην δημόσια τηλεόραση επισημαίνοντας του, το εξής: Σε αυτόν τον δρόμο(Σταδίου) παιδί μου, το κράτος και κυρίως το παρακράτος και άλλα άνομα συμφέροντα δρουν και λειτουργούν εξήντα χρόνια τώρα... μπράβο σου που απέδειξες ποιος είσαι! Θυμάμαι τον Βασίλη σε μια άλλη περίπτωση να φωνάζει σε έναν κουκουλοφόρο: Όταν εγώ ήμουν πρώτη ομάδα κρούσης εναντίον του Λεπέν, εσύ δεν ήσουν ακόμη μέσα στα «τέτοια» του μπαμπά σου!

Για εμάς, επαναλαμβάνω, το θέμα της Μαρφίν παραμένει ανοιχτό και συχνά επανέρχεται στις συζητήσεις μας και θέλουμε να μην ξεχαστεί, όπως επιθυμούν ως φαίνεται τόσα χρόνια οι Αρχές. Βεβαίως αυτό που θα λύτρωνε και την κοινή γνώμη είναι να συλληφθούν και να αποκαλυφθούν ποιοι είναι οι δράστες.  Μπορεί να μεγάλωσαν κάπως και να μην είναι οι νεαροί με τις στολές που φαίνονται στις φωτογραφίες αλλά όσο και να’ ναι κάτι θα τους αποκαλύψει. Η ΕΛΑΣ που σε άλλες περιπτώσεις έχει κάνει θαύματα, δεν μπορεί;

ΑΘΗΝΑ, 04052026 

 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

ΤΙ PREDATOR ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΗΔΙΕΣ…

 



Διαχρονικά, πάντα κάποιοι είχαν την ανάγκη και κυρίως τον τρόπο να κρατούν κάποιους άλλους στο χέρι. Άλλοτε για ίδιον όφελος, άλλοτε για λογαριασμό τρίτων, πάντα όμως με το ίδιο παλιό εργαλείο: την παρακολούθηση, το μυστικό, τον εκβιασμό.

Στην εικόνα, ένα σκίτσο του Bruce Garlowan από το τεύχος Ιουνίου 1956 του περιοδικού «Escapade», που μου έστειλε ο Γούλης. Μια κλασική σκηνή: ο ηλικιωμένος κύριος, η νεαρή «περπατημένη» κυρία, το μαγνητόφωνο ανοιχτό, τα ποτήρια στο τραπέζι, η σαμπάνια, η ατάκα από κάτω: «You say the sweetest things!»

Μόνο που τα «γλυκά λογάκια» μπορεί την επόμενη μέρα να γίνουν πολύ πικρά. Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς ερωτικό υπονοούμενο· έχουμε το προοίμιο του εκβιασμού. Πραγματικός ήχος, πραγματική παγίδα, πολύ πριν έρθουν η τεχνητή νοημοσύνη, τα λογισμικά παρακολούθησης και τα σύγχρονα ψηφιακά θηρία να μας μπερδέψουν.

Οποιαδήποτε σύγκριση με το σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, δεν είναι καθόλου αυθαίρετη. Τα μέσα αλλάζουν: από το μαγνητόφωνο στο κινητό, από την κασέτα στο cloud, από τον κοριό στο Predator. Ο τρόπος όμως μένει ίδιος. Κάποιος ακούει, κάποιος καταγράφει, κάποιος φυλάει το υλικό για την κατάλληλη στιγμή.

Κι εδώ αρχίζει το δικό μας γνώριμο τοπίο. Γιατί όταν η παρακολούθηση παύει να είναι «ιδιωτική υπόθεση» και γίνεται εργαλείο εξουσίας και την καταγραφή πολιτικώ και στρατιωτικών, τότε δεν μιλάμε πια για έναν αφελή γέροντα σε μια πολυθρόνα. Μιλάμε για ένα ολόκληρο σύστημα που ξέρει —ή θέλει— να ακούει περισσότερα απ’ όσα πρέπει.

Στην Ελλάδα των υποκλοπών, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος ακούει, αλλά ποιος ελέγχει αυτόν που ακούει  και ποιος τελικά εκβιάζεται. Γιατί όσο το νήμα μένει θολό, όσο οι ευθύνες διαχέονται, το παιχνίδι παραμένει το ίδιο παλιό: λίγοι κρατούν τα ντοκουμέντα, πολλοί κρατιούνται σε σιωπή.

Και κάπως έτσι, εβδομήντα χρόνια μετά, το θηριώδες μαγνητόφωνο του σκίτσου απλώς άλλαξε μορφή. Δεν βρίσκεται πια πάνω στο τραπεζάκι· βρίσκεται παντού. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: ότι η σκηνή δεν ανήκει στο παρελθόν, απλώς συνεχίζεται, με καλύτερη ποιότητα ήχου…

ΑΘΗΝΑ, 30042026

 

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΤΟ ΜΕΛΙΧΛΩΡΟ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ…


Μια φωτογραφία του Δημήτρη Καλιακούδα από την Εορδαία μού θύμισε μια ξεχασμένη λέξη.

Η μάνα μου, η κυρά Κούλα, που εδώ και ενάμιση χρόνο αναπαύεται στη γη της μικρής πατρίδας, στο κοιμητήριο με τις αρχαίες βελανιδιές, ήταν από εκείνες τις γυναίκες που οι συνθήκες της εποχής τις άφησαν αγράμματες — δεν πήγε σχολείο· η Κατοχή κι έπειτα ο Εμφύλιος στα μέρη μας δεν άφηναν περιθώριο για κάτι τέτοιο.
Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στη ζωή της. Οι δουλειές στα χωράφια και στο σπίτι δεν ζητούσαν γραμματικές γνώσεις. Στους αριθμούς είχε βρει έναν δικό της τρόπο να λογαριάζει, για να μην την ξεγελούν στις δοσοληψίες. Να διαβάζει δεν ήξερε — κι αν ήξερε, πάλι δεν θα προλάβαινε με τόσα που είχε να κάνει κάθε μέρα. Να γράφει επίσης όχι· μόνο την υπογραφή της, «Α.Π.», κατάφερνε να απλώσει σε ένα χαρτί.
Κι άλλες γυναίκες της γενιάς της στο χωριό δεν ήξεραν γράμματα. Αυτό όμως δεν υπήρξε ποτέ περιορισμός στον λόγο τους. Ο λόγος που διέθετε η καθεμιά ήταν που τις έκανε ξεχωριστές προσωπικότητες και ισότιμα μέλη μιας κοινότητας που, στα χρόνια μετά τη δεκαετία του ’40, έστησε όρθια πάλι μια ρημαγμένη Ελλάδα
Χωρίς γραμματικές γνώσεις, η κυρά Κούλα χρησιμοποιούσε λέξεις που μου κινούσαν την περιέργεια — από πού τις είχε ακούσει και πώς τις είχε κάνει δικές της. Κάποια άνοιξη, πριν από λίγα χρόνια, την άκουσα να λέει, αγναντεύοντας το χωματόβουνο Μαυρογιάννη που υψώνεται απέναντι από το χωριό μας, πως «ανεβαίνει από το ποτάμι και απλώνεται το μελίχλωρο στις πλαγιές».
«Πώς το είπες;» τη ρώτησα ξαφνιασμένος.
«Μελίχλωρο», μου απάντησε.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Να… τα κλαδιά γεμίζουν χλωρά φυλλαράκια. Σε λίγες μέρες θα μπορούν να τα βοσκάνε οι γίδες. Τώρα δεν τα πλησιάζουν — στάζουν μέλι. Έτσι το λέω εγώ».
Ναι, η χλωρασιά στα δέντρα που στάζει μέλι πλημμύριζε σαν χνούδι το Μαυρογιάννη, κι εκείνη ένωσε δυο λέξεις για να φτιάξει μία που πραγματικά στάζει μέλι — από τη βαθιά, εκ γενετής γνώση που είχε για τον κόσμο της φύσης.
Άκουγα κι άλλες λέξεις από τη μάνα, τις άλλες γυναίκες στο χωριό και τη γιαγιά Κατερίνη, μα τότε το μυαλό μου ήταν αλλού. Πίστευα πως οι φωνές αυτές δεν θα μπορούσαν να φτάσουν εκεί όπου πήγαινα και τις προσπερνούσα.
Τώρα, που μπορώ να τις ακούω χωρίς κερί στ’ αυτιά, ξαναγυρίζουν μία-μία και με συγκινούν. Όχι σαν μνημεία του λόγου, αλλά σαν τη φωνή που είχε κάποτε ο τόπος. Και προσπαθώ να τις μαζέψω — μήπως και τις χρειαστούν οι επερχόμενοι.
Υγ. Δεν είναι μάθημα φυτολογίας, αλλά πρέπει να πω ότι μόλις άρχιζαν να φουσκώνουν τα κλαριά από τις βελανιδιές, άρχιζε να ρέει ένας χυμός που τα μαλάκωνε για να μπορέσουν να ανοίξουν τα φύλλα και ήταν γλυκός και λίγο πικρός και γι’ αυτό τον απέφευγαν τα γίδια.

ΑΘΗΝΑ, 26042026

ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΣΕ ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΕΡΑΣΙΑ ΤΗΝ ΖΗΛΕΥΟΥΜΕ ΟΛΟΙ…


Δεν είναι ακόμη η εποχή που αναζητούμε σκιά. Κι όμως, υπάρχουν εικόνες που σε καλούν να σταθείς από κάτω τους, όχι για να δροσιστείς, αλλά για να θυμηθείς και να μυρίσεις την άνοιξη που κυοφορεί εκτός από την ομορφιά και την καρποφορία. Μια τέτοια εικόνα στάθηκε σήμερα, πρωί–πρωί, στην οθόνη μου: μια ανθισμένη κερασιά και ένας γνωστός άνθρωπος κάτω από τα κλαδιά της.

Έτσι προέκυψε ο λογαριασμός του χρόνου. Πόσος καιρός πέρασε από την τελευταία φορά που μπήκα σε ένα χωράφι δικό μου ή ξένο, που περπάτησα ανάμεσα σε δέντρα όχι ως επισκέπτης αλλά ως κάποιος που τα φροντίζει και τα επισκέπτεται καθημερινά και τα χαιρετάει σαν φίλους και οικείους; Η φωτογραφία μου θύμισε ότι η μικρή πατρίδα δεν χάνεται· απομακρύνεται αθόρυβα, μέχρι που μια σκηνή τη φέρνει ξανά μπροστά σου, ολόκληρη.
Στη φωτογραφία της Vaso Tsironi, ο άντρας της Γιάννης Ευαγγ. Τσιρώνης στέκεται κάτω από την κερασιά του, στον κήπο του σπιτιού τους, με τη Χώρση στο βάθος. Δεν είναι μια απλή στιγμή καταγεγραμμένη αλλά το ίχνος μιας επιστροφής μετά από πολλά χρόνια δουλειάς στο χωριό. Γιατί η επιστροφή στο χωριό, όταν έρχεται μετά από μια ολόκληρη ζωή αλλού, δεν είναι μετακίνηση· είναι πράξη φροντίδας.
Ο Γιάννης δεν βρήκε απλώς ένα χωράφι — το ξαναέφτιαξε. Εκεί όπου υπήρχε εγκατάλειψη, φύτεψε δέντρα. Εκεί όπου ο χρόνος είχε αρχίσει να σβήνει τα σημάδια, εκείνος τα χάραξε ξανά: έναν δεντρόκηπο, ένα αμπέλι, μια καθημερινότητα δεμένη με τις εποχές. Είναι μια ήσυχη μορφή αντίστασης· απέναντι στην ερήμωση, απέναντι στη λήθη και ένα αντίδωρο στις γενιές που πριν από εμάς ημέρεψαν τον τόπο.
Η ανθισμένη κερασιά είναι μόνο η αρχή. Δεν είναι ακόμη καρπός, αλλά υπόσχεση. Μια υπόσχεση που χρειάζεται χρόνο, επιμονή και την πίστη ότι η γη ανταποδίδει, όταν της δοθείς. Και ίσως γι’ αυτό ζηλεύουμε αυτή τη σκιά — όχι για τη δροσιά της, αλλά για όσα προϋποθέτει: παρουσία, φροντίδα, επιστροφή.
Κάποια στιγμή, τα άνθη θα γίνουν καρποί. Τα κλαδιά θα βαραίνουν από κεράσια, και η εικόνα θα αλλάξει, χωρίς όμως να πάψει να λέει το ίδιο πράγμα: ότι η μικρή πατρίδα δεν είναι τόπος, αλλά σχέση. Και ότι αυτή η σχέση, όσο κι αν απομακρυνθείς, μπορεί πάντα να σε περιμένει — αρκεί να γυρίσεις και να σκύψεις ξανά πάνω στη γη.
Περιμένουμε δε να τον δούμε όταν φτάσει και η ώρα της καρποφορίας, που τα ανθισμένα κλαδιά που βλέπουμε θα γεμίσουν ωραία τραγανά κεράσια και ευχόμαστε να είμαστε κι εμείς κοντά να γευτούμε τον υπέροχο που μας χαρίζει η γη μας…

ΑΘΗΝΑ, 26042026

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΘΕΙΟ

 

Τοιχογραφία της Άνοιξης, Ακρωτήρι Θήρας — χελιδόνια και κρίνα
σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι ασήμαντο.

Ο Θορώ μιλά για τους αρχαίους Έλληνες και για τη σχέση τους με τη φύση

Ακόμη και τα έθνη ανυψώνονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα πλάσματα. Κάθε φορά που συναντώ την περιγραφή ενός αρχαίου εθίμου —όπου ένας λαός αναγνώριζε τις μετακινήσεις των πουλιών και των ζώων ή ανταποκρινόταν σε κάποια ανάγκη τους— δεν τον θεωρώ πιο άγριο· αντίθετα, μου φαίνεται πιο κοντά στο θείο.
Οι Έλληνες δεν στάθηκαν έξω από αυτή τη βαθιά, ανθρώπινη συνάφεια με τη φύση. Χαίρονταν σαν παιδιά με τον ερχομό του χελιδονιού την άνοιξη. Παρατηρούσαν το πέρασμα των γερανών από τις πηγές του Νείλου και έβρισκαν χαρά σε τέτοια, φαινομενικά ασήμαντα, γεγονότα — όπως και οι Ινδιάνοι.
Walden, 17 Απριλίου 1846

Υπάρχει μια σιωπηλή κλίμακα αξιών που δεν μετριέται με νόμους ούτε με κατακτήσεις. Ο Θορώ τη συλλαμβάνει σε μια φαινομενικά απλή παρατήρηση: τα έθνη εξευγενίζονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα ζώα. Όχι όταν κυριαρχούν πάνω τους, αλλά όταν τα αναγνωρίζουν.
Είναι μια σκέψη που ανατρέπει την ίδια την ιδέα της προόδου. Γιατί εδώ ο «πολιτισμός» δεν ορίζεται από το πόσο μακριά έχει απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από το πόσο βαθιά παραμένει δεμένος μαζί της.
Όταν ο Θορώ διαβάζει για αρχαίους λαούς που παρατηρούσαν τις μετακινήσεις των πουλιών ή αφουγκράζονταν τις ανάγκες των ζώων, δεν βλέπει σε αυτούς κάτι το πρωτόγονο. Βλέπει μια μορφή γνώσης που δεν έχει διαρραγεί ακόμη — μια εγγύτητα που μοιάζει σχεδόν ιερή. «Όχι πιο άγριοι», γράφει, «αλλά πιο θεϊκοί».
Και τότε, πολύ πριν από τον Θορώ, σε ένα δωμάτιο στο Ακρωτήρι της Θήρας, κάποιος ζωγράφος έκανε ακριβώς το ίδιο. Δεν ζωγράφισε θεούς. Ζωγράφισε χελιδόνια. Ζωγράφισε κρίνα που ανθίζουν. Ζωγράφισε την άνοιξη όπως την βλέπει ένα βλέμμα που δεν ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τον κόσμο.

Χελιδόνια στην άκρη της άνοιξης — εκεί όπου η φροντίδα
 γίνεται το πρώτο μάθημα του κόσμου.


Τα πουλιά πετούν ελεύθερα στους τοίχους, όχι ως σύμβολα αλλά ως παρουσία. Δεν «διακοσμούν» τον χώρο — τον κατοικούν. Και μέσα σε αυτή τη ζωγραφική δεν υπάρχει τίποτε ασήμαντο. Το πέταγμα, το άνθος, η εποχή: όλα αξίζουν να μείνουν.
Ίσως εκεί βρίσκεται και το νόημα της παρατήρησης του Θορώ. Το θείο δεν αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τη φύση, αλλά όταν στέκεται μέσα της με προσοχή. Όταν χαίρεται για την επιστροφή ενός πουλιού όπως ένα παιδί.
Και τότε, αιώνες πριν από εμάς, κάποιοι άνθρωποι στάθηκαν μπροστά σε αυτά τα ίδια χελιδόνια — και τα έκαναν τοίχο, μνήμη και κόσμο μαζί.

Σελίδα από το ημερολόγιο του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ
(17 Απριλίου 1846) — μια γραφή που προσπαθεί να κρατήσει
τη στιγμή όπου ο άνθρωπος θυμάται
ξανά τη συγγένειά του με τον κόσμο των ζώων.


Πηγή: The Thoreau Society

ΑΘΗΝΑ, 21042026

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΤΟ ΚΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΚΑΓΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΠΑΓΩΣΕ ΕΚΕΊ

 


Όταν κάποτε πήγαν να κατοικήσουν σε αυτό το σπίτι, το διάλεξαν γιατί άκουγαν το κύμα να σκάει το κύμα στο παράθυρο και έβλεπαν την πόρτα τους να στεφανώνει ένας γαλάζιος ουρανός ενώ στον τοίχο τους ήταν φυτεμένη μια φωλιά χταποδιού. Έζησαν όσο τους αρκούσε εκεί, έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν αλλά η θάλασσα και ο ουρανός έμειναν ενσωματωμένα στην θλιμμένη πρόσοψη με τα ρημαγμένα κουφώματα να αρνούνται να παλιώσουν κι μην τους δίνει πια κανένας σημασία. [Οδός Μάγερ, 12042026]

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η ΑΞΙΑ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΙΩΜΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ

 

Κυριακή. Το κουδούνισμα της τσαγιέρας κάτω στο ισόγειο μου θυμίζει τα κουδούνια των αγελάδων που άκουγα κάποτε, όταν μάζευα μούρα στα Μεγάλα Λιβάδια, πριν από πολλά χρόνια, να ηχούν μακρινά και βαθιά ανάμεσα στις σημύδες. Εκείνο το φτηνό κομμάτι μπρούντζου που κουδούνιζε και ο αγρότης κρεμά στον λαιμό της αγελάδας του, σήμαινε για μένα περισσότερα από τους τόνους μετάλλου που αιωρούνται στο καμπαναριό.

— Από το Ημερολόγιο του Henry David Thoreau, 4 Απριλίου 1841

Μια τσαγιέρα στην κουζίνα δεν είναι ποτέ μόνο ένας βραστήρας. Για τον Θορώ γίνεται πέρασμα από έναν κλειστό χώρο, σε ένα ανοιχτό λιβάδι· από τον οικιακό χρόνο, στον χρόνο της περιπλάνησης. Το μέταλλο αλλάζει, ο ήχος μένει.

Και τότε εμφανίζεται η αντιστροφή που καθορίζει όλο το σημείωμα: η αξία δεν μετριέται σε βάρος, ούτε σε όγκο, ούτε σε επισημότητα.

Το καμπαναριό, με όλη τη θεσμική του βαρύτητα, την επιβολή, τη συλλογική του ηχητική εξουσία, υποχωρεί μπροστά σε ένα απλό μπρούτζινο κουδούνι που κρέμεται στο λαιμό μιας αγελάδας. Όχι γιατί ακούγεται πιο δυνατά, αλλά γιατί είναι πιο προσωπικό, πιο ενσωματωμένο στη ζωή.

Το κουδούνι της αγελάδας δεν καλεί. Δεν επιβάλλεται. Δεν οργανώνει τον χρόνο των άλλων. Απλώς υπάρχει  και ακούγεται μέσα σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο, αλλά μέρος. Είναι ο ήχος της απόστασης και ταυτόχρονα ο ήχος της οικειότητας.

Ίσως γι’ αυτό «σημαίνει περισσότερα». Γιατί δεν είναι αντικείμενο, είναι φορέας εμπειρίας που κουβαλά το περπάτημα, την αναζήτηση των μούρων, τη σκιά των δέντρων, τη σιωπή που δεν είναι ποτέ πλήρης. Κουβαλά έναν κόσμο όπου η αξία δεν αποθηκεύεται, αλλά μόνο βιώνεται.

Και τελικά, αυτό που υπαινίσσεται ο Θορώ είναι κάτι πιο ριζικό:
ότι ο πλούτος της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτό που αντηχεί πιο δυνατά, αλλά σε αυτό που αντηχεί πιο βαθιά μέσα μας. Μέσα από αυτή τη μικρή ακουστική γέφυρα, ο Θορώ μας μετακινεί σε μια άλλη κλίμακα αξιών: όχι στο μέγεθος, όχι στη λάμψη,
όχι στην ένταση, αλλά στην ικανότητα ενός πράγματος να κρατά μέσα του έναν κόσμο.

Και τότε καταλαβαίνεις πως αυτό που ακούστηκε δεν ήταν απλώς ένα μέταλλο που έτρεμε, ήταν μια ζωή που, για μια στιγμή, επέστρεψε.

17042026

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

 

Δειλινό πάνω από το όρος Γουατσέτ· φωτογραφία του Richard Smith


Οι θεοί δεν ανήκουν σε καμία αίρεση·δεν παίρνουν το μέρος κανενός.

Όταν φαντάζομαι πως η Φύση γέρνει προς λίγες εκλεκτές, επίμονες και πιστές ψυχές, πως ζει ιδιαίτερα γι’ αυτές, πηγαίνω να δω έναν άγνωστο άνθρωπο που ζει κάτω από τον λόφο, αφήνοντας ήσυχους και θεούς και ανθρώπους, και βρίσκω πως και στο δικό του κήπο φυτρώνουν φράουλες και ντομάτες, και πως ο ήλιος στέκεται με καλοσύνη στη ράχη του λόφου του — κι έτσι αναγκάζομαι να παραδεχτώ την αδέκαστη, αδέσμευτη γενναιοδωρία των θεών.

                                                                                    Henry David Thoreau, Journals, 15 Απριλίου 1841

 Κάποτε κουβαλάμε περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν. Μικρές φροντίδες που βαραίνουν, λόγια που μένουν, μέρες που δεν κλείνουν όπως θα θέλαμε. Ο Θορώ σε αυτό το σημείωμα μας θυμίζει ότι λίγο πιο έξω από εμάς, εκεί που τελειώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν οι πλαγιές των βουνών και ο ορίζοντας της θάλασσας, ο ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει αθόρυβα εκτελώντας το καθημερινό του ταξίδι. Εκεί, σ’ αυτή την αδιαφορία του φωτός να φωτίζει τα πάντα χωρίς να ξεχωρίζει τίποτα και κανέναν κρύβεται μια μικρή λύτρωση: ότι τίποτα από όσα μας βαραίνουν δεν είναι τόσο μεγάλο όσο νομίζουμε, όταν το αφήσουμε να χαθεί μέσα στο φως ενός δειλινού.

ΑΘΗΝΑ, 15042025

ΤΟ ΞΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Donna Drogos: «Birdhouse Tree», Hwy 133 βόρεια του Kinnear, Ουαϊόμινγκ (ΗΠΑ), 8 Απριλίου 2026. Ένα ξερό δέντρο που δεν κόπηκε, αλλά μετατράπηκε σε καταφύγιο για πουλιά.


Με το πρόσχημα της συντήρησης και της ασφάλειας και με κλαδέματα που ξεπερνούν κάθε λογική, τα δέντρα στις ελληνικές πόλεις ακρωτηριάζονται συστηματικά ή εξαφανίζονται. Απίθανα συνεργεία χωρίς καμιά γνώση ή εμπειρία αφαιρούν σχεδόν όλη την κόμη τους αφήνοντας πίσω έναν γυμνό, χωρίς κλαδιά κορμό. Το αποτέλεσμα δεν είναι φροντίδα, αλλά υποβάθμιση: δέντρα εξασθενημένα, χωρίς σκιά, χωρίς οικολογική λειτουργία. Κυρίως, χωρίς ζωή επάνω τους.

Για τα πουλιά των πόλεων: σπουργίτια, κοτσύφια, δεκαοχτούρες ακόμα και κοράκια, τα δέντρα δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι τόποι φωλιάσματος, προστασίας και αναπαραγωγής και όταν η δομή τους καταστρέφεται, χάνεται και η δυνατότητα της φιλοξενίας. Έτσι οι πληθυσμοί τους περιορίζονται, η παρουσία τους μειώνεται και μαζί τους φτωχαίνει και το αστικό περιβάλλον. Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Παρατηρείται σε πολλές πόλεις της χώρας, συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές αρχές της αστικής οικολογίας.

Κι όμως, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Σε μια αγροτική περιοχή του Ουαϊόμινγκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ξερό δέντρο δεν απομακρύνθηκε. Αντί να κοπεί, αξιοποιήθηκε. Πάνω στα κλαδιά του τοποθετήθηκαν μικρές ξύλινες φωλιές, μετατρέποντάς το σε έναν κατακόρυφο χώρο φιλοξενίας πουλιών — μια απλή αλλά ουσιαστική παρέμβαση.

Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά μόνο μια διαφορετική πρακτική διαχείρισης. Αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη: ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα άλλα είδη που συνυπάρχουν σε αυτόν. Η προστασία της αστικής βιοποικιλότητας δεν απαιτεί σύνθετες λύσεις. Απαιτεί, κυρίως, αλλαγή προσέγγισης. Πιο ήπιο κλάδεμα και από συνεργεία που διαθέτουν πείρα σε αυτό που κάνουν, σεβασμός και διατήρηση της φυσικής μορφής των δέντρων και φυσικά πρόβλεψη για τη φωλεοποίηση των πουλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η τοποθέτηση τεχνητών φωλιών θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Θέλουμε πόλεις αποστειρωμένες ή πόλεις ζωντανές; Γιατί ένα δέντρο δεν είναι απλώς μέρος της αστικής αισθητικής αλλά είναι φορέας ζωής για τα πουλιά και απόλαυσης για τους ανθρώπους. Και μια πόλη που δεν αφήνει χώρο για φωλιές, είναι μια πόλη που σταδιακά χάνει τη δική της.

Πηγή: Η σελίδα Wyoming through The Lens

ΑΘΗΝΑ, 15/04/2026


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ – ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ…

 

Ένα βιβλίο ανοίγει — και μαζί του ανοίγει ένας δρόμος που κανείς δεν ήθελε να δει.

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου 1939, στη Νέα Υόρκη, από τον εκδοτικό οίκο «The Viking Press» κυκλοφορεί το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής - The Grapes of Wrath», ένα μυθιστόρημα που δεν διαβάστηκε ποτέ ως απλή λογοτεχνία, αλλά ως κατηγορία για έναν κόσμο που πήρε στραβό δρόμο.

Η αντίδραση ήταν άμεση. Στην Καλιφόρνια, και ιδιαίτερα στην κομητεία Kern County, το βιβλίο απαγορεύτηκε από βιβλιοθήκες και σχολεία. Τοπικά συμβούλια το χαρακτήρισαν «ψευδές» και «προπαγανδιστικό». Αντίτυπα αποσύρθηκαν ενώ δεν έλειψαν και δημόσιες καύσεις. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης και τα οικονομικά συμφέροντακατήγγειλαν τον Στάινμπεκ ότι συκοφαντεί την Καλιφόρνια και υποκινεί κοινωνική αναταραχή επικαλούμενοι ανήθικη γλώσσα και τον κομμουνισμό!

Αλλά το πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Το βιβλίο δεν μιλούσε απλώς για τη δυστυχία που προκάλεσε σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού η «Μεγάλη Ύφεση». Δεν παρουσίαζε την εξαθλίωση ως φυσική καταστροφή, αποτέλεσμα μιας ξηρασίας ή μιας καταιγίδας. Την απέδιδε και την τοποθετούσε μέσα σε ένα σύστημα σχέσεων και στο κέντρο έβαζε κάτι σχεδόν ανώνυμο και πανίσχυρο: τις τράπεζες.

Όχι ως θεσμό με πρόσωπο, αλλά ως μηχανισμό χωρίς ευθύνη. Στο βιβλίο, οι άνθρωποι που εκτελούν τους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις δεν εμφανίζονται ως κακοί,  σχεδόν ζητούν συγγνώμη. «Δεν φταίμε εμείς», λένε. «Η τράπεζα το ζητά». Και η τράπεζα, με τη σειρά της, δεν είναι πια άνθρωποι, αλλά κάτι που «πρέπει να ζήσει», κάτι που «τρώει» τα πάντα για να επιβιώσει. Ένα τέρας χωρίς σώμα.

Έτσι, οι οικογένειες διώχνονται από τα σπίτια τους και ξεριζώνονται όχι από κάποιον εχθρό που μπορείς να δεις, αλλά από έναν μηχανισμό που δεν τον ακουμπά καμιά κατηγορία. Τα χωράφια αδειάζουν, τα σπίτια εγκαταλείπονται, και η μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων προς τη Δύση μοιάζει σχεδόν φυσική — ενώ δεν είναι.

Τζον Στάινμπεκ: Το βλέμμα κάποιου που είδε το όνομα πίσω από την ανάγκη  και το έγραψε.

Και αυτό ήταν ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο του βιβλίου. Ότι αφαιρούσε από την καταστροφή το άλλοθι της «αναγκαιότητας». Γιατί από τη στιγμή που η φτώχεια παύει να είναι μοίρα και γίνεται αποτέλεσμα, η αφήγηση αλλάζει δραματικά. Δεν ζητά συμπόνια, αλλά κρίση. Δεν ζητά λύπηση, αλλά κατανόηση των μηχανισμών που την παράγουν. Από εκεί και πέρα, η ανάγνωση δεν είναι αθώα πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της Οργής» συνεχίζει να επανεμφανίζεται στις ΗΠΑ μέχρι σήμερα σε λίστες απαγορεύσεων ή αμφισβήτησης. Όχι ως ένα παλιό σκάνδαλο που ξεχάστηκε, αλλά ως ένα βιβλίο που κάθε εποχή μοιάζει να χρειάζεται να ξαναλογοκρίνει — με διαφορετικά επιχειρήματα, αλλά με την ίδια αμηχανία απέναντι σε ό,τι αποκαλύπτει.

Κι έτσι, η ιστορία του δεν ανήκει μόνο στον τόπο που το γέννησε. Γιατί κάθε κοινωνία έχει γνωρίσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκείνες τις στιγμές όπου οι αποφάσεις παίρνονται «αλλού», όπου οι ευθύνες διαχέονται, όπου η ανάγκη παρουσιάζεται σαν νόμος της φύσης. Και τότε, τα κείμενα που τολμούν να δώσουν όνομα σε αυτή τη διαδικασία μοιάζουν υπερβολικά, άβολα ή επικίνδυνα.

Και η απαγόρευση δεν χρειάζεται πάντα φωτιά. Μερικές φορές αρκεί μια αφαίρεση από τη λίστα, η μετακίνηση στο περιθώριο ή απλώς η σιωπή.

Μια σκηνή από καμβά και σκόνη· ένα σπίτι που έμαθε να μετακινείται.

Και ίσως γι’ αυτό «Τα σταφύλια της Οργής» πάντα θα επιστρέφουν. Γιατί οι μορφές μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι μηχανισμοί επιμένουν να είναι οι ίδιοι. Σήμερα, οι τράπεζες δεν εμφανίζονται πια ως εκείνο το αόρατο «τέρας» του Στάινμπεκ, κι όμως η λειτουργία τους παραμένει αναγνωρίσιμη. Τα «κόκκινα» δάνεια, οι πλειστηριασμοί, τα σπίτια που περνούν από χέρια ανθρώπων σε ανώνυμα και απρόσιτα χαρτοφυλάκια, συνθέτουν μια σύγχρονη εκδοχή του ίδιου αφηγήματος. Οι αποφάσεις εξακολουθούν να παίρνονται αλλού· οι συνέπειες, όμως, παραμένουν οι ίδιες. Και όπως τότε, έτσι και τώρα, η ανάγκη παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ευθύνη. Ίσως γι’ αυτό κάποια βιβλία δεν παλιώνουν: γιατί δεν περιγράφουν μόνο μια εποχή αλλά αποκαλύπτουν έναν μηχανισμό.

ΑΘΗΝΑ, 14042026

ΟΤΙ ΔΕΝ ΦΩΝΑΖΕΙ ΔΥΝΑΤΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 


Η πόλη δεν είναι μόνο αυτό που καταλαβαίνουμε — είναι και αυτό που προσπερνάμε

 

Έχουμε συνηθίσει πια στη διαφήμιση – όπου κάθε επιφάνεια της πόλης που λογίζεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο προβολής πληρώνεται να φιλοξενήσει κάποια εικόνα αλλά και στην απόλυτη ασυδοσία των γκράφιτι και των λογής βαρβαρικών καλλιτεχνημάτων οπουδήποτε, από τους τοίχους κάθε κτιρίου μέχρι τα παγκάκια. Γενικά τα μάτια μας έχουν μπουκώσει από εικόνες που επιβάλλουν οι άλλοι να βλέπουμε.

Έχουμε συνηθίσει πια και τίποτα δεν προκαλεί την όρασή μας, ούτε και το ενδιαφέρον μας καθώς από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτό το υλικό που απλώνεται κάθε μέρα μπροστά μας έχει μεταφερθεί στο διαδίκτυο και δυστυχώς, μας «τρώει» πολύτιμο χρόνο.

Εντούτοις, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, συμπολίτες μας που συνεχίζουν να μοιράζονται τις αδύναμες φωνές τους και να επιζητούν να επικοινωνήσουν με άλλους, διακριτικά με μικρά γράμματα σε κάποιες γωνιές της πόλης, εκεί που πιστεύουν ότι θα βρεθεί κάποιος να τα διαβάσει και θα δώσει σημασία στο μήνυμά τους. Όπως δε φαίνεται στις φωτογραφίες, στη τζαμαρία από ένα κλειστό τζογαδόρικο, στον κατήφορο της Ομόνοιας προς το Μεταξουργείο, στην οδό Κοτοπούλη, όπου ο χώρος λόγω της ύπαρξης του Αστυνομικού Τμήματος εκεί δίπλα, υποτίθεται ότι προσφέρει κάποια ασφάλεια στους ανθρώπους που η πόλη απωθεί στα κρυφά της μέρη, ένας «τοίχος» μιλάει με αυτό τον τρόπο.


Εκεί που κόβει λίγο ο αέρας και είναι προστατευμένοι από τη βροχή, νιώθουν απάγκιο, κάνουν τις συναλλαγές τους και φυσικά την χρήση των ουσιών που βρίσκουν. Εκεί έχουν δημιουργήσει τον δικό τους χώρο και επόμενο είναι να αποτελεί και βάση για πληροφορίες που άλλοι μοιράζονται δια ζώσης κι άλλοι τις γράφουν στον τοίχο, με κωδικούς συνήθως ή σε μια γλώσσα που μόνο αυτοί χρησιμοποιούν. Το περίεργο πάλι είναι ότι ενώ φιλοξενεί μηνύματα, δεν αναγράφεται πουθενά κανένα τηλέφωνο για ευνόητους βέβαια λόγους αλλά αυτό φανερώνει και τους μυστικούς δεσμούς που ενώνουν αυτή την κοινότητα.



Πέρα όμως από τα χρηστικά, τοίχος φιλοξενεί κι άλλα μηνύματα και ανησυχίες. Έτσι διαβάζουμε ποιήματα, αφιερώσεις σε κάποια πρόσωπα, σημειώματα για αναζητήσεις προσώπων, άλλα τρυφερά κι άλλα θυμωμένα, όπως του έρθει του καθενός. Το γεγονός ότι κάτω από τα φρέσκα μηνύματα αχνοφαίνονται σε στρώσεις τα παλιότερα σβησμένα, ένα παλίμψηστο δηλαδή, σημαίνει πως αυτός ο «τοίχος» διαβάζεται από πολλά μάτια και πάνω σε αυτόν αναπτύσσεται ένας διάλογος που η αποκωδικοποίησή του πολλούς δυσκολεύει.

Αμφιβάλλω αν τα προσέχει κάποιος περαστικός, πόσο μάλλον οι αλλοδαποί που είναι η πλειονότητα σε αυτή την περιοχή, ούτε νομίζω ότι κανένας άλλος σκύβει να τα διαβάσει. Εξάλλου όλοι είναι βιαστικοί εκεί, θέλουν να απομακρυνθούν σύντομα κι έτσι δεν καταλαβαίνουν πως αυτά τα μηνύματα για κάποιους είναι μια επικοινωνία για μια κοινότητα που η πόλη δυσανασχετεί από την ύπαρξή της αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 

Κι όμως ο «τοίχος» διαβάζεται… Από άλλα μάτια, από εκείνους που έχουν λόγο να τον κοιτάξουν. Είναι μια μικρή επικοινωνία, σχεδόν υπόγεια από μια κοινότητα που δεν δηλώνεται και επιμένει να βρίσκει τρόπο να συνομιλεί, ακόμα όταν η πόλη την περιορίζει στον κατήφορο από την Ομόνοια προς τα κάτω… Ένας «τοίχος» που θυμίζει πως η πόλη δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που μιλάνε δυνατά.

ΑΘΗΝΑ, 13042026

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΓΕΙΤΟΝΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

 

Ένα κερί στον Άγιο Ιωάννη. Η μνήμη βρίσκει ακόμη τον δρόμο της.

Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, η φιγούρα της δεν θα κινούσε καμία προσοχή στην οδό Ευρυπίδου. Τότε, στην εμπορική αυτή γειτονιά της Αθήνας, κατοικούσαν ακόμη λίγοι ηλικιωμένοι άνθρωποι — από εκείνους που είχαν το προνόμιο να είναι γηγενείς Αθηναίοι, να έχουν γεννηθεί σε σπίτια που συγκαταλέγονταν στα πρώτα της πόλης.

Αυτοί ήταν και οι τελευταίοι που συγκροτούσαν τις τοπικές ενορίες των μικρών και μεγάλων εκκλησιών που είναι διάσπαρτες στο κέντρο — στο λεγόμενο εμπορικό. Ένας κόσμος που ζούσε ανάμεσα σε πάγκους, αποθήκες, μαγαζιά και προσκυνητάρια, και που ήξερε τους δρόμους με το μικρό τους όνομα.

Από τότε μέχρι σήμερα, τα καταστήματα άλλαξαν. Κάποια εξελίχθηκαν σε χώρους εστίασης, άλλα έγιναν ξενοδοχεία, ενώ ένα μεγάλο μέρος της περιοχής κάτω από την Αθηνάς έχει πάρει τη μορφή μιας πυκνής, πολύγλωσσης αγοράς, με ρυθμούς και εικόνες που θυμίζουν μεγάλες πόλεις έξω από την Ευρώπη. Οι ενορίες αποψιλώθηκαν. Έμειναν κυρίως ως μνήμη σε όσους μεγάλωσαν εκεί ή πέρασαν τα χρόνια τους εργαζόμενοι στο εμπόριο.

Μια τέτοια μνήμη οδήγησε, προχθές το μεσημέρι, μια ηλικιωμένη γυναίκα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα, στη μέση της Ευρυπίδου. Κρυμμένο πίσω από μια σιδερένια πόρτα, το μικρό αυτό εκκλησάκι είναι γνωστό σε όσους το έχουν ανακαλύψει για τον κορινθιακό κίονα που στηρίζεται στο ιερό βήμα και διαπερνά την ξύλινη στέγη.

Ο Άγιος Ιωάννης, ο «θερμαντής», στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναΐσκος, θεωρείται προστάτης της υγείας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταφεύγουν σε αυτόν με την ελπίδα μιας μικρής βοήθειας. Οι αρχαιολόγοι, από την πλευρά τους, βλέπουν στο εκκλησάκι μια συμπύκνωση της ίδιας της πόλης: από την αρχαιότητα στα πρώτα χριστιανικά και τα βυζαντινά χρόνια, κι από εκεί στην οθωμανική περίοδο και στη σύγχρονη εποχή.

Έξω, η πόλη αλλάζει πρόσωπο χωρίς να σταματά να κινείται...

Στην αυλή υπάρχει πάντα το προσκυνητάρι. Εκεί κατέφευγε ο κόσμος της γειτονιάς για να ανάψει ένα κερί στην αρχή της ημέρας ή στο διάλειμμα της δουλειάς. Έτσι διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ανοιχτός ο χώρος — μια μικρή ανάσα μέσα στον πυκνό ιστό της πόλης, ένα σημείο που εξακολουθούν να ανακαλύπτουν όσοι περπατούν την Αθήνα με προσοχή.

Στον Άγιο Ιωάννη βάδισε και η ηλικιωμένη. Προσκύνησε την εικόνα, άναψε το κερί της και μπήκε μέσα με την άνεση κάποιου που επιστρέφει σε γνώριμο τόπο. Όταν τελείωσε, βγήκε ξανά στην Ευρυπίδου. Στάθηκε για λίγο και κοίταξε τον δρόμο. Οι επιγραφές, η κίνηση, οι φωνές — τίποτα δεν της θύμιζε πια το παλιό τοπίο.

Άρχισε να περπατά αργά, από τη Γερανίου προς τη Σοφοκλέους, ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων που κινούνταν με άλλους ρυθμούς. Κοντοστάθηκε σε δύο-τρεις πόρτες, πλησίασε ένα κατάστημα με είδη νοικοκυριού, μπήκε μέσα. Ρώτησε κάτι στα ελληνικά. Της απάντησαν σε μια γλώσσα μισή-μισή, ότι δεν μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν. Βγήκε έξω χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της.

Συνέχισε λίγο πιο πάνω. Δοκίμασε σε ένα ακόμη κατάστημα. Πάλι η ίδια απάντηση. Προχώρησε αργά, μέχρι που βρήκε ένα μαγαζί με ελληνικές πινακίδες. Μπήκε. Αυτή τη φορά κάποιος κατάλαβε τι ζητούσε. Χάθηκε για λίγο στο εσωτερικό, βρήκε το αντικείμενο, το έβαλε σε μια σακούλα και της το έδωσε.

Ανάμεσα σε παλιά και νέα μαγαζιά, η ζωή συνεχίζεται σε άλλες γλώσσες.

Πλήρωσε, βγήκε στη Σοφοκλέους και στάθηκε να πάρει ταξί. Όταν ένα σταμάτησε, δύο νεαροί Πακιστανοί την βοήθησαν να μπει. Τους ευχαρίστησε και κάθισε.

Είχε κατέβει στην Αθήνα για μια υπόθεση στο Κτηματολόγιο. Μαζί με αυτήν, είχε φέρει και κάτι άλλο: μια διαδρομή χρόνων. Πήγε να ανάψει ένα κερί στον Αϊ-Γιάννη τον «θερμαντή». Εκεί, δίπλα του, είχε ζήσει και εργαστεί για πάνω από πενήντα χρόνια.

Της είχε σταθεί σαν καλός γείτονας.

ΑΘΗΝΑ, 20042019

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ: ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 


Η απομάκρυνση του υφυπουργού ψυχικής υγείας επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των προτεραιοτήτων στην άσκηση πολιτικής — σε έναν τομέα που παραμένει υποστελεχωμένος και κοινωνικά «αόρατος».

Η απομάκρυνση του αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας υφυπουργού Δημήτρης Βαρζόπουλος, στο πλαίσιο του πρόσφατου ανασχηματισμού, φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει το ίδιο το πρόσωπο. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, το όνομά του φέρεται να περιλαμβάνεται σε υπόθεση που εξετάζει η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέτσι σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι υπήρξαν επαφές με τον οργανισμό, με στόχο τη διευκόλυνση αιτημάτων αγροτών της εκλογικής του περιφέρειας (Β΄Θεσσαλονίκης). Η πρακτική της διαμεσολάβησης πολιτικών για ζητήματα πολιτών δεν είναι άγνωστη στην ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει αφορά την ιεράρχηση των ευθυνών.

Ένας υφυπουργός ψυχικής υγείας καλείται να διαχειριστεί ένα πεδίο που εδώ και χρόνια χαρακτηρίζεται από ελλείψεις, θεσμικές καθυστερήσεις και αυξημένες κοινωνικές ανάγκες. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση μετάβασης από το μοντέλο των μεγάλων ιδρυμάτων σε κοινοτικές δομές, χωρίς όμως η μετάβαση αυτή να έχει ολοκληρωθεί επαρκώς.

Τα μεγάλα δημόσια ψυχιατρικά ιδρύματα, όπως το Δαφνί και το Δρομοκαΐτειο, λειτουργούν διαχρονικά υπό πίεση, με περιορισμένους πόρους και ελλείψεις προσωπικού, ενώ οι ανάγκες αυξάνονται. Παράλληλα, οι οικογένειες και οι φροντιστές καλούνται συχνά να καλύψουν κρίσιμα κενά του συστήματος, σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση σε υπηρεσίες παραμένει άνιση.

Η συζήτηση, επομένως, δεν περιορίζεται στο αν υπήρξαν παρεμβάσεις για αγροτικά ζητήματα, αλλά στο κατά πόσο το βάρος της πολιτικής προσοχής κατευθύνεται εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.

Η ψυχική υγεία εξακολουθεί να είναι ένας τομέας με χαμηλή ορατότητα στον δημόσιο διάλογο. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στον πυρήνα αυτών των προβλημάτων — ασθενείς, οικογένειες, φροντιστές, γιατροί — σπάνια διαθέτουν τα μέσα πίεσης που έχουν άλλες κοινωνικές ομάδες. Για πολλές οικογένειες —ανάμεσά τους και η δική μου— αυτό δεν αποτελεί μια αφηρημένη συζήτηση, αλλά καθημερινή εμπειρία.

Η υπόθεση αυτή, ανεξάρτητα από την τελική της έκβαση, αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα στις θεσμικές αρμοδιότητες και στις πραγματικές προτεραιότητες της πολιτικής δράσης.

Και θέτει ένα ερώτημα που αφορά συνολικά τη δημόσια διοίκηση:
πώς ορίζεται στην πράξη η ευθύνη, όταν οι πιο ευάλωτοι δεν έχουν φωνή;

ΑΘΗΝΑ, 03042026


Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΈΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΔΕΝΤΡΟΤΣΟΠΑΝΑΚΩΝ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΝ ΣΠΟΡΟ


Η προσέγγιση — το ένα φέρνει τον σπόρο, το άλλο περιμένει. 


Τα περισσότερα που φτάνουν στ’ αυτιά μας και βλέπουν τα μάτια μας κάθε πρωί κουβαλούν έναν πόνο, έναν φόβο, μια ματαιότητα. Είναι σχεδόν επίτευγμα των διαχειριστών της πληροφορίας — των ειδήσεων — να στρώνουν την αρχή της ημέρας με απαισιοδοξία. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν μικρά παραθυράκια. Από εκεί περνούν εικόνες απλές, σχεδόν αρχετυπικές, που μπορούν να αλλάξουν το κλίμα.

Μια τέτοια εικόνα είναι κι αυτή: δύο μικρά πουλιά πάνω σε έναν κλαδί να μοιράζονται ένα σπόρο. Ο σπόρος δεν είναι απλώς τροφή. Είναι μια χειρονομία. Ίσως και κάτι περισσότερο: μια μικρή τελετουργία. Το ένα πλησιάζει με προσοχή, το άλλο περιμένει· τα σώματα ευθυγραμμίζονται, τα ράμφη σχεδόν αγγίζονται, και για μια στιγμή ο κόσμος περιορίζεται σε αυτή τη λεπτή ανταλλαγή. Είναι μια πράξη που έχει μέσα της ρυθμό, επανάληψη, πρόθεση — όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν μια τελετουργία.

Η αναμονή — τα σώματα ευθυγραμμίζονται, η απόσταση μικραίνει.

Και μαζί, διακριτικά αλλά καθαρά, διαπερνά τη σκηνή ένας υπόγειος ερωτισμός. Όχι ως προβολή ανθρώπινων συναισθημάτων, αλλά ως βιολογική ένταση: η εγγύτητα των σωμάτων, η προσφορά της τροφής από το ένα στο άλλο, η αποδοχή της. Μια στιγμή εμπιστοσύνης που είναι ταυτόχρονα και μια στιγμή έλξης. Στη φύση, η αναπαραγωγή δεν αρχίζει με τη σύζευξη· αρχίζει με τέτοιες μικρές, σχεδόν αδιόρατες κινήσεις.
Ο δεντροτσοπανάκος (Sitta europaea) είναι ένα μικρό δασόβιο πουλί, γνωστό για την ικανότητά του να κινείται πάνω στους κορμούς των δέντρων ακόμη και ανάποδα — μια ιδιότυπη ακροβασία που τον κάνει να ξεχωρίζει. Με τη γαλαζωπή ράχη, την ανοιχτόχρωμη κοιλιά και τη μαύρη λωρίδα στο μάτι, είναι γνώριμος κάτοικος των ελληνικών δασών. Τρέφεται με έντομα και σπόρους, συχνά αποθηκεύει τροφή σε σχισμές του φλοιού, αλλά στις σχέσεις του αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη ποιότητα: το μοίρασμα της τροφής λειτουργεί ως δεσμός, ως επιβεβαίωση, ως υπόσχεση συνέχειας.
Κοιτάζοντας αυτή τη μικρή σκηνή, ίσως θυμόμαστε κάτι που εύκολα ξεχνάμε: ότι η προσφορά δεν είναι περίσσευμα, αλλά τρόπος ύπαρξης. Και ότι ακόμη και στον πιο μικρό σπόρο μπορεί να εγγραφεί μια ολόκληρη σχέση — με τον ρυθμό της, την τελετουργία της και τη σιωπηλή της ένταση.

Η ανταλλαγή — μια στιγμή επαφής, μια μικρή τελετουργία προσφοράς.


Και ένα ευχαριστώ στον Δημήτρη Καλιακούδα, που με τη ματιά και τη γενναιοδωρία του μοιράζεται μαζί μας τέτοιες στιγμές — μικρά, φωτεινά παραθυράκια και αλλάζει τη διάθεσή μας για ολόκληρη την ημέρα. Με τον τρόπο του μας κάνει να τον ακολουθήσουμε μια μέρα στις εξοχές των μικρών μας πατρίδων ή στα παρκάκια των πόλεων όπου ζούμε να ανακαλύψουμε κι εμείς σκηνές που να μας φωτίζουν την ημέρα.

ΑΘΗΝΑ, 28032026

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο ΘΟΡΩ, Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΟΗΕ

 

Σκλαβοπάζαρο στη Νέα Ορλεάνη (19ος αιώνας) — η στιγμή όπου ο άνθρωπος γίνεται εμπόρευμα.


Ένα υποθετικό σημείωμα στο πνεύμα του Henry David Thoreau, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΟΗΕ για το δουλεμπόριο.

«… Αν η ανθρωπότητα χρειάστηκε αιώνες για να ονομάσει το έγκλημα, δεν είναι επειδή δεν το γνώριζε, αλλά επειδή ζούσε από αυτό.

Διαβάζω ότι οι άνθρωποι των εθνών συγκεντρώθηκαν και συμφώνησαν πως η δουλεία υπήρξε το βαρύτερο έγκλημα. Και όμως, εκείνοι που την κατήγγειλαν σήμερα, χθες την ανέχονταν· και πολλοί από εκείνους που ωφελήθηκαν περισσότερο, προτίμησαν τη σιωπή από τη λέξη. Δεν είναι η αλήθεια που καθυστέρησε, αλλά η βούληση να ειπωθεί.

Ένας νόμος που έρχεται εκ των υστέρων δεν απελευθερώνει τους νεκρούς. Μπορεί, ωστόσο, να δεσμεύσει τους ζωντανούς — αν το θελήσουν. Διότι το ερώτημα δεν είναι αν η δουλεία υπήρξε έγκλημα. Αυτό το γνώριζε ήδη ο άνθρωπος που έσπαγε την πέτρα δεμένος, το παιδί που πουλήθηκε μακριά από τη μητέρα του, ο ναύτης που άκουγε τις αλυσίδες στο αμπάρι. Το ερώτημα είναι αν εκείνοι που ζουν τώρα θα επιτρέψουν σε αυτό το έγκλημα να συνεχίσει να παράγει καρπούς.

Λένε πως δεν πρέπει να συγκρίνουμε τα εγκλήματα μεταξύ τους. Ίσως. Αλλά ο άνθρωπος που αρνείται να ονομάσει το μέγεθος μιας αδικίας, το κάνει όχι από ταπεινότητα, αλλά από φόβο. Διότι κάθε ακριβής λέξη ζητά και μια πράξη αντάξιά της.

Η κοινωνία μας είναι γεμάτη από νόμους που μοιάζουν δίκαιοι, αλλά δεν αγγίζουν τη ρίζα της αδικίας. Ο πραγματικός νόμος, εκείνος που αξίζει να υπακούει κανείς, δεν είναι γραμμένος στα χαρτιά των συνελεύσεων, αλλά στη συνείδηση. Αν αυτή παραμένει αδρανής, καμία απόφαση δεν αρκεί.

Αντί να αναρωτιόμαστε τι οφείλεται στους απογόνους των σκλάβων, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε τι χρωστά η ζωή μας στο παρελθόν τους. Διότι κάθε άνεση που δεν ελέγχθηκε, κάθε πλούτος που δεν εξετάστηκε, μπορεί να φέρει μέσα του κάτι από εκείνη την αδικία.

Δεν είναι αρκετό να δηλώνει κανείς ότι η δουλεία ανήκει στο παρελθόν. Πρέπει να εξετάσει αν ζει ακόμη με τρόπους που την καθιστούν παρούσα.

Και αν πράγματι θέλουμε να τιμήσουμε εκείνους που υπέφεραν, δεν αρκεί να τους θυμόμαστε. Πρέπει να αρνηθούμε, εδώ και τώρα, κάθε μορφή ζωής που βασίζεται στην υποδούλωση του άλλου — ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται με πιο ήπιο όνομα».

- Το σημείωμα αυτό δεν επιχειρεί να μιμηθεί τον Henry David Thoreau, αλλά να θυμίσει ότι ορισμένες αλήθειες είχαν ήδη διατυπωθεί πολύ πριν αναγνωριστούν θεσμικά. Η απόφαση του ΟΗΕ δίνει όνομα σε ένα έγκλημα· η σκέψη του Θορώ μάς καλεί να αναρωτηθούμε τι σημαίνει αυτή η αναγνώριση για τον τρόπο που ζούμε σήμερα. Αν η μνήμη δεν συνοδεύεται από αυτοκριτική και πράξη, τότε κινδυνεύει να παραμείνει μια ακόμη καθυστερημένη δικαίωση χωρίς συνέχεια.

ΑΘΗΝΑ, 27032026