Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΤΟ ΚΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΚΑΓΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΠΑΓΩΣΕ ΕΚΕΊ

 


Όταν κάποτε πήγαν να κατοικήσουν σε αυτό το σπίτι, το διάλεξαν γιατί άκουγαν το κύμα να σκάει το κύμα στο παράθυρο και έβλεπαν την πόρτα τους να στεφανώνει ένας γαλάζιος ουρανός ενώ στον τοίχο τους ήταν φυτεμένη μια φωλιά χταποδιού. Έζησαν όσο τους αρκούσε εκεί, έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν αλλά η θάλασσα και ο ουρανός έμειναν ενσωματωμένα στην θλιμμένη πρόσοψη με τα ρημαγμένα κουφώματα να αρνούνται να παλιώσουν κι μην τους δίνει πια κανένας σημασία. [Οδός Μάγερ, 12042026]

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η ΑΞΙΑ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΙΩΜΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ

 

Κυριακή. Το κουδούνισμα της τσαγιέρας κάτω στο ισόγειο μου θυμίζει τα κουδούνια των αγελάδων που άκουγα κάποτε, όταν μάζευα μούρα στα Μεγάλα Λιβάδια, πριν από πολλά χρόνια, να ηχούν μακρινά και βαθιά ανάμεσα στις σημύδες. Εκείνο το φτηνό κομμάτι μπρούντζου που κουδούνιζε και ο αγρότης κρεμά στον λαιμό της αγελάδας του, σήμαινε για μένα περισσότερα από τους τόνους μετάλλου που αιωρούνται στο καμπαναριό.

— Από το Ημερολόγιο του Henry David Thoreau, 4 Απριλίου 1841

Μια τσαγιέρα στην κουζίνα δεν είναι ποτέ μόνο ένας βραστήρας. Για τον Θορώ γίνεται πέρασμα από έναν κλειστό χώρο, σε ένα ανοιχτό λιβάδι· από τον οικιακό χρόνο, στον χρόνο της περιπλάνησης. Το μέταλλο αλλάζει, ο ήχος μένει.

Και τότε εμφανίζεται η αντιστροφή που καθορίζει όλο το σημείωμα: η αξία δεν μετριέται σε βάρος, ούτε σε όγκο, ούτε σε επισημότητα.

Το καμπαναριό, με όλη τη θεσμική του βαρύτητα, την επιβολή, τη συλλογική του ηχητική εξουσία, υποχωρεί μπροστά σε ένα απλό μπρούτζινο κουδούνι που κρέμεται στο λαιμό μιας αγελάδας. Όχι γιατί ακούγεται πιο δυνατά, αλλά γιατί είναι πιο προσωπικό, πιο ενσωματωμένο στη ζωή.

Το κουδούνι της αγελάδας δεν καλεί. Δεν επιβάλλεται. Δεν οργανώνει τον χρόνο των άλλων. Απλώς υπάρχει  και ακούγεται μέσα σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο, αλλά μέρος. Είναι ο ήχος της απόστασης και ταυτόχρονα ο ήχος της οικειότητας.

Ίσως γι’ αυτό «σημαίνει περισσότερα». Γιατί δεν είναι αντικείμενο, είναι φορέας εμπειρίας που κουβαλά το περπάτημα, την αναζήτηση των μούρων, τη σκιά των δέντρων, τη σιωπή που δεν είναι ποτέ πλήρης. Κουβαλά έναν κόσμο όπου η αξία δεν αποθηκεύεται, αλλά μόνο βιώνεται.

Και τελικά, αυτό που υπαινίσσεται ο Θορώ είναι κάτι πιο ριζικό:
ότι ο πλούτος της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτό που αντηχεί πιο δυνατά, αλλά σε αυτό που αντηχεί πιο βαθιά μέσα μας. Μέσα από αυτή τη μικρή ακουστική γέφυρα, ο Θορώ μας μετακινεί σε μια άλλη κλίμακα αξιών: όχι στο μέγεθος, όχι στη λάμψη,
όχι στην ένταση, αλλά στην ικανότητα ενός πράγματος να κρατά μέσα του έναν κόσμο.

Και τότε καταλαβαίνεις πως αυτό που ακούστηκε δεν ήταν απλώς ένα μέταλλο που έτρεμε, ήταν μια ζωή που, για μια στιγμή, επέστρεψε.

17042026

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

 

Δειλινό πάνω από το όρος Γουατσέτ· φωτογραφία του Richard Smith


Οι θεοί δεν ανήκουν σε καμία αίρεση·δεν παίρνουν το μέρος κανενός.

Όταν φαντάζομαι πως η Φύση γέρνει προς λίγες εκλεκτές, επίμονες και πιστές ψυχές, πως ζει ιδιαίτερα γι’ αυτές, πηγαίνω να δω έναν άγνωστο άνθρωπο που ζει κάτω από τον λόφο, αφήνοντας ήσυχους και θεούς και ανθρώπους, και βρίσκω πως και στο δικό του κήπο φυτρώνουν φράουλες και ντομάτες, και πως ο ήλιος στέκεται με καλοσύνη στη ράχη του λόφου του — κι έτσι αναγκάζομαι να παραδεχτώ την αδέκαστη, αδέσμευτη γενναιοδωρία των θεών.

                                                                                    Henry David Thoreau, Journals, 15 Απριλίου 1841

 Κάποτε κουβαλάμε περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν. Μικρές φροντίδες που βαραίνουν, λόγια που μένουν, μέρες που δεν κλείνουν όπως θα θέλαμε. Ο Θορώ σε αυτό το σημείωμα μας θυμίζει ότι λίγο πιο έξω από εμάς, εκεί που τελειώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν οι πλαγιές των βουνών και ο ορίζοντας της θάλασσας, ο ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει αθόρυβα εκτελώντας το καθημερινό του ταξίδι. Εκεί, σ’ αυτή την αδιαφορία του φωτός να φωτίζει τα πάντα χωρίς να ξεχωρίζει τίποτα και κανέναν κρύβεται μια μικρή λύτρωση: ότι τίποτα από όσα μας βαραίνουν δεν είναι τόσο μεγάλο όσο νομίζουμε, όταν το αφήσουμε να χαθεί μέσα στο φως ενός δειλινού.

ΑΘΗΝΑ, 15042025

ΤΟ ΞΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Donna Drogos: «Birdhouse Tree», Hwy 133 βόρεια του Kinnear, Ουαϊόμινγκ (ΗΠΑ), 8 Απριλίου 2026. Ένα ξερό δέντρο που δεν κόπηκε, αλλά μετατράπηκε σε καταφύγιο για πουλιά.


Με το πρόσχημα της συντήρησης και της ασφάλειας και με κλαδέματα που ξεπερνούν κάθε λογική, τα δέντρα στις ελληνικές πόλεις ακρωτηριάζονται συστηματικά ή εξαφανίζονται. Απίθανα συνεργεία χωρίς καμιά γνώση ή εμπειρία αφαιρούν σχεδόν όλη την κόμη τους αφήνοντας πίσω έναν γυμνό, χωρίς κλαδιά κορμό. Το αποτέλεσμα δεν είναι φροντίδα, αλλά υποβάθμιση: δέντρα εξασθενημένα, χωρίς σκιά, χωρίς οικολογική λειτουργία. Κυρίως, χωρίς ζωή επάνω τους.

Για τα πουλιά των πόλεων: σπουργίτια, κοτσύφια, δεκαοχτούρες ακόμα και κοράκια, τα δέντρα δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι τόποι φωλιάσματος, προστασίας και αναπαραγωγής και όταν η δομή τους καταστρέφεται, χάνεται και η δυνατότητα της φιλοξενίας. Έτσι οι πληθυσμοί τους περιορίζονται, η παρουσία τους μειώνεται και μαζί τους φτωχαίνει και το αστικό περιβάλλον. Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Παρατηρείται σε πολλές πόλεις της χώρας, συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές αρχές της αστικής οικολογίας.

Κι όμως, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Σε μια αγροτική περιοχή του Ουαϊόμινγκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ξερό δέντρο δεν απομακρύνθηκε. Αντί να κοπεί, αξιοποιήθηκε. Πάνω στα κλαδιά του τοποθετήθηκαν μικρές ξύλινες φωλιές, μετατρέποντάς το σε έναν κατακόρυφο χώρο φιλοξενίας πουλιών — μια απλή αλλά ουσιαστική παρέμβαση.

Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά μόνο μια διαφορετική πρακτική διαχείρισης. Αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη: ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα άλλα είδη που συνυπάρχουν σε αυτόν. Η προστασία της αστικής βιοποικιλότητας δεν απαιτεί σύνθετες λύσεις. Απαιτεί, κυρίως, αλλαγή προσέγγισης. Πιο ήπιο κλάδεμα και από συνεργεία που διαθέτουν πείρα σε αυτό που κάνουν, σεβασμός και διατήρηση της φυσικής μορφής των δέντρων και φυσικά πρόβλεψη για τη φωλεοποίηση των πουλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η τοποθέτηση τεχνητών φωλιών θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Θέλουμε πόλεις αποστειρωμένες ή πόλεις ζωντανές; Γιατί ένα δέντρο δεν είναι απλώς μέρος της αστικής αισθητικής αλλά είναι φορέας ζωής για τα πουλιά και απόλαυσης για τους ανθρώπους. Και μια πόλη που δεν αφήνει χώρο για φωλιές, είναι μια πόλη που σταδιακά χάνει τη δική της.

Πηγή: Η σελίδα Wyoming through The Lens

ΑΘΗΝΑ, 15/04/2026


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ – ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ…

 

Ένα βιβλίο ανοίγει — και μαζί του ανοίγει ένας δρόμος που κανείς δεν ήθελε να δει.

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου 1939, στη Νέα Υόρκη, από τον εκδοτικό οίκο «The Viking Press» κυκλοφορεί το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής - The Grapes of Wrath», ένα μυθιστόρημα που δεν διαβάστηκε ποτέ ως απλή λογοτεχνία, αλλά ως κατηγορία για έναν κόσμο που πήρε στραβό δρόμο.

Η αντίδραση ήταν άμεση. Στην Καλιφόρνια, και ιδιαίτερα στην κομητεία Kern County, το βιβλίο απαγορεύτηκε από βιβλιοθήκες και σχολεία. Τοπικά συμβούλια το χαρακτήρισαν «ψευδές» και «προπαγανδιστικό». Αντίτυπα αποσύρθηκαν ενώ δεν έλειψαν και δημόσιες καύσεις. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης και τα οικονομικά συμφέροντακατήγγειλαν τον Στάινμπεκ ότι συκοφαντεί την Καλιφόρνια και υποκινεί κοινωνική αναταραχή επικαλούμενοι ανήθικη γλώσσα και τον κομμουνισμό!

Αλλά το πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Το βιβλίο δεν μιλούσε απλώς για τη δυστυχία που προκάλεσε σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού η «Μεγάλη Ύφεση». Δεν παρουσίαζε την εξαθλίωση ως φυσική καταστροφή, αποτέλεσμα μιας ξηρασίας ή μιας καταιγίδας. Την απέδιδε και την τοποθετούσε μέσα σε ένα σύστημα σχέσεων και στο κέντρο έβαζε κάτι σχεδόν ανώνυμο και πανίσχυρο: τις τράπεζες.

Όχι ως θεσμό με πρόσωπο, αλλά ως μηχανισμό χωρίς ευθύνη. Στο βιβλίο, οι άνθρωποι που εκτελούν τους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις δεν εμφανίζονται ως κακοί,  σχεδόν ζητούν συγγνώμη. «Δεν φταίμε εμείς», λένε. «Η τράπεζα το ζητά». Και η τράπεζα, με τη σειρά της, δεν είναι πια άνθρωποι, αλλά κάτι που «πρέπει να ζήσει», κάτι που «τρώει» τα πάντα για να επιβιώσει. Ένα τέρας χωρίς σώμα.

Έτσι, οι οικογένειες διώχνονται από τα σπίτια τους και ξεριζώνονται όχι από κάποιον εχθρό που μπορείς να δεις, αλλά από έναν μηχανισμό που δεν τον ακουμπά καμιά κατηγορία. Τα χωράφια αδειάζουν, τα σπίτια εγκαταλείπονται, και η μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων προς τη Δύση μοιάζει σχεδόν φυσική — ενώ δεν είναι.

Τζον Στάινμπεκ: Το βλέμμα κάποιου που είδε το όνομα πίσω από την ανάγκη  και το έγραψε.

Και αυτό ήταν ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο του βιβλίου. Ότι αφαιρούσε από την καταστροφή το άλλοθι της «αναγκαιότητας». Γιατί από τη στιγμή που η φτώχεια παύει να είναι μοίρα και γίνεται αποτέλεσμα, η αφήγηση αλλάζει δραματικά. Δεν ζητά συμπόνια, αλλά κρίση. Δεν ζητά λύπηση, αλλά κατανόηση των μηχανισμών που την παράγουν. Από εκεί και πέρα, η ανάγνωση δεν είναι αθώα πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της Οργής» συνεχίζει να επανεμφανίζεται στις ΗΠΑ μέχρι σήμερα σε λίστες απαγορεύσεων ή αμφισβήτησης. Όχι ως ένα παλιό σκάνδαλο που ξεχάστηκε, αλλά ως ένα βιβλίο που κάθε εποχή μοιάζει να χρειάζεται να ξαναλογοκρίνει — με διαφορετικά επιχειρήματα, αλλά με την ίδια αμηχανία απέναντι σε ό,τι αποκαλύπτει.

Κι έτσι, η ιστορία του δεν ανήκει μόνο στον τόπο που το γέννησε. Γιατί κάθε κοινωνία έχει γνωρίσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκείνες τις στιγμές όπου οι αποφάσεις παίρνονται «αλλού», όπου οι ευθύνες διαχέονται, όπου η ανάγκη παρουσιάζεται σαν νόμος της φύσης. Και τότε, τα κείμενα που τολμούν να δώσουν όνομα σε αυτή τη διαδικασία μοιάζουν υπερβολικά, άβολα ή επικίνδυνα.

Και η απαγόρευση δεν χρειάζεται πάντα φωτιά. Μερικές φορές αρκεί μια αφαίρεση από τη λίστα, η μετακίνηση στο περιθώριο ή απλώς η σιωπή.

Μια σκηνή από καμβά και σκόνη· ένα σπίτι που έμαθε να μετακινείται.

Και ίσως γι’ αυτό «Τα σταφύλια της Οργής» πάντα θα επιστρέφουν. Γιατί οι μορφές μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι μηχανισμοί επιμένουν να είναι οι ίδιοι. Σήμερα, οι τράπεζες δεν εμφανίζονται πια ως εκείνο το αόρατο «τέρας» του Στάινμπεκ, κι όμως η λειτουργία τους παραμένει αναγνωρίσιμη. Τα «κόκκινα» δάνεια, οι πλειστηριασμοί, τα σπίτια που περνούν από χέρια ανθρώπων σε ανώνυμα και απρόσιτα χαρτοφυλάκια, συνθέτουν μια σύγχρονη εκδοχή του ίδιου αφηγήματος. Οι αποφάσεις εξακολουθούν να παίρνονται αλλού· οι συνέπειες, όμως, παραμένουν οι ίδιες. Και όπως τότε, έτσι και τώρα, η ανάγκη παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ευθύνη. Ίσως γι’ αυτό κάποια βιβλία δεν παλιώνουν: γιατί δεν περιγράφουν μόνο μια εποχή αλλά αποκαλύπτουν έναν μηχανισμό.

ΑΘΗΝΑ, 14042026

ΟΤΙ ΔΕΝ ΦΩΝΑΖΕΙ ΔΥΝΑΤΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 


Η πόλη δεν είναι μόνο αυτό που καταλαβαίνουμε — είναι και αυτό που προσπερνάμε

 

Έχουμε συνηθίσει πια στη διαφήμιση – όπου κάθε επιφάνεια της πόλης που λογίζεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο προβολής πληρώνεται να φιλοξενήσει κάποια εικόνα αλλά και στην απόλυτη ασυδοσία των γκράφιτι και των λογής βαρβαρικών καλλιτεχνημάτων οπουδήποτε, από τους τοίχους κάθε κτιρίου μέχρι τα παγκάκια. Γενικά τα μάτια μας έχουν μπουκώσει από εικόνες που επιβάλλουν οι άλλοι να βλέπουμε.

Έχουμε συνηθίσει πια και τίποτα δεν προκαλεί την όρασή μας, ούτε και το ενδιαφέρον μας καθώς από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτό το υλικό που απλώνεται κάθε μέρα μπροστά μας έχει μεταφερθεί στο διαδίκτυο και δυστυχώς, μας «τρώει» πολύτιμο χρόνο.

Εντούτοις, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, συμπολίτες μας που συνεχίζουν να μοιράζονται τις αδύναμες φωνές τους και να επιζητούν να επικοινωνήσουν με άλλους, διακριτικά με μικρά γράμματα σε κάποιες γωνιές της πόλης, εκεί που πιστεύουν ότι θα βρεθεί κάποιος να τα διαβάσει και θα δώσει σημασία στο μήνυμά τους. Όπως δε φαίνεται στις φωτογραφίες, στη τζαμαρία από ένα κλειστό τζογαδόρικο, στον κατήφορο της Ομόνοιας προς το Μεταξουργείο, στην οδό Κοτοπούλη, όπου ο χώρος λόγω της ύπαρξης του Αστυνομικού Τμήματος εκεί δίπλα, υποτίθεται ότι προσφέρει κάποια ασφάλεια στους ανθρώπους που η πόλη απωθεί στα κρυφά της μέρη, ένας «τοίχος» μιλάει με αυτό τον τρόπο.


Εκεί που κόβει λίγο ο αέρας και είναι προστατευμένοι από τη βροχή, νιώθουν απάγκιο, κάνουν τις συναλλαγές τους και φυσικά την χρήση των ουσιών που βρίσκουν. Εκεί έχουν δημιουργήσει τον δικό τους χώρο και επόμενο είναι να αποτελεί και βάση για πληροφορίες που άλλοι μοιράζονται δια ζώσης κι άλλοι τις γράφουν στον τοίχο, με κωδικούς συνήθως ή σε μια γλώσσα που μόνο αυτοί χρησιμοποιούν. Το περίεργο πάλι είναι ότι ενώ φιλοξενεί μηνύματα, δεν αναγράφεται πουθενά κανένα τηλέφωνο για ευνόητους βέβαια λόγους αλλά αυτό φανερώνει και τους μυστικούς δεσμούς που ενώνουν αυτή την κοινότητα.



Πέρα όμως από τα χρηστικά, τοίχος φιλοξενεί κι άλλα μηνύματα και ανησυχίες. Έτσι διαβάζουμε ποιήματα, αφιερώσεις σε κάποια πρόσωπα, σημειώματα για αναζητήσεις προσώπων, άλλα τρυφερά κι άλλα θυμωμένα, όπως του έρθει του καθενός. Το γεγονός ότι κάτω από τα φρέσκα μηνύματα αχνοφαίνονται σε στρώσεις τα παλιότερα σβησμένα, ένα παλίμψηστο δηλαδή, σημαίνει πως αυτός ο «τοίχος» διαβάζεται από πολλά μάτια και πάνω σε αυτόν αναπτύσσεται ένας διάλογος που η αποκωδικοποίησή του πολλούς δυσκολεύει.

Αμφιβάλλω αν τα προσέχει κάποιος περαστικός, πόσο μάλλον οι αλλοδαποί που είναι η πλειονότητα σε αυτή την περιοχή, ούτε νομίζω ότι κανένας άλλος σκύβει να τα διαβάσει. Εξάλλου όλοι είναι βιαστικοί εκεί, θέλουν να απομακρυνθούν σύντομα κι έτσι δεν καταλαβαίνουν πως αυτά τα μηνύματα για κάποιους είναι μια επικοινωνία για μια κοινότητα που η πόλη δυσανασχετεί από την ύπαρξή της αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 

Κι όμως ο «τοίχος» διαβάζεται… Από άλλα μάτια, από εκείνους που έχουν λόγο να τον κοιτάξουν. Είναι μια μικρή επικοινωνία, σχεδόν υπόγεια από μια κοινότητα που δεν δηλώνεται και επιμένει να βρίσκει τρόπο να συνομιλεί, ακόμα όταν η πόλη την περιορίζει στον κατήφορο από την Ομόνοια προς τα κάτω… Ένας «τοίχος» που θυμίζει πως η πόλη δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που μιλάνε δυνατά.

ΑΘΗΝΑ, 13042026

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΓΕΙΤΟΝΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

 

Ένα κερί στον Άγιο Ιωάννη. Η μνήμη βρίσκει ακόμη τον δρόμο της.

Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, η φιγούρα της δεν θα κινούσε καμία προσοχή στην οδό Ευρυπίδου. Τότε, στην εμπορική αυτή γειτονιά της Αθήνας, κατοικούσαν ακόμη λίγοι ηλικιωμένοι άνθρωποι — από εκείνους που είχαν το προνόμιο να είναι γηγενείς Αθηναίοι, να έχουν γεννηθεί σε σπίτια που συγκαταλέγονταν στα πρώτα της πόλης.

Αυτοί ήταν και οι τελευταίοι που συγκροτούσαν τις τοπικές ενορίες των μικρών και μεγάλων εκκλησιών που είναι διάσπαρτες στο κέντρο — στο λεγόμενο εμπορικό. Ένας κόσμος που ζούσε ανάμεσα σε πάγκους, αποθήκες, μαγαζιά και προσκυνητάρια, και που ήξερε τους δρόμους με το μικρό τους όνομα.

Από τότε μέχρι σήμερα, τα καταστήματα άλλαξαν. Κάποια εξελίχθηκαν σε χώρους εστίασης, άλλα έγιναν ξενοδοχεία, ενώ ένα μεγάλο μέρος της περιοχής κάτω από την Αθηνάς έχει πάρει τη μορφή μιας πυκνής, πολύγλωσσης αγοράς, με ρυθμούς και εικόνες που θυμίζουν μεγάλες πόλεις έξω από την Ευρώπη. Οι ενορίες αποψιλώθηκαν. Έμειναν κυρίως ως μνήμη σε όσους μεγάλωσαν εκεί ή πέρασαν τα χρόνια τους εργαζόμενοι στο εμπόριο.

Μια τέτοια μνήμη οδήγησε, προχθές το μεσημέρι, μια ηλικιωμένη γυναίκα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα, στη μέση της Ευρυπίδου. Κρυμμένο πίσω από μια σιδερένια πόρτα, το μικρό αυτό εκκλησάκι είναι γνωστό σε όσους το έχουν ανακαλύψει για τον κορινθιακό κίονα που στηρίζεται στο ιερό βήμα και διαπερνά την ξύλινη στέγη.

Ο Άγιος Ιωάννης, ο «θερμαντής», στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναΐσκος, θεωρείται προστάτης της υγείας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταφεύγουν σε αυτόν με την ελπίδα μιας μικρής βοήθειας. Οι αρχαιολόγοι, από την πλευρά τους, βλέπουν στο εκκλησάκι μια συμπύκνωση της ίδιας της πόλης: από την αρχαιότητα στα πρώτα χριστιανικά και τα βυζαντινά χρόνια, κι από εκεί στην οθωμανική περίοδο και στη σύγχρονη εποχή.

Έξω, η πόλη αλλάζει πρόσωπο χωρίς να σταματά να κινείται...

Στην αυλή υπάρχει πάντα το προσκυνητάρι. Εκεί κατέφευγε ο κόσμος της γειτονιάς για να ανάψει ένα κερί στην αρχή της ημέρας ή στο διάλειμμα της δουλειάς. Έτσι διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ανοιχτός ο χώρος — μια μικρή ανάσα μέσα στον πυκνό ιστό της πόλης, ένα σημείο που εξακολουθούν να ανακαλύπτουν όσοι περπατούν την Αθήνα με προσοχή.

Στον Άγιο Ιωάννη βάδισε και η ηλικιωμένη. Προσκύνησε την εικόνα, άναψε το κερί της και μπήκε μέσα με την άνεση κάποιου που επιστρέφει σε γνώριμο τόπο. Όταν τελείωσε, βγήκε ξανά στην Ευρυπίδου. Στάθηκε για λίγο και κοίταξε τον δρόμο. Οι επιγραφές, η κίνηση, οι φωνές — τίποτα δεν της θύμιζε πια το παλιό τοπίο.

Άρχισε να περπατά αργά, από τη Γερανίου προς τη Σοφοκλέους, ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων που κινούνταν με άλλους ρυθμούς. Κοντοστάθηκε σε δύο-τρεις πόρτες, πλησίασε ένα κατάστημα με είδη νοικοκυριού, μπήκε μέσα. Ρώτησε κάτι στα ελληνικά. Της απάντησαν σε μια γλώσσα μισή-μισή, ότι δεν μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν. Βγήκε έξω χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της.

Συνέχισε λίγο πιο πάνω. Δοκίμασε σε ένα ακόμη κατάστημα. Πάλι η ίδια απάντηση. Προχώρησε αργά, μέχρι που βρήκε ένα μαγαζί με ελληνικές πινακίδες. Μπήκε. Αυτή τη φορά κάποιος κατάλαβε τι ζητούσε. Χάθηκε για λίγο στο εσωτερικό, βρήκε το αντικείμενο, το έβαλε σε μια σακούλα και της το έδωσε.

Ανάμεσα σε παλιά και νέα μαγαζιά, η ζωή συνεχίζεται σε άλλες γλώσσες.

Πλήρωσε, βγήκε στη Σοφοκλέους και στάθηκε να πάρει ταξί. Όταν ένα σταμάτησε, δύο νεαροί Πακιστανοί την βοήθησαν να μπει. Τους ευχαρίστησε και κάθισε.

Είχε κατέβει στην Αθήνα για μια υπόθεση στο Κτηματολόγιο. Μαζί με αυτήν, είχε φέρει και κάτι άλλο: μια διαδρομή χρόνων. Πήγε να ανάψει ένα κερί στον Αϊ-Γιάννη τον «θερμαντή». Εκεί, δίπλα του, είχε ζήσει και εργαστεί για πάνω από πενήντα χρόνια.

Της είχε σταθεί σαν καλός γείτονας.

ΑΘΗΝΑ, 20042019

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ: ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 


Η απομάκρυνση του υφυπουργού ψυχικής υγείας επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των προτεραιοτήτων στην άσκηση πολιτικής — σε έναν τομέα που παραμένει υποστελεχωμένος και κοινωνικά «αόρατος».

Η απομάκρυνση του αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας υφυπουργού Δημήτρης Βαρζόπουλος, στο πλαίσιο του πρόσφατου ανασχηματισμού, φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει το ίδιο το πρόσωπο. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, το όνομά του φέρεται να περιλαμβάνεται σε υπόθεση που εξετάζει η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέτσι σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι υπήρξαν επαφές με τον οργανισμό, με στόχο τη διευκόλυνση αιτημάτων αγροτών της εκλογικής του περιφέρειας (Β΄Θεσσαλονίκης). Η πρακτική της διαμεσολάβησης πολιτικών για ζητήματα πολιτών δεν είναι άγνωστη στην ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει αφορά την ιεράρχηση των ευθυνών.

Ένας υφυπουργός ψυχικής υγείας καλείται να διαχειριστεί ένα πεδίο που εδώ και χρόνια χαρακτηρίζεται από ελλείψεις, θεσμικές καθυστερήσεις και αυξημένες κοινωνικές ανάγκες. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση μετάβασης από το μοντέλο των μεγάλων ιδρυμάτων σε κοινοτικές δομές, χωρίς όμως η μετάβαση αυτή να έχει ολοκληρωθεί επαρκώς.

Τα μεγάλα δημόσια ψυχιατρικά ιδρύματα, όπως το Δαφνί και το Δρομοκαΐτειο, λειτουργούν διαχρονικά υπό πίεση, με περιορισμένους πόρους και ελλείψεις προσωπικού, ενώ οι ανάγκες αυξάνονται. Παράλληλα, οι οικογένειες και οι φροντιστές καλούνται συχνά να καλύψουν κρίσιμα κενά του συστήματος, σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση σε υπηρεσίες παραμένει άνιση.

Η συζήτηση, επομένως, δεν περιορίζεται στο αν υπήρξαν παρεμβάσεις για αγροτικά ζητήματα, αλλά στο κατά πόσο το βάρος της πολιτικής προσοχής κατευθύνεται εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.

Η ψυχική υγεία εξακολουθεί να είναι ένας τομέας με χαμηλή ορατότητα στον δημόσιο διάλογο. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στον πυρήνα αυτών των προβλημάτων — ασθενείς, οικογένειες, φροντιστές, γιατροί — σπάνια διαθέτουν τα μέσα πίεσης που έχουν άλλες κοινωνικές ομάδες. Για πολλές οικογένειες —ανάμεσά τους και η δική μου— αυτό δεν αποτελεί μια αφηρημένη συζήτηση, αλλά καθημερινή εμπειρία.

Η υπόθεση αυτή, ανεξάρτητα από την τελική της έκβαση, αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα στις θεσμικές αρμοδιότητες και στις πραγματικές προτεραιότητες της πολιτικής δράσης.

Και θέτει ένα ερώτημα που αφορά συνολικά τη δημόσια διοίκηση:
πώς ορίζεται στην πράξη η ευθύνη, όταν οι πιο ευάλωτοι δεν έχουν φωνή;

ΑΘΗΝΑ, 03042026


Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΈΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΔΕΝΤΡΟΤΣΟΠΑΝΑΚΩΝ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΝ ΣΠΟΡΟ


Η προσέγγιση — το ένα φέρνει τον σπόρο, το άλλο περιμένει. 


Τα περισσότερα που φτάνουν στ’ αυτιά μας και βλέπουν τα μάτια μας κάθε πρωί κουβαλούν έναν πόνο, έναν φόβο, μια ματαιότητα. Είναι σχεδόν επίτευγμα των διαχειριστών της πληροφορίας — των ειδήσεων — να στρώνουν την αρχή της ημέρας με απαισιοδοξία. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν μικρά παραθυράκια. Από εκεί περνούν εικόνες απλές, σχεδόν αρχετυπικές, που μπορούν να αλλάξουν το κλίμα.

Μια τέτοια εικόνα είναι κι αυτή: δύο μικρά πουλιά πάνω σε έναν κλαδί να μοιράζονται ένα σπόρο. Ο σπόρος δεν είναι απλώς τροφή. Είναι μια χειρονομία. Ίσως και κάτι περισσότερο: μια μικρή τελετουργία. Το ένα πλησιάζει με προσοχή, το άλλο περιμένει· τα σώματα ευθυγραμμίζονται, τα ράμφη σχεδόν αγγίζονται, και για μια στιγμή ο κόσμος περιορίζεται σε αυτή τη λεπτή ανταλλαγή. Είναι μια πράξη που έχει μέσα της ρυθμό, επανάληψη, πρόθεση — όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν μια τελετουργία.

Η αναμονή — τα σώματα ευθυγραμμίζονται, η απόσταση μικραίνει.

Και μαζί, διακριτικά αλλά καθαρά, διαπερνά τη σκηνή ένας υπόγειος ερωτισμός. Όχι ως προβολή ανθρώπινων συναισθημάτων, αλλά ως βιολογική ένταση: η εγγύτητα των σωμάτων, η προσφορά της τροφής από το ένα στο άλλο, η αποδοχή της. Μια στιγμή εμπιστοσύνης που είναι ταυτόχρονα και μια στιγμή έλξης. Στη φύση, η αναπαραγωγή δεν αρχίζει με τη σύζευξη· αρχίζει με τέτοιες μικρές, σχεδόν αδιόρατες κινήσεις.
Ο δεντροτσοπανάκος (Sitta europaea) είναι ένα μικρό δασόβιο πουλί, γνωστό για την ικανότητά του να κινείται πάνω στους κορμούς των δέντρων ακόμη και ανάποδα — μια ιδιότυπη ακροβασία που τον κάνει να ξεχωρίζει. Με τη γαλαζωπή ράχη, την ανοιχτόχρωμη κοιλιά και τη μαύρη λωρίδα στο μάτι, είναι γνώριμος κάτοικος των ελληνικών δασών. Τρέφεται με έντομα και σπόρους, συχνά αποθηκεύει τροφή σε σχισμές του φλοιού, αλλά στις σχέσεις του αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη ποιότητα: το μοίρασμα της τροφής λειτουργεί ως δεσμός, ως επιβεβαίωση, ως υπόσχεση συνέχειας.
Κοιτάζοντας αυτή τη μικρή σκηνή, ίσως θυμόμαστε κάτι που εύκολα ξεχνάμε: ότι η προσφορά δεν είναι περίσσευμα, αλλά τρόπος ύπαρξης. Και ότι ακόμη και στον πιο μικρό σπόρο μπορεί να εγγραφεί μια ολόκληρη σχέση — με τον ρυθμό της, την τελετουργία της και τη σιωπηλή της ένταση.

Η ανταλλαγή — μια στιγμή επαφής, μια μικρή τελετουργία προσφοράς.


Και ένα ευχαριστώ στον Δημήτρη Καλιακούδα, που με τη ματιά και τη γενναιοδωρία του μοιράζεται μαζί μας τέτοιες στιγμές — μικρά, φωτεινά παραθυράκια και αλλάζει τη διάθεσή μας για ολόκληρη την ημέρα. Με τον τρόπο του μας κάνει να τον ακολουθήσουμε μια μέρα στις εξοχές των μικρών μας πατρίδων ή στα παρκάκια των πόλεων όπου ζούμε να ανακαλύψουμε κι εμείς σκηνές που να μας φωτίζουν την ημέρα.

ΑΘΗΝΑ, 28032026

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο ΘΟΡΩ, Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΟΗΕ

 

Σκλαβοπάζαρο στη Νέα Ορλεάνη (19ος αιώνας) — η στιγμή όπου ο άνθρωπος γίνεται εμπόρευμα.


Ένα υποθετικό σημείωμα στο πνεύμα του Henry David Thoreau, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΟΗΕ για το δουλεμπόριο.

«… Αν η ανθρωπότητα χρειάστηκε αιώνες για να ονομάσει το έγκλημα, δεν είναι επειδή δεν το γνώριζε, αλλά επειδή ζούσε από αυτό.

Διαβάζω ότι οι άνθρωποι των εθνών συγκεντρώθηκαν και συμφώνησαν πως η δουλεία υπήρξε το βαρύτερο έγκλημα. Και όμως, εκείνοι που την κατήγγειλαν σήμερα, χθες την ανέχονταν· και πολλοί από εκείνους που ωφελήθηκαν περισσότερο, προτίμησαν τη σιωπή από τη λέξη. Δεν είναι η αλήθεια που καθυστέρησε, αλλά η βούληση να ειπωθεί.

Ένας νόμος που έρχεται εκ των υστέρων δεν απελευθερώνει τους νεκρούς. Μπορεί, ωστόσο, να δεσμεύσει τους ζωντανούς — αν το θελήσουν. Διότι το ερώτημα δεν είναι αν η δουλεία υπήρξε έγκλημα. Αυτό το γνώριζε ήδη ο άνθρωπος που έσπαγε την πέτρα δεμένος, το παιδί που πουλήθηκε μακριά από τη μητέρα του, ο ναύτης που άκουγε τις αλυσίδες στο αμπάρι. Το ερώτημα είναι αν εκείνοι που ζουν τώρα θα επιτρέψουν σε αυτό το έγκλημα να συνεχίσει να παράγει καρπούς.

Λένε πως δεν πρέπει να συγκρίνουμε τα εγκλήματα μεταξύ τους. Ίσως. Αλλά ο άνθρωπος που αρνείται να ονομάσει το μέγεθος μιας αδικίας, το κάνει όχι από ταπεινότητα, αλλά από φόβο. Διότι κάθε ακριβής λέξη ζητά και μια πράξη αντάξιά της.

Η κοινωνία μας είναι γεμάτη από νόμους που μοιάζουν δίκαιοι, αλλά δεν αγγίζουν τη ρίζα της αδικίας. Ο πραγματικός νόμος, εκείνος που αξίζει να υπακούει κανείς, δεν είναι γραμμένος στα χαρτιά των συνελεύσεων, αλλά στη συνείδηση. Αν αυτή παραμένει αδρανής, καμία απόφαση δεν αρκεί.

Αντί να αναρωτιόμαστε τι οφείλεται στους απογόνους των σκλάβων, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε τι χρωστά η ζωή μας στο παρελθόν τους. Διότι κάθε άνεση που δεν ελέγχθηκε, κάθε πλούτος που δεν εξετάστηκε, μπορεί να φέρει μέσα του κάτι από εκείνη την αδικία.

Δεν είναι αρκετό να δηλώνει κανείς ότι η δουλεία ανήκει στο παρελθόν. Πρέπει να εξετάσει αν ζει ακόμη με τρόπους που την καθιστούν παρούσα.

Και αν πράγματι θέλουμε να τιμήσουμε εκείνους που υπέφεραν, δεν αρκεί να τους θυμόμαστε. Πρέπει να αρνηθούμε, εδώ και τώρα, κάθε μορφή ζωής που βασίζεται στην υποδούλωση του άλλου — ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται με πιο ήπιο όνομα».

- Το σημείωμα αυτό δεν επιχειρεί να μιμηθεί τον Henry David Thoreau, αλλά να θυμίσει ότι ορισμένες αλήθειες είχαν ήδη διατυπωθεί πολύ πριν αναγνωριστούν θεσμικά. Η απόφαση του ΟΗΕ δίνει όνομα σε ένα έγκλημα· η σκέψη του Θορώ μάς καλεί να αναρωτηθούμε τι σημαίνει αυτή η αναγνώριση για τον τρόπο που ζούμε σήμερα. Αν η μνήμη δεν συνοδεύεται από αυτοκριτική και πράξη, τότε κινδυνεύει να παραμείνει μια ακόμη καθυστερημένη δικαίωση χωρίς συνέχεια.

ΑΘΗΝΑ, 27032026

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΩΣ ΚΟΙΝΟ: ΑΓΡΙΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Λίμνη Walden. Ακίνητο νερό, αλλά όχι σιωπηλό: ένας τόπος όπου ο Θορώ 
αναγνώρισε ότι η σχέση με τη φύση θεμελιώνει δικαίωμα — όχι η ιδιοκτησία.

"Χωρίς να είμαι ιδιοκτήτης καμιάς γης, διαπιστώνω ότι έχω ένα πολιτικό δικαίωμα πάνω στο ποτάμι· ότι, αν δεν είμαι γαιοκτήμονας, είμαι υδάτινος ιδιοκτήτης. Είναι, λοιπόν, εύλογο να έχω μια βάρκα, ένα κάρο, για αυτό το αγρόκτημά μου.

Αφού έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εγκαταλειφθεί σε λίγους από εμάς, ενώ οι άλλοι δρόμοι είναι πολύβουοι, δεν είναι περίεργο που το βελτιώνω.
Ένας σαν κι εμένα θα προτιμήσει να ζει σε έναν δήμο όπου υπάρχουν οι περισσότερες λίμνες και ποτάμια και όπου η εμβέλειά μας είναι η πιο πλατιά.
Σε σχέση με το ποτάμι, διαπιστώνω ότι τα φυσικά μου δικαιώματα υφίστανται τη λιγότερη καταπάτηση. Είναι ακόμη ένα εκτεταμένο “κοινό”, από αυτά που απομένουν. Ορισμένες άγριες ελευθερίες εξακολουθούν να επικρατούν ακόμη και στις παλαιότερες και πιο πολιτισμένες χώρες.
Με ευχαριστεί να διαπιστώνω ότι, στην εποχή του Gilbert White τουλάχιστον, οι εργάτες εκείνου του μέρους της Αγγλίας απολάμβαναν ορισμένα κοινά δικαιώματα στα βασιλικά δάση — έτσι τα αποκαλούσαν, αν και δεν ήταν μεγάλα δάση — όπου έκοβαν τύρφη και άλλα καύσιμα, κτλ., και έπαιρναν υλικά για σκούπες, όταν δεν υπήρχε άλλη εργασία.
Ημερολόγια Θορώ, 23 Μαρτίου 1853

Υπάρχουν στιγμές που ο Θορώ δεν μοιάζει απλώς επίκαιρος — μοιάζει σαν να γράφει εκ των προτέρων για τόπους συγκεκριμένους, σχεδόν αναγνωρίσιμους. Αν διαβάσει κανείς σήμερα εκείνη τη φράση του, ότι έχει «ένα πολιτικό δικαίωμα στο ποτάμι», δύσκολα δεν θα σκεφτεί νερά όπως του Κρικελοπόταμου. Νερά που δεν τα κατέχει κανείς, κι όμως ανήκουν βαθιά σε όσους τα έχουν ζήσει.

Πανταβρέχει — Κρικελοπόταμος: Σώματα μέσα στο νερό και το ποτάμι γύρω τους: ένα «κοινό» χωρίς σύνορα, όπου η παρουσία δεν χρειάζεται άδεια και η ελευθερία παραμένει ακόμη άγρια.


Στο Πανταβρέχει, το ποτάμι δεν είναι έννοια — είναι εμπειρία. Σώματα μέσα στο νερό, πέτρες λείες από τη ροή, σκιές από πλατάνια και βράχια που στάζουν. Εκεί καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει αυτό που ο Θορώ ονομάζει «common»: όχι κάτι αφηρημένο, αλλά έναν τόπο όπου η παρουσία δεν χρειάζεται άδεια. Μπαίνεις στο νερό όπως μπαίνεις σε κάτι που ήδη σε περιλαμβάνει.
Και λίγο πιο κάτω, στη γέφυρα του Βράχα, το ποτάμι παίρνει μια άλλη μορφή σχέσης. Όχι πια μόνο ελευθερία, αλλά και σύνδεση. Ένα έργο ανθρώπινο, που δεν κατακτά το ποτάμι αλλά το διασχίζει, που δεν το περιορίζει αλλά το αναγνωρίζει ως όριο και ταυτόχρονα ως πέρασμα. Η γέφυρα δεν αναιρεί το «common»· το επιβεβαιώνει. Είναι μια πράξη κοινότητας, όχι ιδιοποίησης.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες —το παιδί μέσα στο νερό και τη γέφυρα που ενώνει χωριά— χωράει ολόκληρη η έννοια των «άγριων ελευθεριών». Ελευθεριών που δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί σε κανονισμούς, που δεν έχουν πλήρως μεταφραστεί σε δικαιώματα χρήσης. Ελευθεριών που υπάρχουν επειδή το ποτάμι παραμένει ποτάμι.

Κι όμως, αυτή η συνθήκη δεν είναι δεδομένη. Η ιδέα ότι ο Κρικελοπόταμος μπορεί να «έρθει» στην Αθήνα —να ενταχθεί δηλαδή σε ένα σύστημα υδροδότησης, να μετατραπεί σε μετρήσιμη ροή— σηματοδοτεί μια ριζική μεταβολή. Το ποτάμι παύει να είναι τόπος και γίνεται υποδομή. Η ελευθερία που προσφέρει δεν καταργείται αμέσως, αλλά αποσύρεται σιωπηλά, καθώς η χρήση του αποκτά προτεραιότητα έναντι της εμπειρίας του.
Εδώ ο Θορώ γίνεται ξανά επίκαιρος, σχεδόν αιχμηρός. Γιατί όταν λέει ότι στο ποτάμι «τα φυσικά μου δικαιώματα υφίστανται τη λιγότερη καταπάτηση», δεν περιγράφει μια ουτοπία — περιγράφει μια ισορροπία. Μια ισορροπία που χάνεται τη στιγμή που το ποτάμι εντάσσεται πλήρως σε ένα καθεστώς αξιοποίησης.

Και τότε, οι «άγριες ελευθερίες» δεν εξαφανίζονται θεαματικά.
Μικραίνουν.
Γίνονται:
• ένα πέρασμα που επιτρέπεται μόνο μέχρι ένα σημείο,
• μια κοίτη που ρέει αλλού από εκεί που τη θυμόμαστε,
• ένα νερό που ανήκει περισσότερο σε ένα σχέδιο παρά σε έναν τόπο.

Αυτό που διακυβεύεται, λοιπόν, δεν είναι μόνο η μορφή ενός ποταμού της Ευρυτανίας. Είναι η ίδια η έννοια του κοινού. Το αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν τόποι όπου η σχέση προηγείται της ιδιοκτησίας, όπου η παρουσία δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, όπου η ελευθερία παραμένει —έστω και λίγο— άγρια.
Και ίσως, μπροστά σε ένα τέτοιο ποτάμι, να καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τι εννοούσε ο Θορώ όταν έγραφε ότι «ο σωστός δρόμος θα ήταν να μη νομοθετείται καθόλου». Όχι γιατί δεν χρειάζονται κανόνες, αλλά γιατί υπάρχουν πράγματα που, αν τα ρυθμίσεις πλήρως, παύουν να είναι αυτό που ήταν.

Γέφυρα Βράχα — Κρικελοπόταμος: Ένα πέρασμα που ενώνει χωρίς να κατακτά: ανθρώπινο έργο που αναγνωρίζει το ποτάμι ως κοινό τόπο και όχι ως πόρο προς εκμετάλλευση.


Το ποτάμι, όσο παραμένει κοινό, παραμένει και ένας τόπος ελευθερίας. Κι αυτή η ελευθερία δεν μετριέται σε κυβικά μέτρα.

Πηγή: The Thoreu Society και φωτογραφίες "Μικρές Πατρίδες"

24032026 ΑΘΗΝΑ

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

H. D. THOREAU: ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΓΑΖΕΙΣ ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΟΥ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ

 Όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να συντηρούν τον εαυτό τους, να πληρώνουν το κόστος τους. Η μεγάλη τέχνη της ζωής είναι να μετατρέπεις το πλεόνασμα ζωής της ψυχής σε ζωή για το σώμα — ώστε η ζωή να μην αποδειχθεί αποτυχία. Για παράδειγμα, ένας ποιητής πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Όπως λέγεται για τους εμπόρους, σε ενενήντα εννέα περιπτώσεις στις εκατό η ζωή των ανθρώπων είναι αποτυχία και η χρεοκοπία μπορεί σχεδόν να προβλεφθεί.

Πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου αγαπώντας.
                    

Μάζεμα ελιάς στην Ιταλία (1952) – Πηγή: Διαδίκτυο

Στα ημερολόγιά του ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γράφει συχνά σαν να κρατά σημειώσεις για μια άλλη οικονομία, διαφορετική από εκείνη των εμπόρων και των τραπεζών. Δεν τον απασχολεί μόνο πώς κερδίζει κανείς τα προς το ζην, αλλά πώς μπορεί να ζήσει χωρίς να χάσει το νόημα της ζωής του.
Γι’ αυτό και η σκέψη του ξεκινά από μια φαινομενικά πρακτική αρχή: κάθε επιχείρηση πρέπει να συντηρεί τον εαυτό της. Όμως πολύ γρήγορα μετατρέπει αυτή την αρχή σε κανόνα ζωής. Ο άνθρωπος, γράφει, πρέπει να καταφέρει κάτι πολύ πιο δύσκολο: να μετατρέψει το πλεόνασμα της ψυχής του σε τροφή για το σώμα του.
Η φράση είναι χαρακτηριστική. Ο Θορώ υποθέτει ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα περίσσευμα ζωής — μια δύναμη που εκδηλώνεται ως περιέργεια, δημιουργία, στοχασμός ή αγάπη για τη φύση. Αυτό το «πλεόνασμα» είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει κανείς. Αν όμως δεν βρει τρόπο να το ενσωματώσει στη ζωή του, τότε η ζωή του καταλήγει σε μια μορφή σιωπηρής πτώχευσης.
Γι’ αυτό χρησιμοποιεί και τη μεταφορά της χρεοκοπίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, γράφει με μια δόση αυστηρότητας, ζουν σαν έμποροι που στο τέλος θα βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο. Όχι επειδή δεν εργάστηκαν, αλλά επειδή εργάστηκαν χωρίς να αγαπούν αυτό που κάνουν.
Το παράδειγμα που δίνει είναι ο ποιητής. Ένας ποιητής, λέει, πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Δεν εννοεί απλώς ότι πρέπει να ζει από τη συγγραφή. Εννοεί ότι η δημιουργία δεν μπορεί να είναι ένα μικρό καταφύγιο έξω από τη ζωή· πρέπει να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Υπάρχει βέβαια ένα μικρό παράδοξο. Ο ίδιος ο Θορώ δεν έζησε από τα βιβλία του. Για πολλά χρόνια κέρδιζε τα προς το ζην με περιστασιακές εργασίες — μετρήσεις γης, διδασκαλία, ακόμη και τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία μολυβιών στο Κόνκορντ. Όμως αυτό δεν αναιρεί το ιδεώδες που διατύπωνε. Για τον Θορώ, το ζήτημα δεν ήταν μόνο οικονομικό· ήταν υπαρξιακό.
Η πραγματική αυτάρκεια, πίστευε, δεν βρίσκεται στην κατοχή πραγμάτων αλλά στη συμφωνία ανάμεσα στη ζωή και στην αγάπη που τη στηρίζει.
Κι όμως, αυτή η σκέψη του Θορώ δεν είναι ξένη προς τη δική μας εμπειρία. Στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου υπήρξαν πάντα άνθρωποι που ζούσαν με έναν παρόμοιο τρόπο, χωρίς να το διατυπώνουν σε φιλοσοφικές φράσεις. Δεν πλούτισαν από αυτό που έκαναν· όμως το έργο τους δεν ήταν ξένο προς τη ζωή τους.
Ίσως γι’ αυτό η φράση του Θορώ ακούγεται ακόμη τόσο οικεία: γιατί περιγράφει μια παλιά σοφία που συναντά κανείς σε κάθε τόπο όπου η εργασία δεν είναι μόνο βιοπορισμός αλλά και τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.
Και τότε το ψωμί που κερδίζεις δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας δουλειάς. Είναι το ίχνος μιας αγάπης που βρήκε τρόπο να γίνει ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 14032026

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ


Μια γελοιογραφία για τη μνήμη της ρητορικής και την ευθύνη μιας απόφασης

Οι φωτογραφίες με τον τρόπο που κυκλοφορούν πλέον στις οθόνες μας με κουράζουν. Πληθαίνουν τόσο γρήγορα και βεβαίως πάντα αμφιβάλλω για τις πηγές τους και για το βάρος της αλήθειας που κουβαλούν. Έτσι προτιμώ τα σκίτσα: έχουν υπογραφή, έχουν πρόθεση — και πάνω τους μένει ακόμη λίγο από το χνώτο του δημιουργού τους.
Έτσι, χάρη σε αυτή την επιλογή, ο Γούλης (ό δικός μου αλγόριθμος) μου έφερε πριν από λίγο στην οθόνη μια πολιτική γελοιογραφία του Αμερικανού σκιτσογράφου Tim Hartman και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Pittsburgh Post-Gazette. Με λίγα καρέ, ο Hartman συμπυκνώνει δεκαετίες αμερικανικής ρητορικής για το Ιράν.
Στη γελοιογραφία εμφανίζονται διαδοχικά Αμερικανοί πρόεδροι να επαναλαμβάνουν τους γνώριμους λόγους για τους οποίους η Ουάσιγκτον θεωρεί το Ιράν απειλή:
— Ρόναλντ Ρήγκαν: «Το Ιράν είναι κακό…»
— Τζορτζ Μπους (πατέρας): «…είναι ένα τεράστιο πρόβλημα…»
— Μπιλ Κλίντον: «…χρηματοδοτεί την τρομοκρατία…»
— Τζορτζ Μπους (υιός): «…και σκοτώνει Αμερικανούς…»
— Μπαράκ Ομπάμα: «…και δημιουργεί πυρηνικά όπλα…»
— Τζο Μπάιντεν: «Πρέπει να τους σταματήσουμε με κάθε τρόπο!»
Στο τελευταίο καρέ εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Ακούει τη συσσωρευμένη αυτή επιχειρηματολογία δεκαετιών και απαντά απλώς:
— «Εντάξει».
Η δύναμη αυτής της γελοιογραφίας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μονολεκτική κατάληξη που οδήγησε σε έναν πόλεμο με άγνωστη εξέλιξη. Με μια μόνο λέξη, ο Hartman σατιρίζει την απόσταση ανάμεσα στη βαριά, συσσωρευμένη γεωπολιτική ρητορική τόσων χρόνων και στην απλοποιημένη πολιτική απόφαση που συχνά ακολουθεί και θα μου αρέσει να τον παρακολουθώ να συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο να σχολιάζει τις εξελίξεις…
Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην Pittsburgh Post-Gazette, μία από τις παλαιότερες εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ιδρύθηκε το 1786 στο Πίτσμπεργκ της Πενσιλβάνια και διατηρεί μακρά παράδοση στην πολιτική αρθρογραφία και στη δημοσίευση γελοιογραφιών που σχολιάζουν την αμερικανική δημόσια ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 13032026

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΥΣ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

 



Δεν θα ήταν πάνω από 20 λεπτά που έλειψα το απόγευμα από το σπίτι και με πήρε η Άρτεμη να μου πει πως μπαίνοντας είδε να είχαν σπάσει την κλειδαριά της πόρτας και «κάποιοι» ήταν μέσα και ανακάτευαν τα πράγματά μας…

Οι «κάποιοι» όπως πρόλαβε να τους δει η Άρτεμη (ένας ψηλός γεροδεμένος και ένας κοντός) μόλις την κατάλαβαν όρμησαν και βγήκαν από το σπίτι χωρίς ευτυχώς να την χτυπήσουν, αφήνοντας το έργο τους στη μέση. Απ’ ότι διαπίστωσα στην πρώτη εκτίμηση, ένας είχε μπει στην κρεβατοκάμαρα και έψαχνε τα συρτάρια στις ντουλάπες και τη σιφορνιέρα και ο άλλος είχε ξεκινήσει από κάτι κουτιά με διάφορα πράγματα κάτω από τον καναπέ. Στη βιβλιοθήκη δεν πρόλαβαν να βάλουν χέρι και έτσι δεν θα επικαλεστώ την πλήρη καταστροφή. Τώρα κάθομαι και κοιτάζω τον σωρό που μετέτρεψαν τα αρχεία μου ψάχνοντας στα κουτιά για κάτι πολύτιμο και οπλίζομαι με κουράγιο να κάνω ένα συμμάζεμα. Όταν το ολοκληρώσω θα δω και τι πρόλαβαν να βάλουν στην τσέπη…

ΥΓ. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν τους εύρισκα εγώ μπροστά μου. Θα τους σακάτευα και θα είχα το δίκιο μου...

2022026 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΣΕΙΡΑ ΜΑΣ

 

1958, πανηγύρι στο Παλαιοχώρι. Η θεία Ελένη δεξιά κρατά στην αγκαλιά της ένα μωρό και πίσω της, με υψωμένο το ποτήρι, ο άντρας της Νίκος. Δίπλα της ο πατέρας μου Γιώργος και η μάνα μου Αγγελική (Κούλα) νιόπαντροι, καθώς και η άλλη αδερφή της, η Μαρία, ενώ στο κεφάλι της μοιάζει να ακουμπά το χέρι του ο αδερφός τους Κώστας. Θα ήθελα να ήξερα ποιοι είναι και οι υπόλοιποι, αλλά δεν υπάρχει κανένας να μου τους ονοματίσει.

Με τον αποχαιρετισμό χθες στο κοιμητήριο κάτω από το παλιό μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού* της θείας μου Ελένης (Αλεξίου) Παπαπαναγιώτου, κλείνει ο κύκλος των ανιόντων της οικογένειας και πλέον έρχεται σιγά-σιγά η σειρά μας…

Η θεία Ελένη (1928–2026) ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της μάνας μου και η μόνη που έμεινε στο πατρικό χωριό, το Παλαιοχώρι. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί έζησε μαζί με τον άντρα της, τον Νίκο, ο οποίος έφυγε το 2011, και δίπλα του τη βάλαμε να αναπαυτεί. Ως μεγαλύτερη κόρη του Ηλία και της Αριστούλας Αλεξίου, φρόντισε υποδειγματικά τα αδέρφια της, τον Κώστα, την Αγγελική και τη Μαρία, όταν πέθανε, μέσα στην Κατοχή, η μάνα τους — πράγμα που θεμελίωσε μια ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό στο πρόσωπό της απ’ όλους. Δεν ήταν όμως τυχερή· δεν απόκτησε δικά της παιδιά και αυτό ήταν ένα ζήτημα που την μελαγχολούσε.

Η ζωή της θείας Ελένης κύλησε όπως των περισσότερων γυναικών της γενιάς της στο χωριό και το επίκεντρό της ήταν η προκοπή, η αξιοπρέπεια και η συμμετροχή μέσα στην κοινότητα. Δούλεψε στα χωράφια και στα ζωντανά της, αλλά έβαλε και πλάτη στον νερόμυλο με τον μπάρμπα Νίκο και άλεθαν τα γεννήματα της περιοχής. Από το γάλα των αγελάδων που συντηρούσε έφτιαχνε, θυμάμαι, το πιο αφράτο βούτυρο και φυσικά το πιο νόστιμο ψωμί στη γάστρα.

Η θεία Ελένη με τον άντρα της Νίκο, Φεβρουάριος 2007, στο Παλαιοχώρι.



Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζούσε μόνη στο Παλαιοχώρι. Τα κατάφερνε όπως μπορούσε να εξυπηρετείται και δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για το Γηροκομείο της Σπερχειάδας. Την πρόσεχαν οι γείτονες, καθώς και οι γυναίκες από τη «Βοήθεια στο Σπίτι» του Δήμου Μακρακώμης, κι έτσι έπαιρνε θάρρος. Φέτος μάλιστα είχε παραγγείλει περισσότερα ξύλα για να βγάλει τον χειμώνα, αλλά δεν πρόλαβε να τα κάψει. Αρρώστησε, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λαμίας, από εκεί στο Γηροκομείο και πάλι στο Νοσοκομείο, όπου και έσβησε προχθές.

Στον τελευταίο αποχαιρετισμό της σήμερα γέμισε κόσμο το άδειο χωριό. Στο Παλαιοχώρι των επτά μόνιμων κατοίκων βρεθήκαμε πάνω από εξήντα άτομα και τη συνοδεύσαμε στην τελευταία κατοικία της. Υπήρξαν βέβαια και κάποιες απουσίες· γι’ αυτό μήνυσαν πως θα της έχουν ωραίο τάφο ως το μνημόσυνο, αλλά είμαι βέβαιος πως δεν θα της άρεσε. Αλλιώς πίστευε πως ήταν οι σχέσεις των συγγενών, και η σιωπή της δυστυχώς την επιβεβαίωνε.

* Είδα την πινακίδα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία να τον αναφέρει μνημείο της Σπερχειάδας και υπενθυμίζω ότι δεν είναι έτσι, γιατί το Παλαιοχώρι και ο τόπος του ανήκουν ιστορικά στον παλιό Δήμο Τυμφρηστίων

ΑΘΗΝΑ, 08022026