Google+ Badge

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

Η ΙΝΔΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΣ ΚΑΜΠΟΣ


Aκούω στις ειδήσεις πως ο πρωθυπουργός μας βρίσκεται αυτές τις ημέρες στην Ινδία για συνομιλίες με τους εκεί κυβερνώντες για διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων είναι και η περίφημη «πράσινη ανάπτυξη»…

Αυτό με εντυπωσίασε πολύ και με έβαλε και σε ένα παράξενο παιχνίδι συσχετισμών με τα δικά μας πράγματα που προσπαθώ να τα βάλω στη σειρά. Είναι πολλά, θα σταθώ μόνο στην περίπτωση των αγελάδων και των αγροτών του θεσσαλικού κάμπου.

Θα μου πείτε, τι κοινό έχει η Θεσσαλία με την Ινδία; Σήμερα απολύτως τίποτα αλλά μόλις λίγα χρόνια πριν, όπως στην Ινδία την οποία ομολογώ δεν έχω επισκεφτεί ποτέ, το ίδιο ιερές και στον κάμπο ήταν οι αγελάδες. Και τούτο γιατί απλά ήταν απαραίτητες στο όργωμα και στις μεταφορές και ακόμα περισσότερο, γιατί οι σβουνιές τους ήταν πολύτιμες ως καύσιμο. Έτσι όπως και στην Ινδία, το ίδιο και στα καμποχώρια τις σέβονταν, τις κρατούσαν ζωντανές και τις πρόσεχαν πολύ μέχρι την τελευταία στιγμή που θα μπορούσαν να οργώσουν, να κουβαλήσουν το κάρο και φυσικά να κάνουν σβουνιές για το τζάκι.


Έτσι πρέπει να γίνεται ακόμα στην Ινδία νομίζω αλλά εδώ, αγελάδα ούτε για δείγμα δεν έχει μείνει. Τα τρακτέρ και τα φορτηγά τις παραμέρισαν εντελώς ενώ για καύσιμα οι αγρότες προτιμούν βεβαίως αντί για σβουνιές πετρέλαιο και μαγειρεύουν πλέον με ηλεκτρισμό. Η εποχή εκείνη κοντεύει να ξεχαστεί και κανένας δεν πιστεύει πως μπορεί κάποια στιγμή να βρεθούν πάλι στην ανάγκη να ζυμώσουν με τα πόδια κομμάτια από κοπριά, να τα απλώσουν μετά στον ήλιο να στεγνώσουν (φωτογραφία) και να τα αποθηκεύσουν για καύσιμα στην κουζίνα και θέρμανση στο τζάκι το χειμώνα. Σημειώνεται πως το ζύμωμα της σβουνιάς γίνονταν πάντα μέσα σε ένα σύννεφο από κουνούπια και μύγες και η μυρωδιά δεν έφευγε με τίποτα από το δέρμα του ανθρώπου.

Να όμως που τα πράγματα στην οικονομία δείχνουν πως όλα μπορεί να γίνουν πάλι όπως παλιά και όπως λέγεται, θα σωθούμε μόνο αν γυρίσουμε πάλι στα χωριά μας και ζήσουμε όπως οι πρόγονοί μας οι οποίοι σαφώς και ήξεραν πολύ περισσότερα από κάποιους που ευαγγελίζονται σήμερα την «πράσινη ανάπτυξη» χωρίς να έχουν τη στοιχειώδη εμπειρία για τα είδη, τον τόπο, τον καιρό.

Θα γυρίσουμε λοιπόν αν χρειαστεί πάλι στα χωριά μας στα οποία σίγουρα δεν θα βρούμε ούτε για δείγμα αγελάδα να οργώσουμε και να κάνει σβουνιές, αλλά το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι δεν θα βρούμε εκείνους τους ανθρώπους που με τη σοφία τους και τον ιδρώτα τους μόνο, χωρίς να χρωστάνε σε κανένα ούτε δραχμή δημιούργησαν το μικρό θαύμα της επάρκειας των αγαθών για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Ένα θαύμα που ήταν «καταπράσινο» και «αειφόρο» από τη φύση του και το μοντέλο του οποίου αγνοείται επιδεικτικά από τους νεόκοπους φωστήρες της αμφίβολης «πράσινης ανάπτυξης».