Αν και προχωρούμε βαθιά στο φθινόπωρο, ο χλιαρός
Νοέμβριος δεν μας έχει κάνει ακόμη στις πόλεις να αναζητήσουμε ζεστασιά. Στα
χωριά, και ιδιαίτερα στα ορεινά τα πράγματα είναι αλλιώς και έχουν ήδη ανάψει σόμπες
και τζάκια από καιρό και από τον καπνό που ανεβαίνει στον ουρανό καταλαβαίνουμε
και ποιο σπίτι κατοικείται και ποιο είναι κλειστό.
Ο καπνός από τη φωτιά ήταν πάντα το σημείο που φανέρωνε
ότι ένα σπίτι ήταν ζωντανό και τούτο ισχύει ακόμη. Μπορεί να έπαψαν πλέον να
ανάβουν φούρνους στα χωριά να ψήσουν ψωμί ή να μαγειρέψουν καθότι οι ηλεκτρικές
συσκευές και οι πλανόδιοι φουρναραίοι κατάργησαν αυτή τη συνήθεια και η
κεντρική θέρμανση με πετρέλαιο έχει μειώσει την ανάγκη των ξύλων αλλά πολλοί
είναι οι νοικοκυραίοι που υποστηρίζουν πως αν δεν ρίξουν κανένα κούτσουρο στο
τζάκι ή τη σόμπα, δεν καταλαβαίνουν το χειμώνα.
Χάρη σε αυτούς λοιπόν τους νοικοκυραίους και κυρίως στις νοικοκυρές
που επιμένουν να φτιάχνουν κανένα φαγητό στη σόμπα τους βλέπουμε να ανεβαίνει
καπνός σε λίγα σπίτια στα χωριά αλλά όπως με πικρία βλέπουμε, χρόνο με το χρόνο
λιγοστεύουν τα σπίτια από τα οποία βγαίνει καπνός και δεν είναι μακριά που σε ένα
όχι και πολύ μακρινό από τους χειμώνες που έρχονται, δεν θα τον ξαναδούμε ούτε
καθημερινή, ούτε Σαββατοκύριακο!
ΥΓ. Η φωτογραφία από το χωριό Αμάραντος Καρδίτσας, τον
Νοέμβριο του 2009.
Το πώς μπορεί να εξελιχθεί μια απόφαση για το κόψιμο του τσιγάρου, είναι μια ιστορία που γνωρίζουν πολύ καλά οι καπνιστές ενώ αυτονόητη είναι η συμπαράσταση απ’ αυτούς που ζουν μαζί σου ή κοντά σου. Δεν μιλώ βέβαια για τους μαχόμενους αντικαπνιστές γιατί αυτοί υπηρετούν την άποψή τους όπως νομίζουν και τις περισσότερες φορές δεν προβάλλουν παρά την αντικοινωνικότητά τους… ΑΘΗΝΑ, 21112019
Προς το παρών δεν έχω σπουδαία πράγματα ν’ αναφέρω απ’ αυτό το μέτωπο καθώς δεν με απασχολεί γιατί αυτές τις ημέρες έχω πέσει με τα μούτρα στο ξεκαθάρισμα του αρχείου μου και βρίσκομαι διαρκώς μπροστά σε ωραίες εκπλήξεις από πράγματα που είχα σχεδόν ξεχάσει ότι υπάρχουν. Έτσι ανάμεσα στα άλλα ανακάλυψα σοβαρά στοιχεία της προπαγάνδας θα μπορούσαμε να πούμε της καπνοβιομηχανίας προκειμένου να προσελκύσει ε κάθε τρόπο καπνιστές.
Βρήκα σε ένα φάκελο μερικές φωτογραφίες – κάρτες με καλλονές της προπολεμικής εποχής και ημίγυμνα μοντέλα με τις οποίες η καπνοβιομηχανία «Μέξη» που κανένας δεν νομίζω θυμάται πλέον πως υπήρχε διαφήμιζε τα τσιγάρα της. Οι κάρτες αυτές όπως είχα διαβάσει κάποτε έμπαιναν μέσα στο κουτί των τσιγάρων και ο αγοραστής δεν ήταν βέβαιος αν τις είχε ξαναδεί και πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που της έκαναν συλλογή. Έτσι κάποιες από αυτές τις συλλογές βρέθηκαν στα παλαιοπωλεία και η τιμή τους πριν από μερικά χρόνια ήταν ιδιαίτερα αλμυρή. Υπολογίζω πως πρέπει να κυκλοφόρησαν περί τις 100 τέτοιες έγχρωμες και ασπρόμαυρες κάρτες (εκδόθηκε κάποτε και ένα πρόχειρο βιβλιαράκι αλλά αγνοώ που μπορεί να το βρει κάποιος) και ορισμένες απ’ αυτές ήταν όντως εξαιρετικές.
(*) Οι αναγνώσεις γύρω τις κάρτες «ΜΕΞΗ» σαφώς και είναι πολλαπλές και βεβαίως δεν αφορούν μόνο τα τσιγάρα αλλά η συγκαιρία δεν μας επιτρέπει περισσότερα αυτή τη στιγμή. Επιφυλάσσομαι για μια πιο πλήρη δημοσίευση στο μέλλον.
Μια από τις μεγαλύτερες μάχες που έδωσε η αγορά κατά τον περασμένο αιώνα στην Ελλάδα, προκειμένου να δέσει τον Έλληνα στο ζυγό των προϊόντων της και να αποκομίσει κέρδη και από τον αέρα, ήταν κατά του λεγόμενου «λαθραίου» τσιγάρου. «Λαθραίο» βάφτισε εκείνα τα χρόνια το Κράτος τον καπνό που καλλιεργούσε κάθε ελεύθερος άνθρωπος στο χωράφι του και με αυτόν βολεύονταν ο ίδιος και άμα περίσσευε έδινε και στους κοντινούς του σίγουρα με κάποιο μικρό αντάλλαγμα.
Τέτοια πράγματα όμως δεν άρεσαν στις πανίσχυρες καπνοβιομηχανίες και υποχρέωσαν το Κράτος να ψηφίσει νόμους και να δημιουργήσει μηχανισμούς που είτε με το καλό, είτε με το ζόρι θα υποχρέωναν τον καλλιεργητή να σταματήσει να καπνίζει από τον δικό του καθαρό και μυρωδάτο καπνό και να αγοράζει τα δικά τους αμφίβολα χαρμάνια. Έτσι οργίασε τότε ο απαίδευτος χωροφύλακας και δοξάστηκαν με την ευκαιρία που τους δόθηκε οι κάθε λογής ρουφιάνοι και καταδότες.
Θα ήθελα μέρες ολόκληρες να γράφω γι’ αυτά τα πράγματα και πιθανόν να γίνει κάποια στιγμή γιατί αφορούν τον χαμένο παράδεισο της αυτάρκειας που κράτησε όρθιο τον κόσμο της Ελλάδας ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της πορείας του, αλλά σήμερα θα περιοριστώ μόνο στην αναφορά μιας χαμένης τέχνης: Της τέχνης «του στρίβειν» να στρίβεις δηλαδή τσιγάρο με καπνό από το χωράφι σου, του γείτονα ή του συγχωριανού. Τέχνη η οποία σαφώς και απέχει κατά πολύ από τη σημερινή μαϊμουδιά που υπαγορεύει ο συσκευασμένος καπνός και τα σχετικά με αυτόν χαρτάκια, φιλτράκια και μηχανάκια που κατέκλυσαν τα περίπτερα.
Το καλό τσιγάρο λοιπόν ήθελε πρώτα – πρώτα προσεκτικό κόψιμο των φύλλων πάνω σε ένα καθαρό ξύλο. Μοσχοβολούσε ο τόπος σαν ακούμπαγε η ακονισμένη κόψη του μαχαιριού πάνω στον καπνό που έτριζε κάτω από τα δάχτυλα του ανθρώπου που έκοβε ίσια – ίσια να γεμίσει την καπνοσακούλα του για να μην ξεθυμαίνει.
Από αυτό το ξανθό συννεφάκι που παραμέριζε από τα φύλλα με το κοφτερό μαχαίρι, έπιανε με τα δάχτυλά του μια μικρή τούφα που σπαρταρούσε σαν ζωντανή και την έστρωνε μέσα σε ένα κομμάτι χαρτί το οποίο καμιά φορά μπορούσε να είναι και από παλιά εφημερίδα επειδή για κάποιο λόγο, ήταν αποκλεισμένος από τις αρχές στην παραχώρηση τσιγαρόχαρτου με το οποίο έλεγχαν τους καλλιεργητές. Σαφώς με την εφημερίδα η γεύση του καπνού δεν ήταν καλή, αλλά μπροστά στην ανάγκη δεν υπήρχαν υποχωρήσεις. Πολλοί έστριβαν τον καπνό τους σε φύλλα καλαμποκιού τα οποία ομολογώ έδιναν μια άλλη γεύση, πιο ωραία από την εφημερίδα στο τσιγάρο και ήταν πιο προσιτά καθώς όλα τα χωράφια ήταν γεμάτα από καλαμπόκια. Οι μέθοδοι αυτοί σιγά – σιγά παραμερίστηκαν από τα βιομηχανικά τσιγάρα που κατέκλυσαν την αγορά και ανάλογα με την ποιότητα του καπνού ήταν και η τιμή τους και ως ήταν επόμενο, έγιναν και κριτήριο οικονομικής κατάστασης και κάποιας διάκρισης.
Έτσι σταμάτησαν σιγά – σιγά οι άνθρωποι να στρίβουν, είτε κρυφά, είτε φανερά τσιγάρα και από τότε έμαθαν να βγάζουν το πακέτο στο τραπέζι. Αυτό το πακέτο που βλέπουν πάντα οι κυβερνήσεις σαν την χρυσή κότα που γεμίζει τα ταμεία τους και μόλις στριμώχνονται του ρίχνουν ένα ποσοστό φόρο από πάνω λησμονώντας φαίνεται τον σχετικό αισώπειο μύθο. Αυτός δίδασκε για τον άπληστο άνθρωπο που δεν αρκούνταν στο χρυσό αυγό που του έδινε κάθε μέρα η κότα και πιστεύοντας πως στο στομάχι της θα εύρισκε ένα μεγάλο κομμάτι χρυσού την έσφαξε! Χρυσάφι όμως δεν βρήκε κι έτσι έχασε και την κότα και τα αυγά…
Να αφήσουμε όμως τα κοτέτσια και να γυρίσουμε στο στρίψιμο που λόγω επικαιρότητας είναι και το θέμα μας. Αφού δίπλωνε ο άνθρωπος το χαρτί τοποθετούσε μέσα στο αυλάκι τον ψιλοκομμένο καπνό και με αποφασιστική κίνηση με τη γλώσσα του σάλιωνε την μια άκρη του και το έστριβε με προσοχή μέχρι να κολλήσει. Ανάλογα με την επιδεξιότητά του ο καθένας έφτιαχνε χοντρά ή ψιλά τσιγάρα και συχνά έστριβε και για την παρέα. Κανένας δεν έλεγε όχι και φυσικά κανένας δεν είχε πρόβλημα να βάλει στο στόμα του τσιγάρο σαλιωμένο από τον άλλο γιατί απλά δεν είχε ακόμα προβληθεί ο φόβος για μικρόβια και κολλητικές αρρώστιες.