Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΓΕΙΤΟΝΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

 

Ένα κερί στον Άγιο Ιωάννη. Η μνήμη βρίσκει ακόμη τον δρόμο της.

Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, η φιγούρα της δεν θα κινούσε καμία προσοχή στην οδό Ευρυπίδου. Τότε, στην εμπορική αυτή γειτονιά της Αθήνας, κατοικούσαν ακόμη λίγοι ηλικιωμένοι άνθρωποι — από εκείνους που είχαν το προνόμιο να είναι γηγενείς Αθηναίοι, να έχουν γεννηθεί σε σπίτια που συγκαταλέγονταν στα πρώτα της πόλης.

Αυτοί ήταν και οι τελευταίοι που συγκροτούσαν τις τοπικές ενορίες των μικρών και μεγάλων εκκλησιών που είναι διάσπαρτες στο κέντρο — στο λεγόμενο εμπορικό. Ένας κόσμος που ζούσε ανάμεσα σε πάγκους, αποθήκες, μαγαζιά και προσκυνητάρια, και που ήξερε τους δρόμους με το μικρό τους όνομα.

Από τότε μέχρι σήμερα, τα καταστήματα άλλαξαν. Κάποια εξελίχθηκαν σε χώρους εστίασης, άλλα έγιναν ξενοδοχεία, ενώ ένα μεγάλο μέρος της περιοχής κάτω από την Αθηνάς έχει πάρει τη μορφή μιας πυκνής, πολύγλωσσης αγοράς, με ρυθμούς και εικόνες που θυμίζουν μεγάλες πόλεις έξω από την Ευρώπη. Οι ενορίες αποψιλώθηκαν. Έμειναν κυρίως ως μνήμη σε όσους μεγάλωσαν εκεί ή πέρασαν τα χρόνια τους εργαζόμενοι στο εμπόριο.

Μια τέτοια μνήμη οδήγησε, προχθές το μεσημέρι, μια ηλικιωμένη γυναίκα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα, στη μέση της Ευρυπίδου. Κρυμμένο πίσω από μια σιδερένια πόρτα, το μικρό αυτό εκκλησάκι είναι γνωστό σε όσους το έχουν ανακαλύψει για τον κορινθιακό κίονα που στηρίζεται στο ιερό βήμα και διαπερνά την ξύλινη στέγη.

Ο Άγιος Ιωάννης, ο «θερμαντής», στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναΐσκος, θεωρείται προστάτης της υγείας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταφεύγουν σε αυτόν με την ελπίδα μιας μικρής βοήθειας. Οι αρχαιολόγοι, από την πλευρά τους, βλέπουν στο εκκλησάκι μια συμπύκνωση της ίδιας της πόλης: από την αρχαιότητα στα πρώτα χριστιανικά και τα βυζαντινά χρόνια, κι από εκεί στην οθωμανική περίοδο και στη σύγχρονη εποχή.

Έξω, η πόλη αλλάζει πρόσωπο χωρίς να σταματά να κινείται...

Στην αυλή υπάρχει πάντα το προσκυνητάρι. Εκεί κατέφευγε ο κόσμος της γειτονιάς για να ανάψει ένα κερί στην αρχή της ημέρας ή στο διάλειμμα της δουλειάς. Έτσι διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ανοιχτός ο χώρος — μια μικρή ανάσα μέσα στον πυκνό ιστό της πόλης, ένα σημείο που εξακολουθούν να ανακαλύπτουν όσοι περπατούν την Αθήνα με προσοχή.

Στον Άγιο Ιωάννη βάδισε και η ηλικιωμένη. Προσκύνησε την εικόνα, άναψε το κερί της και μπήκε μέσα με την άνεση κάποιου που επιστρέφει σε γνώριμο τόπο. Όταν τελείωσε, βγήκε ξανά στην Ευρυπίδου. Στάθηκε για λίγο και κοίταξε τον δρόμο. Οι επιγραφές, η κίνηση, οι φωνές — τίποτα δεν της θύμιζε πια το παλιό τοπίο.

Άρχισε να περπατά αργά, από τη Γερανίου προς τη Σοφοκλέους, ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων που κινούνταν με άλλους ρυθμούς. Κοντοστάθηκε σε δύο-τρεις πόρτες, πλησίασε ένα κατάστημα με είδη νοικοκυριού, μπήκε μέσα. Ρώτησε κάτι στα ελληνικά. Της απάντησαν σε μια γλώσσα μισή-μισή, ότι δεν μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν. Βγήκε έξω χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της.

Συνέχισε λίγο πιο πάνω. Δοκίμασε σε ένα ακόμη κατάστημα. Πάλι η ίδια απάντηση. Προχώρησε αργά, μέχρι που βρήκε ένα μαγαζί με ελληνικές πινακίδες. Μπήκε. Αυτή τη φορά κάποιος κατάλαβε τι ζητούσε. Χάθηκε για λίγο στο εσωτερικό, βρήκε το αντικείμενο, το έβαλε σε μια σακούλα και της το έδωσε.

Ανάμεσα σε παλιά και νέα μαγαζιά, η ζωή συνεχίζεται σε άλλες γλώσσες.

Πλήρωσε, βγήκε στη Σοφοκλέους και στάθηκε να πάρει ταξί. Όταν ένα σταμάτησε, δύο νεαροί Πακιστανοί την βοήθησαν να μπει. Τους ευχαρίστησε και κάθισε.

Είχε κατέβει στην Αθήνα για μια υπόθεση στο Κτηματολόγιο. Μαζί με αυτήν, είχε φέρει και κάτι άλλο: μια διαδρομή χρόνων. Πήγε να ανάψει ένα κερί στον Αϊ-Γιάννη τον «θερμαντή». Εκεί, δίπλα του, είχε ζήσει και εργαστεί για πάνω από πενήντα χρόνια.

Της είχε σταθεί σαν καλός γείτονας.

ΑΘΗΝΑ, 20042019

1 σχόλιο:

  1. Για τη σημερινή Μεγάλη Παρασκευή, μια ανάμνηση από μια άλλη Μεγάλη Εβδομάδα, σε μια Αθήνα που όσο κι αν αλλάζει, επιμένουμε να την αγαπάμε, σαν μικρή πατρίδα…

    ΑπάντησηΔιαγραφή