Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

ΓΕΜΙΣΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΝΤΙΚΙΑ…



Θα αναρωτηθείτε φαντάζομαι, τι με έπιασε ντάλα Αύγουστο να ασχολούμαι με τις φάκες και τα δολώματα αλλά έτσι που το έφεραν τούτες τις μέρες τα πράγματα, επανεκτίμησα τον σπουδαίο ρόλο που έπαιζαν στην ασφάλεια των ανθρώπων. Χώρια δε που κατάλαβα πόσο δίκιο είχε ένας παπάς κάποτε που μετά το ευχέλαιο που τον καλούσαν να κάνει στα σπίτια για να φύγουν τα ποντίκια που τα ρήμαζαν, προέτρεπε πάντα τους νοικοκυραίους να πάρουν και μια φάκα γιατί με τις ευχές ούτε κι αυτός ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα.

Δεν θα επεκταθώ στα πρόσφατα γεγονότα με τα ασύδοτα τρωκτικά γιατί δεν έχει καμιά σημασία, αλλά από σήμερα αποφάσισα να προμηθευτώ μια τεράστια καινούργια φάκα και όχι σαν αυτές τις σκουριασμένες της φωτογραφίας και να την ανοίγω παντού δίπλα μου: Στα τρόλει όταν κινούμαι στην Αθήνα, στα καφενεία της πόλης που κάθομαι, στο κατάστρωμα των πλοίων, στα πάρκινγ που δεν έχουν φύλακα, στο γραφείο μου, παντού γιατί δεν έχω πλέον εμπιστοσύνη σε τίποτα που κινείται δίπλα μου και ορκίζομαι στο πλήκτρο που γράφω, αλλοίμονο στον πρώτο ποντικό που θα πέσει στα χέρια μου…

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Περιμένει το πέτρινο τραπέζι μπροστά από την κατοικιά της Μουζίκας τον παλιό νοικοκύρη να γυρίσει κάποια μέρα πίσω· να καθαρίσει την αυλή από τις τσουκνίδες, να ανοίξει τις πόρτες και να στρώσει μετά πάνω του πετσέτα για να δειπνήσει παρέα με τα αστέρια και τις σκιές των προγόνων.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που άρχισαν να φεύγουν οι άνθρωποι από τον Ασφοντυλίτη· άλλοι για να μείνουν μόνιμα στα χωριά της Αιγιάλης, άλλοι για μακρύτερα αναζητώντας καλύτερη τύχη κι άλλοι για τον ουρανό της Αμοργού...

Έτσι άδειασαν οι δρόμοι της Όξω Μεριάς και σιώπησαν οι μικρές αυλές μπροστά στις κατοικιές του οικισμού όπου συνήθιζαν παλιότερα οι οικογένειες του Ασφοντυλίτη να μαζεύονται μετά τη δουλειά στα χωράφια τους και να συζητάνε τα γεγονότα της ημέρας που πέρασε, πίνοντας ρακή που έβγαζαν από τα δικά τους αμπέλια και τρώγοντας απ’ αυτά που τους έδινε ο τόπος τους και το κοπάδι τους.

Αυτή την ευλογημένη ώρα που το κορμί και τα χέρια ξεχνούσαν τον κάματο της μέρας, ήταν που ξεκινούσε και το μυαλό να πετάξει μακριά από το λιθότοπο που είναι η Όξω Μεριά της Αμοργού και η ψυχή να ταξιδέψει στους δικούς της ουρανούς, μαζί με τα σύννεφα και τα πουλιά που φεύγουν κι έρχονται απ’ όλους τους ορίζοντες του Αρχιπελάγους

Μετά από τόσα χρόνια, κανένας δεν φαίνεται πια τα απογεύματα ή τα ήσυχα βράδια με γεμάτο το φεγγάρι να κάθεται στις χορταριασμένες αυλές και με ακουμπισμένα τα χέρια στο λίθινο τραπέζι να μιλά με τον διπλανό του ή με τα αστέρια που στέκονται και φέγγουν σαν φαναράκια πάνω από τον οικισμό.

Μετά από τόσα χρόνια, μόνο τα πνεύματα των προγόνων κατεβαίνουν από τον ουρανό και αόρατα κυκλοφορούν στον Ασφοντυλίτη. Αφού περάσουν για να δουν πώς στέκονται οι ξερολιθιές και τα άλλα τους έργα, μαζεύονται κατόπιν στην αυλή και συζητούν χωρίς κανένας να τους βλέπει και να τους ακούει τι είδαν και αυτή τη μέρα στον τόπο που ενώ άφησαν ζωντανό και γόνιμο, ακόμη δεν μπορούν να πιστέψουν πως έσβησε μέσα σε λίγα χρόνια και άρχισε να γίνεται ένας σωρός από ερείπια.



Ο ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΤΗΣ ΑΜΟΡΓΟΥ


Το λιμάνι της Αιγιάλης

Μπορεί να μην έχει τόσες, όσο κάποια άλλα διπλανά της νησιά η Αμοργός παραλίες, αλλά οπωσδήποτε υπερέχει σε ποικιλία της ακτογραμμής και προκαλεί όσους έχουν σκάφος να γνωρίσουν τα νησιά της και τις μικρές και τις μεγάλες αμμουδιές που κρύβονται κάτω από τα φτερά των μεγάλων βράχων και των ψηλών βουνών της και την κάνουν μοναδική σε όλο το Αρχιπέλαγος.

Η Νικουριά κάτω από τα σύννεφα.

Εννοείται βέβαια πως κάθε απόπειρα για ταξίδια και εκδρομές γύρω από την Αμοργό προϋποθέτει καλή ενημέρωση για τον καιρό γιατί καταμεσής εκεί στο Αιγαίο, οι αέρηδες δεν αστειεύονται και θα δυσκολέψουν ακόμα και πολλούς έμπειρους καπεταναίους. Σωστές πληροφορίες επίσης μπορούν να δώσουν οι ψαράδες που γνωρίζουν σπιθαμή τη σπιθαμή τη θάλασσα γύρω από το νησί και βεβαίως και τώρα το καλοκαίρι και οι περατάρηδες που κάνουν τα δρομολόγια στις απόμακρες παραλίες και στα νησιά της Γραμβούσας και της Νικουριάς.

Το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας

Αξίζει λοιπόν τον κόπο να αποφασίσει κάποιος να κάνει τον περίπλου της Αμοργού είτε με δικό του σκάφος είτε με τη «Μεγαλόχαρη», μια ιταλικής κατασκευής θαλαμηγό 20 μέτρα που θα βάλει αυτές τις ημέρες ο καπετάν Νίκος Βεκρής όχι μόνο σε αυτό το δρομολόγιο αλλά θα κάνει και άλλα πολλά ενδιαφέροντα σε όλες τις Μικρές Κυκλάδες και στα γύρω νησιά.

Ο ασφαλής όρμος της Νικουριάς και η παραλία του Αγίου Παύλου


Ο περίπλους της Αμοργού όπως μας λέει ο καπετάν Νίκος είναι περίπου 3.5 – 4 ώρες με 12 μίλια πάνω κάτω αλλά όπως προγραμματίζει, θα κρατάει όλη τη μέρα για να απολαμβάνουν οι επιβάτες τις ομορφιές του νησιού και το βαθύ γαλάζιο της θάλασσάς της σε σημεία που είναι αδύνατο να τα προσεγγίσει κανείς από τη στεριά εξαιτίας της βραχώδους ακτογραμμής ή δυσκολεύεται στα μονοπάτια.

Ο όρμος της Καλοταρίτισσας στην άκρη της Αμοργού

Το δρομολόγιο που θα κάνει η «Μεγαλόχαρη» και το οποίο μπορούν να ακολουθήσουν όλα βεβαίως τα σκάφη, μικρά ή μεγάλα θα ξεκινά από τα Κατάπολα και θα περνάει πρώτα μπροστά από τις ωραίες παραλίες Μαλτέζι και Πλάκες που προτιμούν πολλοί από τους τουρίστες να πηγαίνουν για μπάνιο και αφού περάσει το ακρωτήρι του Προφήτη Ηλία με το φάρο και θα ακολουθήσει κατόπιν την βραχώδη αλλά ήμερη ακτή όπου διακρίνονται διάφορες παρατημένες αγροτικές εγκαταστάσεις θα κάνει μια μικρή στάση στο μεγάλο όρμο ανάμεσα στη Νικουριά και στην παραλία του Αγίου Παύλου για βουτιές και περπάτημα στην ωραία αμμουδιά.

Το ναυάγιο του ΟΛΥΜΠΙΑ στην παραλία Λίβερος

Ανάλογα τώρα με το τι θέλει να δει ο καθένας, όποιος θέλει μπορεί να περάσει έξω από τη Νικουριά βλέποντας τα μεγάλα βράχια ενώ άλλοι μπορούν να ρίξουν άγκυρα στον μεγάλο, ωραίο και ασφαλή κόλπο όπου καταφεύγουν όλα τα σκάφη της περιοχής σαν πιάνει καιρός και να απολαύσει μπάνιο σε κατακάθαρα νερά και βεβαίως να κατέβει να περπατήσει στον οικισμό του Αγίου Παύλου.

Η παραλία του Μούρου


Μικρές παραλίες στο Ακρωτήρι της Αιγιάλης.

Τείχος από βουνά η ακτή κάτω από τον Κρίκελο

Φυσικά και το λιμάνι της Αιγιάλης είναι μια πρόκληση για μια στάση για όλους καθώς έχει και μεγάλη αμμουδιά αλλά και ωραία καταστήματα. Για τη «Μεγαλόχαρη» όμως είναι απλά μια στάση για να πάρει κι άλλο κόσμο που θέλει να γνωρίσει τις ακτές της Αμοργού και από εκεί στρίβει στο ακρωτήρι Πούντα και ακολουθεί πια δρομολόγιο παράλληλα με τα μεγάλα βράχια του Ακρωτηρίου μέχρι τους ωραίους όρμους Μικρή και Μεγάλη Βλυχάδα όπου όποιος θέλει να πάει φτάνει μόνο δια θαλάσσης ή από τα μονοπάτια που ξεκινούν από τα Θολάρια.

Το λιμάνι στα Κατάπολα

Από τις Βλυχάδες και πέρα η διαδρομή ως το φοβερό ακρωτήριο Ξόδωτο, το νοτιότερο σημείο της Αμοργού είναι δίπλα από τα μεγάλα βράχια που μοιάζουν με τείχος και έτσι το ίδιο συνεχίζει μόλις στρίψετε στην άλλη πλευρά του νησιού. Σε κάποια σημεία όμως τα βράχια ανοίγουν σαν από μια χαρακιά και δημιουργούν ήρεμες αγκαλιές που ίσια – ίσια μπορεί να δένει ένα βαρκάκι και εκεί εξυπηρετούνταν οι ντόπιοι σαν πήγαιναν να βγάλουν τα ζωντανά τους από τον άγριο τόπο που τα είχαν αφημένα ή ψάρευαν κάποτε με απόχες και δυναμίτες.

Τα Κατάπολα

Κάπως πιο άνετες απ’ αυτές τις αγκαλιές είναι το Λιμενάρι του Φράγκου, όπου όταν λειτουργούσαν τα μεταλλεία βωξίτη στο άγριο βουνό Κρίκελος κάτω από την εκκλησία του Σταυρού, έδεναν να φορτώσουν και μεγάλα φορτηγά πλοία και αυτές οι εγκαταστάσεις διακρίνονται ακόμα, ο κοντινός Μέγας Λιμνιώνας και το Σπαρτί, μια από τις πιο ωραίες παραλίες της νότιας πλευράς της Αμοργού κάτω από τους μεγάλους γκρεμούς που όσοι τη γνωρίζουν την θεωρούν ως το κόσμημα του νησιού.

Μικρή παραλία κοντά στα Κατάπολα

Η παραλία όμως που θα ήθελαν όλοι να δέσουν και να μείνουν ώρες και μέρες ακόμη είναι κάτω από τα Χάλαρα, μπροστά από τη νησίδα Εξωμιά και καλείται Λίμνη εξαιτίας μιας μικρής αγκαλιάς που ανοίγουν τα βράχια στη θάλασσα και στην οποία παλιότερα έδεναν τις βάρκες τους αυτοί που έμεναν στην Έξω Μεριά και στον Ασφοντυλίτη. Στα βράχια των Χάλαρων τα οποία είναι γεμάτο σκισμές και βαθουλώματα όποιος κατέβει μπορεί επίσης να μαζέψει εξαιρετικό φυσικό αλάτι όπως έκαναν και οι παλιότεροι που το πουλούσαν στο νησί κι έτσι συμπλήρωναν το φτωχό εισόδημά τους.

Ηλιοβασίλεμα στα Κατάπολα

Η μικρή παραλία της Λίμνης στα Χάλαρα

Από την παραλία των Χάλαρων σημειώνουμε πως ξεκινάει ένα καλοδιατηρημένο μονοπάτι που στον αυχένα του Ασφοντυλίτη συναντά τη Μεγάλη Στράτα που ενώνει την Αιγιάλη με τη Χώρα και το οποίο προτιμούν πολλοί να περπατήσουν για να φτάσουν με την ησυχία τους στην ωραία αυτή παραλία.

Τείχος από βράχια η ακτή από τα Χάλαρα ως το Μοναστήρι


Η επόμενη στάση μετά τα Χάλαρα και αφού το σκάφος περάσει μπροστά από τους όρμους Βουδόμαντρα και Μαστιχιά, είναι κοντά στις νησίδες Μεγάλο και Μικρό Βιόκαστρο, κάτω από το μοναδικό μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας για βουτιές στη θάλασσα που ο Μπρεσόν γύρισε την περίφημη ταινία «Απέραντο Γαλάζιο» και φυσικά για φωτογραφίες της πανέμορφης αλλά ιδιαίτερα άγριας πλαγιάς που είναι φωλιασμένο το μοναστήρι καθώς και των μικρών παραλιών της Αγίας Άννας που είναι το πιο κοντινό μέρος για να κολυμπήσουν όσοι μένουν στη Χώρα της Αμοργού.

Το απέραντο γαλάζιο κάτω από το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας

Από την Αγία Άννα και πέρα η ακτογραμμή δεν αλλάζει καθόλου καθώς συνεχίζουν τα μεγάλα βράχια να δημιουργούν ένα ψηλό τείχος και μόνο στον όρμο Μερσίνη αφήνουν μια αγκαλιά στη θάλασσα ενώ οι κάβου Στούπι, Δυο Τράχηλοι και Πουλοπόδι ομορφαίνουν τη διαδρομή μέχρι την ωραία παραλία του Μούρου που κι αυτή αποτελεί ένα σημείο που αγαπούν πολύ οι επισκέπτες της Αμοργού και τα προκλητικά νερά της υπαγορεύουν μια στάση για βουτιές ακόμα και αποβίβαση για να δείτε το πέλαγος από ψηλά.

Η παραλία στα Χάλαρα όπως φαίνεται από ψηλά.

Κοντά στο Μούρο είναι η μικρή παραλία Αμμούδι στην οποία μπορεί να φτάσει κάποιος αν πάρει το μονοπάτι που ξεκινά από την Αρκεσίνη. Από εκεί και πέρα, μέχρι τον βράχο Καλοτάρι (Πάλος) δεν υπάρχει σημείο που να μπορεί κάποιος να δέσει βάρκα στην ακτή και μόνο μέσα στο μεγάλο όρμο της Καλοταρίτισσας θα βρεί σκάλα ή αν θέλει μπορεί να πάει να αράξει στον όμορφο όρμο κάτω από την εκκλησία της Παναγίας και να βγει ακόμα να περπατήσει στο νησί Γραμβούσα.

Η Νικουριά

Στον όρμο της Καλοταρίτισσας καταλήγει ο κεντρικός δρόμος της Αμοργού και από εκεί μπορεί, όποιος κινείται με αυτοκίνητο βεβαίως, να επισκεφτεί την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής όπου ανήμερα της γιορτής της γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια του νησιού καθώς και τα ωραία χωριά της Κάτω Μεριάς όπου διατηρείται ακόμη ο παραδοσιακός αγροτικός χαρακτήρας του νησιού.

Στην συνέχεια ακολουθούμε τη δυτική πλευρά του νησιού και συναντούμε με τη σειρά τον όρμο Λίβερος όπου φαίνεται ένα φορτηγό πλοίο που έπεσε πάνω στα βράχια πριν από είκοσι περίπου χρόνια να λιώνει από τη σκουριά και κατόπιν συναντούμε τον όρμους Παραδείσια με τα πολλά αρμυρίκια, τον Τσουκαλά, τον κάβο Τρούλλη και μετά την νησίδα Πεταλίδα, μπορούμε να μπούμε μέσα στον ασφαλέστατο όρμο του Κάτω Κάμπου όπου υπάρχει σκάλα να δένουν εκτός από τις ψαρόβαρκες και τα κάπως μεγάλα σκάφη που φτάνουν εκεί.

Η Νικουριά

Από εκεί και πέρα, περνώντας μπροστά από τον όρμο Λιμενάρι της Περιβόλας, τον κάβο Καρνοπό κάτω από το ομώνυμο βουνό της Αρκεσίνης και τους όρμους Ποταμός, Άγιοι Σαράντα, Τυροκόμου, Φοινικιές ο κάβος Κάτω Ακρωτήρι μπροστά στο λιμάνι των Καταπόλων όπου και τελειώνει το ταξίδι γνωριμίας με τις ακτές της Αμοργού, ένα ταξίδι που κανένας δεν χορταίνει μόνο με μια φορά και θέλει να το επαναλάβει γιατί κάθε φορά είναι και διαφορετικό.


Η Νικουριά

Κι το κάνουν διαφορετικό, άλλοτε το φως του Αιγαίου, άλλοτε οι αέρηδες που σπάνια ησυχάζουν, οι εποχές που κάθε μια έχει το δικό της χρώμα και βεβαίως οι μυρωδιές από τη γη της Αμοργού που σε κάθε γωνιά της είναι διαφορετικές και μοναδικές στον κόσμο…

Βράχος στο Μούρο που μοιάζει με καράβι…

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΤΟΥ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΗ



Σε ένα πλάτωμα του αυχένα που συνδέει τις κορυφές Φουρκούλα και Κουκουρούνζος πάνω από το χωριό Άγραφα βρίσκονται τα λείψανα από το αρχαιότερο -όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από την κατασκευή του- μαντρί των Αγράφων, το λεγόμενο του Κομπογιάννη, οικογένειας της οποίας υπάρχουν ακόμη μέλη στο χωριό αλλά δεν ασχολούνται πλέον με την κτηνοτροφία.

Το χρόνο της κατασκευής του ωραίου πέτρινου μαντριού και της καλύβας που είχε δίπλα του κανένας δεν μπορεί να υπολογίσει, ούτε από τους γέροντες άκουσαν ποτέ οι σημερινοί να αναφέρουν κάτι το συγκεκριμένο. Εκεί στάλιζε μέχρι πριν από πέντε χρόνια ο Τάκης Καραλής, ο οποίος για λόγους ευκολίας και καλύτερης διάθεσης της παραγωγής έχει μεταφέρει το κοπάδι του πια στην Αμφίκλεια.

Έτσι, έκλεισε ο κύκλος λειτουργίας του μαντριού, όπως εξάλλου έκλεισε και ο κύκλος της μακράς παράδοσης της κτηνοτροφίας στον Κουκουρούντζο καιτη Φουρκούλα όπου μέχρι μια γενιά πριν έβγαιναν τα καλοκαίρια πάνω από 1500 γιδοπρόβατα από τους Βουτσελαίους, Βαϊτσαίους, Αυδαίους και άλλους αγραφιώτες που έμειναν μόνιμα στο χωριό και οι οποίοι δεν μετακινούσαν όπως οι βλάχοι, τα κοπάδια τους στα χειμαδιά.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 8 ΧΡΟΝΙΑ


Άγραφα 2011.
Ο Κουκουρούντζος (1850 μ) δεν είναι και από τις ψηλότερες κορφές των Αγράφων όπως το Ντελιδήμι, το Φλιντζάνι, η Λιάκουρα και άλλες, αλλά είναι γνωστός γιατί υψώνεται χωρίς να τρομάζει – να φυλάει μοιάζει περισσότερο ως καλό στοιχειό τον τόπο- το χωριό Άγραφα.

Την πρώτη φορά που τον ανέβηκα, ήταν τον Οκτώβριο του 2003 να κάνω κάποιες φωτογραφίες και οι οποίες αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμες και παραγωγικές για τα επόμενα χρόνια σε πολλά έργα και βιβλία. Εκείνη η φορά θυμάμαι, δεν εύρισκα κανέναν στο χωριό να με συνοδέψει και ξεκίνησα μόνος μου ακολουθώντας βέβαια τις οδηγίες που έδωσαν.

Έτσι πήρα το μονοπάτι από τον Άι Γιάννη που βρίσκονται φυτεμένες όλες οι κεραίες των Αγράφων και αφού πέρασα από το καλύβι του Γιώργου Βουτσέλη και διέσχισα το πυκνό ελατόδασος πέρασα στη γυμνή ανηφοριά με τις μεγάλες πέτρες χωρίς να γνωρίζω πια αν περπατώ στο μονοπάτι αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν πλέον ορατό γιατί ελάχιστοι βαδίζουν πια εκεί πάνω.

Ήταν γλυκός ο ανήφορος, σαν μεγάλα σκαλιά η πέτρες τις ανέβαινα με λίγη προσπάθεια και πολλές φορές χρησιμοποιώντας και τα χέρια κέρδιζα συνέχεια ύψος αλλά κάποια στιγμή διαπίστωσα πως ούτε πάνω μπορούσα να πάω αλλά ούτε και κάτω να γυρίσω. Άμαθος ακόμη από τα βουνά, δεν πρόσεξα και έτσι βρέθηκα εγκλωβισμένος σε κάτι μεγάλες πέτρες που πάνω από μια σάρα την οποία είχα ανεβεί αλλά ήταν αδύνατο να κατέβω χωρίς να τσακιστώ. Ήταν τρεις το απόγευμα και σύντομα θα νύχτωνε…

Προς στιγμήν με έπιασε φόβος αλλά δεν άφησα να με καταλάβει και πανικός. Κάθισα στην πέτρα, άναψα ένα τσιγάρο και σκέφτηκα τι μπορούσα να κάνω. Πήρα μερικά τηλέφωνα σε αγραφιώτες να ζητήσω βοήθεια αλλά κανένας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Τότε ήταν που πήρα τα ΕΚΑΜ και αφού τους έδωσα να καταλάβουν που ήμουν, μου είπαν να κάτσω στη θέση μου και να περιμένω. Μου είπαν πως ξεκινάει ένα κλιμάκιο από τη Λαμία και ένα από την Καρδίτσα ενώ στην επιχείρηση θα συμμετείχε και η Αστυνομία από το Κερασοχώρι.

Το γεγονός πήρε είδηση και το κανάλι «ΕΝΑ» από τη Λαμία και άρχισαν να μου τηλεφωνούν συνέχεια. Σε μια τέτοια κίνηση, μου ξεφεύγει το τηλέφωνο και πέφτει στο γκρεμό. Προσπάθησα να μην αφήσω τον πανικό να με κυριέψει και εκτιμώντας την κατάσταση (θα με έπαιρναν και δεν θα με εύρισκαν και ποιος ξέρει τι μπορεί να έβαζαν στο νου τους ότι έπαθα) πήρα την απόφαση και κατέβηκα σερνόμενος και χωρίς να βλέπω το γκρεμό, πήρα το τηλέφωνο και ξαναγύρισα στην πέτρα που είχα αφήσει την τσάντα με τις μηχανές.

Έτσι είδα πως με λίγη προσπάθεια θα μπορούσα να ξεπεράσω το εμπόδιο και να ανέβω σε ένα ασφαλές μέρος. Πήρα δύναμη και με προσεκτικές κινήσεις, ξεπέρασα το εμπόδιο και βρέθηκα μετά από είκοσι μέτρα στο λιβάδι. Αμέσως πήρα τηλέφωνο το κλιμάκιο του ΕΚΑΜ και τους είπα τι έγινε. Μου τα έψαλαν λίγο αλλά το χάρηκαν κι αυτοί που δεν θα έρχονταν στα Άγραφα και θα με έψαχναν μέσα στη νύχτα στα βουνά. Πήρα και το κανάλι αλλά απ’ αυτούς άκουσα τα εξ’ αμάξης γιατί τους ακύρωνα την είδηση!

Τέλος πάντων, αφού τακτοποίησα την κατάσταση ανέβηκα μέχρι την κορυφή την ώρα που είχαν αρχίσει να πέφτουν οι ίσκιοι στις χαράδρες και τα ποτάμια των Αγράφων και το χωριό είχε ένα υπέροχο φως. Το ίδιο ωραίο φως έλουζε και όλες τις κορυφές προς τα ανατολικά και ομολογώ πως ήταν από τις στιγμές που θα ζήλευαν όλοι οι φωτογράφοι να είναι εκεί πάνω.

Άγραφα 2003.

Ξανανέβηκα άλλη μια φορά στον Κουκουρούντζο το 2006 αλλά είχε συννεφιά και δεν κατάφερα πολλά πράγματα τότε. Εκείνη τη φορά όμως είχα προνοήσει και πήρα μαζί μου συντροφιά τον Βασίλη Χαλιμούρδα ή «Αδερφό» όπως τον λένε στα Άγραφα και ο οποίος ήξερε απέξω και ανακατωτά όλη την περιοχή και κάνει μάλιστα και ωραία παρέα.

Σήμερα ανέβηκα πάλι τον Κουκουρούνζο να κάνω την ιδία φωτογραφία με το 2003 για να δω τις αλλαγές που έγιναν στο χωριό μέσα σε αυτά τα οχτώ χρόνια και πήρα μαζί μου τον Βασίλη. Ήταν μια υπέροχη μέρα και ο κόπος μας δεν πήγε χαμένος αφού γυρίσαμε με πολλές ωραίες φωτογραφίες από τα Άγραφα και όλες τις κορυφές της περιοχής και τις οποίες θα γνωρίσετε σιγά – σιγά στην εξέλιξη του νέου βιβλίου που ετοιμάζω και είναι ένα αφιέρωμα στο χωριό Άγραφα και στους ανθρώπους του.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΛΑΜΠΡΟΥ


Είχα δυο χρόνια να ανέβω ως τα Άγραφα και οπωσδήποτε περίμενα να συναντήσω μεγάλες αλλαγές όπως μου έλεγαν; για το δρόμο, την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, το χωριό ολόκληρο και βεβαίως για τους ανθρώπους του ενώ είχα ακούσει και για ορισμένες απουσίες ηλικιωμένων που ήταν οι αγαπημένοι μου, συζητούσα μαζί τους και συγκέντρωνα πληροφορίες που με ενδιέφεραν για το επόμενο βιβλίο μου που είναι για το χωριό Άγραφα και ήδη έχει πάρει το δρόμο του.

Είχα μάθει επίσης και είχα λυπηθεί πολύ που δεν μπορούσα να παραβρεθώ στην κηδεία του μπάρμπα Λάμπρου Κοντογούνη, του εμβληματικού Αγραφιώτη από τη Βαρβαριάδα. Ούτε και στο μνημόσυνό του έγινε κατορθωτό να πάω κι έτσι με βαριά καρδιά περίμενα να δω κλειστό το χάνι στη Βαρβαριάδα όπου σταματήσαμε για λίγο.

Ήταν και άλλες φορές κλειστό το χάνι όταν περνούσαμε αλλά όλοι καταλαβαίναμε πως ο μπάρμπα Λάμπρος κάπου θα είχε πάει και θα γυρνούσε πάλι να ανοίξει την πόρτα, να ανάψει τη σόμπα και να πιούμε μαζί καφεδάκι ή τσίπουρο και να πούμε και καμιά κουβέντα για τα παλιά αλλά και τα τρεχούμενα της ζωής, πικρά, γλυκά δεν είχε σημασία.


Σήμερα τίποτα δεν μας έδειχνε κάτι τέτοιο κι ένα χαρτί με ένα ποίημα γραμμένο πάνω του μας πληροφορούσε ότι ο «λιμενάρχης των Αγράφων» σάλπαρε για το ταξίδι χωρίς γυρισμό. Έτσι με αυτό τον τρόπο, με λίγες αράδες δηλαδή ποιήματος, κι αυτός που δεν γνώριζε τον μπάρμπα Λάμπρο καταλάβαινε πως κάτι άλλαξε για πάντα στον κόσμο των Αγράφων καθώς και οι τελευταίοι μιας λαμπρής γενιάς, φεύγουν ένας – ένας και κανείς δεν τους αντικαθιστά στις επάλξεις του μοναδικού κόσμου των Αγράφων που σιγά – σιγά χάνεται…

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Από τα παιδικά μου χρόνια και πριν γνωρίσω το Αιγαίο και τα λευκά, τα γαλάζια και τις ώχρες του, τον Αύγουστο τον είχα συνδυάσει με δυο χρώματα που πλημμύριζαν τότε αλλά συνεχίζουν και σήμερα, την αυλή του σπιτιού μας στο χωριό και τους κήπους γύρω απ’ αυτό που η μάνα μου καλλιεργούσε φασόλια, καλαμπόκια και αρκετές κολοκυθιές.

Μου άρεσε λοιπόν πολύ το κίτρινο χρώμα των λουλουδιών της κολοκυθιάς που πλημμύριζε τα πρωινά τους κήπους και σιγά – σιγά από το κάμα της ημέρας μέχρι λίγο πριν το μεσημέρι έσβηνε για να ανατείλει πάλι το επόμενο πρωί φρέσκο – φρέσκο και προκλητικό για τις μέλισσες αλλά και για όποια νοικοκυρά ήθελε να φτιάξει ωραίους κολοκυνθοανθούς.

Έτσι μέρα παρά μέρα η μάνα μου μάζευε σε ένα κόσκινο για να μην πληγώνονται τα ωραία λουλούδια και με απλά υλικά (ρύζι, κρεμμύδι, μαϊντανό, ντομάτα) έφτιαχνε νοστιμότατο φαγητό το οποίο ποτέ δεν επαρκούσε γιατί όλοι περνούσαν από την κατσαρόλα και μέχρι να κρυώσει λιγάκι την είχαν φτάσει ως τη μέση. Το ίδιο επαναλαμβάνονταν πολλές ημέρες ως τον Δεκαπενταύγουστο γιατί οι γεμιστοί κολοκυθοανθοί εκτός του ότι κόστιζαν μόνο το ρύζι, ήταν και νηστίσιμοι κι έτσι αποτρέπονταν και η αμαρτία με άλλα ωραία φαγητά.

Ήταν μια εξαιρετική στιγμή θυμάμαι όταν η μάνα μου η κυρά Κούλα και κατόπιν οι αδερφές μου έφερναν το γεμάτο κόσκινο στην κουζίνα η οποία γέμιζε φως με τα λουλούδια της κολοκυθιάς και καμιά φορά και μέλισσες που είχαν ναρκωθεί στο εσωτερικό τους από την πρωινή δροσιά.

Τις κολοκυθιές η μάνα μου δεν τις φρόντιζε περισσότερα από τα άλλα είδη του κήπου της αλλά αυτές κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με λίγο νερό ακόμη τρελαίνονταν στην ανθοφορία. Αντιθέτως, φρόντιζε και μάλιστα με ένα ευλαβικό τρόπο τις ορτανσίες της και καμάρωνε που άκουγε να λένε σε όλο το χωριό πως είχε τις καλύτερες και τις μεγαλύτερες.

Είχε ένα τρόπο και λίγα μυστικά νομίζω που κατάφερνε να τις κάνει να πλημμυρίζουν κι αυτές λουλούδια σε όλες τις αποχρώσεις του λιλά το οποίο ήταν και το δεύτερο χρώμα, σαφώς πιο εμβληματικό από το κίτρινο των κολοκυθιών που μου άρεσε και το συνδύαζα πάντα με τον Αύγουστο. Θεωρούσα μάλιστα πως αυτός ο ωραίος μήνας άρχιζε να αποχωρεί από τις αρχές κιόλας του τρίτου δεκαημέρου του καθώς έβλεπα να αρχίζουν να μαραίνονται τα λουλούδια από τις ορτανσίες και να ατονεί η ανθοφορία των κολοκυθιών.

Μου έχουν μείνει αυτά τα χρώματα και πάντα φροντίζω κάθε Αύγουστο να ανανεώνω λίγο αυτή τη σχέση με την αυλή και τους κήπους της μάνας μου και καμιά φορά και όταν φυσικά την πείσω πως έχει φωτογένεια και «βγαίνει» καλά στις φωτογραφίες τη σκηνοθετώ με τα χρώματα που μου γέμιζαν το μάτι και την ψυχή τα καλοκαίρια στο χωριό…