Ανάμεσα στις αμέτρητες εικόνες που μας άφησαν οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ημερών, υπήρχε μία που στάθηκε για λίγο περισσότερο στο βλέμμα μου. Δεν έδειχνε φλόγες ούτε καμένα σπίτια. Έδειχνε τη Διοικήτρια του Αστυνομικού Τμήματος Μάνδρας να τρέχει κρατώντας στην αγκαλιά της μια κατσίκα που μόλις είχε βγάλει από μια φλεγόμενη εγκατάσταση.
Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε από την επίσημη σελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας, μαζί με πολλές ακόμη εικόνες που προβάλλουν τη συμμετοχή ανδρών και γυναικών του Σώματος στη μάχη με τις φωτιές. Όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε πολλά σχόλια και συζητήσεις. Δεν είναι όμως αυτά που με ενδιαφέρουν.
Στη φωτογραφία εγώ δεν είδα μόνο τη Διοικήτρια του Αστυνομικού Τμήματος. Είδα μια γυναίκα που κουβαλούσε μέσα της μια μνήμη αιώνων της ελληνικής υπαίθρου. Είδα έναν τρόπο να κρατάς ένα ζώο που δεν μαθαίνεται σε καμιά σχολή. Δεν το σήκωνε σαν βάρος ούτε σαν αντικείμενο που έπρεπε απλώς να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο. Το κρατούσε σφιχτά πάνω στο στήθος της, όπως κρατά κανείς ένα παιδί που φοβάται. Και η κατσίκα, μέσα στον πανικό της φωτιάς, είχε αφεθεί στα χέρια της.
Αυτή η εικόνα μου θύμισε αμέσως τις γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου που γνώρισα ή άκουσα γι’ αυτές. Τις μανάδες και τις γιαγιάδες μας που έζησαν δίπλα στα ζώα, τα φρόντισαν, τα μεγάλωσαν και τα αγάπησαν όχι μόνο γιατί αποτελούσαν περιουσία, αλλά γιατί ήταν μέρος της καθημερινής ζωής και της οικογένειας.
Την ίδια εικόνα έχω δει στην πραγματικότητα και φαντάζομαι πως πολλοί ακόμη που μεγάλωσαν στην ελληνική ύπαιθρο θα θυμούνται παρόμοιες στιγμές.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μάνα μου να έχει πάρει αγκαλιά, σχεδόν όπως η αστυνομικός της φωτογραφίας, μια κατσίκα για να την βγάλει από ένα ρέμα που είχε φουσκώσει από ξαφνική νεροποντή. Η κατσίκα λεγόταν Φλώρα, γιατί ήταν κατάλευκη. Το νερό την είχε παγιδεύσει σε ένα επικίνδυνο σημείο. Επικίνδυνο ήταν και για τη μάνα μου. Κι όμως, δεν δίστασε ούτε στιγμή. Μπήκε μέσα στο ορμητικό νερό, την πήρε αγκαλιά και την μετέφερε σε ασφαλές μέρος.
Ήμουν πολύ μικρός. Δεν μπορούσα να βοηθήσω. Την παρακολουθούσα με φόβο αλλά και με θαυμασμό. Όταν όλα τελείωσαν, η μάνα μου κάθισε μούσκεμα κάτω από ένα δέντρο να πάρει μια ανάσα. Και η Φλώρα πήγε σιγά σιγά και στάθηκε δίπλα της. Δεν ξέρω αν τα ζώα γνωρίζουν την ευγνωμοσύνη όπως την εννοούμε εμείς οι άνθρωποι. Ξέρω όμως ότι εκείνη την ημέρα δεν την άφησε ούτε στιγμή μόνη της.
Τέτοιες σκηνές έβλεπα συχνά και από άλλους συγχωριανούς μου. Βέβαια, τα ζώα ήταν και περιουσία. Όμως αυτό από μόνο του δεν εξηγεί τέτοιες πράξεις. Όποιος μεγάλωσε στο χωριό γνωρίζει πως μια κατσίκα, ένα πρόβατο, ένα μουλάρι ή ένα βόδι αποκτούσαν όνομα, χαρακτήρα και τη δική τους θέση μέσα στην οικογένεια. Δεν ήταν απλώς ζώα. Ήταν σύντροφοι μιας ολόκληρης ζωής.
Δεν γνωρίζω την κυρία Διοικήτρια. Αν τη συναντούσα όμως, θα της έσφιγγα το χέρι. Όχι μόνο γιατί έσωσε μια κατσίκα μέσα στη φωτιά. Αλλά γιατί, χωρίς ίσως να το γνωρίζει, μας θύμισε κάτι που κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε: πως ο πολιτισμός ενός τόπου δεν φαίνεται μόνο από τον τρόπο που προστατεύει τους ανθρώπους του, αλλά και από τον τρόπο που φέρεται στα πιο ανυπεράσπιστα πλάσματά του.
Κρατώντας εκείνη την κατσίκα στην αγκαλιά της σαν να κρατούσε ένα παιδί, τίμησε –ίσως χωρίς να το επιδιώξει– μια ατέλειωτη αλυσίδα γυναικών και ανδρών της ελληνικής υπαίθρου που δεν εγκατέλειπαν ποτέ τα ζώα τους όταν έρχονταν η φωτιά, η πλημμύρα ή το χιόνι.
Κυρία Διοικήτρια, να είστε καλά.
Και σας ευχαριστούμε όχι μόνο για τη διάσωση μιας κατσίκας, αλλά γιατί, μέσα στον καπνό και στις στάχτες, μας θυμίσατε μια παλιά Ελλάδα που δεν μετρούσε την αξία της ζωής με το είδος της.
Πηγή φωτογραφίας: Ελληνική Αστυνομία
02082026
