Google+ Badge

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

ΤΟ ΠΟΥΛΑΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΤΟΥ


Εκεί καμιά φορά που δεν το περιμένω, προβάλλουν συνήθως μπροστά μου οι πιο όμορφες στιγμές στην ελληνική ύπαιθρο κι εκεί πάντα δοκιμάζεται η ετοιμότητά μου να φωτογραφήσω το γεγονός. Γι’ αυτό δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις που χάνονται ως ποτέ να μην υπήρξαν πολλά ωραία πράγματα αλλά πολλές άλλες στιγμές προλαβαίνω να τις «παγώσω» με στόχο πάντα να τις συνοδέψω με ένα κείμενο που είτε δημοσιεύεται σε κάποιο από τα περιοδικά και τις εφημερίδες που συνεργάζομαι ή να το μοιραστώ μαζί σας μέσα από το διαδίκτυο, κάτι που με ευχαριστεί πολύ και πιστεύω πως αρέσει και σε σας.

Έτσι έγινε και προχθές λίγο έξω από τη Σπερχειάδα που το νου μας απασχολούσαν άλλα πράγματα και η Άντζελα δεν έβλεπε την ώρα να φτάσουμε στα Λουτρά Υπάτης να κάνουμε μια στάση για να πάρουμε ανάσα και να πιούμε καφέ με αληθινούς φίλους από εκεί. Εγώ όπως πάντα με το δεξί μάτι σάρωνα τον τόπο έξω από το παράθυρο και με το αριστερό παρακολουθούσα έναν άθλιο δρόμο χωρίς σωστή σήμανση και άλλες πολυτέλειες. Κι εκεί λοιπόν, βλέπω κάτω από μια τεράστια ανθισμένη κουτσουπιά μια σπάνια σκηνή για την Ελλάδα: Το πουλαράκι δεμένο με μια τριχιά από τον κορμό της κουτσουπιάς τόσο που να μην φτάνει και ενοχλεί με τη λαιμαργία του τη φοράδα η οποία κι αυτή επίσης ήταν δεμένη και βοσκούσε. Το πουλαράκι μάζευε δύναμη να τρέξει κοντά στη φοράδα αλλά άμαθο ακόμη από δεσμά μόλις νόμιζε πως έφτανε στη μητέρα του, απότομα το σκοινί το συγκρατούσε. Επειδή φαίνεται πως δεν γνωρίζει ακόμη τι είναι αυτή η δύναμη που το εμποδίζει γυρνούσε λίγο προς τα πίσω, έπαιρνε φόρα και ξεκινούσε πάλι να πλησιάσει τη φοράδα. Στα λίγα λεπτά που το παρακολουθούσαμε πρέπει να έκανε τρεις φορές την απόπειρα και πάντα αποτύγχανε. Την τελευταία φορά το είδαμε να απομακρύνεται απογοητευμένο προς τη βρύση που ήταν μέσα στην ακτίνα του τεντωμένου σκοινιού και να δείχνει πως λουφάζει. Τι απόγινε, δεν ξέρουμε γιατί μας καλούσε ο προορισμός μας και η επιστροφή στην Αθήνα θα ήταν λόγω επιστροφής των εξοδούχων προβληματική.

Το βέβαιο είναι πως το πουλαράκι θα χτυπιόνταν και θα ξαναχτυπιόνταν πολλές φορές να φτάσει τη μητέρα του, της οποίας ως αρμόζει η στάση της απέναντι στο βλαστάρι της ήταν αυστηρή και στο τέλος αποκαμωμένο θα παραιτούνταν από την προσπάθεια. Μόνο όταν θα έρχονταν η στιγμή που ο νοικοκύρης τους θα έκρινε πως πρέπει να λυθεί, τότε θα μπορούσε να πλησιάσει για λίγο τη μητέρα του, να θηλάσει και μετά πάλι θα υποχρεώνονταν να κινείται το υπόλοιπο της ημέρας μέσα στην ακτίνα του σκοινιού του που στο εξής, θα αποτελούσε κομμάτι της ζωής του και θα αποδεσμευτεί δε μόνο όταν μετά πολλά χρόνια και άπειρα φορτία κλείσει τον κύκλο της ζωής. Κανένα σκοινί τότε δεν θα είναι ικανό να το περιορίσει στην ακτίνα των δεσμών που βάζει ο νοικοκύρης σε ότι εξουσιάζει κι έστω για λίγο πριν το θάνατό του, σακατεμένο και άχρηστο για φόρτωμα, γευτεί λίγες στιγμές από την ελευθερία που δεν γνώρισε ποτέ στην άχαρη ζωή του υποζυγίου που πέρασε...