Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΩΤ ΜΕ SMARTPHONE ΣΤΟ CRANS MONTANA

 



Τη στιγμή που ξέσπασε η φωτιά στο Crans Montana, δεν επικράτησε πανικός και προσπάθεια διαφυγής. Επικράτησε συνέχεια παραμονής στον φλεγόμενο χώρο.

Οι εικόνες δείχνουν ανθρώπους να σηκώνουν κινητά, να γελούν, να κρατούν μπουκάλια σαμπάνιας με αναμμένα πυροτεχνήματα. Ο καπνός έχει ήδη κατέβει, το ταβάνι καίγεται, η έξοδος είναι κοντά. Κι όμως, κάποιοι σταματούν. Όχι για να βοηθήσουν. Όχι για να φύγουν. Αλλά για να τραβήξουν μια φωτογραφία.

Δεν είναι άγνοια κινδύνου. Είναι μια παύση ανάμεσα στο «συμβαίνει» και στο «φεύγουμε». Ένα δευτερόλεπτο όπου η ζωή μπαίνει σε αναμονή, μέχρι να δημιουργηθεί η εικόνα. Για ποιον τραβιέται αυτή η φωτογραφία;
Ποιος πρέπει να τη δει; Κανένας δεν ξέρει, ούτε αυτός που την τραβάει. Η ανάγκη να αποδείξει κάποιος – κάποια ότι ήταν εκεί μοιάζει ισχυρότερη από την ανάγκη να σωθούν. Σαν να μην αρκεί να ζήσουν — πρέπει να φανούν. Σαν να μην υπάρχει γεγονός αν δεν καταγραφεί.

Γι’ αυτό η σκηνή θυμίζει τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Όχι ως τιμωρία, αλλά ως αποκάλυψη. Το γλέντι δεν διακόπτεται. Η φωτιά δεν λειτουργεί ως όριο και δεν δίνει σήμα κινδύνου. Γίνεται φόντο. Σκηνικό που πρέπει να καταγραφεί .

Το έχουμε δει κι αλλού. Σε φωτιές, σε τροχαία, σε καβγάδες, σε ανθρώπους που καταρρέουν στον δρόμο. Το πρώτο χέρι που σηκώνεται δεν είναι για βοήθεια. Είναι για την κάμερα. Δεν είναι πάντα κακία. Είναι συνήθεια. Η αίσθηση ότι αν δεν καταγράψεις, χάνεται κάτι. Ότι αν δεν φανεί, δεν έχει συμβεί.

Έτσι, ακόμη και μπροστά στον κίνδυνο, το κινητό προηγείται. Η εικόνα έρχεται πριν από την πράξη. Η μαρτυρία πριν από την ευθύνη. Η τραγωδία στο Crans Montana δεν είναι μόνο η φωτιά. Είναι ότι, ενώ καιγόταν ο χώρος, τίποτα δεν σταμάτησε το θέαμα.

Η γυναίκα του Λωτ κοίταξε πίσω και χάθηκε. Εμείς κοιτάμε μπροστά — στην οθόνη. Μέχρι να έρθει η φωτιά και μας λαμπαδιάσει μαζί με το κινητό στα χέρια…

ΑΘΗΝΑ, 03012026

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

ENA BOYNO ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ATENIZEI TO ΑΠΕΙΡΟ…

 


Στον Τυμφρηστό (Βελούχι), υψώνεται προς την πλευρά της Φθιώτιδας μια χαμηλή κορυφή που ονομάζεται Κουμπί. Ο χρόνος και η διάβρωση έχουν διαμορφώσει την ανατολική της όψη σε ένα πρόσωπο, που —λόγω προσανατολισμού— μοιάζει να κοιτά το άπειρο. Κάποιοι ντόπιοι την αποκαλούν «Φιλόσοφο».

Κάτω ακριβώς από αυτή την κορυφή πηγάζει ο ποταμός Σπερχειός, από την πηγή Γκούρα, κοντά στο χωριό Μαυρίλο. Στην Ιλιάδα, ο ποταμός συνδέεται άμεσα με τον Αχιλλέα: ο πατέρας του, Πηλέας, είχε τάξει στον Σπερχειό τα μαλλιά του γιου του, αν επέστρεφε ζωντανός από την Τροία. Ο Αχιλλέας δεν γύρισε ποτέ. Τα μαλλιά του κόπηκαν στην Τροία προς τιμήν του Πατρόκλου — προσφορά στον ίδιο ποταμό.

Ένα βουνό με πρόσωπο που ατενίζει το σύμπαν.
Ένας ποταμός δεμένος με όρκο, απώλεια και μνήμη.
Και ένας τόπος όπου η γεωλογία και ο μύθος δεν εξηγούν· απλώς στέκουν.

ΑΘΗΝΑ, 31122025

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΦΥΝΤΑΝΙΔΗ

 


και γιατί μια νέα «Ελευθεροτυπία» δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό

Κλείνουν σήμερα έντεκα χρόνια από τον θάνατο του Σεραφείμ Φυντανίδη, του ιστορικού διευθυντή της «Ελευθεροτυπίας». Έναν άνθρωπο στον οποίο οφείλω πολλά στη δημοσιογραφία. Τα χρόνια που βρέθηκα κοντά του μου έμειναν αξέχαστα και όσα έμαθα από εκείνον πολύτιμα.

Η θύμησή του έρχεται σε μια εποχή που οι εφημερίδες έχουν περάσει στα μονόστηλα της δημόσιας και κοινωνικής μας ζωής. Για μένα —και για πολλούς άλλους συναδέλφους— είναι τουλάχιστον παρηγορητική. Ζήσαμε και δουλέψαμε σε εφημερίδες την εποχή των μεγάλων εκδοτών, των μεγάλων διευθυντών και των μεγάλων δημοσιογράφων.

Εδώ και καιρό είχα στο νου μου να γράψω για τη μνήμη του Σεραφείμ Φυντανίδη σε συνδυασμό με όσα ακούγονται για τη νέα «Ελευθεροτυπία». Όχι από νοσταλγία, αλλά γιατί κάθε επανέκδοση ενός ιστορικού τίτλου είναι και μια δοκιμασία μνήμης. Με ρωτούσαν όταν πρωτοακούστηκε το ενδεχόμενο επανέκδοσης αν θα συμμετείχα σε αυτό το νέο ξεκίνημα. Δεν μπορούσα να απαντήσω, δεν είχα καμιά πρόταση. Δεν γνώριζα τι σχεδιαζόταν, ούτε τι είχε στο μυαλό του ο εκδότης και οι συνεργάτες του.

Στην ίδια κουβέντα ερχόταν σχεδόν πάντα και η ερώτηση — κυρίως από νεότερους συναδέλφους: «Τι ήταν η “Ελευθεροτυπία”; Πώς λειτουργούσε; Πώς τη διηύθυνε ο Φυντανίδης;»

Εκεί είχα απάντηση.

Η «Ελευθεροτυπία» ήταν σαν μια μεγάλη ορχήστρα. Ο καθένας μας ήξερε να «παίζει» χάρη στην προσωπική του τέχνη και εμπειρία, χωρίς να του το υπαγορεύει κανείς. Και ο Φυντανίδης ήταν ένας εξαιρετικός μαέστρος. Τίποτα περισσότερο — αλλά και τίποτα λιγότερο. Εκεί βρισκόταν όλο το μυστικό της.

Η επιτυχία μιας νέας «Ελευθεροτυπίας» δεν θα κριθεί από το όνομα, το κεφάλαιο ή την τεχνολογία. Θα κριθεί μόνο αν τολμήσει να εμπιστευτεί ξανά τους ανθρώπους της. Αν καταλάβει ότι η ελευθεροτυπία δεν είναι brand, αλλά τρόπος δουλειάς. Όπως ακριβώς το δίδαξε, στην πράξη και όχι στα λόγια, ο Σεραφείμ Φυντανίδης.

Για όσους δουλέψαμε κοντά του, ο Σεραφείμ Φυντανίδης δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος διευθυντής. Ήταν καθημερινή πράξη, βλέμμα αυστηρό και ταυτόχρονα προστατευτικό, μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι η δημοσιογραφία μαθαίνεται τη νύχτα, στο κλείσιμο, στην ευθύνη της τελευταίας λέξης.

Αν κάτι αξίζει να σωθεί από την ιστορία της «Ελευθεροτυπίας», δεν είναι το όνομα ούτε ο μύθος της. Είναι αυτό το ήθος δουλειάς. Και αυτό, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, δεν επανεκδίδεται — μόνο κληρονομείται.

ΑΘΗΝΑ, 26122025

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ…


Η κυρά Κούλα είναι από τις λίγες ακόμη γυναίκες που η ζωή τους κυλάει ακόμη στον τόπο που γεννήθηκαν και οπωσδήποτε από τις τελευταίες που θα μπορούσαν να εορτάσουν την ημέρα των Χριστουγέννων όπως παλιά και όχι ως εικονική πραγματικότητα, όπως έχει επικρατήσει ακόμα και στο μικρότερο χωριό της ελληνικής ενδοχώρας. Λέμε αν μπορούσαν, και πρέπει να διευκρινίσουμε πως αυτή η δυνατότητα δεν σχετίζεται με την υγεία ή το βάρος που αθροίζουν τα χρόνια στην πλάτη τους αλλά με το περιβάλλον που ζουν ως εξόριστες ενός όχι και τόσου μακρινού παρελθόντος.

Το κυριότερο στην περίπτωση είναι ότι η εποχή της νεότητας και της ακμής για την κυρά Κούλα και τις ομήλικές της έχει παρέλθει προ πολλού ενώ η πορεία τους έγινε μέσα σε τοπία διαδοχικών αλλαγών που σημάδεψαν την κοινωνία στο σύνολό της και βεβαίως επηρέασαν αρκετά και τον βιότοπο της ιθαγένειάς τους. Βεβαίως και υπήρχε στο μυαλό τους η εντύπωση πως στον κόσμο τους τίποτα δεν θα άλλαζε, αλλά η κλασική αυστηρότητα εκείνων των κοινωνιών υποχώρησε πολύ εύκολα μπροστά στους νεωτερισμούς και η παραδοσιακή λιτότητα δεν μπόρεσε να επιβιώσει στη ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς.

Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά κανένας μπροστά στην επερχόμενη «ανάπτυξη» κι όσοι επιχείρησαν να αντισταθούν περιθωριοποιήθηκαν και εν τέλει παραμερίστηκαν. Ελάχιστοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν κάποια σοβαρά στοιχεία της έκφρασης του παλαιού κόσμου χωρίς να τα νοθεύσουν και να τα φέρνουν με την πρώτη ευκαιρία αβίαστα στην επιφάνεια. Όχι βέβαια για να προκαλέσουν το δημόσιο ενδιαφέρον, όπως από πολλούς εκλαμβάνεται και προβάλλεται επιδερμικά από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, αλλά για να διδάξουν τον ξεχασμένο λόγο της μέσα πατρίδας και να μεταφέρουν, άδηλα μεν αλλά με το ήθος του σπορέως, τη γνώση μιας άλλης εποχής σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονται.

Επί του προκειμένου, η κυρά Κούλα ασφαλώς και διαθέτει στην κουζίνα της ηλεκτρικές συσκευές, αλλά για να ξεχωρίσει τις ημέρες — έτσι είχε μάθει κι έτσι έκανε πάντα — ψήνει την πίττα των Χριστουγέννων στο φούρνο της αυλής που τον καίει με ξερά κλαδιά. Όχι επειδή έχει ακούσει ή διαβάσει πως έτσι γίνεται νοστιμότερη, αλλά για να μην αφήσει, όσο περνάει από τα χέρια της, ένα κενό ακόμη στο παραδοσιακό τυπικό της εορταστικής ημέρας, το οποίο έχει διαβρωθεί από ένα σωρό ετερόκλητα καταναλωτικά στοιχεία που δεν συνάδουν με τη διαχρονική στάση της ως προς τη ζωή και τις χαρές της.

Έτσι η πίτα με πράσα από τον κήπο της, τυρί και βούτυρο από τις κατσίκες της και φύλλα ανοιγμένα ακόμη από τα χέρια της είναι το τελευταίο στοιχείο άμυνάς της σε έναν κόσμο που η νοστιμιά του έχει πάρει άλλους δρόμους, και γι’ αυτό το πιάτο με την πρασόπιττα ξεχωρίζει κάθε φορά στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της οικογένειας.

Επιπλέον, ένα άλλο στοιχείο που ευχαριστεί τη μάνα μου αλλά και άλλες γυναίκες που έχω γνωρίσει στην επαρχία είναι ότι, σαν ψήνει οτιδήποτε στο φούρνο της, το μαθαίνει από τη μυρωδιά όλη η γειτονιά και αναπτύσσεται διάλογος σχετικά με την πορεία του ψησίματος. Διάλογος που πάντα έχει ως αποτέλεσμα το μισό από το περιεχόμενο του ταψιού να πάει ως φίλεμα στις γειτόνισσες να δοκιμάσουν κι αυτές από την πίτα της. Η απάντησή τους σε αυτή την προσφορά είναι πάντα ένα άλλο πιάτο, κι έτσι πάει λέγοντας μέχρι που να καπνίσει πάλι ο επόμενος φούρνος και ένα πιάτο με πίτα να κάνει ξανά τον γύρο της γειτονιάς…

Μεγάλη Κάψη - Κάποια Χριστούγεννα του περασμένου αιώνα


Υστερόγραφο

Το κείμενο αυτό γράφτηκε όταν η μάνα μου ήταν ακόμη ακμαία, είχε τον κήπο της, το μικρό κοπάδι της, τις κότες της και τον φούρνο της αυλής να καίει κάθε για το ψωμί του σπιτιού και τα φαγητά της. Όλα τα υλικά της πίτας ήταν δικά της, από τη γη και τα ζώα της, και ο φούρνος δοκιμασμένος από χρόνια χρήσης.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο φούρνος έσβησε σιγά-σιγά και παροπλίστηκε. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Η μάνα μου πέθανε πέρσι και μαζί της έπαψε οριστικά εκείνη η πράξη που τότε μου φαινόταν απλή και αυτονόητη και που σήμερα ξέρω πως ήταν μια ιερουργία για την κάθε μέρα, είτε αυτή ήταν μικρή ή μεγάλη.

Μάνα, τότε δεν ήξερα τι ακριβώς έβλεπα. Σήμερα καταλαβαίνω πως εκείνη η πίτα, ο φούρνος και το μοίρασμα δεν ήταν μόνο γεύση και συνήθεια, αλλά ένας τρόπος να μένει ο κόσμος στη θέση του. Ό,τι απέμεινε από τον κόσμο σου υπάρχει πια μόνο στη μνήμη και σε αυτές τις γραμμές.

ΑΘΗΝΑ 25122025


Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

ΌΣΑ ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΙ ΑΚΟΥΜΠΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

 


Ο χειμώνας στη φύση δεν είναι παύση, αλλά δοκιμασία προσαρμογής. Δεν χαρίζεται· απαιτεί οικονομία κινήσεων, ακρίβεια, γνώση του χρόνου. Όσα ζουν μέσα του δεν τον πολεμούν — τον διαβάζουν. Μαθαίνουν πώς να κινούνται λιγότερο, πώς να περιμένουν περισσότερο, πώς να διακρίνουν το ουσιώδες μέσα στη στέρηση.

Η αλεπού κουλουριάζεται στο χιόνι και περιορίζει τις απώλειες. Σώμα και ουρά γίνονται ένας μικρός θερμικός κύκλος, μια μορφή μνήμης του σώματος απέναντι στο κρύο. Δεν υπάρχει εδώ άνεση, μόνο ακρίβεια. Κι όταν η ανάγκη το ζητήσει, στέκεται ακίνητη, ακούει κάτω από τη σιωπή του χιονιού, εκεί όπου η ζωή εξακολουθεί να κινείται αόρατη. Ένα άλμα αρκεί. Το χιόνι ανοίγει, όχι ως εμπόδιο αλλά ως πεδίο, όχι ως κενό αλλά ως κάλυμμα.

Ο χειμώνας θυμίζει ότι η επιβίωση δεν είναι ζήτημα δύναμης ή κυριαρχίας, αλλά σχέσης με το περιβάλλον. Είναι η ικανότητα να γνωρίζεις τα όρια του τόπου και του σώματος, να σέβεσαι τον ρυθμό των πραγμάτων, να ζεις χωρίς να εξαντλείς.

Ίσως γι’ αυτό ο χειμώνας έχει τόση σιωπή. Όχι επειδή λείπει η ζωή, αλλά επειδή μιλά χαμηλά. Και μόνο όποιος μαθαίνει να ακούει μπορεί να την ακολουθήσει.

Κι έτσι, ακουμπώντας το χιόνι, μαθαίνεται ένας άλλος τρόπος να είσαι ζωντανός.

 📷 Photo by Jim Peaco / NPS - U.S. Department of the Interior

ΑΘΗΝΑ, 17122025 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Η ευρωπαϊκή αγριόγατα (Felis silvestris) ξεχωρίζει από το συμπαγές σώμα, το πυκνό τρίχωμα και την παχιά ουρά με τους χαρακτηριστικούς σκούρους δακτυλίους και το στρογγυλεμένο άκρο — σημάδια που τη διαχωρίζουν καθαρά από τις οικόσιτες γάτες.



Δεν υπάρχει περίπτωση όποιος περπατά στα χωράφια, στο δάσος και γενικότερα στο ύπαιθρο να μη βρεθεί, έστω και μία φορά, μπροστά σε ένα πλάσμα που θα τον συγκινήσει. Να σταματήσει, να το θαυμάσει και —αν προλάβει— να το φωτογραφίσει. Εκείνη τη στιγμή, η χαρά δεν μένει μόνο σε αυτόν· μοιράζεται και με όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να βρίσκονται συχνά στη φύση ή την τύχη να ζήσουν μια τέτοια συνάντηση στον δρόμο τους.

Κάθε πλάσμα εκεί έξω έχει τον δικό του τρόπο να υπάρχει και να κινείται στον κόσμο και, πάνω απ’ όλα, απαιτεί τον σεβασμό εκείνου που το αντικρίζει. Όλα είναι μοναδικά, όμως υπάρχουν στιγμές και συναντήσεις που ξεχωρίζουν — είτε λόγω ομορφιάς, είτε λόγω σπανιότητας, είτε απλώς λόγω της σιωπηλής έντασης που κουβαλούν.

Μια τέτοια συνάντηση έζησε πριν από λίγες ημέρες ο καλός φίλος και εξαίρετος φωτογράφος από την Εορδαία, Δημήτρης Καλλιακούδας. Άνθρωπος βαθιά εξοικειωμένος με τη φύση και τα στοιχεία της, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια αγριόγατα (Felis silvestris) και έμεινε —όπως λέει— άφωνος.

Το βλέμμα της αγριόγατας δεν είναι ούτε φοβισμένο ούτε επιθετικό· είναι ερευνητικό. Μια σύντομη, σιωπηλή συνάντηση δύο κόσμων που συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, αρκεί να υπάρχει σεβασμός και απόσταση.



Δεν έμεινε όμως ακίνητος μόνο εκείνος. Ακίνητη έμεινε και η αγριόγατα, κοιτάζοντάς τον με έναν τρόπο που δεν θύμιζε ούτε φόβο ούτε επιθετικότητα. Σαν δύο πλάσματα που μοιράζονται ισότιμα τον ίδιο χώρο, αντάλλαξαν για λίγες στιγμές ένα βλέμμα που έμοιαζε σχεδόν με διάλογο. Έτσι προέκυψε μια εξαιρετική σειρά φωτογραφιών, με την αγριόγατα να στέκεται, να βαδίζει αργά μπροστά στον φακό και τελικά να απομακρύνεται προς τα ενδότερα του δάσους με ένα αρχοντικό, ήρεμο βήμα.

Ο Δημήτρης μοιράστηκε αυτή την εμπειρία μέσα από τις φωτογραφίες του και χάρη σε αυτές χαρήκαμε κι εμείς το πανέμορφο αγρίμι που εξακολουθεί να στολίζει τα δάση μας, συχνά αόρατο και σιωπηλό. Κοιτάζοντας τα καρέ για ώρα, δύσκολα δεν αισθάνεται κανείς ευγνωμοσύνη για την παρουσία τέτοιων πλασμάτων γύρω μας.

Πλάσματα που χρειάζονται την προσοχή και την έγνοια μας. Γιατί χωρίς αυτά, ο κόσμος θα ήταν φτωχότερος — και σίγουρα πολύ πιο αδιάφορος.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Η ευρωπαϊκή αγριόγατα (Felis silvestris) αποτελεί αυστηρά προστατευόμενο είδος στην Ελλάδα. Ζει κυρίως σε δασικές και ημιορεινές περιοχές, αποφεύγει τον άνθρωπο και η παρουσία της θεωρείται ένδειξη υγιών οικοσυστημάτων. Οι σπάνιες οπτικές συναντήσεις μαζί της είναι πολύτιμες, ακριβώς επειδή βασίζονται στη διακριτική συνύπαρξη και τον σεβασμό του χώρου της.

ΑΘΗΝΑ, 16122025 

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΟΡΩ

 

Άγιος Παντελεήμονας: Ο λόφος απ’ όπου ξεκινά η ιστορία του χωριού.
Η εκκλησία στην κορυφή, αθέατη στο χιόνι.

 

Από τα δάση του Κόνκορντ στις πλαγιές του Τυμφρηστού

«Η θαυμαστή καθαρότητα της φύσης αυτή την εποχή είναι ένα από τα πιο ευχάριστα γεγονότα. Κάθε σάπιο κούτσουρο, κάθε πέτρα σκεπασμένη με βρύα, κάθε φράχτης και τα νεκρά φύλλα του φθινοπώρου, όλα κρύβονται κάτω από ένα καθαρό τραπεζομάντιλο χιονιού. Τον χειμώνα η φύση συγχέει τις θερινές της διακρίσεις. Ο ουρανός φαίνεται να πλησιάζει τη γη.»
— Henry D. Thoreau, A Winter Walk (1843)

Στο A Winter Walk, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ προσεγγίζει τον χειμώνα όχι ως έλλειψη, αλλά ως κατάσταση αποκάλυψης. Το χιόνι δεν καταργεί τη φθορά· τη σκεπάζει και, σκεπάζοντάς την, την εξισώνει. Μέσα σε αυτή την εξίσωση, οι διακρίσεις των άλλων εποχών παύουν να έχουν σημασία και το τοπίο αποκτά ενότητα.

Ο χειμώνας, στον Θορώ, είναι η στιγμή όπου τα στοιχεία παύουν να κρατούν αποστάσεις. Ο ουρανός φαίνεται να πλησιάζει τη γη, το νερό γίνεται πάγος, η βροχή χιόνι. Η φύση δεν επιδεικνύεται· συγκεντρώνεται. Και μέσα σε αυτή τη συγκέντρωση, αναδύεται μια μορφή ζωής πιο λιτή αλλά πιο ανθεκτική — εκείνη που δεν χρειάζεται να φαίνεται για να υπάρχει.

Ο χειμωνιάτικος περίπατος δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά αναπροσανατολισμός του βλέμματος. Αφαιρείται το περιττό, περιορίζεται το φάσμα, και έτσι η αντοχή γίνεται ορατή ως θεμελιώδης ιδιότητα της ζωής.

Αυτός ο τρόπος θέασης δεν ανήκει αποκλειστικά στον τόπο του Θορώ. Μεταφέρεται. Όχι ως σχήμα, αλλά ως εμπειρία.

Στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα, από όπου ξεκινά η ιστορία του χωριού, ο χειμώνας επιτελεί ένα ανάλογο έργο. Η κορυφή υπάρχει, αλλά δεν αποκαλύπτεται πλήρως. Η εκκλησία είναι παρούσα, χωρίς να φαίνεται. Το σημείο της αρχής δεν χρειάζεται ορατότητα για να λειτουργεί. Μόνο ο δρόμος που οδηγεί στο χωριό ξεχωρίζει.

  

Στο χωράφι, τα χιόνι κρατάει όσο θα διαρκέσει τα βήματα της επίσκεψης.  



Εδώ, η σιωπή του χιονιού δεν δηλώνει απουσία, αλλά διάρκεια. Το τοπίο δεν αφηγείται· συγκρατεί. Και ο περίπατος δεν οδηγεί σε θέαμα, αλλά σε επίγνωση της σχέσης ανάμεσα στον τόπο και στον χρόνο. Ο χειμώνας, έτσι, δεν απογυμνώνει μόνο τη φύση. Απογυμνώνει και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε μέσα της.

ΑΘΗΝΑ, 16122025