Όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να συντηρούν τον εαυτό τους, να πληρώνουν το κόστος τους. Η μεγάλη τέχνη της ζωής είναι να μετατρέπεις το πλεόνασμα ζωής της ψυχής σε ζωή για το σώμα — ώστε η ζωή να μην αποδειχθεί αποτυχία. Για παράδειγμα, ένας ποιητής πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Όπως λέγεται για τους εμπόρους, σε ενενήντα εννέα περιπτώσεις στις εκατό η ζωή των ανθρώπων είναι αποτυχία και η χρεοκοπία μπορεί σχεδόν να προβλεφθεί.
Πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου αγαπώντας.
![]() |
| Μάζεμα ελιάς στην Ιταλία (1952) – Πηγή: Διαδίκτυο |
Στα ημερολόγιά του ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γράφει συχνά σαν να κρατά σημειώσεις για μια άλλη οικονομία, διαφορετική από εκείνη των εμπόρων και των τραπεζών. Δεν τον απασχολεί μόνο πώς κερδίζει κανείς τα προς το ζην, αλλά πώς μπορεί να ζήσει χωρίς να χάσει το νόημα της ζωής του.
Γι’ αυτό και η σκέψη του ξεκινά από μια φαινομενικά πρακτική αρχή: κάθε επιχείρηση πρέπει να συντηρεί τον εαυτό της. Όμως πολύ γρήγορα μετατρέπει αυτή την αρχή σε κανόνα ζωής. Ο άνθρωπος, γράφει, πρέπει να καταφέρει κάτι πολύ πιο δύσκολο: να μετατρέψει το πλεόνασμα της ψυχής του σε τροφή για το σώμα του.
Η φράση είναι χαρακτηριστική. Ο Θορώ υποθέτει ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα περίσσευμα ζωής — μια δύναμη που εκδηλώνεται ως περιέργεια, δημιουργία, στοχασμός ή αγάπη για τη φύση. Αυτό το «πλεόνασμα» είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει κανείς. Αν όμως δεν βρει τρόπο να το ενσωματώσει στη ζωή του, τότε η ζωή του καταλήγει σε μια μορφή σιωπηρής πτώχευσης.
Γι’ αυτό χρησιμοποιεί και τη μεταφορά της χρεοκοπίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, γράφει με μια δόση αυστηρότητας, ζουν σαν έμποροι που στο τέλος θα βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο. Όχι επειδή δεν εργάστηκαν, αλλά επειδή εργάστηκαν χωρίς να αγαπούν αυτό που κάνουν.
Το παράδειγμα που δίνει είναι ο ποιητής. Ένας ποιητής, λέει, πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Δεν εννοεί απλώς ότι πρέπει να ζει από τη συγγραφή. Εννοεί ότι η δημιουργία δεν μπορεί να είναι ένα μικρό καταφύγιο έξω από τη ζωή· πρέπει να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Υπάρχει βέβαια ένα μικρό παράδοξο. Ο ίδιος ο Θορώ δεν έζησε από τα βιβλία του. Για πολλά χρόνια κέρδιζε τα προς το ζην με περιστασιακές εργασίες — μετρήσεις γης, διδασκαλία, ακόμη και τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία μολυβιών στο Κόνκορντ. Όμως αυτό δεν αναιρεί το ιδεώδες που διατύπωνε. Για τον Θορώ, το ζήτημα δεν ήταν μόνο οικονομικό· ήταν υπαρξιακό.
Η πραγματική αυτάρκεια, πίστευε, δεν βρίσκεται στην κατοχή πραγμάτων αλλά στη συμφωνία ανάμεσα στη ζωή και στην αγάπη που τη στηρίζει.
Κι όμως, αυτή η σκέψη του Θορώ δεν είναι ξένη προς τη δική μας εμπειρία. Στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου υπήρξαν πάντα άνθρωποι που ζούσαν με έναν παρόμοιο τρόπο, χωρίς να το διατυπώνουν σε φιλοσοφικές φράσεις. Δεν πλούτισαν από αυτό που έκαναν· όμως το έργο τους δεν ήταν ξένο προς τη ζωή τους.
Ίσως γι’ αυτό η φράση του Θορώ ακούγεται ακόμη τόσο οικεία: γιατί περιγράφει μια παλιά σοφία που συναντά κανείς σε κάθε τόπο όπου η εργασία δεν είναι μόνο βιοπορισμός αλλά και τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.
Και τότε το ψωμί που κερδίζεις δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας δουλειάς. Είναι το ίχνος μιας αγάπης που βρήκε τρόπο να γίνει ζωή.
ΑΘΗΝΑ, 14032026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου