Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΩΜΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΩΜΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

H. D. THOREAU: ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΓΑΖΕΙΣ ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΟΥ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ

 Όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να συντηρούν τον εαυτό τους, να πληρώνουν το κόστος τους. Η μεγάλη τέχνη της ζωής είναι να μετατρέπεις το πλεόνασμα ζωής της ψυχής σε ζωή για το σώμα — ώστε η ζωή να μην αποδειχθεί αποτυχία. Για παράδειγμα, ένας ποιητής πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Όπως λέγεται για τους εμπόρους, σε ενενήντα εννέα περιπτώσεις στις εκατό η ζωή των ανθρώπων είναι αποτυχία και η χρεοκοπία μπορεί σχεδόν να προβλεφθεί.

Πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου αγαπώντας.
                    

Μάζεμα ελιάς στην Ιταλία (1952) – Πηγή: Διαδίκτυο

Στα ημερολόγιά του ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γράφει συχνά σαν να κρατά σημειώσεις για μια άλλη οικονομία, διαφορετική από εκείνη των εμπόρων και των τραπεζών. Δεν τον απασχολεί μόνο πώς κερδίζει κανείς τα προς το ζην, αλλά πώς μπορεί να ζήσει χωρίς να χάσει το νόημα της ζωής του.
Γι’ αυτό και η σκέψη του ξεκινά από μια φαινομενικά πρακτική αρχή: κάθε επιχείρηση πρέπει να συντηρεί τον εαυτό της. Όμως πολύ γρήγορα μετατρέπει αυτή την αρχή σε κανόνα ζωής. Ο άνθρωπος, γράφει, πρέπει να καταφέρει κάτι πολύ πιο δύσκολο: να μετατρέψει το πλεόνασμα της ψυχής του σε τροφή για το σώμα του.
Η φράση είναι χαρακτηριστική. Ο Θορώ υποθέτει ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα περίσσευμα ζωής — μια δύναμη που εκδηλώνεται ως περιέργεια, δημιουργία, στοχασμός ή αγάπη για τη φύση. Αυτό το «πλεόνασμα» είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει κανείς. Αν όμως δεν βρει τρόπο να το ενσωματώσει στη ζωή του, τότε η ζωή του καταλήγει σε μια μορφή σιωπηρής πτώχευσης.
Γι’ αυτό χρησιμοποιεί και τη μεταφορά της χρεοκοπίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, γράφει με μια δόση αυστηρότητας, ζουν σαν έμποροι που στο τέλος θα βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο. Όχι επειδή δεν εργάστηκαν, αλλά επειδή εργάστηκαν χωρίς να αγαπούν αυτό που κάνουν.
Το παράδειγμα που δίνει είναι ο ποιητής. Ένας ποιητής, λέει, πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Δεν εννοεί απλώς ότι πρέπει να ζει από τη συγγραφή. Εννοεί ότι η δημιουργία δεν μπορεί να είναι ένα μικρό καταφύγιο έξω από τη ζωή· πρέπει να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Υπάρχει βέβαια ένα μικρό παράδοξο. Ο ίδιος ο Θορώ δεν έζησε από τα βιβλία του. Για πολλά χρόνια κέρδιζε τα προς το ζην με περιστασιακές εργασίες — μετρήσεις γης, διδασκαλία, ακόμη και τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία μολυβιών στο Κόνκορντ. Όμως αυτό δεν αναιρεί το ιδεώδες που διατύπωνε. Για τον Θορώ, το ζήτημα δεν ήταν μόνο οικονομικό· ήταν υπαρξιακό.
Η πραγματική αυτάρκεια, πίστευε, δεν βρίσκεται στην κατοχή πραγμάτων αλλά στη συμφωνία ανάμεσα στη ζωή και στην αγάπη που τη στηρίζει.
Κι όμως, αυτή η σκέψη του Θορώ δεν είναι ξένη προς τη δική μας εμπειρία. Στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου υπήρξαν πάντα άνθρωποι που ζούσαν με έναν παρόμοιο τρόπο, χωρίς να το διατυπώνουν σε φιλοσοφικές φράσεις. Δεν πλούτισαν από αυτό που έκαναν· όμως το έργο τους δεν ήταν ξένο προς τη ζωή τους.
Ίσως γι’ αυτό η φράση του Θορώ ακούγεται ακόμη τόσο οικεία: γιατί περιγράφει μια παλιά σοφία που συναντά κανείς σε κάθε τόπο όπου η εργασία δεν είναι μόνο βιοπορισμός αλλά και τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.
Και τότε το ψωμί που κερδίζεις δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας δουλειάς. Είναι το ίχνος μιας αγάπης που βρήκε τρόπο να γίνει ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 14032026

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ



Τα παλιότερα χρόνια, όταν όλη η οικογένεια ήμασταν στο χωριό η μάνα μου ζύμωνε κάθε τρεις ημέρες ένα τεράστιο ταψί ψωμί, άναβε το φούρνο της και με αυτό πορευόμασταν. Εννοείται, πως το αλεύρι ήταν από σιτάρι από τα δικά μας χωράφια ή αγορασμένο που το πηγαίναμε στο μύλο του Τσιαχρή στον Άγιο Γεώργιο κι φυσικά ήταν διαλεγμένο σπυρί - σπυρί. Με τα χρόνια όμως, τα χέρια της μάνας μου, αν και την βοηθούσαν τακτικά οι αδερφές μου κουράστηκαν και καθώς φύγαμε κι έμεινε μόνη με τον πατέρα μου στο χωριό έπαψε σιγά - σιγά να ζυμώνει και προμηθεύεται πλέον ψωμί από τους φούρνους του Αγίου Γεωργίου ή τον φούρναρη που με αυτοκίνητο έρχεται καθημερινά στο χωριό. Συνέπεια αυτών ήταν να παραμελήσει κάπως τον φούρνο της καθώς και λόγω των ηλεκτρικών συσκευών (πλην πλυντηρίου πιάτων που δεν το θέλει με τίποτα) που διαθέτει βολεύεται με ηλεκτρική κουζίνα ή πετρογκάζ. Σε αυτή την ηλεκτρική κουζίνα λοιπόν για να μας ευχαριστήσει, καμιά φορά ψήνει πάλι μια κουλούρα ψωμί που έχει ζυμώσει με τα χέρια της. Μπορεί λοιπόν αυτό το ψωμί να μην είναι με δικό μας σιτάρι, να μην έχει ψηθεί στο φούρνο με κλαριά που κουβαλήσαμε εμείς, να μην έχει σκορπίσει τη μυρωδιά του σε όλη τη γειτονιά αλλά έχει πάντα τη δική του νοστιμιά που μόνο με τα χέρια της ξέρει να δίνει..

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24062014

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ


Τα παλιότερα χρόνια, όταν όλη η οικογένεια ήμασταν στο χωριό η μάνα μου ζύμωνε κάθε τρεις ημέρες ένα τεράστιο ταψί ψωμί, άναβε το φούρνο της και με αυτό πορευόμασταν. Εννοείται, πως το αλεύρι ήταν από σιτάρι από τα δικά μας χωράφια ή αγορασμένο που το πηγαίναμε στο μύλο του Τσιαχρή στον Άγιο Γεώργιο κι φυσικά ήταν διαλεγμένο σπυρί - σπυρί. Με τα χρόνια όμως, τα χέρια της μάνας μου, αν και την βοηθούσαν τακτικά οι αδερφές μου, κουράστηκαν και καθώς φύγαμε κι έμεινε μόνη με τον πατέρα μου στο χωριό έπαψε σιγά - σιγά να ζυμώνει και προμηθεύεται πλέον ψωμί από τον φούρνο του ξαδέλφου μας Κώστα Αντωνόπουλου στον Άγιο Γεώργιο ή τον φούρναρη που με αυτοκίνητο έρχεται καθημερινά στο χωριό. Συνέπεια αυτών ήταν να παραμελήσει κάπως τον φούρνο της καθώς και λόγω των ηλεκτρικών συσκευών (το πλυντήριο πιάτων  δεν το θέλει με τίποτα) που διαθέτει βολεύεται με ηλεκτρική κουζίνα ή πετρογκάζ. Σε αυτή την ηλεκτρική κουζίνα λοιπόν για να μας ευχαριστήσει, καμιά φορά ψήνει πάλι μια κουλούρα ψωμί που έχει ζυμώσει με τα χέρια της. Μπορεί λοιπόν αυτό το ψωμί να μην είναι με δικό μας σιτάρι, να μην έχει ψηθεί στο φούρνο με κλαριά πουκουβαλήσαμε εμείς, να μην έχει σκορπίσει τη μυρωδιά του σε όλη τη γειτονιά αλλά έχει πάντα τη δική του νοστιμιά που μόνο με τα χέρια της ξέρει να δίνει…

ΑΘΗΝΑ, 23062013/ 

ΥΓ. Ο πατέρας έφυγε τον Νοέμβριο του 2014 και η απώλεια μείωσε κατά πολύ τις δυνάμεις της μάνας μου κι έτσι, στερήθηκε και τη χαρά να ζυμώνει που και που κανένα ψωμί και έχασε ακόμη και τη διάθεση να ανοίγει φύλλο για πίτες και χρησιμοποιεί γι' αυτές, έτοιμο.
ΑΘΗΝΑ, 15052017