Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΤΟ ΜΕΛΙΧΛΩΡΟ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ…


Μια φωτογραφία του Δημήτρη Καλιακούδα από την Εορδαία μού θύμισε μια ξεχασμένη λέξη.

Η μάνα μου, η κυρά Κούλα, που εδώ και ενάμιση χρόνο αναπαύεται στη γη της μικρής πατρίδας, στο κοιμητήριο με τις αρχαίες βελανιδιές, ήταν από εκείνες τις γυναίκες που οι συνθήκες της εποχής τις άφησαν αγράμματες — δεν πήγε σχολείο· η Κατοχή κι έπειτα ο Εμφύλιος στα μέρη μας δεν άφηναν περιθώριο για κάτι τέτοιο.
Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στη ζωή της. Οι δουλειές στα χωράφια και στο σπίτι δεν ζητούσαν γραμματικές γνώσεις. Στους αριθμούς είχε βρει έναν δικό της τρόπο να λογαριάζει, για να μην την ξεγελούν στις δοσοληψίες. Να διαβάζει δεν ήξερε — κι αν ήξερε, πάλι δεν θα προλάβαινε με τόσα που είχε να κάνει κάθε μέρα. Να γράφει επίσης όχι· μόνο την υπογραφή της, «Α.Π.», κατάφερνε να απλώσει σε ένα χαρτί.
Κι άλλες γυναίκες της γενιάς της στο χωριό δεν ήξεραν γράμματα. Αυτό όμως δεν υπήρξε ποτέ περιορισμός στον λόγο τους. Ο λόγος που διέθετε η καθεμιά ήταν που τις έκανε ξεχωριστές προσωπικότητες και ισότιμα μέλη μιας κοινότητας που, στα χρόνια μετά τη δεκαετία του ’40, έστησε όρθια πάλι μια ρημαγμένη Ελλάδα
Χωρίς γραμματικές γνώσεις, η κυρά Κούλα χρησιμοποιούσε λέξεις που μου κινούσαν την περιέργεια — από πού τις είχε ακούσει και πώς τις είχε κάνει δικές της. Κάποια άνοιξη, πριν από λίγα χρόνια, την άκουσα να λέει, αγναντεύοντας το χωματόβουνο Μαυρογιάννη που υψώνεται απέναντι από το χωριό μας, πως «ανεβαίνει από το ποτάμι και απλώνεται το μελίχλωρο στις πλαγιές».
«Πώς το είπες;» τη ρώτησα ξαφνιασμένος.
«Μελίχλωρο», μου απάντησε.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Να… τα κλαδιά γεμίζουν χλωρά φυλλαράκια. Σε λίγες μέρες θα μπορούν να τα βοσκάνε οι γίδες. Τώρα δεν τα πλησιάζουν — στάζουν μέλι. Έτσι το λέω εγώ».
Ναι, η χλωρασιά στα δέντρα που στάζει μέλι πλημμύριζε σαν χνούδι το Μαυρογιάννη, κι εκείνη ένωσε δυο λέξεις για να φτιάξει μία που πραγματικά στάζει μέλι — από τη βαθιά, εκ γενετής γνώση που είχε για τον κόσμο της φύσης.
Άκουγα κι άλλες λέξεις από τη μάνα, τις άλλες γυναίκες στο χωριό και τη γιαγιά Κατερίνη, μα τότε το μυαλό μου ήταν αλλού. Πίστευα πως οι φωνές αυτές δεν θα μπορούσαν να φτάσουν εκεί όπου πήγαινα και τις προσπερνούσα.
Τώρα, που μπορώ να τις ακούω χωρίς κερί στ’ αυτιά, ξαναγυρίζουν μία-μία και με συγκινούν. Όχι σαν μνημεία του λόγου, αλλά σαν τη φωνή που είχε κάποτε ο τόπος. Και προσπαθώ να τις μαζέψω — μήπως και τις χρειαστούν οι επερχόμενοι.
Υγ. Δεν είναι μάθημα φυτολογίας, αλλά πρέπει να πω ότι μόλις άρχιζαν να φουσκώνουν τα κλαριά από τις βελανιδιές, άρχιζε να ρέει ένας χυμός που τα μαλάκωνε για να μπορέσουν να ανοίξουν τα φύλλα και ήταν γλυκός και λίγο πικρός και γι’ αυτό τον απέφευγαν τα γίδια.

ΑΘΗΝΑ, 26042026

1 σχόλιο:

  1. Ένα μικρό κείμενο για τη μνήμη, τη γλώσσα και τη σοφία των ανθρώπων που δεν έγραψαν ποτέ — αλλά μιλούσαν σαν να ήξεραν τον κόσμο από μέσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή