Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΩΣ (05/12/1942)

 

 

Η δοξολογία στο μνημείο των εκτελεσθέντων μετά τη μάχη της Χρύσως. 



Αγαπητοί συμπατριώτες

Σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μιλήσω εδώ στην ιστορική Χρύσω για ένα γεγονός που σημάδεψε το χωριό σας και την ιστορία του τόπου μας και να μοιραστώ μαζί σας την προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη των μεγάλων και μικρών γεγονότων και να περάσει στις επόμενες γενιές.  

... Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, να φτάσουμε στην τραγικές ημέρες.

Το φθινόπωρο του 1942 είναι μια από τις περιόδους κατά τις οποίες η ιστορία της Κατοχής στην ορεινή Ελλάδα αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Ενάμιση χρόνο μετά την κατάληψη της χώρας, οι Ιταλοί εξακολουθούν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Στα χαρτιά υπάρχουν ζώνες κατοχής, στρατιωτικές διοικήσεις, φρουρές στις πόλεις και έλεγχος των βασικών οδικών αξόνων. Στην πραγματικότητα όμως, στα βουνά της Ρούμελης αρχίζει να δημιουργείται μια εντελώς διαφορετική κατάσταση.

Η Ευρυτανία βρίσκεται στην καρδιά αυτής της αλλαγής. Τον Ιούνιο του 1942 η εμφάνιση του Άρη Βελουχιώτη και των πρώτων ένοπλων ανταρτών στη Δομνίστα σηματοδοτεί την παρουσία μιας οργανωμένης ένοπλης αντίστασης στην περιοχή. Στην αρχή οι ομάδες είναι μικρές και ο οπλισμός περιορισμένος. Μέσα σε λίγους μήνες όμως η παρουσία τους γίνεται αισθητή στα χωριά και στους ορεινούς δρόμους και αρχίζει να αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για τις δυνάμεις κατοχής.

Οι Ιταλοί είχαν ήδη έναν λόγο να φοβούνται την ελληνική ύπαιθρο. Μετά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού το 1941 είχαν μείνει διάσπαρτες τεράστιες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών. Οι ίδιες οι ιταλικές στρατιωτικές πηγές περιγράφουν τη συνεχή προσπάθεια συγκέντρωσης αυτού του οπλισμού και αφοπλισμού του πληθυσμού. Μέχρι το τέλος του 1942 είχαν περισυλλεγεί εκατοντάδες χιλιάδες όπλα και περισσότερα από ένα εκατομμύριο βλήματα πυροβολικού. Παρ' όλα αυτά, όπλα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στα χωριά και στα βουνά.

Καθώς μέσα στο 1942 αναπτύσσεται το αντάρτικο, αλλάζει και η αποστολή του στρατού κατοχής. Δεν αρκεί πλέον η παρουσία φρουρών στις πόλεις. Αρχίζουν οι επιχειρήσεις στην ύπαιθρο, οι έρευνες στα χωριά, οι συλλήψεις και οι εκκαθαριστικές και αντιανταρτικές επιχειρήσεις.  

Στην Ευρυτανία η νέα πραγματικότητα γίνεται φανερή στις 28 Οκτωβρίου 1942, στη μάχη του Κρίκελλου. Αντάρτες του ΕΛΑΣ συγκρούονται με ιταλική δύναμη και αποδεικνύεται πλέον ότι οι δρόμοι της ορεινής Ρούμελης δεν είναι ασφαλείς για τον στρατό κατοχής. Η ιταλική αντίδραση δείχνει συγχρόνως τι πρόκειται να ακολουθήσει: επιστροφή στο χωριό, αντίποινα εναντίον των κατοίκων, λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών.

Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα συμβαίνει το γεγονός που θα αλλάξει τις διαστάσεις της ελληνικής Αντίστασης.

Τη νύχτα της 25ης προς την 26η Νοεμβρίου 1942, αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μαζί με Βρετανούς σαμποτέρ, ανατινάζουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Η στρατιωτική σημασία της επιχείρησης ήταν μεγάλη. Ακόμη μεγαλύτερη όμως ήταν ίσως η εντύπωση που δημιούργησε: για πρώτη φορά γινόταν φανερό σε τόσο μεγάλη κλίμακα ότι οι δυνάμεις κατοχής μπορούσαν να χτυπηθούν οργανωμένα στο εσωτερικό της χώρας.

Για τους Ιταλούς αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημα των ορεινών περιοχών δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπιστεί ως δράση μερικών απομονωμένων ενόπλων. Οι δρόμοι, τα περάσματα και τα χωριά της Ρούμελης μπορούσαν να στηρίξουν ένα αντάρτικο που μεγάλωνε.

Η Ευρυτανία βρισκόταν ακριβώς μέσα σε αυτόν τον χώρο.

Οι ιταλικές στρατιωτικές πηγές μάς βοηθούν να δούμε την άλλη πλευρά της εικόνας. Στην Ελλάδα βρισκόταν μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη κατοχής, οργανωμένη σε σώματα στρατού και μεραρχίες. Στη δυτική Ελλάδα επιχειρούσε το 26ο  Σώμα Στρατού, στη δύναμη του οποίου περιλαμβάνονταν οι μεραρχίες «Casale», «Modena» και «Acqui». Τον Οκτώβριο του 1942 η συνολική ιταλική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα ανερχόταν περίπου σε 124.000 άνδρες.

Απέναντι λοιπόν στις μικρές ακόμη ομάδες των ανταρτών δεν βρισκόταν ένας αποδιοργανωμένος στρατός. Βρισκόταν ένας οργανωμένος στρατός κατοχής, ο οποίος διέθετε αριθμητική υπεροχή, βαρύ οπλισμό και δυνατότητα να κινεί μεγάλες φάλαγγες από τις πόλεις προς την ύπαιθρο.

Είχε όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: δεν μπορούσε να βρίσκεται παντού.

Τα βουνά, τα δύσβατα περάσματα, οι μεγάλες αποστάσεις και κυρίως η σχέση των ανταρτών με τους κατοίκους δημιουργούσαν μια καινούργια πραγματικότητα. Οι Ιταλοί μπορούσαν να καταλάβουν ένα χωριό. Δεν μπορούσαν όμως εύκολα να ελέγξουν ολόκληρο τον ορεινό χώρο γύρω του.

Έτσι φτάνουμε στις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου του 1942.

Μόλις λίγες ημέρες έχουν περάσει από τον Γοργοπόταμο. Έχει προηγηθεί το Κρίκελλο. Οι Ιταλοί γνωρίζουν πλέον ότι στην Ευρυτανία υπάρχουν οργανωμένες ένοπλες ομάδες και επιχειρούν να ξαναπάρουν τον έλεγχο των ορεινών διαδρομών και των χωριών.

Μία από τις ιταλικές φάλαγγες κινείται προς τη δυτική Ευρυτανία και τα Άγραφα. Στην πορεία της βρίσκεται ένα μεγάλο ορεινό χωριό, χτισμένο μέσα στη βαθιά κοιλάδα του Αγραφιώτη.

Η Χρύσω.

Εκεί, στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942, η γενική ιστορία της Κατοχής συναντά την ιστορία ενός χωριού. Και από αυτό το σημείο και πέρα η καλύτερη ιστορία δεν βρίσκεται στις στρατιωτικές αναφορές. Βρίσκεται στη μνήμη εκείνων που ήταν εκεί.

Η Χρύσω της Ευρυτανίας ήταν το πρώτο χωριό της Ηπειρωτικής Ελλάδας που γνώρισε τη μανία της καταστροφής των κατακτητών. Μα και σύγχρονα η πρώτη γωνιά της Ελληνικής γης που πέταξε από πάνω της το ζυγό του κατακτητή.

Δεν ήταν τυχαίο χωριό η Χρύσω, έτσι αποκλεισμένο, κρυφό θα έλεγα κρυμμένο κάτω από τις κορυφές των Αγράφων και προστατευόμενο από τα ποτάμια είχε μια ιδιαίτερη, αυτόνομη ζωή με ανθρώπους νοικοκυραίους που είχαν ημερώσει τον αγριότοπο με μικρά χωραφάκια, βοσκές και μονοπάτια και αυτά ήταν που τους πρόσφεραν καταφύγιο και κάποια στοιχειώδη να αντεπεξέλθουν τον πρώτο καιρό μετά την καταστροφή. Η πλήρης δε γνώση του φυσικού αναγλύφου ήταν επίσης το στοιχείο εκείνο που τους έδωσε τη δυνατότητα να απομακρυνθούν πολύ γρήγορα για να μην πέσουν στα χέρια των Ιταλών.

Από τους ανθρώπους που έζησαν εκείνες τις ημέρες την επιδρομή των Ιταλών στην Χρύσω και την Ευρυτανία γενικώς δεν νομίζω ότι είναι κανένας πλέον στη ζωή. Από τους τελευταίους ήταν ο σεβαστός δάσκαλος Χαράλαμπος Μπετχαβάς που αποχαιρετήσαμε πριν από λίγο καιρό και ο οποίος μας άφησε και ένα μικρό βιβλίο που πρέπει να διαβάζουν όλοι για να συντηρείται έτσι η μνήμη. Εμείς οι τρανότεροι μεγαλώσαμε ακούγοντας τις διηγήσεις των πρωταγωνιστών της ιστορίας αλλά και όσων την έζησαν ο καθένας με τον τρόπο του. Στο βιβλίο του ο δάσκαλος περιγράφει αυτές τις πολύτιμες για την ιστορία εμπειρίες των απλών συγχωριανών. Για τους πρωταγωνιστές αναλαμβάνει η ιστορία να καταγράψει τις πράξεις τους, για τους απλούς ανθρώπους όμως η μνήμη της κοινότητας είναι αυτή που διασώζει.

Ο δάσκαλος διασώζει κάποιες πολύ χαρακτηριστικές σκηνές, με την πιο τραγική νομίζω από του Μαρτινιάγκου από το σπίτι του κουμπάρου του Ηλία Ζαγκότση όπου είχαν βρει καταφύγιο πολλοί. «Ξημέρωσε, θα ήταν η ώρα 8 π.μ. Πήρα μια φέτα ψωμί και τυρί και δρασκελούσα το μπαλκόνι, όταν βλέπω να ξεπροβάλλει πάνω από το Μπλό ένα σύννεφο καπνού. Γυρίζω μέσα και φωνάζω: Το χωριό καίγεται! Όρμησαν τότε όλοι να δουν και ακούστηκαν κλάματα και τα ουρλιαχτά των γυναικών που μένουν ακόμα στα αυτιά μου. Οι καπνοί πύκνωναν…». 

Ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες; Μανάδες, γιαγιάδες μας ήταν που βλέποντας τους καπνούς μετρούσαν με κλάμα το βιός τους που έγινε στάχτη κι αυτές που την ανακάτεψαν μετά μη και τίποτα είχε γλυτώσει. Και είναι αυτές που βουβές έβαλαν πλάτη και μαζί με τους άντρες τους ξανάφτιαξαν το χωριό.

Ξεχωρίζω επίσης την ανάμνηση για τον παππού του που παρακολουθούσε με τα κυάλια από το Νεροπλατάνι τις κινήσεις των Ιταλών στο χωριό, και σαν είδε πως βρήκαν τα πράγματα που είχαν κρύψει στο περιβόλι του Πολυχρόνη και τα σκορπούσαν είπε στη γιαγιά: «Έλα Σάββα να χορέψουμε, εμείς τα φτιάξαμε, εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε». Αυτή η φράση επιβεβαιώνει την πίστη που είχαν οι Χρυσιώτες για τον τόπο τους.

Δεν θα αναφερθώ άλλο στο βιβλίο του Δασκάλου, παρότι μικρό καταφέρνει εντούτοις να μας μεταφέρει στις ημέρες του ηρωϊσμού και της καταστροφής που ακολούθησε. Θα το χαρακτήριζα ως εγχειρίδιο μνήμης που θα έπρεπε να το έχουν όλοι οι Χρυσιώτες και οι Ευρυτάνες γενικά στο σπίτι τους και να διατίθεται σε όλους όσους επισκέπτονται την περιοχή και θέλουν να μάθουν την ιστορία της. Γιατί δεν αφορά μόνο την περίπτωση της Χρύσως αλλά όλη την Ελλάδα και τους Έλληνες που όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στον κατακτητή και το κυριώτερο, κατάφεραν να αναστήσουν τον τόπο τους.

Σήμερα τιμούμε την επέτειο της μάχης, τους επώνυμους, τους εκτελεσθέντες αλλά πολύ περισσότερο τους ανώνυμους, τους συγχωριανούς μας που έζησαν εκείνες τις τραγικές ημέρες και οι οποίοι κατόπιν με δυσκολίες που δεν φανταζόμαστε ξανάφτιαξαν το χωριό, έζησαν τις πιο τραγικές ημέρες του Εμφυλίου και μας κληρονόμησαν μια Χρύσω σαν την παλιά. Μια Χρύσω όμως που όπως όλα τα χωριά του τόπου μας κατόπιν ακολούθησε την δρόμο της ερήμωσης. Μπορεί να άδειασε το χωριό, να λόγγιασε ο τόπος, να βουβάθηκαν οι κορυφές αλλά κάτω απ’ αυτή την πέτσα της ερήμωσης, νομίζω πως είναι ικανός να στηρίξει την επιστροφή από ένα άλλον διωγμό.   

ΧΡΥΣΩ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, 18082026  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου