Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Η ΚΥΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΩ ΣΤΟΝ ΚΉΠΟ ΤΗΣ

Η κυρά Κωνστάντω Πινακούλα μπροστά στις τριανταφυλλιές της, στον κήπο της στην Ελάτεια.
Ξεκινήσαμε εδώ και λίγο καιρό να φτιάξουμε ένα βιβλίο για τον Πρόδρομο της Πρασιάς, ένα ξεχωριστό μέρος της Ευρυτανίας, στα δυτικά κοντά στον Αχελώο και την Άρτα και μιας μετά από την συγκέντρωση και την επεξεργασία και διασταύρωση ορισμένων στοιχείων, ήρθε η ώρα να μπούμε στην τελική φάση της δημιουργίας του έτσι ώστε να είναι έτοιμο και να το παρουσιάσουμε στους Προδρομίτες και τους φίλους του Προδρόμου, στο μεγάλο πανηγύρι του Αϊ – Γιαννιού στις 29 Αυγούστου που θα είστε όλοι σας καλεσμένοι!

Η μέθοδος εργασίας που ακολουθούμε είναι γνωστή και από προηγούμενα βιβλία μου: εγώ αναλαμβάνω να συναντήσω και να ακούσω δεκάδες ιστορίες από τους Προδρομίτες - αρχίζω από τους παλαιότερους και ακολουθούν κατά γενιές κατόπιν οι υπόλοιποι, στον Πρόδρομο, στην Αθήνα και κυρίως στη Βοιωτία την οποία έκαναν δεύτερη πατρίδα τους και από αυτές τις αφηγήσεις, μετά από αρκετή δουλειά και συνεργασία με τους καλούς φίλους από τον Πρόδρομο (συγχωριανούς πλέον αφού μαθαίνω όλα τα μυστικά τους και ζω νοερά την πορεία τους) θα προκύψουν τα τελικά κείμενα τα οποία θα πρέπει να είναι όπως πρέπει περιποιημένα, δίκαια ζυγισμένα σε όλα και να απηχούν ακριβώς την αλήθεια για τους πρωταγωνιστές, τα πράγματα και τα γεγονότα των περασμένων χρόνων.

Οι Προδρομίτες από την πλευρά τους μου ανοίγουν την πόρτα τους, βάζουν την υπομονή τους για πολύωρες συναντήσεις και μεγάλες συζητήσεις και είναι συγκινητική η αναδρομή, ιδιαίτερα των πολύ ηλικιωμένων για τα παλιότερα χρόνια, τα πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που σαν παιδιά αυτοί τότε ονειρεύονταν έναν καλύτερο κόσμο και αντ’ αυτού, μεγάλωσαν και ωρίμασαν μέσα στη φρίκη της δεκαετίας 1940 – 1950. Δεν είναι πολλοί οι Προδρομίτες που έζησαν εκείνη την εποχή αλλά είναι αρκετοί και ικανοί για να την περιγράψουν και με τη βοήθεια των όποιων άλλων πηγών διαθέτουμε να την ανασυνθέσουμε και έτσι, με τη φυσική ακόμη παρουσία αυτών ως πρωταγωνιστών να είναι καλύτερη η κατανόησή της απ’ όλους. Το τόλμημα έχει τις δυσκολίες του αλλά όπως διαπιστώνω, με τις επανειλημμένες επισκέψεις μου σε ορισμένα άτομα αρέσει εκατέρωθεν και περνάμε καλά ενώ μοιραζόμαστε την αναστάτωση για ψάξιμο σε συρτάρια και ντοσιέ με φωτογραφίες για να στολίσουμε την έκδοση με όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία.

Έτσι λοιπόν χθες έκανα μια έξοδο στην Τιθορέα και την Ελάτεια να συνεχίσω κάποιες συνεντεύξεις με Προδρομίτες που ζουν εκεί και έφτανε μόνο που ψάξαμε στα συρτάρια της κυρά Κωνστάντως Πινακούλα (Σιαλμά) γεννημένη το 1929 στον Πρόδρομο, παντρεμένη με τον Παναγιώτη Πινακούλα από το Αργύρι το 1959 και η οποία μετά το θάνατο του άντρα της ζει κοντά στα παιδιά της στην Ελάτεια, αλλά βγήκαμε και στον ωραίο κήπο που παρά τις διαρκώς μειούμενες δυνάμεις της η γερόντισσα καταφέρνει και κάνει θαύματα.

Ο Βασίλης Σιαλμάς και η θεία του Κωνστάντω στον κήπο της στην Ελάτεια.
Η μικρόσωμη, λόγω των δεινών που επισύρει η ηλικία, στο δέμας γερόντισσα αλλά με την μοναδική δύναμη που διατηρεί ακέραια από τη γενιά της και την οποία επισκέπτομαι μαζί με τον ανηψιό της Βασίλη Σιαλμά ξεκίνησα και τις συνεντεύξεις για το βιβλίο του Προδρόμου στην Ελάτεια, αποκαλύφθηκε ως ο τέλειος αφηγητής γιατί εκτός του ότι η μνήμη της είναι ακέραια διαθέτει και το χάρισμα, όπως έμαθε στη γενιά της και με εξαιρετικά απλό λόγο, μπορεί να μιλήσει για τόσα πράγματα που είδε και έζησε που από μόνα τους μπορούν να γίνουν από μόνα τους μια ωραία ξεχωριστή έκδοση.

Με την κυρά Κωνστάντω Πινακούλα στον κήπο της στην Ελάτεια.

- Την ευχαριστώ και ανυπομονώ να την συναντήσω και να γευτούμε και τα κηπευτικά της που αυτό τον καιρό αρχίζουν να ωριμάζουν στον εξαιρετικά περιποιημένο κήπο της.

ΕΛΑΤΕΙΑ, 16052017

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

ΠΑΜΕ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ!



Όχι, δεν λέει πως όταν γυρίσει από τας Σέρρας, όπου θα πάει απόψε να ξαναναστηθεί για μια ακόμη φορά ο Πρόεδρος της Αριστοκρατικής Αναρχίας και επιτυχημένος εκδότης Βασίλης Χατζηϊακώβου θα μας κάνει τίποτα απ’ αυτά που διαμήνυε ο στρατηγός της Ρούμελης Γεώργιος Καραϊσκάκης στα ζαγάρια που τον υπονόμευαν και τα λόγια του πιπίλαγαν κάτι αλληλέγγυοι πριν γίνει κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για να πάρουν καρέκλα σε ΜΚΟ, αλλά με τον γνωστό, αριστοτεχνικό τρόπο του ευλογεί την φωτογραφική μου μηχανή μου που από μάτι έπεσε προχθές και με χρέωσε ενάμιση αρνί για την επισκευή της στον σπουδαίο τεχνίτη της Nikon Άρη Καραμπά.

Στη γιάφκα του Ναυτίλου στο μέσον δύο Γεωργίων...
Το πολύτιμο εργαλείο μου λοιπόν ευλογεί ο μέγιστος των εκδοτών και από την ευλογία πρέπει να επηρεάστηκαν και μια ομάδα ρουμανόγυφτων που περνούσε με κόκκινο το φανάρι της Αιόλου στα Χαυτεία και μας κοιτούσαν σαν φαινόμενο που βγάζαμε φωτογραφίες μπροστά στο κεφεκοπτείο του Λουμίδη, αλλά που να ήξεραν τι σκαρώνουμε και το οποίο θα σας το ανακοινώσουμε, άμα τη επιστροφή του από την γενέτειρα και θα μας καλέσει να δοκιμάσουμε, επιτέλους, το θρυλούμενο καφεδάκι με την ιστορική φίρμα των Σερρών που ακούει στο όνομα Χατζηϊακώβου και θα κάνει θραύση και στην Αθήνα… 

ΑΘΗΝΑ, 13042017

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΛΑΓΚΑΣ, O ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Μια γωνιά στην αποθήκη είναι ο πάγκος του παλιού τσαγκάρη του Παλαμά.
Ο Βασίλης Φαλάγκας γεννήθηκε το 1932 στον Παλαμά της Καρδίτσας, ένα κεφαλοχώρι του κάμπου που ο ορίζοντας για την επιβίωση εκείνα τα χρόνια δεν πήγαινε ψηλότερα απ’ όσο η δρασκελιά του αγρότη στο χωράφι και μεγάλωσε όπως όλη η γενιά του μέσα στα ταραγμένα χρόνια του ’40 αλλ’ αυτός χάραξε στη ζωή του τον στόχο να γίνει τσαγκάρης!
Και γι’ αυτό σαν το 1949 ησύχασαν τα πράγματα, ξεκίνησε να μαθαίνει την τέχνη και δούλεψε κατόπιν στο τσαγκαράδικο του Δημήτρη Χαλβαντζάρα ως τη χρονιά που πήγε στο στρατό. Το 1956 όμως που γύρισε είδε πως η τέχνη του τσαγκάρη δεν μπορούσε να ζήσει πλέον κανέναν γιατί τα παπούτσια όπως λέει χαρακτηριστικά, «βγήκαν στο πεζοδρόμιο»! 

Μαθητεύομενος τα χρόνια του '40 στο τσαγκαράδικο του Χαλβαντζάρα.
Τα βιομηχανικά παπούτσια είχαν κάνε ήδη την εμφάνισή τους στην Καρδίτσα και στον κάμπο και στον κάμπο και τα περισσότερα τσαγκαράδικα έκλεισαν ή περιόρισαν τις δουλειές τους σε λίγες ειδικές παραγγελίες και ασχολούνταν μόνο με επισκευές. Το ίδιο έκανε και ο Βασίλης και έστησε σε μια γωνιά της αποθήκης του ένα μικρό τραπέζι με τα σύνεργά του και παράλληλα με τα παπούτσια ασχολούνταν με τα χωράφια του. Το τσαγκάρικο στην ουσία το κράτησε από μεράκι και το διατηρεί μέχρι σήμερα που είναι συνταξιούχος του ΟΓΑ ενώ θα έπρεπε να παίρνει σύνταξη υποδηματοποιού από το ΙΚΑ αλλά το κατάφερε γιατί τότε κανένας δεν σκέφτονταν ούτε ήταν υποχρεωμένος να κολλάει ένσημα.

Ο Βασίλης δείχνει με καμάρι ένα ζευγάρι χειροποίητες παντόφλες
Η παροιμιώδης έκφραση για την «φτώχεια του τσαγκάρη» ίσχυσε βεβαίως και για τον Βασίλη ο οποίος δεν θυμάται να πληρώθηκε μια φορά εξ’ ολοκλήρου το ποσό για τη δουλειά του. Η φτώχεια εξάλλου ήταν βαριά αλυσίδα τότε στα πόδια των ανθρώπων και οι πελάτες του τον εξοφλούσαν με μικροποσά τα Σάββατα και αν είχαν. Πέρα απ’ αυτό όμως τα παπούτσια που έφτιαχνε ο Βασίλης ήταν γερά και άντεχαν σε όλες τις κακουχίες του κάμπου και της λάσπης κι έτσι αραιά και που τον είχαν ανάγκη η συγχωριανοί του γι’ αυτό συμπλήρωνε το εισόδημά του με μεροκάματα στα ξένα χωράφια και άλλες δουλειές. 

Ο Βασίλης γνωρίζει ακριβώς τι περιελάμβανε η καραγκούνικη φορεσιά.
Ο Βασίλης ασχολείται ακόμα με το τσαγκαράδικο και είναι από τους λίγους που ξέρουν να φτιάξουν τις ωραίες καραγκούνικες παντόφλες και βεβαίως να μιλήσει γι’ αυτή και τη σημασία που είχε στη ζωή μιας γυναίκας για γάμο. Αυτές τις παντόφλες τις έπαιρνε, όπως εξάλλου και τα υπόλοιπα «ασημικά» της νύφης ο πεθερός και τις την πήγαινε στο σπίτι το Μεγάλο Σάββατο για να τις φορέσει την Δευτέρα του Πάσχα σαν έβγαινε με όλα τα κορίτσια του χωριού στο σεργιάνι μετά τη λειτουργία της Αγάπης στη μητρόπολη του Παλαμά, τον ιστορικό Άγιο Αθανάσιο. Το σεργιάνι ήταν στην ουσία το νυφοπάζαρο της περιοχής κι εκεί η κάθε γυναίκα έπρεπε να δείξει πέρα από την ομορφιά της που ήταν βασικό στοιχείο για να τραβήξει το ενδιαφέρον του γαμπρού και την προκοπή της στα ρούχα και βεβαίως στις παντόφλες που φορούσε. Κι αυτό επαφίονταν στο Βασίλη και στους άλλους τσαγκάρηδες του Παλαμά που κράτησαν λίγο παραπάνω στο χρόνο τη δουλειά τους εξαιτίας ακριβώς της παντόφλας που ήταν και είναι απαραίτητο στοιχείο στην καραγκούνικη φορεσιά κάθε γυναίκας.

Ο Βασίλης φτιάχνει στον μικρό του πάγκο και σήμερα παντόφλες όπως παλιά αλλά δεν έχει τα μέσα να τις φτιάξει όπως κάποτε από την αρχή και κάποια κομμάτια της τα προμηθεύεται από το εμπόριο και από άλλους μάστορες. Στο δικό του χέρι όμως μένει το τελικό φινίρισμα και η προσαρμογή στο πόδι, τέχνη για την οποία είναι αξεπέραστος και έχουν όλες οι γυναίκες να το λένε. 

Το ποδήλατο ήταν ο καλύτερος σύντροφος του Βασίλη.

-Τον Βασίλη τον γνώρισα στο παζάρι του Παλαμά την Παρασκευή που τέλειωνε ο Οκτώβρης του 2009 και κάναμε παρέα όσες ώρες ήμουν εκεί τις επόμενες ημέρες αναζητώντας πηγές και υλικό για το αφιέρωμα στους Καραγκούνηδες. Με υποχρέωσε με την ευγενική διάθεσή του να περπατήσουμε στο χωριό, να μου συστήσει και άλλους ανθρώπους που είχαν να μου πουν κάτι ακόμα και περισσότερο για τις γνώσεις που έχει για τον τόπο του, τους ανθρώπους και τα γεγονότα. 

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΓΥΡΙΣΕ ΣΤΟ ΚΟΠΑΔΙ...


Όλος ο κόσμος του ήταν στο βουνό της πατρίδας του 
κι ο κόπος του εκεί ακόμα ανασαίνει και τον περιμένει...

Όταν πριν από καμιά 75αριά χρόνια άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο ο Βασίλης Σδούκος από το Κεφαλοχώρι -πρώην Λυκόραχη και παλιότερα Λούψικο- της Κόνιτσας, ένα πράγμα έβαλε ως στόχο ζωής. Να κάνει πολλά, πολλά πρόβατα!




Η επιθυμία του αυτή άρχισε να πραγματώνεται και να γίνεται ουσία μετά το 1964, όταν μετά από ένα σωρό περιπέτειες που είχαν σχέση με τις συγκρούσεις του Εμφυλίου στην περιοχή του Γράμου, επέστρεψε από την Αλβανία όπου είχε μετακινηθεί μαζί με άλλους συντοπίτες του για βρίσκονται έξω από το θέατρο των αιματηρών επιχειρήσεων, με καμιά δεκαριά προβατάκια.

Αυτό το ισχνό «σημάδι» αποτέλεσε τη μαγιά για ένα μεγάλο κοπάδι που στην περίοδο της ακμής του, μετρούσε 600 κεφάλια και με διάφορες αυξομειώσεις στα χρόνια που πέρασαν, έφτασε να το παραδώσει ακέραιο πριν από ενάμισι χρόνο στο γιο του Δημήτρη που συνεχίζει με επιτυχία την κτηνοτροφική παράδοση της οικογένειας.Από τότε, ο μπάρμπα Βασίλης, έμαθε να ζει με τις μνήμες του και όταν τον πλάκωνε ο καημός του βουνού έπιανε τη φλογέρα του και σαν από θαύμα, ένοιωθε πως ήταν στις Αρένες, στην Πέτρα Μούκα, στον Άνω και Κάτω Καμπίτσιο κοντά στα πρόβατα και ανάμεσα στα υπέροχα σκυλιά του!

Τόφεραν όμως τα πράγματα, να τον ανεβάσουν τις μέρες που πέρασαν μέχρι εκεί που βόσκαγε κάποτε το κοπάδι και σαν βρέθηκε ανάμεσά στα πρόβατα, ένοιωσε την ψυχή του να πετάει πάλι στον ουρανό της Πίνδου. Χάιδεψε με τη ματιά του το κοπάδι κι όλα τα ζωντανά μόλις τον κατάλαβαν, σα μαγεμένα έκαναν ένα κύκλο γύρω του για να τον επιβεβαιώσουν ακόμη μια φορά, πως ότι έσπειρε στα νιάτα του, δεν έπεσε σε στέρφο λιβάδι…

Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία», τον Ιούνιο του/2008


Έκλεισε σήμερα (23/10/2017) τον κύκλο της ζωής του και ο Βασίλης Σδούκος, ο μεγάλος τσέλιγκας από το Κεφαλοχώρι (Λυκόραχη Κόνιτσας). Θα τον θυμόμαστε και θα ανατρέχουμε σε όσα μας αφηγήθηκε για τη ζωή του και τον τόπο του… 


ΑΘΗΝΑ, 30052017