Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΑΚΛΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΑΚΛΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

ΣΤΟΝ ΑΪ - ΓΙΑΝΝΗ ΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΑΣ



 
 
Ένας από πιο τους σημαντικούς κρίκους που δένουν το παρελθόν της Ηρακλειάς με το σήμερα, είναι και ο πρωινός εσπερινός που γίνεται το μεσημέρι της 28ηςΑυγούστου, την παραμονή της ημέρας που εορτάζεται ο κατ’ εντολήν της Σαλώμης, αποκεφαλισμός του Ιωάννη του Προδρόμου, στο σπήλαιο του Αϊ Γιάννη που βρίσκεται σε μια ερημική περιοχή, στο δυτικό μέρος του νησιού και δεν είναι ορατό από τη θάλασσα. Ένας κρίκος ο οποίος ενώ φαίνεται ότι είναι ακόμα γερός, χρόνο με το χρόνο αδυνατίζει καθώς οι ντόπιοι με τις νέες ασχολίες, συνειδητά απέχουν από το ετήσιο προσκύνημα.

 
Αυτός ο μεσημεριάτικος εσπερινός καθιερώθηκε, όταν πριν από πολλά χρόνια, ένας βοσκός «ανακάλυψε» τυχαία το σπήλαιο και την εικόνα που βρίσκονταν στο εσωτερικό του, μια εικόνα που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το φυλαχτό του νησιού και ως τέτοιο αναγνωρίζεται και τιμάται από τους Ηρακλειώτες και όλους τους κατοίκους των γύρω νησιών. Καθώς μάλιστα, η ίδια η σπηλιά μπορούσε να είναι παράλληλα και εκκλησία, οι Ηρακλειώτες ποτέ δεν προχώρησαν στην ίδρυση ενός ναού, ούτε καν εικόνισμα δεν έχουν κατασκευάσει εκεί κοντά και όπως προαναφέρθηκε, αρκέστηκαν στην αγιοποίηση του σπηλαίου, στο οποίο εκτός από μια κόγχη για τις ανάγκες της Λειτουργίας και μερικές εικόνες, τίποτα άλλο το εκκλησιαστικό δεν υπάρχει. 

Το αποτέλεσμα όμως των λειτουργιών είναι ορατό, καθώς ένα πυκνό στρώμα υγρής καπνιάς που έχει δημιουργηθεί από τα κεριά έχει καλύψει τους τοίχους και την οροφή του. Κατά τους ειδικούς, αυτή η καπνιά έχει αναστείλει και τη φυσική λειτουργία του σπηλαίου και έχει καταστρέψει πολλά από τα στοιχεία του.
 
 
Το σπήλαιο όταν ανακαλύφθηκε ήταν γεμάτο από μεγάλους σταλαγμίτες και σταλακτίτες η οποίοι για πολλά χρόνια δυστυχώς, αποτελούσαν το εύκολο λάφυρο των νεαρών που το επισκέπτονταν, τους αποκολλούσαν και κοσμούσαν με αυτούς τα σπίτια τους. Όποιος μάλιστα έκοβε τον μεγαλύτερο, «ψήλωνε» στα μάτια των άλλων και έπαιρνε τα ανάλογα εύσημα από την παρέα του. Η καταστρεπτική αυτή άμιλλα, ευτυχώς έχει σταματήσει καθώς όλοι έχουν καταλάβει την αξία αυτού του μνημείου της φύσης και όσο μπορούν, προσπαθούν να το προφυλάξουν, θεωρώντας βέβαια ότι η μοναδικότητα του σπηλαίου μπορεί να αποτελέσει έναν ιδιαίτερο προορισμό για τους τουρίστες και τους επισκέπτες της Ηρακλειάς


Στην περίπτωση, βεβαίως και αποτελεί ένα ενδιαφέρον σημείο και πολλοί είναι αυτοί που βαδίζουν ένα μονοπάτι χωρίς καμία σκιά, δυο ώρες σχεδόν, για να το γνωρίσουν. Παράλληλα γνωρίζουν και το εσωτερικό της Ηρακλειάς, με το πλέον ενδιαφέρον σημείο, τον εγκαταλελειμμένο οικισμό του Αγίου Αθανασίου με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του. Έκπληξη επίσης για πολλούς που πηγαίνουν πρώτη φορά στην Ηρακλειά, είναι και η Χώρα ή Παναγία που είναι χτισμένη σε μια πανοραμική θέση, στην πλαγιά του σκληρού βουνού που λέγεται Πάπας. Η πρώτη γνωριμία με την Χώρα σε πολλούς θα θυμίσει έναν νησιώτικο οικισμό της δεκαετίας του’60.
 
 
Η απόσταση του σπηλαίου από τον Άγιο Γεώργιο, το λιμάνι της Ηρακλειάς είναι περίπου δυο ώρες με τα πόδια ενώ λίγο χρόνο κερδίζουν όσοι φθάσουν μέχρι τη Χώρα με κάποιο όχημα. Το μονοπάτι που χάρη στα πόδια των δεκάδων επισκεπτών διατηρείται σα πολλή καλή κατάσταση, είναι ιδιαίτερα ανηφορικό μέχρι τον αυχένα του Σταυρού και αμέσως ακολουθεί έναν τραχύ κατήφορο. Έτσι την ημέρα του Εσπερινού έχουν την τιμητική τους τα γαϊδούρια τα οποία, λόγω της εγκατάλειψης των καλλιεργειών δεν είναι υποχρεωμένα πλέον να κάνουν καμία εργασία και μοιάζει να τα κρατούν οι Ηρακλειώτες μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο. Τα υπομονετικά ζώα κουβαλούν στην πλάτη τους πολλούς ηλικιωμένους καθώς και παιδιά, τα οποία βεβαίως και δεν ζουν στο νησί και η ανάβαση με τα πόδια στο σπήλαιο γι’ αυτά θα ήταν μεγάλη δοκιμασία. Επειδή λοιπόν το σπήλαιο είναι απομακρυσμένο και το βράδυ είναι αδύνατον να περπατήσει κανείς μέχρι εκεί, ο εσπερινός καθιερώθηκε να γίνεται το πρωί, ανήεμρα της εορτής του Αγίου. 


Η είσοδος του σπηλαίου είναι μια τρύπα ανάμεσα στα βράχια και μόλις μετά βίας μπορεί να χωρέσει ένας άνθρωπος γονατιστός και γι’ αυτό το λόγο την στρώνουν με πολύχρωμες μπαντανίες. Πρώτη μέριμνα των πανηγυριστών μόλις φτάσουν στο σπήλαιο είναι να αναζητήσουν λίγη σκιά κάτω από τα χαμηλές φίδες και τα σχίνα ή να πιάσουν θέση στο μεγάλο ανοιχτό σπήλαιο που βρίσκεται απέναντι από αυτό του Αϊ – Γιάννη το οποίο είναι κατάμαυρο από μια φωτιά που άρπαξε πριν από λίγα χρόνια και μυρίζει έντονα κοπριά από τα ζώα που σταυλίζονταν εκεί. Αυτό το σπήλαιο λέγεται σπηλιά του Κύκλωπα και πολλοί λένε πως σε αυτό ζούσε ο Πολύφημος που τύφλωσε ο Οδυσσέας. Η εκδοχή αυτή, αποτιμάται ιδιαίτερα από τους Ηρακλειώτες και καμαρώνουν όταν κάποιος τη θέσει στην κουβέντα για το νησί τους. 


Ο εσπερινός διαρκεί όσο προβλέπεται από το τυπικό της εκκλησίας και τα τελευταία χρόνια τον τελεί ο πατήρ Φιλάρετος ο οποίος προέρχεται από το μοναστήρι της Αμοργού, την Χοζοβιώτισσα και τελεί χρέη ιερέα στη Σχοινούσα. Το πέρας του εσπερινού ακολουθεί λιτό φαγητό που έχουν φροντίσει να μεταφέρουν μέχρι εκεί με τα γαιδούρια οι επίτροποι της Ηρακλειας και ο Πολιτιστικός Σύλλογος και συνήθως όλοι οι πανηγυριώτες το απολαμβάνουν κάτω από τα δέντρα ή στη σκιά της σπηλιάς. Οι μόνοι που φεύγουν αμέσως μετά τον εσπερινό είναι οι νέοι της Ηρακλειάς με τις εικόνες, τις οποίες είχαν μεταφέρει από την Παναγία στο σπήλαιο. Καθώς είναι έθιμο να της πηγαίνουν τρέχοντας, βάζουν κυριολεκτικά φτερά στα πόδια τους και κανένας δεν μπορεί να τους προλάβει. Όσο δε συντομότερα φθάσει η ομάδα που κρατάει τις εικόνες στη Χώρα, αυτό αποτελεί διάκριση, συζητιέται και καταχωρείται στην τοπική ιστορία ως ιδιαίτερο γεγονός. 


Αυτός ο εσπερινός, γίνεται η αφορμή να γνωρίσουν την Ηρακλειά και πολλοί άνθρωποι που παραθερίζουν στα κοντινά νησιά. Έτσι ο «Σκοπελίτης» γεμίζει εκείνο το πρωινό μαυρισμένους νέους και ευλαβείς κοπέλες από την Αμοργό, το Κουφονήσι και τη Σχοινούσα που ανεξάρτητα από τη σχέση τους με τη θρησκεία, πηγαίνουν να ανάψουν ένα κερί στο σπήλαιο, να προσευχηθούν καθένας για το δικό του λόγο και να ζήσουν για λίγο, την εμπειρία μιας κατανυκτικής λειτουργίας μέσα σε ένα σπήλαιο που φωτίζεται μόνο από τα εκατοντάδες κεριά που ανάβουν σε κάθε σημείο της μεγάλης αίθουσας. 


Επειδή όμως πολλοί δεν γνωρίζουν ακριβώς που πηγαίνουν, ανηφορίζουν στο βουνό χωρίς νερό και λίγη τροφή. Έτσι ένα μπουκάλι νερό ή μια ντομάτα για παράδειγμα, πολλές φορές εξελίσσεται σε αφορμή γνωριμίας και κατόπιν συντροφιάς στο κατηφορικό μονοπάτι. Είναι δε αλήθεια, πως αυτή η διαδρομή μέχρι το λιμάνι της Ηρακλειάς, για να τελειώσει θέλει συντροφιά, αλλά όπως λένε κάποιοι πιο ψαγμένοι γύρω από αυτά τα ζητήματα, μια τέτοια γνωριμία δεν προκόβει, όπως δεν πρόκοψε το κεφάλι του Προδρόμου και βρέθηκε κομμένο στο δίσκο για να ικανοποιηθεί η Σαλώμη.

 
Όσο για το σπήλαιο, το οποίο είναι εξαιρετικής ομορφιάς και όπου δεν έχει φθάσει η κάπνα από τα κεριά λειτουργεί κανονικά, οι ντόπιοι λένε πως μπορεί να βγάζει απέναντι στην Ίο και σε κάποια μεγάλη υπόγεια αίθουσά του που βρίσκεται κάτω από τη θάλασσα υπάρχει ένα τεράστιο χρυσό άγαλμα του Ηρακλή. Είναι μια εκδοχή που σε πολλούς Ηρακλειώτες αρέσει να την διηγούνται, αλλά σύμφωνα με τους σπηλαιολόγους που το ερεύνησαν, κάτι τέτοιο μοιάζει απίθανο. Κανείς όμως δεν  ξέρει ποια δαιδαλώδη πορεία έχει αυτή η άδεια φλέβα της γης και σε ποιο βάθος φτάνει. Για κάποιους το σπήλαιο της Ηρακλειάς μπορεί να είναι η είσοδος του Κάτω Κόσμου για άλλους μπορεί να συνδέεται με την απελπισία του Ορφέα και το βήμα που έκανε να επισκεφθεί το βασίλειο του Πλούτωνα αναζητώντας την Ευρυδίκη του.



Όπως και να’χει το πράγμα, αξίζει μια επίσκεψη στο σπήλαιο του Αϊ – Γιάννη, την ημέρα του εσπερινού καθώς είναι μια από τις τελευταίες περιπτώσεις που στις Κυκλάδες εκφράζεται η θρησκευτική πίστη μέσα σε ένα κλειστό σπήλαιο, με τέτοια μάλιστα φυσική σημασία. Όποιος βαδίσει μέχρι εκεί, θα γνωρίσει επίσης και μια πλευρά της Ηρακλειάς, τη σιωπηλή Βουρκαριά η οποία κάποτε ήταν γεμάτη χωράφια, αγροτικές εγκαταστάσεις και ζωή. Απ’ όλο αυτό το σύμπαν, εκτός από κάνα – δυο αλώνια τίποτα σχεδόν δεν διακρίνεται σε όλη την περιοχή…

 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και οι φωτογραφίες (2004 & 2005) δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Γεωτρόπιο" της Ελευθεροτυπίας τον Ιούλιο του 2007. Το επαναδημοσιεύω σήμερα χωρίς περικοπές και βελτιώσεις γιατί παρά τις αλλαγές που έγιναν στο νησί, διατηρεί το ενδιαφέρον του.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

ΨΑΡΕΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟΥΛΑ


Τι ψάρια έβγαλαν τα δίχτυα του Μητσούλα όλα τα χρόνια που κινείται στις Κυκλάδες, η θάλασσα μόνο το ξέρει και τα χέρια του.

Ήταν στα τέλη του Αυγούστου του 2004 στην Ηρακλειά που μια επιθυμία μου δεν σκόνταψε στην άρνηση. Ο Μητσούλας (Δημήτρης Ρούσσος) μαζί με το πλήρωμά του τον Αιγύπτιο Γιώργο μου είπαν ότι μπορώ να τους συνοδέψω στο ρίξιμο των δικτιών…

Έτσι αργά το απόγευμα της 26 Αυγούστου, βρέθηκα στο κατάστρωμα του όμορφου ψαροκάϊκου, της εικοσάχρονης τότε «Παναγιάς», ένα πραγματικό στολίδι των Μικρών Κυκλάδων και ξεκινήσαμε για τους καλόυς ψαρότοπους βορειοδυτικά της Ηρακλειάς, προς τη θάλασσα της Ίου, στο ονομαστό για τη δυσκολία του Μπουγάζι.

Πρέπει να πω πως ένοιωθα ένα σφίξιμο από τη συστολή, συστολή που οφείλονταν περισσότερο στη μυθολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από το κυνήγι και το ψάρεμα και ιδιαίτερα για την τύχη που φέρνει κάποιος στους κυνηγούς και τους ψαράδες όταν βρίσκεται μαζί τους χωρίς να συμμετάσχει στο έργο τους. Είχα ακούσει πως την αποτυχία τη φορτώνουν συνήθως σε αυτόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να ξεφορτωθείς το χαρακτηρισμό και κανένας δεν θα θέλει πλέον να είσαι μαζί του. Με αυτές τις σκέψεις έκατσα σεμνά σε μια γωνιά του καταστρώματος και μέσα ευχόμουν να προκύψει μια γενναία ψαριά, την καλύτερη που θα μπορούσαν να έχουν για να μην αποκτήσω το στίγμα του γκαντέμη.


Ο Μητσούλας, ένας από τους καλύτερους ψαράδες των Κυκλάδων στο τιμόνι της «Παναγίας» την οδηγεί προς τους ψαρότοπους της Ίου.

 
Περάσαμε δίπλα από τη βραχώδη ακτή με κατεύθυνση το βορειοδυτικό άκρο της Ηρακλειάς, είδαμε τη εκπληκτική Βορινή Σπηλιά και ανοιχτά της Βουρκαριάς άρχισαν να ρίχνουν τα δίχτυα. Εγώ προσπαθούσα να τα προλάβω όλα, να βλέπω το ρίξιμο των δικτιών αλλά και να θαυμάζω τους μοναδικούς βράχους που βάφονταν από το δυνατό απογευματινό φως. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν έπεσε και το τελευταίο δίχτυ ανοιχτά των βραχονησίδων Μικρός και Μεγάλος Άβελας και επιστρέψαμε στο λιμάνι. Ρίξαμε συνολικά περί τα 500 μέτρα δίκτυα σε βάθος που ποίκιλε από 50 έως 60 οργιές σε μια θάλασσα που κατά την εκτίμηση του Μητσούλα, είναι απο τους καλυτερους ψαρότοπους των Κυκλάδων.

Το ραντεβού για το μάζεμα των ψαριών ήταν νωρίς το πρωί της επομένης ημέρας, ξεκινήσαμε όμως αφού ο ήλιος είχε ανεβεί αρκετά ψηλά, κάτι που όπως λένε οι σχετικοί δεν πρέπει να γίνεται γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να καταστραφεί η ψαριά από τη μεγάλη παραμονή της στη θάλασσα. Ξεκινήσαμε λοιπόν με τον ήλιο αρκετά ψηλά και δεν αργήσαμε να φθάσουμε στις σημαδούρες. Είχα την περιέργεια να δω το αποτέλεσμα και δεν έκανε πολλές ερωτήσεις όταν άρχισε η μηχανή να τραβάει τα δίχτυα. Το πρώτο δίχτυ δεν φανέρωσε και σπουδαία πράγματα. Κάτι λίγα ψάρια, δυο τρεις αστακούς και μερικά γιαλιστερά σελάχια.

Το δεύτερο δίχτυ πρέπει να ανέσυρε από το βυθό ένα κυβικό πέτρες και δυο μόνο σελάχια μαζί με κάποια άνευ σημασίας ψαράκια. Με έζωσαν τα φίδια και ούτε καν κοιτούσα το Μητσούλα και το Γιώργο οι οποίοι εκτιμούσαν το αποτέλεσμα αλλά από τις εκφράσεις τους δεν άφηναν να καταλάβεις τίποτα. Το τρίτο δίχτυ μου έδωσε μια ανάσα καθώς έβγαλε αρκετά ψάρια, πολλά μπαρμπούνια μερικούς αστακούς καθώς και καμιά εικοσαριά σελάχια.


Τα σελάχια ήταν το μεγαλύτερο μέρος της ψαριάς εκείνη την ημέρα αλλά η θάλασσα δεν άφησε τον Μητσούλα και το Γιώργο χωρίς μεροκάματο.

 Ανάσανα και περίμενα το ανέβασμα του επόμενου διχτιού το περιεχόμενο του οποίου μου διέλυσε τους φόβους να θεωρηθώ άτυχος. Γατζωμένοι στα δίχτυα άρχισαν να ανεβαίνουν σιγά – σιγά πολλοί μεγάλοι αστακοί, μερικές σκορπίνες, κάποιες συναγρίδες και τα πέντε – έξη φαγκριά. Το κόσμημα της ψαριάς ήταν βεβαίως ένας σεβαστός στο μέγεθος ροφός ενώ δεν έλειψαν και τα συνηθισμένα σελάχια.

Το ξεκαθάρισμα της ψαριάς έγινε αυτόματα πάνω στο καίκι. Έκατσα σε μια άκρη και παρακολουθούσα τα χέρια του Γιώργου να χτενίζουν το δίχτυ και με μια ιδιαίτερη επιδεξιότητα να ξεπλέκουν τα ψάρια και να πετάνε με ταχύτητα μηχανής τις πέτρες στη θάλασσα. Στη θάλασσα έριχνε και κάποια χτυπημένα ψάρια ή κάποια άλλα που πρόλαβε ο αόρατος κόσμος του βυθού να τα φάει.



Ο Γιώργος ο Αιγύπτιος, δουλεύει μαζί με τον Μητσούλα πολλά χρόνια στη θάλασσα και έχει μάθει σαν ντόπιος όλους τους ψαρότοπους στις Κυκλάδες.

Μέχρι να γυρίσουμε στο λιμάνι είχαν ξεψαρίσει όλα τα δίχτυα και η ψαριά αναπαύονταν στα κασόνια με τον πάγο. Το τι έγινε στο αμπάρι, δεν έχει σημασία ούτε πάλι έχει να κάνει με τον κόσμο που περίμενε στην προβλήτα γιατί τα περισσότερα ψάρια προορίζονταν για το «Περιγιάλι», μια ονομαστή για την κουζίνα της ταβέρνα της Ηρακλειάς. Η Ακαθή, η γυναίκα του Μητσούλα έχει τον τρόπο της να αξιοποιεί δεόντως την ψαριά, ακόμα και τα σελάχια τα οποία τα μετατρέπει σε υπέροχο μεζέ. Δεν μένουν όμως παραπονεμένοι και οι υπόλοιποι Ηρακλειώτες και οι επισκέπτες του νησιού. Αναλόγως με την ψαριά ικανοποιούνται όλοι.

Στη σκέψη μου κυριαρχούσε η άποψη πως η ψαριά ήταν μικρή, πράγμα που περίμενα να το μοιραστώ τουλάχιστον σαν άποψη με τους υπολοίπους. Κανένα όμως σημάδι δεν έδωσε το δικαίωμα η σκέψη μου να γίνει βεβαιότητα. Κατάλαβα πως δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Μητσούλας γύριζε με λίγα ψάρια. Άλλες φορές δεν χωρούσαν τα ψάρια στο καίκι κι άλλες φορές ούτε που κουνούσε τα καφάσια, ούτε καν έβαζε μπροστά τη μηχανή του πάγου. Κατάλαβα επίσης ότι η θάλασσα είχε κουραστεί από την εντατική αλίευση όχι μονό του φετεινού καλοκαιριού, αλλά από τη συνεχή αλίευση όλων των τελευταίων χρόνων τόσο από τους ντόπιους επαγγελματίες, όσο και από τους ερασιτέχνες παραθεριστές. Όλοι το καταλαβαίνουν και όλοι περιμένουν να γίνει κάτι. Τι όμως;


Η ψαριά δεν αποτιμάται μόνο με το ζύγι, αλλά και με το μάτι στο τελάρο…


O Mητσούλας είναι ένας από τους τελευταίους παραδοσιακούς ψαράδες της Ηρακλειάς και γνωστός σε όλες τις Κυκλάδες αφού συντροφιά με την Ακαθή, την καπετάνισσά του έχουν οργώσει τα πελάγη. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον να τους ακούς για τα ψαρέμματα που έκαναν στην Άνυδρο, τη Λέβιθα, την Κίναιρο, τις Μάκαρες και όλα του κυκλαδικού σύμπαντος μικρονήσια. Η Ακαθή ξεμπάρκαρε πριν από μερικούς μήνες και καπετανεύει στο «Μελτέμι». Ο Μητσούλας όμως επιμένει με την «Παναγιά» του να ξανοίγεται στους ψαρότοπους και νησιά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2005 στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας Έθνος, "Σκάφος - Φουσκωτό" και παραμένει επίκαιρο γιατί τίποτα δεν άλλαξε στην Ηρακλειά.