Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.

Μια ιδιαίτερη έκθεση φωτογραφίας μελών του σωματείου «Φωτογραφικός Κύκλος» με επιμέλεια του Πλάτωνα Ριβέλλη εγκαινιάστηκε χθες στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη).

Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη. Ο Ανδρέας που φωτογραφίζει όλες τις εκδηλώσεις.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.


Στην έκθεση συμμετέχουν φωτογράφοι οι οποίοι παρακολούθησαν τα σεμινάρια του Φωτογραφικού κύκλου με τον Πλάτωνα Ριβέλλη που γίνονται κάθε Τετάρτη στο Ίδρυμα και συμμετέχουν στις συναντήσεις της Πέμπτης, με προσωπικά portfolios. Η προσέγγιση του θέματος είναι αφηρημένη και γενική και εικονίζονται  πρόσωπα, κατοικίες ή αντικείμενα που απλά παραπέμπουν σε αυτό που αποτελεί την αίσθηση μιας οικογένειας.

Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.

Η έκθεση με τον τίτλο «Οικογένεια» επιχειρεί να υπογραμμίσει τη στροφή πολλών σύγχρονων φωτογράφων στον αποκλειστικά προσωπικό τους περίγυρο. Σε έναν χώρο που για πολλά χρόνια είχε αφεθεί και περιορισθεί -ίσως και με κάποια περιφρόνηση- στη λεγόμενη αναμνηστική και ερασιτεχνική φωτογραφία.

Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας «Οικογένεια». στο Μουσείο Μπενάκη.

Στην έκθεση συμμετέχουν 33 φωτογράφοι με 300 φωτογραφίες.

Διάρκεια έκθεσης μέχρι 24/05/2015.

ΑΘΗΝΑ, 22032015


Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ ΜΕΝΙΟ


 
Λιγοστεύουν σιγά - σιγά οι άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς και ήδη, εκείνοι που έχουν γεννηθεί τη δεκαετία του 1920 - 1930 φεύγουν για τον ουρανό.  Πρόκειται δεν για την τελευταία γενιά που έζησε την εφηβεία της στην ιταλογερμανική κατοχή και ωρίμασε μέσα στην κόλαση του εμφυλίου πολέμου και φυσικά ήταν αυτή που ανέστησε την Ελλάδα…

Αφορμή γι’ αυτά τα λόγια είναι ο θάνατος ενός θείου μου, αδερφού του πατέρα μου, του Αριστομένη Προβόπουλου που γεννήθηκε το 1925 στη Ζιώψη Τυμφρηστού και προχθές το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί και το πρωί δεν ξύπνησε. Φυσικά και είχε διάφορα ζητήματα υγείας, όπως όλοι οι άνθρωποι σε αυτή την ηλικία,αλλά όσο σοβαρά κι αν ήταν αυτά,δεν τον υποχρέωσαν να περάσει τις τελευταίες ημέρες της ζωής του μέσα στην απελπισία του νοσοκομείου. Έτσι πέταξε στους ουρανούς χωρίς ούτε ο ίδιος να ταλαιπωρηθεί αλλά και χωρίς να βάλει σε μπελάδες κανέναν και το κυριότερο, άφησε την τελευταία του πνοή στο κρεβάτι του σπιτιού του, κάτι που όπως καταβαίνεται είναι σπάνιο πλέον στην εποχή μας.
Ο μπάρμπα Μένιος όπως τον αποκαλούσαμε όλοι, ήταν ο δεύτερος γιός του Δημήτρη Προβόπουλου και της Αικατερίνης Κούτρα που από τα εννιά παιδιά που απόκτησαν, έζησαν τα πέντε και σήμερα έχουν μείνει μόνο ο πατέρας μου Γιώργος (1937) και ο μεγαλύτερος ο Παναγιώτης (1922). Τα δυο άλλα παιδιά τους, ο Κώστας και η Γεωργία που ήταν στα μεσαία χρόνια πρόλαβαν ήδη τα προηγούμενα χρόνια και έφυγαν στους ουρανούς. Σημειώνω πως ο παππούς Δημήτρης πέθανε μέσα στην Κατοχή και η γιαγιά μου, αν και έμεινε με την κόρη της, μοίρασε τη ζωή της με όλα τα παιδιά και τα βοήθησε όλα στις δουλειές που έκαναν.

Τούτο γιατί κανένας από την οικογένεια δεν έφυγε από την περιοχή του Τυμφρηστού, συγκεκριμένα από τον Άγιο Γεώργιο γιατί ήδη όλο το χωριό Ζιώψη εγκαταλείφθηκε λόγω κατολισθήσων και μεταφέρθηκε χαμηλότερα, δίπλα στο ποτάμι και έμειναν και δούλεψαν εκεί, στα χωράφια αρχικά και αργότερα στις οικοδομές και τα τεχνικά έργα ο πατέρας μου και ο αδερφός του Παναγιώτης, στις υλοτομίες και στα δάση ο Κώστας και ο Αριστομένης, πιο δραστήριος και πολυτεχνίτης κάπως, με υδραυλικά, σιδηρουργία και άλλα σχετικά. Αυτός μάλιστα ήταν και ο πιο αγαπημένος μου (μικρός που δεν μπορούσα να προφέρω το αρχαιοπρεπές όνομα Αριστομένης, τον φώναζα «θείο Καμπανέλη» και μάλιστα του έμεινε) και κυρίως ήταν αυτός που με πρόσεχε όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο και έμεινα σπίτι μου.
Ο «θείος Καμπανέλης» λοιπόν προχθές δεν ξύπνησε όπως κάθε μέρα από τον ύπνο του και χθες το μεσημέρι, η οικογένεια του και όλο το χωριό τον αποχαιρετήσαμε στο νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου, σε μια τελετή που περισσότερο έμοιαζε με την επιστροφή της σωρού του στη γη που τον γέννησε και τον έθρεψε παρά με κηδεία. Ο μπάρμα Μένης ήταν από τους τελευταίους εκείνης της σπουδαίας γενιάς που μέχρι το φθινόπωρο πάλευε με τον κήπο και τα δέντρα που είχε στα Καμάρια, μια ωραία περιοχή κοντά στο χωριό που έχει νερό και ευκόλυνε τις μικροκαλλιέργειες που έκανε και την οποία επισκέπτονταν καθημερινά σχεδόν με ένα γέρο γάϊδαρο που συντηρούσε. Το σημειώνω τούτο γιατί τα Καμάρια ήταν μια παμπάλαια περιοχή που ανήκε στην οικογένεια και έμεινε σε αυτόν ως μερίδιο, είναι και η τελευταία από τα χωράφια της που καλλιεργήθηκε και είναι αμφίβολο αν κάποιους από τους νεότερους, αδέρφια, ξαδέρφια και ανήψια, ασχοληθεί με αυτά. Έτσι μαζί με το κλείσιμο της ζωής του μπάρμπα Μένης, κλείνει και η καλλιέργεια στα Καμάρια τα οποία φημίζονταν εκτός για τα μποστανικά τους και για τα ωραία σταφύλια αλλά και για τα σύκα από τις λεγόμενες «μελανές» συκιές - μια ποικιλία των βασιλικών σύκων που ωρίμαζαν μετά τα μέσα του Σεπτεμβρίου και κρατούσαν όλο τον Οκτώβρη. Τα τελευταία που δοκίμασα ήταν από τα χέρια του και τον ευχαριστώ πολύ που κράτησε ζωντανά αυτά χωράφια και μας μοίραζε τους καρπούς και τα μποστανικά τους.


Ας είναι ελαφρά η γή που σκέπασε τον μπάμπα Μένης και καρπερά τα χωράφια που θα δουλέψει εκεί ψηλά και πρόθυμα τα δέντρα να κάνουν καρπούς , στους ουρανούς της μικρής μας πατρίδας μας που θα μας περιμένει να πάμε κι εμείς κάποια μέρα και ίσως να τον βρούμε με ένα κοφίνι σταφύλια και σύκα να περιμένει να μας καλωσορίσει…
ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 08022014

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ


 
Έκανα, με αφορμή χθες τα γενέθλιά μου και την ανάρτηση ενός λευκώματος από τη ζωή μου στο Facebook, ένα ταξίδι στο παρελθόν με οδηγό τις φωτογραφίες το οποίο είχε δυο πλευρές. Η μία ήταν η συναισθματική που σαφώς τη βάραινε η συγκίνηση των χρόνων που διαρκώς σωρεύονται στην πλάτη μου και με το τέλος της εορταστικής ημέρας μπορεί σιγά - σιγά να φύγει και να επιστρέψει σε 365 ημέρες αλλά οπωσδήποτε με μεγαλύτερη απόσταση από εφέτος.
Η άλλη πλευρά ήταν η πρακτική, η οποία μου δημιούργησε διάφορα προβλήματα με την αναζήτηση των φωτογραφιών η οποία όπως προανέφερα, δεν ήταν και τόσο εύκολη γιατί με τα χρόνια και τη διαρκή συσσώρευση χαρτιών στο σπίτι και φωτογραφιών σε λευκώματα, κουτιά, συρτάρια και σκληρούς δίσκους εσχάτως, η κατάσταση ήταν απελπιστική. Γκρίνιαξα με τον εαυτό μου γιατί τα είχα σε αυτή την κατάσταση αλλά είπα πως αν εν γίνει, με αφορμή τα γενεθλίων αυτό το ξεκαθάρισμα, δεν πρόκειται αν γίνει ποτέ.

Έτσι λοιπόν βούτηξα στα βαθιά και μπήκα στην περιπέτεια της τακτοποίησης του προσωπικού μου αρχείου και με την ευκαιρία, έκανα και το περιπόθητο ξεκαθάρισμα για τα αντικείμενα αλλά για τις μνήμες που συνδέονταν με αυτές, γλυκιές ή πικρές δεν έχει σημασία. Δεν μπορώ να πω με αυτό τον τρόπο ξεμπέρδεψα με ορισμένα πράγματα,αλλά σίγουρα τα περιόρισα σε κάποιες γωνιές των συρταριών η της καρδιάς τα τρίσβαθα.
Αυτό το ξεκαθάρισμα όμως είχε και μια άλλη πλευρά και σε τούτο βοήθησε και το Facebook θα έλεγα με τον τρόπο που μας βάζει να δημιουργήσουμε (όσοι θέλουμε βεβαίως και δεν μας τρομάζει μάλιστα αυτή η έκθεση) προσωπικά φωτογραφικά λευκώματα τα οποία σκοπό έχουν να μας γνωρίσουν καλύτερα και σε διάφορες φάσεις της ζωής μας όσοι ενδιαφέρονται για το πρόσωπό μας. Βρέθηκα λοιπόν μπροστά σε ένα δίλλημα, αν θα έπρεπε να βάλω διάφορες φωτογραφίες με ελάχιστες πληροφορίες ή να κάτσω να γράψω και κάποια μικρά κείμενα που θα περιέχουν περισσότερες πληροφορίες πέρα από αυτό που δείχνουν, όπως για τον τόπο, τη στιγμή, την αφορμή. Κάτι τέτοιο βεβαίως και θέλει χρόνο, αλλά όπως προανέφερα αν δεν γίνει τώρα δεν θα γίνει ποτέ..

Ξεκινάω λοιπόν με μια φωτογραφία, η οποία τραβήχτηκε την άνοιξη του 1961, η τρίτη ή η τέταρτη νομίζω της ζωής μου με τους γονείς μου Γιώργο και Κούλα και την αδερφή μου Μαρούλα η οποία έχει μια ιδιαίτερη σημασία καθώς η αφορμή να γίνει ήταν οι ταυτότητες. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί ήταν οι πλανόδιοι φωτογράφοι που πήγαιναν στα χωριά, τραβούσαν τις φωτογραφίες με βάση τις προδιαγραφές που έβαζε τότε η Αστυνομία, επέστρεφαν στη βάση τους, τις τύπωναν και επέστρεφαν να τις παραδώσουν ή τις έστελναν στον πελάτη με κάποιο έμπιστο πρόσωπο γιατί ήταν πολύτιμη.

Εγώ προσωπικά δεν θυμάμαι αυτή την εποχή, αλλά βλέποντας τη φωτογραφία μπορώ να γυρίζω σε εκείνα τα χρόνια και να περιγράψω την ημέρα που είχε έρθει ο φωτογράφος στο χωριό και όλους να φοράνε τα καλά τους, οι άντρες να έχουν φροντίσει να κουρευτούν και οι γυναίκες να χτενιστούν ανάλογα με το πώς συνήθισε η κάθε μια. Όλοι φυσικά έπρεπε να φοράνε τα καλά τους για να δείχνουν και πιο καλοί και φροντισμένοι. Ρώτησα και άλλες λεπτομέρειες για εκείνη τη μεγάλη ημέρα για το χωριό και έμαθα πως ο φωτογράφος ήταν κάποιος ονόματι Παλαιοβράχας από το διπλανό χωριό Μεσαία Κάψη ο οποίος ήταν και πλανόδιος μικροπωλητής και καφετζής ακόμη και ότι είχε πάει στο χωριό για φωτογράφιση την τελευταία Κυριακή του Μαίου 1961 για να είναι όλο το χωριό μαζεμένο και να μη λείπουν σε δουλειές και στα χωράφια. Τους περισσότερους μάλιστα συγχωριανούς τους φωτογράφισε μετά το τέλος της εκκλησίας, άλλους με φόντο τον τοίχο της Αγίας Τριάδας, μετά πέρασε από τα τρία καφενεία  και φωτογράφισε όσους άντρες ήταν εκεί και κατόπιν πήρε ένα - ένα τα σπίτια του χωριού για να φωτογραφίσει όσους δεν είχε δει.

Το γεγονός εξελίχθηκε σε μικρό πανηγύρι καθώς πολλές από τις γερόντισσες και τους γέρους δεν έβλεπαν με κακό μάτι τη φωτογράφιση ενώ οι νεαρές και οι νεαροί βρήκαν την ευκαιρία να ποζάρουν για τη φωτογραφία της ταυτότητας αλλά να σε άλλές πιο ελαφρές στάσεις για να έχουν κάποιες φωτογραφίες να στέλνουν σε πρόσωπα που τους προκαλούσαν ενδιαφέρον ή να βάλουν το πορτραίτο τους στον τοίχο του σπιτιού. Η περίπτωση τώρα με την οικογενειακή φωτογραφία, αυτή έγινε γιατί η μάνα μου είχε δουλειές και δεν μας πήγε στην εκκλησία εκείνη την Κυριακή αλλά για την περίπτωση μας έντυσε με τα καλά μας και φυσικά φρόντισε κι αυτή να φορέσει κάτι πιο επίσημο. Για το αμερικάνικο πουκάμισο που φορούσε ο πατέρας μου, ούτε λόγος. Πρέπει να ήταν της μόδας τότε και ως νεαρός, ήταν μόλος 24 ετών το φορούσε με μεγάλη ευχαρίστηση.
Με λίγα λόγια, η επίσκεψη του Παλαιοβράχα στο χωριό μου για τη φωτογράφιση των ανθρώπων για τις ταυτότητες ήταν ένα μεγάλο γεγονός και η πρώτη συστηματική καταγράφη όλων των συγχωριανών ανεξαιρέτως. Έτσι λοιπόν έχουμε φωτογραφίες για να θυμόμαστε κάποιους από τους παλαιότερους, φωτογραφίες οι οποίες μετά έγιναν και κάδρα στα σπίτια ή μπήκαν στους τάφους. Δεν έχουμε όμως φωτογραφίες με λεπτομέρειες από το χωριό ή τοπία γιατί η φωτογραφία τότε ήταν όντως ακριβή και για λίγους…

ΑΘΗΝΑ, 16012014