Google+ Badge

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

ΟΙ ΟΜΠΡΕΛΕΣ ΤΗΣ ΒΕΡΑΝΤΖΕΡΟΥ…


Βγήκα στην πόλη σήμερα έχοντας ένα συγκεκριμένο πράγμα στο μυαλό μου καθώς αύριο, πρώτη του Ιούλη -τρόπος του λέγειν- εορτάζω τα τριάντα χρόνια από την πρώτη ημέρα που ήρθα να εγκατασταθώ μόνιμα στην Αθήνα και ελπίζω να φτάσω και τα εξήντα...

Εν ολίγοις, ξεκίνησα να κάνω μια σειρά σημειώσεων με θέμα την Αθήνα που τη γνώρισα με τα μάτια ενός επαρχιώτη νεαρού που μόλις τέλειωσε τη θητεία του στο στρατό έφυγε από το χωριό του και ήρθε στην πρωτεύουσα να βρει δουλειά και να κάνει την τύχη του. Δόξα τω Θεώ, όλα πήγαν καλά μέχρι πριν από δέκα χρόνια σαν σήμερα που δούλεψα τελευταία ημέρα με μισθολόγιο στην Ελευθεροτυπία και έκτοτε συνέχισα μια άλλη πορεία στο χώρο των εφημερίδων με διάφορες συνεργασίες μέχρι σήμερα που ο χώρος κοντεύει να κλείσει. Αυτή είναι η δεύτερη επέτειος που έχω σήμερα – αύριο και για την οποία θα γράψω άλλη φορά, όταν κάποια στιγμή κλείσω οριστικά τη σχέση μου με τα ΜΜΕ.

Έτσι όπως πριν από 30 χρόνια, έτσι και σήμερα το μεσημέρι βρέθηκα στην Ομόνοια και ομολογώ πως οι διαφορές από το 1980 θα ήταν κοινοτυπία να πω πως είναι φοβερές!

Αν εξαιρέσουμε τις «αισθητικές παρεμβάσεις» που κάνουν κάθε τόσο οι δήμαρχοι για να λένε ότι κάτι κάνουν και να βγάζουν λεφτά οι εργολάβοι, η πλατεία ως χώρος συνάντησης ανθρώπων από τότε ως τα σήμερα δεν έχει αλλάξει σε τίποτα εκτός από την προέλευση των ανθρώπων που συγκεντρώνονται κάθε ημέρα εκεί. Τότε πήγαιναν Θεσσαλοί, Ρουμελιώτες, Πελοπονήσιοι, Ηπειρώτες και σήμερα είναι κόσμος από την Αλβανία, τα Βαλκάνια, τη Ρωσία, την Ασία και την Αφρική και όλοι τους κάνουν το ίδιο πράγμα: ζυμώνουν τη νέα κοινωνία της Αθήνας και τούτο αν θέλουμε να το δούμε με καθαρό μάτι και όχι υπό την επήρεια των ιδεών της πολίτικής, δεξιάς ή αριστεράς δεν έχει σημασία καθώς οι θέσεις τους είναι η διαφορετικές όψεις του ιδίου νομίσματος είναι ένα γεγονός τεράστιας σημασίας που δεν μπορεί να μπει σε καλούπια και μόνο το μέλλον θα το καταδείξει.

Αυτό είναι περίπου η κεντρική ιδέα των σημειώσεων για την πόλη μέσα στα 30 χρόνια που τη ζω καθημερινά και ελπίζω πως μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα συγκεντρωθούν σε ένα τόμο και δεν αποκλείεται να εκδοθούν κάποια στιγμή.

Σήμερα λοιπόν το πιο εντυπωσιακό πράγμα που είδα στην Αθήνα ήταν ότι όλοι σχεδόν στο δρόμο κρατούσαν ομπρέλες σαν να ζούμε στην καρδιά του Νοέμβρη ή σε κάποια βροχερή πόλη του Ευρώπης. Το γεγονός οφείλεται βέβαια στην παραδοξότητα του καιρού που έχει κάνει τον φετινό Ιούνιο τον πιο βροχερό μήνα που γνώρισε τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα και όπως λένε οι μετεωρολόγοι, είναι απόλυτα φυσιολογικό πράγμα. Για την Αθήνα όμως, μια εξαιρετικά στεγνή πόλη οι ομπρέλες στα χέρια των ανθρώπων είναι ένα ασυνήθιστο φαινόμενο και αποτελεί μια καινούργια εικόνα, άγνωστη όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και τους επισκέπτες της και λείπει φαντάζομαι από όλους τους τουριστικούς οδηγούς του κόσμου που αναφέρονται στην πόλη μας.

Το ενδιαφέρον επίσης στην περίπτωση είναι ότι ο βροχερός καιρός βοηθάει πολύ τους μετανάστες που πουλάνε ομπρέλες σε κάθε σημείο σχεδόν της πόλης κι έτσι βγάζουν αυτοί οι άνθρωποι ένα καλό μεροκάματο. Τη δουλειά αυτή παλαιότερα θυμάμαι την έκαναν έλληνες εσωτερικοί μετανάστες οι οποίοι με το μεροκάματο που έβγαζαν τότε κατάφεραν να ζήσουν και να προκόψουν ύστερα με άλλες δουλειές που ακολούθησαν. Το ίδιο πιθανόν μπορεί να γίνει με τους μετανάστες από τη Σρι Λάνκα που δεν μπορώ να καταλάβω πως αυτοί οι άνθρωποι απέκτησαν το μονοπώλιο αυτού του είδους εμπορίας αντικειμένων απρόοπτης ανάγκης στην πόλη καθώς και άλλων κάκιστης ποιότητας κινέζικων εργαλείων, όπως κατσαβίδια, φακοί και άλλα που χαλάνε από την πρώτη στιγμή της χρήσης τους.

Παντού λοιπόν έβλεπα ομπρέλες πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων αλλά εκείνο που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση ήταν δυο μπαλκόνια σε μια πολυκατοικία στην οδό Βεραντζέρου, κάτω από την 3ης Σεπτεμβρίου που ήταν γεμάτα ανοιχτές ομπρέλες. Ποια ανάγκη άραγε σκέφτηκα, να ώθησε τους ενοίκους που από τη μπουγάδα δείχνει πως πρόκειται για μετανάστες, να ανοίξουν τις ομπρέλες στα μπαλκόνια; Ζήτημα σκιάς δεν είδα πως υπάρχει γιατί το απέναντι κτίριο, εκτός από τη στιγμή που ο ήλιος βρίσκεται στο ζενίθ του σπάνια αφήνει τις ακτίνες του να φθάσουν στο κατάστρωμα του δρόμου.

Κι έπειτα σε αυτά τα μπαλκόνια που κρέμονται πάνω από το δρόμο της ασυδοσίας των ναρκωτικών και της πορνείας ποιος θα μπορούσε να κάτσει να απολαύσει ένα καφεδάκι το απόγευμα κάτω από τρεις ανοιχτές ομπρέλες παραλίας; Και γιατί τρεις σε κάθε μπαλκόνι; Δεν νομίζω πως τις άνοιξαν για να μη πιάνουν χώρο στο διαμέρισμα αλλά μπορεί ίσως οι ένοικοι να είναι τρεις, πιθανόν και περισσότεροι κι έτσι όποια στιγμή της μέρας τους περισσεύει λίγος χρόνος από το μεροκάματο κάθονται ο καθένας κάτω από την ομπρέλα του και έτσι νοιώθουν ένα κομμάτι ολοδικής τους στέγης σε ένα τόπο που είναι πολύ, πολύ μακριά από τον ουρανό της δικής τους πατρίδας που άφησαν αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.

Δεν μπορούσα να δώσω άλλη εξήγηση για τις ανοιχτές ομπρέλες στα μπαλκόνια και άφησα το μάτι μου να πέσει χαμηλά στην πεζή πραγματικότητα ενός δρόμου που αμφιβάλω αν θυμούνται πια οι κάτοικοι της πρωτεύουσας πως ήταν κάποτε ένας από τους πιο εμπορικούς, στα χρόνια που γύρω από την Ομόνοια ζυμώνονταν οι εσωτερικοί μετανάστες απ’ όλη την Ελλάδα και βγήκαν πολύ σύντομα Αθηναίοι που κατοικούν πλέον στα προάστια της Αθήνας…