Google+ Badge

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Η ΚΙΝΑΡΟΣ, ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

Η Ειρήνη Θηραίου και ο Μικές Κατσοτούρχης το 2000 έριξαν άγκυρα ζωής στη μέση του Αιγαίου Πελάγους και ζωντάνεψαν ένα ξεχασμένο νησί. O Μικές πέθανε το 2013 και έκτοτε η Ειρήνη είναι η μόνη κάτοικος σε αυτό το ξεχασμένο νησί στη μέση του Αιγαίου. 

Είναι η Κίναρος, μια κορυφή από την αρχαία Αιγηίδα που μαζί με τη μικρή Μαυριά και τη λίγο μεγαλύτερή της Λέβιθα αποτελούν μια μικρή συντροφιά νησίδων κατραμεσίς στο Αιγαίο, πάνω ακριβώς από τους δρόμους των μεγάλων καραβιών που βλέπουν καθημερινά να περνούν μπροστά από τη θαλασσινή αυλή τους ο Μικές με την Ειρήνη που επέλεξαν να συνεχίσουν τη ζωή τους πάνω στο έρημο νησί.

Αρχέγονος, μυστηριακός ο στεγνός βράχος που από τα αρχαία χρόνια καλείται Κίναρος δεν χαρίζεται παρά μόνο στους τολμηρούς που αποφασίζουν να ζήσουν στην καρδιά της ανήσυχης θάλασσας.


Δίπλα από ένα τείχος πανύψηλων βράχων που πάνω τους οι δυνατοί αέρηδες και η άγρια θάλασσα έχουν γράψει τη γεωλογική ιστορία της Αμοργού ξεκίνησε ήρεμα το πρωινό μιας καλοκαιριάτικης Κυριακής με την καλοτάξιδη «Χοζοβιώτισσα» τη νεώτερη, το ταξίδι μιας μικρής καλής παρέας από την Αιγιάλη με προορισμό το μοναχικό νησί Κίναρος που βρίσκεται καταμεσής στο χάρτη του Αιγαίου.

Όσοι είχαν κάνει το ίδιο ταξίδι τα πρηγούμενα χρόνια με την παλιά ξύλινη «Χοζοβιώτισσα», έλεγαν πως μόλις έστριβαν από τον Ξόδωτο, το νοτιότερο βραχώδες άκρο της Αμοργού έβλεπαν την Κίναρο να φανερώνεται σιγά - σιγά από το πέλαγος και ανυπομονούσαν  πότε πια θα φτάσουν. Μόλις πέρναγαν δίπλα από τις νησίδες Λιάδια, την έβλεπαν ακριβώς μπροστά τους αλλά ήταν ακόμα μακριά και τα σκληρά κύματα που δεν ησυχάζουν ποτέ σε αυτό το σημείο του Αιγαίου, τους έκαναν πιο ανυπόμονους να φτάσουν τουλάχιστον κάτω από τα φτερά των μεγάλων βράχων που σηκώνουν το νησί πάνω από την αφρισμένη θάλασσα. Τώρα όμως με το καινούργιο σκάφος του καπετάν Κωνσταντή Χάλαρη τη νέα «Χοζοβιώτισσα», διαπιστώνουν μεν πως η διαδρομή έγινε ασφαλώς πιο σύντομη, αλλά όμως έχει χάσει σίγουρα τη γοητεία του απόμακρου ταξιδιού και τη συγκίνηση που περικλείει το πρώτο βήμα στο σιωπηλό νησί που πιο πολύ απ’ όλους το έχουν στο νου τους και το αγαπούν οι ψαράδες της Αιγιάλης και της Καλύμνου.

Κρέμονται από τον ουρανό οι απόκρημνες ακτές της Κινάρου

Για όποιον όμως πηγαίνει για πρώτη φορά στην Κίναρο, είτε με ξύλινο ή πλαστικό σκάφος, είτε γρήγορα ή αργά, δεν έχει σημασία πως, το ταξίδι είναι πάντα συναρπαστικό γιατί στην ουσία πρόκειται με τη γνωριμία ενός μοναδικού νησιού που εκτός από τη φυσική του ομορφιά, αποκαλύπτει και την βαθιά αγάπη που έχει ένα ζευγάρι ανθρώπων που κατοικεί μόνιμα εκεί για τον τόπο των προγόνων τους.

Όλοι όσοι ταξιδεύουν σε αυτές τις θάλασσες ξέρουν 
πως στον Πνιγκό κάποιοι θα τους περιμένουν…

Και όταν λέμε για το τόπο, δεν εννοούμε ένα συνηθισμένο τόπο. Η Κίναρος απέχει από το ακρωτήριο Ξόδωτο της Αμοργού 10 μίλια και το μπουγάζι που σαρώνεται από τους αέρηδες και τα κύματα του Ικάριου πελάγους, δεν είναι καθόλου εύκολο. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που πολλές φορές το νησί μένει για πολλές ημέρες απομονωμένο και στον μικρό, ασφαλή όρμο του που ακούει στην σπάνια αλλά πλήρη νοημάτων και εικόνων λέξη πανάρχαια λέξη Πνιγκός βρίσκουν καταφύγιο τα ψαροκάικια όταν κινδυνεύουν ενώ αποτελεί και αγαπημένο σταθμό όσων ταξιδεύουν όλο το χρόνο το Αιγαίο με ιστιοφόρα και τουριστικά κότερα.

Ο όρμος Πνιγκός ανέκαθεν ήταν το κέντρο του νησιού καθώς δεν υπήρχε 
πουθενά αλλού ασφαλέστερο σημείο να προσεγγίσουν τα καίκια

Η Κίναρος μαζί δε με τα νησάκια Γλάρος, Μαύρα και τη διπλάσια σε μέγεθός της Λέβιθα η οποία και αυτή κατοικείται από 2 ανθρώπους από τη Λέρο, αποτελούν το δυτικότερο σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου και βρίσκονται ακριβώς στη μέση του Αιγαίου. Το γεγονός αυτό τους δίνει ιδιαίτερη σημασία, τόσο ως πέρασμα των μεγάλων ποντοπόρων πλοίων από τα νερά τους, όσο και από γεωπολιτικής και στρατηγικής σημασίας. Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι αυτό που προαναφέρθηκε: η παρουσία ανθρώπων πάνω σε αυτά τα τόσο σημαντικά νησιά!

Ο στόχος του ταξιδιού που είχε οργανώσει από καιρό η παρέα ήταν να επισκεφτούμε τον Μικέ Κατσοτούρχη και Ειρήνη Θηραίου που κατοικούν μόνιμα εκεί και είναι οι φύλακες του νησιού και βεβαίως να γίνει από τον παπα Χρυσοβαλάντη Ειρηναίο, τον νεαρό και δραστήριο ιερέα των Θολαρίων, λειτουργία στο ιδιαίτερα φροντισμένο από το ζευγάρι εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στον παλιό οικισμό του νησιού και να προκληθεί έτσι πάλι το ενδιαφέρον για την ολοκλήρωση του καμπαναριού, ώστε να ακουστεί για πρώτη φορά καμπάνα και σε αυτό το νησί.

Η παρέα από την Αιγιάλη με την Ειρήνη και τον Μικέ 
μετά τη λειτουργία στην πόρτα της εκκλησίας

Έτσι για το καλό και την ευλογία της παρέας, η επίσκεψη στην Κίναρο ξεκίνησε από την εκκλησία, ο παπάς διάβασε την παράκληση ενώ έψαλλε η μικρή Μαρία Θεολογίτη και σαν σχόλασε, η Ειρήνη με την Μικέ μας ξενάγησαν στον ερειπωμένο οικισμό και μας άνοιξαν το κατάλευκο σπίτι τους – το μόνο σπίτι που είναι όρθιο εκεί και διατηρεί, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του την απλή ομορφιά ενός νησιώτικου σπιτιού. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και λεπτό γούστο, οι δυο τους έχουν επισκευάσει το πατρικό σπίτι της Ειρήνης και το έχουν στολίσει με νησιώτικα έπιπλα, κληρονομιά των προγόνων τους. 

Στο εσωτερικό του σπιτιού της Ειρήνης και του Μικέ με τον πατέρα Χρυσοβαλάντη
Το αποτέλεσμα της δουλειάς που έκαναν μονάχοι τους, ιδιαίτερα ότι αφορά την προσοχή που έδωσαν στη διατήρηση των αρχιτεκτονικών στοιχείων της παλιάς, σύνθετης κατοικίας των Θηραίων, θα τη ζήλευε και ο πλέον ειδικός αρχιτέκτονας! Όλα εκεί δένουν αρμονικά και δείχνουν το πάθος που έχουν να διατηρήσουν όμορφο και ζωντανό το τόπο τους. Με ιδιαίτερο μάλιστα καμάρι η Ειρήνη, μας έδειξε όλα τα μικροαντικείμενα της καθημερινότητας που κατάφερε να διασώσει και μας διηγήθηκε την ιστορία καθενός είτε πρόκειται για στοιχεία της κουζίνας, είτε για λυχνάρια, αγροτικά εργαλεία, διάφορα πράγματα που διευκόλυναν και κοσμούσαν τη ζωή των γονιών της και των αδελφάδων της. Εκείνο δε που μας έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν ότι στους τοίχους του σπιτιού, ήταν κρεμασμένες φωτογραφίες των γάμων από όλες τις αδελφές της –πέντε από τις έξι που απόκτησαν οι γονείς της πάνω σε αυτό τον άκαρπο πια τόπο- γεγονός από μόνο του σχολιάζει την έξοδο χωρίς επιστροφή, της πραγματικής δύναμης του νησιού, των γυναικών.





Πάνω στο νησί βρήκαν όλα τα υλικά και έχτισαν τα σπίτια οι παλιοί κάτοικοι της Κινάρου
 και στην ίδια φύση τώρα χωρίς καμιά φροντίδα επιστρέφουν

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα υπόλοιπα κτίσματα του οικισμού. Όλα σχεδόν έχουν διαλυθεί. Σπίτια, στέρνες, φούρνοι, αποθήκες και μάντρες κείτονται σε άμορφους σωρούς από πέτρες που έχουν σκεπάσει και τα έπιπλά τους. Το γεγονός πικραίνει ιδιαίτερα το Μικέ, ο οποίος συχνά αναρωτιέται για ποιο λόγο οι απόγονοι των άλλων κατοίκων της Κίναρου δείχνουν τέτοια αδιαφορία για το λίκνο των οικογενειών τους. Απάντηση στο ερώτημά του, δεν είναι παρά η στάση που κράτησαν αυτός και η Ειρήνη όταν πριν από 8 χρόνια αποφάσισαν να ζήσουν εκεί. 

Με καταγωγή από την Κάλυμνο ο Μικές, γεννημένη στην Κίναρο η Ειρήνη γνωρίστηκαν το 1966 στην Κάλυμνο και παντρεύτηκαν μέσα σε μια εβδομάδα. Προς αναζήτηση καλύτερης τύχης μετανάστευσαν στην Αυστραλία, έζησαν και δούλεψαν στο Ντάργουιν αλλά η νοσταλγία της πατρίδας, το 1975 τους έφερε πίσω στην Ελλάδα. Από τότε μέχρι το 2000 ζούσαν μεταξύ Καλύμνου και Κίναρου.

Εκείνα τα χρόνια το νησί, ζωντάνευαν ακόμη οι γονείς της Ειρήνης, η κυρά Ακαθή η οποία ζει ακόμα με μια κόρη της στον Ποταμό της Αιγιάλης και ο Γιώργης Θηραίος, μια εμβληματική μορφή του Αιγαίου που πέθανε το 1997. Οι γέροντες οι οποίοι ήταν η τελευταία οικογένεια, πριν από τον Μικέ και την Ειρήνη που έζησαν από τότε που γεννήθηκαν στην Κίναρο και απόκτησαν εκεί έξι κόρες. Όλη τους δε η ζωή κύλησε δουλεύοντας τα άγονα χωράφια του νησιού, τρέχοντας πίσω από τα κοπάδια τους και φυσικά με τη θάλασσα από την οποία εξαρτιόνταν κυρίως η επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο και ήταν το πιο σημαντικό απ’ όλα τα πράγματα στη ζωή τους. Γιατί, όσο και αν είχαν οργανώσει πάντα μέσω των δυνατοτήτων που τους έδινε ο σκληρός τόπος που φύτρωσε η γενιά τους, τη ζωή τους και στον κύκλο του χρόνου ο βασικός τους στόχος ήταν μονίμως η επάρκεια των αγαθών, πάντα είχαν την ανάγκη κάποιων πραγμάτων που θα έρχονταν απέξω και κυρίως το «ταχυδρομείο» και οι ειδήσεις.

Τα τελευταία 23 χρόνια το «ταχυδρομείο» της Κινάρου, το κάνει, όταν βεβαίως ο καιρός το επιτρέπει, μια φορά την εβδομάδα ο καπετάν Κωνσταντής Χάλαρης ο οποίος μετά την Ειρήνη, είναι ο άνθρωπος που έζησε ένα σωρό καλές και κακές στιγμές στο νησί και είχε γνωρίσει από κοντά τους τελευταίους ανθρώπους του. Αυτός ήταν μάλιστα που μετέφερε, μια πολύ άγρια ημέρα του Γενάρη του 1997 τον άρρωστο το Γιώργη Θηραίο από την Κίναρο στην Αμοργό. Η κατάστασή του ήταν πολύ κρίσιμη και είχε μάλιστα προταθεί η μεταφορά του να γίνει με ελικόπτερο αλλά ο γέρο θαλασσινός, ούτε να ακούσει δεν ήθελε τέτοιο πράγμα. Αρνήθηκε να μπει μέσα επικαλούμενος το φόβο να μη πέσει κι έτσι, παρά τους αντιρρήσεις που είχε και ο Κωνσταντής για τον κίνδυνο που θα έμπαιναν μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, κατόρθωσε να κάνει το τελευταίο της ζωής του ταξίδι στη θάλασσα που μια ζωή γι’ αυτόν άλλοτε ήταν η μεγάλη φυλακή κι άλλοτε απέραντος χώρος ελευθερίας.

Μετά το θάνατο του Γιώργη Θηραίο, έφυγε και η κυρά Ακαθή και το νησί τυλίχθηκε στη σιωπή και η μοναξιά του έγινε η αφορμή να συμβούν πολλά παράξενα και ασφαλώς καταδικαστέα. Ο Μικές λέει πως κάποιοι, απ’ αυτούς που δεν το έχουν σε καλό να αφήσουν κάτι που έμεινε χωρίς νοικοκύρη ήσυχο και δεν σέβονται ούτε ιερό, ούτε όσιο πουθενά, είτε αυτό κινείται πάνω στη γη, είτε κολυμπάει στη θάλασσα, άρχισαν τις επιδρομές! Θύμα τους κατ’ αρχήν υπήρξε το μεγάλο κοπάδι –γύρω στα 400 κατσίκια είχε ο γέρος πάνω στο νησί- και αποδεκάτισαν τα θηλυκά. Η επιλογή τους δεν ήταν τυχαία, καθώς οι επιδρομές γίνονταν το καλοκαίρι που τα αρσενικά λόγω της αναπαραγωγής, βρωμούσαν! Αυτοί οι παράνομοι, κρύβονταν πίσω από μια μάντρα και μόλις τα ζωντανά πλησίαζαν ανύποπτα τη γούρνα να ξεδιψάσουν, τα πυροβολούσαν. Τεκμήριο για τη συμπεριφορά τους αυτή, ήταν ένας σωρός από άδεια φυσίγγια που για να τα κρύψουν τα έριχναν στο πηγάδι και τα οποία ανακάλυψε ο Μικές όταν επιχείρησε να το καθαρίσει. Οι ίδιοι ασυνείδητοι, ενδεχομένως όμως και κάποιοι άλλοι ήταν που ρήμαξαν και τα σπίτια, σπάζοντας και σκορπώντας τα έπιπλα και διαλύοντας τις εγκαταστάσεις των ανθρώπων, ψάχνοντας πιθανόν για κρυμμένα πράγματα και θησαυρούς που μπορεί να πίστευαν πως ήταν θαμμένοι εκεί.   

Αυτή την κατάσταση δεν μπόρεσε να ανεχθεί ο Μικές και είπε το μεγάλο ναι στην Ειρήνη, της οποία επιθυμία ζωής ήταν πάντα να γυρίσουν να μείνουν στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί με τις αδερφές της και τους άλλους συντοπίτες. Η Ειρήνη, δεν πρόλαβε τη ζωή πριν από τον πόλεμο που στην Κίναρο υπήρχαν επτά – οκτώ οικογένειες και ζούσαν σε διάφορα σημεία. Ούτε τα κρίσιμα χρόνια της Κατοχής, χρόνια κατά τα οποία πάνω στο νησί και ανάμεσα στους ανθρώπους συνέβησαν πολλά και ιδιαίτερα πράγματα, θυμάται, καθώς γεννήθηκε το 1945, τη χρονιά που η Κίναρος «ενσωματώθηκε» μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Σημειώνεται πως σχετικά με το καθεστώς της Κινάρου, εξαιτίας πολλών αβλεψιών και παραλείψεων, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ακόμη (Πρωτόκολλο Λονδίνου 22 Ιανουαρίου – 3 Φεβρουαρίου 1830) μέχρι πρόσφατα έχουν εκφραστεί πολλά και περίεργα που αφορούν το καθεστώς του νησιού. Γεγονός όμως αδιαμφισβήτητο είναι πως η Κίναρος αποτελεί ιστορικά και πληθυσμιακά μέρος των Κυκλάδων και η καταγωγή των κατοίκων της έλκεται από την κοντινή Αμοργό. Τρανή απόδειξη ήταν ο Αμοργίνος Μιχάλης Δάβης, ο οποίος φαίνεται να κατείχε το νησί κατά τον 19ο αιώνα και σε αυτόν αναφέρονται όλα τα έργα καθώς και η ίδρυση της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου γεγονός που φανερώνει η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα πάνω από την είσοδο με την χρονολογία 1878. Αυτός λοιπόν ο Δάβης ο οποίος έφτιαξε και τον ανεμόμυλο που κείτεται ερειπωμένος σήμερα στην περιοχή Κακοπέρατο, αναφέρεται τους δυο τελευταίους αιώνες ως ο γενάρχης της Κινάρου και οι απόγονοί του έζησαν στη Λαγκάδα της Αμοργού.

Από τις άλλες οικογένειες που ζούσαν στην Κίναρο, αναφέρεται κάποιος Γιωργάκης, το επώνυμο του οποίου πιθανόν να ήταν Χελιός και είχε σπίτια πάνω από τον όρμο, στον κάμπο του Κάστρου και ο οποίος, όπως συμπεραίνουμε από τα κατάλοιπα των εγκαταστάσεων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και ένα χτιστό πατητήρι, πρέπει να ήταν καλός νοικοκύρης. Από αυτόν τον Γιώργη, το μόνο που έχει απομείνει είναι το τοπωνύμιο «Στον Κάμπο του Γιώργη» στη ράχη πάνω από τον όρμο. Σε αυτό το σημείο επίσης διακρίνονται και ορισμένες μεγάλες πέτρες, κατάλοιπα κάποια παλιάς αχρονολόγητης οχύρωσης η οποία δεν έχει μελετηθεί και από εκεί φαίνεται πως πήρε το όνομά της η περιοχή η οποία είναι και η πιο γόνιμη και η πιο ασφαλής του νησιού.

Άλλη παλιά οικογένεια ήταν οι Βλαβιανοί, οι οποίοι κατείχαν την περιοχή που διασχίζει το λαγκάδι, στην κοίτη του οποίου έχουν αποκαλυφθεί θεμέλια βυζαντινού κτίσματος και τμήματα από ψηφιδωτό δάπεδο. Αν συνδυάσουμε τα ευρήματα αυτά με το τοπωνύμιο «Στης Παναγίας» και την ύπαρξη νερού δεν αποκλείεται εκεί να υπήρχε κάποτε μια εκκλησία ή ένα μεγαλύτερο συγκρότημα αφιερωμένη στην Παναγία. Το ότι ήταν χωμένη μέσα στο λαγκάδι και δεν φαίνονταν καθόλου από τη θάλασσα έχει σίγουρα να κάνει με το φόβο των πειρατών που σε όλες τις στιγμές της ιστορίας λυμαίνονταν το αρχιπέλαγος. Μια άλλη οικογένεια η οποία έζησε κάποτε στην Κίναρο και απόγονοί τους υπάρχουν ακόμη στην Αμοργό είναι οι Καστάνηδες και κάποιες άλλες οικογένειες τα ονόματα των οποίων στο πέρασμα του χρόνου λησμονήθηκαν και κανείς δεν τα θυμάται.

Στους χρόνους του πρώτου μισού του 20ου αιώνα που μπορούμε να είμαστε περίπου βέβαιοι για τον πληθυσμό της Κινάρου, μαζί με τον Γιώργο Θηραίο και την Ακαθή (το γένος Βλαβιανού), αναφέρεται και η οικογένεια του Γιώργου Βλαβιανού και της Αννιτσιώς που ήταν κόρη του Μιχάλη Δάβη. Τα παιδιά αυτών των οικογενειών, όταν μεγάλωναν πήγαιναν σχολείο στη Λαγκάδα και γύριζαν στο νησί συνήθως το Πάσχα και βεβαίως το καλοκαίρι που βοηθούσαν τους γονείς τους σε όλες τις δουλειές, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα επίπονες και σκληρές. Έπρεπε να θερίσουν, να αλωνίσουν, να αλέσουν, να κάνουν τυρί, να ετοιμάσουν τα χωράφια για την επόμενη σπορά. 

Αυτή η ζωή όμως άρχισε αμέσως μετά το 1950 να διαλύεται, καθώς ένα πίσω από το άλλο, τα παιδιά άρχισαν να μην επιστρέφουν στην Κίναρο, να αρχίζουν να δουλεύουν στην Αμοργό ή να αναζητούν την τύχη τους σε άλλα μέρη. Έτσι, η αγροτική οργάνωση της Κινάρου που στηρίζονταν στη συμμετοχή των μελών της οικογένειας και την αλληλοβοήθεια, κλονίστηκε και διαλύθηκε. Το τελευταίο αλώνισμα που έγινε με βόδια και των δυο οικογενειών θυμάται η Ειρήνη, έγινε το 1960. Από τότε και μετά, έπαψαν οι σπορές και όλο το νησί, εκτός από λίγα, προφυλαγμένα από ψηλές πέτρινες μάντρες χωράφια, παραδόθηκε στα κατσίκια τα οποία ρήμαξαν την βλάστησή του. Από τη συνεχόμενη δε ξηρασία των τελευταίων ετών, έχουν σβήσει όλα σχεδόν τα αγριομαστιχόδεντρα του νησιού καθώς και οι πολύτιμες συκιές. Έτσι, το μόνο πράσινο σημείο της Κινάρου, είναι η βαθιά λαγκάδα που καταλήγει στον όρμο, στην οποία μέσα σε ψηλές μάντρες, ο Μικές με την Ειρήνη φτιάχνουν κήπους και διατηρούν ένα μικρό αμπέλι και λίγα καρποφόρα δέντρα με μοναδική συντροφιά, δυο μεγάλα σκυλιά χάσκι, τη Σίβα και την Φρίντα.  

Ο Νικήτας Δάβης, αφηγείται ο Μικές μεταφέροντας με ευλαβική ακρίβεια τα όσα άκουσε τα προηγούμενα χρόνια από τον πεθερό του Γιώργη Θηραίο, πνίγηκε από μαζί με της Διασινιώς τον άντρα κάποια χρονιά πρίν από τον πόλεμο σαν τους βρήκε με το καίκι στη θάλασσα έξω από τον Χοντρό Κάβο μια ξαφνική τρούμπα και εξαφανίστηκαν, δεν τους βρήκαν πουθενά. Αυτοί είχαν πάει στο διπλανό νησί Λέβιθα να αναζητήσουν τρόφιμα γιατί εκείνη τη χρονιά η Κίναρος είχε δυστυχήσει και οι άνθρωποι πεινούσαν και δεν ξέρουμε αν γύριζαν με άδεια η γεμάτη τη βάρκα…

Κάπως έτσι άνοιγε και έκλεινε πάντα η σχέση των κατοίκων της Κινάρου με τη θάλασσα, μια θάλασσα ιδιαίτερα άγρια καθώς εκεί στο κέντρο του Αιγαίου συναντώνται και παλεύουν λογιών – λογιών κύματα, απ’ όλες τις πλευρές του ορίζοντα. Πίσω όμως από τα λόγια του Μικέ κρύβεται και η αλήθεια, ότι οι Κιναριώτες αγροτοκτηνοτρόφοι ουδέποτε είχαν κάποια επιδείξει κάποια εξοικείωση με τη θάλασσα και ότι χρειάζονταν, μεταφορές για παράδειγμα το αναλάμβαναν βαρκάρηδες και καπεταναίοι από άλλα μέρη, κυρίως όμως από την Αιγιάλη.

Δεν είναι παράδοξο, μια κοινωνία που να ζει πάντα με τον κίνδυνο του αποκλεισμού από τη θάλασσα να τη φοβάται και να μην την πλησιάζει, ούτε για ψάρεμα.
Ο Γιώργης Θηραίος πάντως τα χρόνια της ακμής του είχε ένα βαρκάκι που το έλεγε «Γεωργία» προς τιμή του Αϊ – Γιώργη, προστάτη του νησιού, αλλά με αυτό δεν είχε πάει ποτέ του στην Αμοργό παρά μόνο για ψάρεμα κοντά στην ακτή και μόνο όταν είχε καλό καιρό γιατί το πάθημα του Δάβη του είχε διδάξει να μην απομακρύνεται ποτέ από τον όρμο.

Όσον αφορά το ψάρεμα, οι Κιναριώτες δεν είχαν και τόση ανάγκη να ασχοληθούν με αυτό γιατί συνήθως προμηθεύονταν ψάρια από τα καίκια που περνούσαν ή αναγκάζονταν να καταφύγουν στον Πνιγκό. Όταν πάλι ήθελαν να ψαρέψουν, προσπαθούσαν να κάνουν ότι κάνουν σε απόσταση ασφαλείας από την ακτή. Εκεί προσπαθούσαν να πιάσουν ψάρια και ο συνηθισμένος τρόπος ήταν το «πήτημα», δηλαδή το φτύσιμο μασημένου τυριού ή σαρδέλας στην θάλασσα και το άρπαγμα με την απόχη του ψαριού που πήγαινε να δοκιμάσει αυτό το παράξενο δόλωμα. Εξυπακούεται πως με το «πήτημα» δεν είχαν και τίποτα σπουδαίες επιτυχίες αφού δεν μπορούσαν να έχουν απόχη μεγαλύτερη από δύο 
μέτρα.

Αυτό όμως που κατάφερναν με μεγάλη επιτυχία ήταν η «δέτη», τρόπος ο οποίος είχε να κάνει με ένα δεμένο αρσενικό άσπρο σκάρο τον οποίο αν είχαν τύχη τον έπιαναν με το «πήτημα». Αφού τον έδεναν λοιπόν με ένα σπάγγο τον έσερναν από το καίκι μέσα στο νερό και το γεγονός είχε σαν αποτέλεσμα, ολόκληρα κοπάδια θηλυκών κόκκινων σκάρων και ανάλογα πλέον με την ταχύτητα του ψαρά στην απόχη, ήταν και το αποτέλεσμα. Έπρεπε να προλάβει το κοπάδι που ακολουθούσε το δόλωμα πριν προλάβουν άλλοι αρσενικοί και τον αρπάξουν. Σε αυτή την απίθανη μέθοδο ψαρέματος έλεγε ο Γιώργης Θηραίος, ο καλύτερος ήταν ο Μιχάλης Δάβης.


Αξίζει να πούμε πως το «Γεωργία» πουλήθηκε και δούλεψε για λίγο καιρό ως λάντζα στα Κατάπολα και αφού εγκαταλείφθηκε, κάποιος το έκοψε και η πλώρη του κοσμεί κάποιο κατάστημα διασκέδασης. Μετά από αυτό ο Γιώργης Θηραίος πήρε ένα άλλο το οποίο ονόμασε «Αντωνία» χάρη μιας κόρης του και το οποίο σήμερα βρίσκεται τυλιγμένο με διάφορα παλιόπανα στην αμμουδιά να μη σαπίσει. 

Και στη σκληρή Κίναρο η ζωή
ακούει στο όνομα μιας γυναίκας

Δεν ήταν ποτέ  άδειες  οι νύχτες στην Κίναρο σαν τις φώτιζε το παλιό λυχναράκι  που κρατάει με συγκίνηση σήμερα στα χέρια της η Ειρήνη και το φυλάει μαζί με  άλλα κειμήλια  

Μπορεί για κάποιους που, είτε μέσω της πολυτέλειας της ασφάλειας που έχουν εξασφαλίσει ή ακόμη και της ρομαντικής απογοήτευσης που για διαφόρους λόγους καμμιά φορά διακατέχονται, η ζωή της Ειρήνης και του Μικέ στην Κίναρο να θεωρείται ως μια ωραία λύση απόδρασης από τα τείχη που έκτισαν γύρω τους. Είμαι βέβαιος όμως πως αν αποφασίσουν μια στιγμή να τους μιμηθούν, τις πρώτες κιόλας ώρες που θα νοιώσουν αποκλεισμένοι από τον χειμωνιάτικο καιρό, θα καλέσουν αμέσως τα ελικόπτερα να τους πάρουν από εκεί και να επιστρέψουν στον κόσμο που έχουν συνηθίσει και θα ορκιστούν πως δεν θα ξανατολμήσουν μια τέτοιο αποκοτιά.

Εξαιτίας των αρπακτικών τα κοτόπουλα ζουν μονίμως έγκλειστα
Το ζευγάρι της Κινάρου όμως δεν έχει τέτοια προβλήματα γιατί εκτός του ότι τους συνδέει μια σπάνια αλληλεγκύη και τους διακατέχει μια τρυφερή φροντίδα, στοιχεία που οπωσδήποτε δεν έχει να κάνουν με καλλιεργημένα συναισθήματα, αλλά με την νησιώτικη ιθαγένεια και τους κανόνες επιβίωσης που ανέκαθεν την χαρακτήριζαν. 
Η οικονομία του Μικέ και της Ειρήνης φυσικά και στηρίζεται στα κατσίκια που βόσκουν ελεύθερα σε όλο το νησί αφού δεν διακρίνονται πουθενά πλέον καλλιέργειες πάνω σε αυτό ενώ φροντίζουν να έχουν στο τραπέζι τους και λίγα λαχανικά από τον περιφραγμένο κήπο που καλλιεργούν στη λαγκάδα, δίπλα από το περιποιημένο αμπελάκι. Για τα άλλα χρειαζούμενα φροντίζει ο Κωνσταντής με τη «Χοζοβιώτισα».

Η Φρίντα και η Σίβα είναι η συντροφιά του ζευγαριού και οι φύλακες της Κινάρου
Επειδή όμως το ζευγάρι δεν θέλει να είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την αγορά, γι’ αυτό πασχίζει να έχει έστω ένα ίχνος από την χαμένη, παλιά αυτάρκεια. Καθώς όμως ο Μικές πάσχει από ένα χρόνιο αναπνευστικό νόσημα, το βάρος όλων των εργασιών πέφτει στους ώμους της ακούραστης Ειρήνης. Αυτή είναι που κυνηγάει να πιάσει τις κατσίκες, να αρμέξει, να πήξει τυρί, να σκάψει, να ποτίσει, να κάνει εν τέλει όλες τις δουλειές που χρειάζεται ένα αγροτικό σπίτι που παρά την ελάχιστη, σε σχέση με το παρελθόν κλίμακά του, θέλει έναν άνθρωπο στο πόδι από το πρωί ως το βράδυ.

Φυσικά και δεν χρειάζεται πλέον ο πέτρινος χειρόμυλος αφού χρόνια τώρα έχει να καρπίσει σιτάρι στην Κίναρο και  πλέον έμεινε να στολίζει την αυλή του κατάλευκου σπιτιού

Πιστεύω πως αν ο Μικές και η Ειρήνη ήταν στη νιότη τους θα μπορούσαν να αναστήσουν πάλι το νησί και να το κάνουν αν όχι ένα μικρό παράδεισο, οπωσδήποτε έναν τόπο που να μπορεί να θρέψει, όπως και στο κοντινό παρελθόν πέντε – έξι οικογένειες. Μοιάζει ακατόρθωτο αλλά αν αναλογιστούμε πως κατά τη μακρά ιστορία του υπήρξαν και άλλες εποχές κατά τις οποίες το νησί ερημώθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα από πειρατικές επιδρομές και την αρπαγή των κατοίκων αλλά πάλι βρέθηκαν όμως κάποιοι άνθρωποι να το αποικήσουν και να το αναστήσουν. Κάποιοι από αυτούς πρέπει να ήταν και οι μακρινοί πρόγονοι της Ειρήνης.

Καμαρώνει μπροστά στο θαλερό αμπέλι της η Ειρήνη
Η Ειρήνη και ο Μικές κάποια στιγμή σαφώς και θα λείψουν από το νησί και δεν είναι απίθανο στο εγγύς μέλλον να βρεθεί πάλι κάποιος να πάει να ζήσει πραγματικά και να δημιουργήσει στην Κίναρο. Οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει μοιάζουν σήμερα ανυπέρβλητες, αλλά αν το έχει πάρει απόφαση, θα δημιουργήσει πάλι εκείνον το μικρό, το μέγα, κόσμο της νησιώτικης επάρκειας και της αυτονομίας.  

Οι αποκαλύψεις της μεγάλης «τρούμπας»

Άλλη μια αποκάλυψη της τρούμπας: Η νάρκη που είχαν διαλύσει 
κάποτε οι ντόπιοι ψαράδες για να κάνουν δυναμίτες !  

Μερικά μέτρα αριστερά από το μώλο του Πνιγκού και πίσω από τη μικρή αμμουδιά αρχίζει η βαθιά, σαν μαχαιριά στο σώμα του νησιού λαγκάδα όπου κατά τις περιόδους μεγάλων βροχοπτώσεων ρέει ένας μικρός χείμαρος ο οποίος ευθύνεται για τη δημιουργία του στενού ρέμματος που χρησιμοποιεται και ως μονοπάτι που οδηγεί στα χωράφια στου Γιώργη τον Κάμπο. Από τη μια πλευρά αυτού του μονοπατιού, πρασινίζουν σήμερα τα κηπάρια του ζευγαριού τα οποία αρδεύονται την άνοιξη από το τρεχούμενο νερό του χειμάρου και το καλοκαίρι που δυσκολεύουν τα πράγματα από μια μικρή στέρνα βρόχινου νερού. Σημειώνεται, πως για την ανακούφιση των εκεί ανθρώπων από τη λειψυδρία, το Επαρχείο Καλύμνου πρόσφατα κατασκεύασε εκεί μια μεγάλη μεταλλική δεξαμενή την οποία τροφοδοτεί με νερό από τη Ρόδο.

Στο τέλος αυτής της εντειχισμένης, για τον φόβο των ασύδοτων κατσικιών μικρής όασης, σε ένα σημείο δίπλα από το μονοπάτι, αποκαλύφθηκε πρόπερσι που ξέσπασε μια μεγάλη τρούμπα (σίφωνας) και πλημμύρισε ο χείμαρρος, τμήμα από ψηφιδωτό δάπεδο, σίγουρα κάποιας εκκλησίας το οποίο μελετά η οικεία αρχαιλογική υπηρεσία. Το γεγονός ήρθε να επαληθεύσει την παράδοση ότι σε εκείνο το σημείο το οποίο καλούσαν «Στην Παναγία» και έλεγαν ότι εκεί υπήρχε κάποτε μια εκκλησία της Παναγίας, ίσως και ένα μοναστήρι. Έτσι, η τρούπα αποκάλυψε μια άγραφη σελίδα της μακράς ιστορίας του νησιού και με τη μελέτη των ευρημάτων ενδεχομένως συμπληρωθεί ως πρέπει.

Ο Σαράντης μας δείχνει το μωσαϊκό που αποκάλυψε η μεγάλη πλημμύρα. 

Μια άλλη επίσης «αποκάλυψη» της τρούμπας η οποία σημειωτέον ξερίζωσε και ένα μεγάλο ευκάλυπτο που είχε φυτρώσει κάποτε στην αρχή της λαγκάδας, ήταν ότι έβγαλε από το βυθό του όρμου μια διαλυμένη μεγάλη θαλάσσια νάρκη από τον καιρό του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό το ύπουλο όπλο, αποτέλεσε για εκείνα τα χρόνια αλλά και για τα κατοπινά, ένα επικίνδυνο «δώρο» για τους ψαράδες που έφτιαχναν δυναμίτες με τη γόμωσή της και η Κίναρος, καθ’ ομολογία όλων τα παλιών υπήρξε αποθήκη εφοδιασμού και διανομής στους τολμηρούς που τους χρησιμοποιούσαν.


Η ΝΗΣΟΣ ΚΙΝΑΡΟΣ

Το απαιτεί η θέση της, η σημαία να κυμματίζει διαρκώς στην Κίναρο

Η επιφάνεια της Κινάρου είναι 4,5 τ.χιλ. και η ακτογραμμή της 16, 242 χιλ. Το μέγιστο υψόμετρό της είναι 296 μέτρα στο μέσο περίπου του δυτικού τμήματός της. Απέχει 5,1 ν.μ Δ-ΝΔ της άκρας Έλμινο (Στένωση, Στενόζι) ΝΔ όριο της νήσου Λέβιθα και 6,2 ν.μ. ΒΑ από τη βορειότερη και μεγαλύτερη από τις νησίδες Λιάδια. Οι διαστάσεις της είναι 2, 2 χιλ. από ΝΔ προς ΒΑ με μέγιστο πλάτος 1,4 χιλ. στο δυτικό τμήμα της.
Στο ορεινό έδαφος της Κινάρου έχουν παρατηρηθεί από έρευνες της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας ένα είδος σαύρας, ένα είδος σαμιαμιδιού και ένα είδος φιδιού (έρυξ). Στη νήσο έχουν παρατηρηθεί αρπακτικά πτηνά, ενώ απουσιάζουν είδη που σχετίζονται με ανθρώπινη παρουσία. Αγριοπερίστερα συναντώνται στις βραχώδεις ακτές ενώ παρατηρήθηκαν σταχτοπετρόκλης και ασπροκωλίνα, προ ετών. Αξιόλογος πρέπει να είναι και ο ρόλος της Κινάρου στη μετανάνστευση των πτηνών, λόγω της θέσεως της στο κέντρο του Αιγαίου. Στο θαλάσσιο, επίσης χώρο της μέχρι πρόσφατα σύχναζαν αρκετά είδη ψαριών αλλά λόγω της υπεραλίευσης οι πληθυσμοί τους έχουν μειωθεί σημαντικά.
-          Πηγή: Περιοδικό «Αεροπός», τεύχος 73, Μάιος - Ιούνιος 2007.

Περισσότερο από δυο δεκαετίες τώρα ο Κωνσταντής Χάλαρης με την ιστορική πια «Χοζοβιώτισσα» που έδωσε τη θέση της στη νεώτερη, είναι ο άνθρωπος που συνδέει την Κίναρο με τον άλλο κόσμο.


ΑΜΟΡΓΟΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2008.