Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΓΑΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΓΑΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ «ΣΚΟΠΕΛΙΤΗ»



Δεν υπάρχει καλύτερος οιωνός για το ξεκίνημα ενός ευχάριστου ταξιδιού από την εμφάνιση δελφινιών δίπλα στο πλοίο και είναι απείρως πιο γοητευτικό, όταν αυτό συμβαίνει δίπλα στον «Σκοπελίτη», το πλοίο μύθος των Μικρών Κυκλάδων.

Έτσι έγινε πριν από λίγες ημέρες, όταν μόλις άφησε το λιμάνι της Νάξου και πήρε δίπλα τις ακτές της πριν ανοιχτεί για την Ηρακλειά, βγήκε από τα γαλάζια νερά ένα μεγάλο δελφίνι, πήδηξε μια φορά ψηλά για να μας δείξει ότι ακολουθεί το πλοίο, χάθηκε στα βάθη και αφού έκανε ένα μεγάλο κύκλο στους βυθούς βγήκε πάλι στην επιφάνεια και άρχισε τα άλματα και τις βουτιές από αρκετή απόσταση λες ήθελε να μας δώσει χρόνο να πιάσουμε θέση στα παραπέτα να το δούμε και άφησε το μεγαλύτερο άλμα δίπλα ακριβώς από το πλοίο, στιγμή που όλοι ήταν έτοιμοι να «πιάσουν» με το φακό της μηχανής τους ή του τηλεφώνου την υπέροχη κίνηση του μεγάλου ψαριού και να έχουν να το θυμούνται.


Το γεγονός σημειώνεται ως εξαιρετικό για ένα ταξίδι στο Αιγαίο και οπωσδήποτε συμβαίνει συχνά αλλά γίνεται αντιληπτό από σκάφη του μεγέθους του «Σκοπελίτη» ή ανάλογα που διαθέτουν κατάστρωμα για την παρακολούθηση τέτοιων ωραίων στιγμών. Ασφαλώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί όταν το ταξίδι γίνεται με τα λεγόμενα ταχύπλοα που με τις μεγάλες τους τουρμπίνες ταράζουν σε υπερβολικό βαθμό τα νερά και διώχνουν μακριά μικρά και μεγάλα ψάρια ενώ ο εγκλωβισμός των επιβατών σε θέσεις εκδρομικού λεωφορείου με τον αφόρητο κλιματισμό τους απομακρύνουν απ’ την αίσθηση του θαλασσινού ταξιδιού και των όποιων απρόοπτων που μπορούν να συμβούν σε αυτό…

ΑΘΗΝΑ, 08082017

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Η ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΜΑ



Πρωτοτύπησα φέτος! 
Αντί να έρθω σε πρώτη επαφή (χωρίς να βρέξω ούτε τα πόδια μου εννοείται ακόμη με τη θάλασσα) όπως έκανα σε κάθε ξεκίνημα καλοκαιριού από τον Σαρωνικό σε κάποιο κοντινό νησί, άρχισα από τα βόρεια, από τον Αιγαίο, και συγκεκριμένα από τις παραλίες του νομού Λάρισας και του Δήμου Αγιάς όπου επισκέφθηκα αυτές τις ημέρες να γράψω κάποια πράγματα που θέλω για ένα τόπο που μου αρέσει πολύ.  


Έτσι λοιπόν, με βάση το υπέροχο Μεταξοχώρι  αφού περιπλανηθήκαμε για αρκετές ώρες στις πλαγιές του Κισάβου που αυτές τις ημέρες ζει και αναπνέει μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων, περπατήσαμε με το αυτοκίνητο όλη την παραλιακή ζώνη, από το Κάτω Πολυδέντρι ως το Κόκκινο Νερό και σε κάποια απόμερα σημεία, χωρίς υπερβολή, βλέπαμε την άνοιξη σαν να βγαίνει μέσα από το κύμα και μετά να ανεβαίνει στο βουνό!  

ΜΕΤΑΞΟΧΩΡΙ, 07052017

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ



Οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου κι αν βρεθεί κάποιος στην Αμοργό, αξίζει να ξυπνήσει πριν αρχίζουν να διαλύονται τα σκοτάδια της νύχτας και να βρεθεί ψηλά, σε κάποιο σημείο και να περιμένει να δει την ανατολή του ήλιου. Το ίδιο θα μπορούσε να κάνει βεβαίως και σε άλλα νησιά ή ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά η Αμοργός, εξαιτίας της κεντρικής της θέσης στο Αρχιπέλαγος έχει ένα προνόμιο που δεν έχουν τα άλλα. Την απουσία δηλαδή οποιασδήποτε μεγάλης ξηράς ως τα Δωδεκάνησα, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα στο θεατή να δει αδιάσπαστη τη γέννηση και τη ροή της ημέρας πάνω στο πέλαγος και το φως να φθάνει κατά κύματα χρωμάτων και αισθήσεων μέχρι τις ακτές και τις κορυφές του νησιού και να πλημμυρίζει την πλάση. 

Τις περισσότερες φορές βεβαίως και η ανατολή εμποδίζεται από τα πυκνά σύννεφα που γεννά τη νύχτα η Μικρά Ασία και κρέμονται σε μεγάλους, βαρείς σχηματισμούς πάνω από το πέλαγος και σκιάζουν τη έκρηξη του πρωϊνού. Το γεγονός έχει όμως κι αυτό την ομορφιά του καθώς επιβεβαιώνει τη δύναμη του ήλιου ο οποίος γοργά – γοργά ανεβαίνει στον αιθέρα και διακηρύσσει τον ερχομό της ημέρας ενώ με τη θέρμη του αρχίζει σιγά – σιγά να διαλύει τους σκοτεινούς υδρατμούς και να μοιράζει πάλι το γαλάζιο στο Αρχιπέλαγος. 

Άλλες φορές πάλι, όταν φυσάνε βοριάδες και η ατμόσφαιρα είναι αρκετά ξηρή, τότε είναι που διακρίνονται με πολύ λεπτές γραμμές στο κέντρο του φλογισμένου ορίζοντα τα σώματα της Πάτμου και των άλλων νησιών. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η Αστυπάλαια που όπως απλώνεται αριστερά στο πέλαγος και μοιάζει με ολόκληρη ήπειρο. Το καλύτερο δε σημείο να απολαύσει κάποιος αυτά τα μοναδικά πρωϊνά είναι βεβαίως οι ταράτσες της Χοζοβιώτισσας ή από το ξάγναντο των ερειπωμένων μύλων της Χώρας. Από εκεί θα δει και ως μια αχνή σκιά δεξιά στο νοτιά και την Ανάφη. Όταν φυσάνε βοριάδες το καλοκαίρι ή τις πολύ ξηρές ημέρες του χειμώνα τα σχήματα των προαναφερόμενων νησιών μένουν στη θέση τους όλη την ημέρα ενώ τις άλλες ημέρες του χρόνου, όταν επικρατούν κυρίως οι υγροί νοτιάδες, ως το επόμενο πρωί, μόνο στο χάρτη του Αιγαίου ανιχνεύονται! 


Σημειώνεται πως για να δει κάποιος την ανατολή στο αρχιπέλαγος από την Αμοργό, δεν είναι απαραίτητο να ανεβεί στην ψηλότερη κορυφή της, τον Προφήτη Ηλία, γιατί από το μεγάλο ύψος θα χάσει το μέτρο και θα βλέπει τα σύννεφα σαν να έρπουν στη θάλασσα. Το καλύτερο κατά τη γνώμη μου σημείο είναι ο δρόμος από τη Χώρα προς την Κάτω Μεριά… 

ΑΜΟΡΓΟΣ, 03032010

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Η ΚΙΝΑΡΟΣ, ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

Η Ειρήνη Θηραίου και ο Μικές Κατσοτούρχης το 2000 έριξαν άγκυρα ζωής στη μέση του Αιγαίου Πελάγους και ζωντάνεψαν ένα ξεχασμένο νησί. O Μικές πέθανε το 2013 και έκτοτε η Ειρήνη είναι η μόνη κάτοικος σε αυτό το ξεχασμένο νησί στη μέση του Αιγαίου. 

Είναι η Κίναρος, μια κορυφή από την αρχαία Αιγηίδα που μαζί με τη μικρή Μαυριά και τη λίγο μεγαλύτερή της Λέβιθα αποτελούν μια μικρή συντροφιά νησίδων κατραμεσίς στο Αιγαίο, πάνω ακριβώς από τους δρόμους των μεγάλων καραβιών που βλέπουν καθημερινά να περνούν μπροστά από τη θαλασσινή αυλή τους ο Μικές με την Ειρήνη που επέλεξαν να συνεχίσουν τη ζωή τους πάνω στο έρημο νησί.

Αρχέγονος, μυστηριακός ο στεγνός βράχος που από τα αρχαία χρόνια καλείται Κίναρος δεν χαρίζεται παρά μόνο στους τολμηρούς που αποφασίζουν να ζήσουν στην καρδιά της ανήσυχης θάλασσας.


Δίπλα από ένα τείχος πανύψηλων βράχων που πάνω τους οι δυνατοί αέρηδες και η άγρια θάλασσα έχουν γράψει τη γεωλογική ιστορία της Αμοργού ξεκίνησε ήρεμα το πρωινό μιας καλοκαιριάτικης Κυριακής με την καλοτάξιδη «Χοζοβιώτισσα» τη νεώτερη, το ταξίδι μιας μικρής καλής παρέας από την Αιγιάλη με προορισμό το μοναχικό νησί Κίναρος που βρίσκεται καταμεσής στο χάρτη του Αιγαίου.

Όσοι είχαν κάνει το ίδιο ταξίδι τα πρηγούμενα χρόνια με την παλιά ξύλινη «Χοζοβιώτισσα», έλεγαν πως μόλις έστριβαν από τον Ξόδωτο, το νοτιότερο βραχώδες άκρο της Αμοργού έβλεπαν την Κίναρο να φανερώνεται σιγά - σιγά από το πέλαγος και ανυπομονούσαν  πότε πια θα φτάσουν. Μόλις πέρναγαν δίπλα από τις νησίδες Λιάδια, την έβλεπαν ακριβώς μπροστά τους αλλά ήταν ακόμα μακριά και τα σκληρά κύματα που δεν ησυχάζουν ποτέ σε αυτό το σημείο του Αιγαίου, τους έκαναν πιο ανυπόμονους να φτάσουν τουλάχιστον κάτω από τα φτερά των μεγάλων βράχων που σηκώνουν το νησί πάνω από την αφρισμένη θάλασσα. Τώρα όμως με το καινούργιο σκάφος του καπετάν Κωνσταντή Χάλαρη τη νέα «Χοζοβιώτισσα», διαπιστώνουν μεν πως η διαδρομή έγινε ασφαλώς πιο σύντομη, αλλά όμως έχει χάσει σίγουρα τη γοητεία του απόμακρου ταξιδιού και τη συγκίνηση που περικλείει το πρώτο βήμα στο σιωπηλό νησί που πιο πολύ απ’ όλους το έχουν στο νου τους και το αγαπούν οι ψαράδες της Αιγιάλης και της Καλύμνου.

Κρέμονται από τον ουρανό οι απόκρημνες ακτές της Κινάρου

Για όποιον όμως πηγαίνει για πρώτη φορά στην Κίναρο, είτε με ξύλινο ή πλαστικό σκάφος, είτε γρήγορα ή αργά, δεν έχει σημασία πως, το ταξίδι είναι πάντα συναρπαστικό γιατί στην ουσία πρόκειται με τη γνωριμία ενός μοναδικού νησιού που εκτός από τη φυσική του ομορφιά, αποκαλύπτει και την βαθιά αγάπη που έχει ένα ζευγάρι ανθρώπων που κατοικεί μόνιμα εκεί για τον τόπο των προγόνων τους.

Όλοι όσοι ταξιδεύουν σε αυτές τις θάλασσες ξέρουν 
πως στον Πνιγκό κάποιοι θα τους περιμένουν…

Και όταν λέμε για το τόπο, δεν εννοούμε ένα συνηθισμένο τόπο. Η Κίναρος απέχει από το ακρωτήριο Ξόδωτο της Αμοργού 10 μίλια και το μπουγάζι που σαρώνεται από τους αέρηδες και τα κύματα του Ικάριου πελάγους, δεν είναι καθόλου εύκολο. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που πολλές φορές το νησί μένει για πολλές ημέρες απομονωμένο και στον μικρό, ασφαλή όρμο του που ακούει στην σπάνια αλλά πλήρη νοημάτων και εικόνων λέξη πανάρχαια λέξη Πνιγκός βρίσκουν καταφύγιο τα ψαροκάικια όταν κινδυνεύουν ενώ αποτελεί και αγαπημένο σταθμό όσων ταξιδεύουν όλο το χρόνο το Αιγαίο με ιστιοφόρα και τουριστικά κότερα.

Ο όρμος Πνιγκός ανέκαθεν ήταν το κέντρο του νησιού καθώς δεν υπήρχε 
πουθενά αλλού ασφαλέστερο σημείο να προσεγγίσουν τα καίκια

Η Κίναρος μαζί δε με τα νησάκια Γλάρος, Μαύρα και τη διπλάσια σε μέγεθός της Λέβιθα η οποία και αυτή κατοικείται από 2 ανθρώπους από τη Λέρο, αποτελούν το δυτικότερο σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου και βρίσκονται ακριβώς στη μέση του Αιγαίου. Το γεγονός αυτό τους δίνει ιδιαίτερη σημασία, τόσο ως πέρασμα των μεγάλων ποντοπόρων πλοίων από τα νερά τους, όσο και από γεωπολιτικής και στρατηγικής σημασίας. Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι αυτό που προαναφέρθηκε: η παρουσία ανθρώπων πάνω σε αυτά τα τόσο σημαντικά νησιά!

Ο στόχος του ταξιδιού που είχε οργανώσει από καιρό η παρέα ήταν να επισκεφτούμε τον Μικέ Κατσοτούρχη και Ειρήνη Θηραίου που κατοικούν μόνιμα εκεί και είναι οι φύλακες του νησιού και βεβαίως να γίνει από τον παπα Χρυσοβαλάντη Ειρηναίο, τον νεαρό και δραστήριο ιερέα των Θολαρίων, λειτουργία στο ιδιαίτερα φροντισμένο από το ζευγάρι εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στον παλιό οικισμό του νησιού και να προκληθεί έτσι πάλι το ενδιαφέρον για την ολοκλήρωση του καμπαναριού, ώστε να ακουστεί για πρώτη φορά καμπάνα και σε αυτό το νησί.

Η παρέα από την Αιγιάλη με την Ειρήνη και τον Μικέ 
μετά τη λειτουργία στην πόρτα της εκκλησίας

Έτσι για το καλό και την ευλογία της παρέας, η επίσκεψη στην Κίναρο ξεκίνησε από την εκκλησία, ο παπάς διάβασε την παράκληση ενώ έψαλλε η μικρή Μαρία Θεολογίτη και σαν σχόλασε, η Ειρήνη με την Μικέ μας ξενάγησαν στον ερειπωμένο οικισμό και μας άνοιξαν το κατάλευκο σπίτι τους – το μόνο σπίτι που είναι όρθιο εκεί και διατηρεί, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του την απλή ομορφιά ενός νησιώτικου σπιτιού. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και λεπτό γούστο, οι δυο τους έχουν επισκευάσει το πατρικό σπίτι της Ειρήνης και το έχουν στολίσει με νησιώτικα έπιπλα, κληρονομιά των προγόνων τους. 

Στο εσωτερικό του σπιτιού της Ειρήνης και του Μικέ με τον πατέρα Χρυσοβαλάντη
Το αποτέλεσμα της δουλειάς που έκαναν μονάχοι τους, ιδιαίτερα ότι αφορά την προσοχή που έδωσαν στη διατήρηση των αρχιτεκτονικών στοιχείων της παλιάς, σύνθετης κατοικίας των Θηραίων, θα τη ζήλευε και ο πλέον ειδικός αρχιτέκτονας! Όλα εκεί δένουν αρμονικά και δείχνουν το πάθος που έχουν να διατηρήσουν όμορφο και ζωντανό το τόπο τους. Με ιδιαίτερο μάλιστα καμάρι η Ειρήνη, μας έδειξε όλα τα μικροαντικείμενα της καθημερινότητας που κατάφερε να διασώσει και μας διηγήθηκε την ιστορία καθενός είτε πρόκειται για στοιχεία της κουζίνας, είτε για λυχνάρια, αγροτικά εργαλεία, διάφορα πράγματα που διευκόλυναν και κοσμούσαν τη ζωή των γονιών της και των αδελφάδων της. Εκείνο δε που μας έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν ότι στους τοίχους του σπιτιού, ήταν κρεμασμένες φωτογραφίες των γάμων από όλες τις αδελφές της –πέντε από τις έξι που απόκτησαν οι γονείς της πάνω σε αυτό τον άκαρπο πια τόπο- γεγονός από μόνο του σχολιάζει την έξοδο χωρίς επιστροφή, της πραγματικής δύναμης του νησιού, των γυναικών.





Πάνω στο νησί βρήκαν όλα τα υλικά και έχτισαν τα σπίτια οι παλιοί κάτοικοι της Κινάρου
 και στην ίδια φύση τώρα χωρίς καμιά φροντίδα επιστρέφουν

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα υπόλοιπα κτίσματα του οικισμού. Όλα σχεδόν έχουν διαλυθεί. Σπίτια, στέρνες, φούρνοι, αποθήκες και μάντρες κείτονται σε άμορφους σωρούς από πέτρες που έχουν σκεπάσει και τα έπιπλά τους. Το γεγονός πικραίνει ιδιαίτερα το Μικέ, ο οποίος συχνά αναρωτιέται για ποιο λόγο οι απόγονοι των άλλων κατοίκων της Κίναρου δείχνουν τέτοια αδιαφορία για το λίκνο των οικογενειών τους. Απάντηση στο ερώτημά του, δεν είναι παρά η στάση που κράτησαν αυτός και η Ειρήνη όταν πριν από 8 χρόνια αποφάσισαν να ζήσουν εκεί. 

Με καταγωγή από την Κάλυμνο ο Μικές, γεννημένη στην Κίναρο η Ειρήνη γνωρίστηκαν το 1966 στην Κάλυμνο και παντρεύτηκαν μέσα σε μια εβδομάδα. Προς αναζήτηση καλύτερης τύχης μετανάστευσαν στην Αυστραλία, έζησαν και δούλεψαν στο Ντάργουιν αλλά η νοσταλγία της πατρίδας, το 1975 τους έφερε πίσω στην Ελλάδα. Από τότε μέχρι το 2000 ζούσαν μεταξύ Καλύμνου και Κίναρου.

Εκείνα τα χρόνια το νησί, ζωντάνευαν ακόμη οι γονείς της Ειρήνης, η κυρά Ακαθή η οποία ζει ακόμα με μια κόρη της στον Ποταμό της Αιγιάλης και ο Γιώργης Θηραίος, μια εμβληματική μορφή του Αιγαίου που πέθανε το 1997. Οι γέροντες οι οποίοι ήταν η τελευταία οικογένεια, πριν από τον Μικέ και την Ειρήνη που έζησαν από τότε που γεννήθηκαν στην Κίναρο και απόκτησαν εκεί έξι κόρες. Όλη τους δε η ζωή κύλησε δουλεύοντας τα άγονα χωράφια του νησιού, τρέχοντας πίσω από τα κοπάδια τους και φυσικά με τη θάλασσα από την οποία εξαρτιόνταν κυρίως η επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο και ήταν το πιο σημαντικό απ’ όλα τα πράγματα στη ζωή τους. Γιατί, όσο και αν είχαν οργανώσει πάντα μέσω των δυνατοτήτων που τους έδινε ο σκληρός τόπος που φύτρωσε η γενιά τους, τη ζωή τους και στον κύκλο του χρόνου ο βασικός τους στόχος ήταν μονίμως η επάρκεια των αγαθών, πάντα είχαν την ανάγκη κάποιων πραγμάτων που θα έρχονταν απέξω και κυρίως το «ταχυδρομείο» και οι ειδήσεις.

Τα τελευταία 23 χρόνια το «ταχυδρομείο» της Κινάρου, το κάνει, όταν βεβαίως ο καιρός το επιτρέπει, μια φορά την εβδομάδα ο καπετάν Κωνσταντής Χάλαρης ο οποίος μετά την Ειρήνη, είναι ο άνθρωπος που έζησε ένα σωρό καλές και κακές στιγμές στο νησί και είχε γνωρίσει από κοντά τους τελευταίους ανθρώπους του. Αυτός ήταν μάλιστα που μετέφερε, μια πολύ άγρια ημέρα του Γενάρη του 1997 τον άρρωστο το Γιώργη Θηραίο από την Κίναρο στην Αμοργό. Η κατάστασή του ήταν πολύ κρίσιμη και είχε μάλιστα προταθεί η μεταφορά του να γίνει με ελικόπτερο αλλά ο γέρο θαλασσινός, ούτε να ακούσει δεν ήθελε τέτοιο πράγμα. Αρνήθηκε να μπει μέσα επικαλούμενος το φόβο να μη πέσει κι έτσι, παρά τους αντιρρήσεις που είχε και ο Κωνσταντής για τον κίνδυνο που θα έμπαιναν μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, κατόρθωσε να κάνει το τελευταίο της ζωής του ταξίδι στη θάλασσα που μια ζωή γι’ αυτόν άλλοτε ήταν η μεγάλη φυλακή κι άλλοτε απέραντος χώρος ελευθερίας.

Μετά το θάνατο του Γιώργη Θηραίο, έφυγε και η κυρά Ακαθή και το νησί τυλίχθηκε στη σιωπή και η μοναξιά του έγινε η αφορμή να συμβούν πολλά παράξενα και ασφαλώς καταδικαστέα. Ο Μικές λέει πως κάποιοι, απ’ αυτούς που δεν το έχουν σε καλό να αφήσουν κάτι που έμεινε χωρίς νοικοκύρη ήσυχο και δεν σέβονται ούτε ιερό, ούτε όσιο πουθενά, είτε αυτό κινείται πάνω στη γη, είτε κολυμπάει στη θάλασσα, άρχισαν τις επιδρομές! Θύμα τους κατ’ αρχήν υπήρξε το μεγάλο κοπάδι –γύρω στα 400 κατσίκια είχε ο γέρος πάνω στο νησί- και αποδεκάτισαν τα θηλυκά. Η επιλογή τους δεν ήταν τυχαία, καθώς οι επιδρομές γίνονταν το καλοκαίρι που τα αρσενικά λόγω της αναπαραγωγής, βρωμούσαν! Αυτοί οι παράνομοι, κρύβονταν πίσω από μια μάντρα και μόλις τα ζωντανά πλησίαζαν ανύποπτα τη γούρνα να ξεδιψάσουν, τα πυροβολούσαν. Τεκμήριο για τη συμπεριφορά τους αυτή, ήταν ένας σωρός από άδεια φυσίγγια που για να τα κρύψουν τα έριχναν στο πηγάδι και τα οποία ανακάλυψε ο Μικές όταν επιχείρησε να το καθαρίσει. Οι ίδιοι ασυνείδητοι, ενδεχομένως όμως και κάποιοι άλλοι ήταν που ρήμαξαν και τα σπίτια, σπάζοντας και σκορπώντας τα έπιπλα και διαλύοντας τις εγκαταστάσεις των ανθρώπων, ψάχνοντας πιθανόν για κρυμμένα πράγματα και θησαυρούς που μπορεί να πίστευαν πως ήταν θαμμένοι εκεί.   

Αυτή την κατάσταση δεν μπόρεσε να ανεχθεί ο Μικές και είπε το μεγάλο ναι στην Ειρήνη, της οποία επιθυμία ζωής ήταν πάντα να γυρίσουν να μείνουν στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί με τις αδερφές της και τους άλλους συντοπίτες. Η Ειρήνη, δεν πρόλαβε τη ζωή πριν από τον πόλεμο που στην Κίναρο υπήρχαν επτά – οκτώ οικογένειες και ζούσαν σε διάφορα σημεία. Ούτε τα κρίσιμα χρόνια της Κατοχής, χρόνια κατά τα οποία πάνω στο νησί και ανάμεσα στους ανθρώπους συνέβησαν πολλά και ιδιαίτερα πράγματα, θυμάται, καθώς γεννήθηκε το 1945, τη χρονιά που η Κίναρος «ενσωματώθηκε» μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Σημειώνεται πως σχετικά με το καθεστώς της Κινάρου, εξαιτίας πολλών αβλεψιών και παραλείψεων, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ακόμη (Πρωτόκολλο Λονδίνου 22 Ιανουαρίου – 3 Φεβρουαρίου 1830) μέχρι πρόσφατα έχουν εκφραστεί πολλά και περίεργα που αφορούν το καθεστώς του νησιού. Γεγονός όμως αδιαμφισβήτητο είναι πως η Κίναρος αποτελεί ιστορικά και πληθυσμιακά μέρος των Κυκλάδων και η καταγωγή των κατοίκων της έλκεται από την κοντινή Αμοργό. Τρανή απόδειξη ήταν ο Αμοργίνος Μιχάλης Δάβης, ο οποίος φαίνεται να κατείχε το νησί κατά τον 19ο αιώνα και σε αυτόν αναφέρονται όλα τα έργα καθώς και η ίδρυση της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου γεγονός που φανερώνει η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα πάνω από την είσοδο με την χρονολογία 1878. Αυτός λοιπόν ο Δάβης ο οποίος έφτιαξε και τον ανεμόμυλο που κείτεται ερειπωμένος σήμερα στην περιοχή Κακοπέρατο, αναφέρεται τους δυο τελευταίους αιώνες ως ο γενάρχης της Κινάρου και οι απόγονοί του έζησαν στη Λαγκάδα της Αμοργού.

Από τις άλλες οικογένειες που ζούσαν στην Κίναρο, αναφέρεται κάποιος Γιωργάκης, το επώνυμο του οποίου πιθανόν να ήταν Χελιός και είχε σπίτια πάνω από τον όρμο, στον κάμπο του Κάστρου και ο οποίος, όπως συμπεραίνουμε από τα κατάλοιπα των εγκαταστάσεων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και ένα χτιστό πατητήρι, πρέπει να ήταν καλός νοικοκύρης. Από αυτόν τον Γιώργη, το μόνο που έχει απομείνει είναι το τοπωνύμιο «Στον Κάμπο του Γιώργη» στη ράχη πάνω από τον όρμο. Σε αυτό το σημείο επίσης διακρίνονται και ορισμένες μεγάλες πέτρες, κατάλοιπα κάποια παλιάς αχρονολόγητης οχύρωσης η οποία δεν έχει μελετηθεί και από εκεί φαίνεται πως πήρε το όνομά της η περιοχή η οποία είναι και η πιο γόνιμη και η πιο ασφαλής του νησιού.

Άλλη παλιά οικογένεια ήταν οι Βλαβιανοί, οι οποίοι κατείχαν την περιοχή που διασχίζει το λαγκάδι, στην κοίτη του οποίου έχουν αποκαλυφθεί θεμέλια βυζαντινού κτίσματος και τμήματα από ψηφιδωτό δάπεδο. Αν συνδυάσουμε τα ευρήματα αυτά με το τοπωνύμιο «Στης Παναγίας» και την ύπαρξη νερού δεν αποκλείεται εκεί να υπήρχε κάποτε μια εκκλησία ή ένα μεγαλύτερο συγκρότημα αφιερωμένη στην Παναγία. Το ότι ήταν χωμένη μέσα στο λαγκάδι και δεν φαίνονταν καθόλου από τη θάλασσα έχει σίγουρα να κάνει με το φόβο των πειρατών που σε όλες τις στιγμές της ιστορίας λυμαίνονταν το αρχιπέλαγος. Μια άλλη οικογένεια η οποία έζησε κάποτε στην Κίναρο και απόγονοί τους υπάρχουν ακόμη στην Αμοργό είναι οι Καστάνηδες και κάποιες άλλες οικογένειες τα ονόματα των οποίων στο πέρασμα του χρόνου λησμονήθηκαν και κανείς δεν τα θυμάται.

Στους χρόνους του πρώτου μισού του 20ου αιώνα που μπορούμε να είμαστε περίπου βέβαιοι για τον πληθυσμό της Κινάρου, μαζί με τον Γιώργο Θηραίο και την Ακαθή (το γένος Βλαβιανού), αναφέρεται και η οικογένεια του Γιώργου Βλαβιανού και της Αννιτσιώς που ήταν κόρη του Μιχάλη Δάβη. Τα παιδιά αυτών των οικογενειών, όταν μεγάλωναν πήγαιναν σχολείο στη Λαγκάδα και γύριζαν στο νησί συνήθως το Πάσχα και βεβαίως το καλοκαίρι που βοηθούσαν τους γονείς τους σε όλες τις δουλειές, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα επίπονες και σκληρές. Έπρεπε να θερίσουν, να αλωνίσουν, να αλέσουν, να κάνουν τυρί, να ετοιμάσουν τα χωράφια για την επόμενη σπορά. 

Αυτή η ζωή όμως άρχισε αμέσως μετά το 1950 να διαλύεται, καθώς ένα πίσω από το άλλο, τα παιδιά άρχισαν να μην επιστρέφουν στην Κίναρο, να αρχίζουν να δουλεύουν στην Αμοργό ή να αναζητούν την τύχη τους σε άλλα μέρη. Έτσι, η αγροτική οργάνωση της Κινάρου που στηρίζονταν στη συμμετοχή των μελών της οικογένειας και την αλληλοβοήθεια, κλονίστηκε και διαλύθηκε. Το τελευταίο αλώνισμα που έγινε με βόδια και των δυο οικογενειών θυμάται η Ειρήνη, έγινε το 1960. Από τότε και μετά, έπαψαν οι σπορές και όλο το νησί, εκτός από λίγα, προφυλαγμένα από ψηλές πέτρινες μάντρες χωράφια, παραδόθηκε στα κατσίκια τα οποία ρήμαξαν την βλάστησή του. Από τη συνεχόμενη δε ξηρασία των τελευταίων ετών, έχουν σβήσει όλα σχεδόν τα αγριομαστιχόδεντρα του νησιού καθώς και οι πολύτιμες συκιές. Έτσι, το μόνο πράσινο σημείο της Κινάρου, είναι η βαθιά λαγκάδα που καταλήγει στον όρμο, στην οποία μέσα σε ψηλές μάντρες, ο Μικές με την Ειρήνη φτιάχνουν κήπους και διατηρούν ένα μικρό αμπέλι και λίγα καρποφόρα δέντρα με μοναδική συντροφιά, δυο μεγάλα σκυλιά χάσκι, τη Σίβα και την Φρίντα.  

Ο Νικήτας Δάβης, αφηγείται ο Μικές μεταφέροντας με ευλαβική ακρίβεια τα όσα άκουσε τα προηγούμενα χρόνια από τον πεθερό του Γιώργη Θηραίο, πνίγηκε από μαζί με της Διασινιώς τον άντρα κάποια χρονιά πρίν από τον πόλεμο σαν τους βρήκε με το καίκι στη θάλασσα έξω από τον Χοντρό Κάβο μια ξαφνική τρούμπα και εξαφανίστηκαν, δεν τους βρήκαν πουθενά. Αυτοί είχαν πάει στο διπλανό νησί Λέβιθα να αναζητήσουν τρόφιμα γιατί εκείνη τη χρονιά η Κίναρος είχε δυστυχήσει και οι άνθρωποι πεινούσαν και δεν ξέρουμε αν γύριζαν με άδεια η γεμάτη τη βάρκα…

Κάπως έτσι άνοιγε και έκλεινε πάντα η σχέση των κατοίκων της Κινάρου με τη θάλασσα, μια θάλασσα ιδιαίτερα άγρια καθώς εκεί στο κέντρο του Αιγαίου συναντώνται και παλεύουν λογιών – λογιών κύματα, απ’ όλες τις πλευρές του ορίζοντα. Πίσω όμως από τα λόγια του Μικέ κρύβεται και η αλήθεια, ότι οι Κιναριώτες αγροτοκτηνοτρόφοι ουδέποτε είχαν κάποια επιδείξει κάποια εξοικείωση με τη θάλασσα και ότι χρειάζονταν, μεταφορές για παράδειγμα το αναλάμβαναν βαρκάρηδες και καπεταναίοι από άλλα μέρη, κυρίως όμως από την Αιγιάλη.

Δεν είναι παράδοξο, μια κοινωνία που να ζει πάντα με τον κίνδυνο του αποκλεισμού από τη θάλασσα να τη φοβάται και να μην την πλησιάζει, ούτε για ψάρεμα.
Ο Γιώργης Θηραίος πάντως τα χρόνια της ακμής του είχε ένα βαρκάκι που το έλεγε «Γεωργία» προς τιμή του Αϊ – Γιώργη, προστάτη του νησιού, αλλά με αυτό δεν είχε πάει ποτέ του στην Αμοργό παρά μόνο για ψάρεμα κοντά στην ακτή και μόνο όταν είχε καλό καιρό γιατί το πάθημα του Δάβη του είχε διδάξει να μην απομακρύνεται ποτέ από τον όρμο.

Όσον αφορά το ψάρεμα, οι Κιναριώτες δεν είχαν και τόση ανάγκη να ασχοληθούν με αυτό γιατί συνήθως προμηθεύονταν ψάρια από τα καίκια που περνούσαν ή αναγκάζονταν να καταφύγουν στον Πνιγκό. Όταν πάλι ήθελαν να ψαρέψουν, προσπαθούσαν να κάνουν ότι κάνουν σε απόσταση ασφαλείας από την ακτή. Εκεί προσπαθούσαν να πιάσουν ψάρια και ο συνηθισμένος τρόπος ήταν το «πήτημα», δηλαδή το φτύσιμο μασημένου τυριού ή σαρδέλας στην θάλασσα και το άρπαγμα με την απόχη του ψαριού που πήγαινε να δοκιμάσει αυτό το παράξενο δόλωμα. Εξυπακούεται πως με το «πήτημα» δεν είχαν και τίποτα σπουδαίες επιτυχίες αφού δεν μπορούσαν να έχουν απόχη μεγαλύτερη από δύο 
μέτρα.

Αυτό όμως που κατάφερναν με μεγάλη επιτυχία ήταν η «δέτη», τρόπος ο οποίος είχε να κάνει με ένα δεμένο αρσενικό άσπρο σκάρο τον οποίο αν είχαν τύχη τον έπιαναν με το «πήτημα». Αφού τον έδεναν λοιπόν με ένα σπάγγο τον έσερναν από το καίκι μέσα στο νερό και το γεγονός είχε σαν αποτέλεσμα, ολόκληρα κοπάδια θηλυκών κόκκινων σκάρων και ανάλογα πλέον με την ταχύτητα του ψαρά στην απόχη, ήταν και το αποτέλεσμα. Έπρεπε να προλάβει το κοπάδι που ακολουθούσε το δόλωμα πριν προλάβουν άλλοι αρσενικοί και τον αρπάξουν. Σε αυτή την απίθανη μέθοδο ψαρέματος έλεγε ο Γιώργης Θηραίος, ο καλύτερος ήταν ο Μιχάλης Δάβης.


Αξίζει να πούμε πως το «Γεωργία» πουλήθηκε και δούλεψε για λίγο καιρό ως λάντζα στα Κατάπολα και αφού εγκαταλείφθηκε, κάποιος το έκοψε και η πλώρη του κοσμεί κάποιο κατάστημα διασκέδασης. Μετά από αυτό ο Γιώργης Θηραίος πήρε ένα άλλο το οποίο ονόμασε «Αντωνία» χάρη μιας κόρης του και το οποίο σήμερα βρίσκεται τυλιγμένο με διάφορα παλιόπανα στην αμμουδιά να μη σαπίσει. 

Και στη σκληρή Κίναρο η ζωή
ακούει στο όνομα μιας γυναίκας

Δεν ήταν ποτέ  άδειες  οι νύχτες στην Κίναρο σαν τις φώτιζε το παλιό λυχναράκι  που κρατάει με συγκίνηση σήμερα στα χέρια της η Ειρήνη και το φυλάει μαζί με  άλλα κειμήλια  

Μπορεί για κάποιους που, είτε μέσω της πολυτέλειας της ασφάλειας που έχουν εξασφαλίσει ή ακόμη και της ρομαντικής απογοήτευσης που για διαφόρους λόγους καμμιά φορά διακατέχονται, η ζωή της Ειρήνης και του Μικέ στην Κίναρο να θεωρείται ως μια ωραία λύση απόδρασης από τα τείχη που έκτισαν γύρω τους. Είμαι βέβαιος όμως πως αν αποφασίσουν μια στιγμή να τους μιμηθούν, τις πρώτες κιόλας ώρες που θα νοιώσουν αποκλεισμένοι από τον χειμωνιάτικο καιρό, θα καλέσουν αμέσως τα ελικόπτερα να τους πάρουν από εκεί και να επιστρέψουν στον κόσμο που έχουν συνηθίσει και θα ορκιστούν πως δεν θα ξανατολμήσουν μια τέτοιο αποκοτιά.

Εξαιτίας των αρπακτικών τα κοτόπουλα ζουν μονίμως έγκλειστα
Το ζευγάρι της Κινάρου όμως δεν έχει τέτοια προβλήματα γιατί εκτός του ότι τους συνδέει μια σπάνια αλληλεγκύη και τους διακατέχει μια τρυφερή φροντίδα, στοιχεία που οπωσδήποτε δεν έχει να κάνουν με καλλιεργημένα συναισθήματα, αλλά με την νησιώτικη ιθαγένεια και τους κανόνες επιβίωσης που ανέκαθεν την χαρακτήριζαν. 
Η οικονομία του Μικέ και της Ειρήνης φυσικά και στηρίζεται στα κατσίκια που βόσκουν ελεύθερα σε όλο το νησί αφού δεν διακρίνονται πουθενά πλέον καλλιέργειες πάνω σε αυτό ενώ φροντίζουν να έχουν στο τραπέζι τους και λίγα λαχανικά από τον περιφραγμένο κήπο που καλλιεργούν στη λαγκάδα, δίπλα από το περιποιημένο αμπελάκι. Για τα άλλα χρειαζούμενα φροντίζει ο Κωνσταντής με τη «Χοζοβιώτισα».

Η Φρίντα και η Σίβα είναι η συντροφιά του ζευγαριού και οι φύλακες της Κινάρου
Επειδή όμως το ζευγάρι δεν θέλει να είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την αγορά, γι’ αυτό πασχίζει να έχει έστω ένα ίχνος από την χαμένη, παλιά αυτάρκεια. Καθώς όμως ο Μικές πάσχει από ένα χρόνιο αναπνευστικό νόσημα, το βάρος όλων των εργασιών πέφτει στους ώμους της ακούραστης Ειρήνης. Αυτή είναι που κυνηγάει να πιάσει τις κατσίκες, να αρμέξει, να πήξει τυρί, να σκάψει, να ποτίσει, να κάνει εν τέλει όλες τις δουλειές που χρειάζεται ένα αγροτικό σπίτι που παρά την ελάχιστη, σε σχέση με το παρελθόν κλίμακά του, θέλει έναν άνθρωπο στο πόδι από το πρωί ως το βράδυ.

Φυσικά και δεν χρειάζεται πλέον ο πέτρινος χειρόμυλος αφού χρόνια τώρα έχει να καρπίσει σιτάρι στην Κίναρο και  πλέον έμεινε να στολίζει την αυλή του κατάλευκου σπιτιού

Πιστεύω πως αν ο Μικές και η Ειρήνη ήταν στη νιότη τους θα μπορούσαν να αναστήσουν πάλι το νησί και να το κάνουν αν όχι ένα μικρό παράδεισο, οπωσδήποτε έναν τόπο που να μπορεί να θρέψει, όπως και στο κοντινό παρελθόν πέντε – έξι οικογένειες. Μοιάζει ακατόρθωτο αλλά αν αναλογιστούμε πως κατά τη μακρά ιστορία του υπήρξαν και άλλες εποχές κατά τις οποίες το νησί ερημώθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα από πειρατικές επιδρομές και την αρπαγή των κατοίκων αλλά πάλι βρέθηκαν όμως κάποιοι άνθρωποι να το αποικήσουν και να το αναστήσουν. Κάποιοι από αυτούς πρέπει να ήταν και οι μακρινοί πρόγονοι της Ειρήνης.

Καμαρώνει μπροστά στο θαλερό αμπέλι της η Ειρήνη
Η Ειρήνη και ο Μικές κάποια στιγμή σαφώς και θα λείψουν από το νησί και δεν είναι απίθανο στο εγγύς μέλλον να βρεθεί πάλι κάποιος να πάει να ζήσει πραγματικά και να δημιουργήσει στην Κίναρο. Οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει μοιάζουν σήμερα ανυπέρβλητες, αλλά αν το έχει πάρει απόφαση, θα δημιουργήσει πάλι εκείνον το μικρό, το μέγα, κόσμο της νησιώτικης επάρκειας και της αυτονομίας.  

Οι αποκαλύψεις της μεγάλης «τρούμπας»

Άλλη μια αποκάλυψη της τρούμπας: Η νάρκη που είχαν διαλύσει 
κάποτε οι ντόπιοι ψαράδες για να κάνουν δυναμίτες !  

Μερικά μέτρα αριστερά από το μώλο του Πνιγκού και πίσω από τη μικρή αμμουδιά αρχίζει η βαθιά, σαν μαχαιριά στο σώμα του νησιού λαγκάδα όπου κατά τις περιόδους μεγάλων βροχοπτώσεων ρέει ένας μικρός χείμαρος ο οποίος ευθύνεται για τη δημιουργία του στενού ρέμματος που χρησιμοποιεται και ως μονοπάτι που οδηγεί στα χωράφια στου Γιώργη τον Κάμπο. Από τη μια πλευρά αυτού του μονοπατιού, πρασινίζουν σήμερα τα κηπάρια του ζευγαριού τα οποία αρδεύονται την άνοιξη από το τρεχούμενο νερό του χειμάρου και το καλοκαίρι που δυσκολεύουν τα πράγματα από μια μικρή στέρνα βρόχινου νερού. Σημειώνεται, πως για την ανακούφιση των εκεί ανθρώπων από τη λειψυδρία, το Επαρχείο Καλύμνου πρόσφατα κατασκεύασε εκεί μια μεγάλη μεταλλική δεξαμενή την οποία τροφοδοτεί με νερό από τη Ρόδο.

Στο τέλος αυτής της εντειχισμένης, για τον φόβο των ασύδοτων κατσικιών μικρής όασης, σε ένα σημείο δίπλα από το μονοπάτι, αποκαλύφθηκε πρόπερσι που ξέσπασε μια μεγάλη τρούμπα (σίφωνας) και πλημμύρισε ο χείμαρρος, τμήμα από ψηφιδωτό δάπεδο, σίγουρα κάποιας εκκλησίας το οποίο μελετά η οικεία αρχαιλογική υπηρεσία. Το γεγονός ήρθε να επαληθεύσει την παράδοση ότι σε εκείνο το σημείο το οποίο καλούσαν «Στην Παναγία» και έλεγαν ότι εκεί υπήρχε κάποτε μια εκκλησία της Παναγίας, ίσως και ένα μοναστήρι. Έτσι, η τρούπα αποκάλυψε μια άγραφη σελίδα της μακράς ιστορίας του νησιού και με τη μελέτη των ευρημάτων ενδεχομένως συμπληρωθεί ως πρέπει.

Ο Σαράντης μας δείχνει το μωσαϊκό που αποκάλυψε η μεγάλη πλημμύρα. 

Μια άλλη επίσης «αποκάλυψη» της τρούμπας η οποία σημειωτέον ξερίζωσε και ένα μεγάλο ευκάλυπτο που είχε φυτρώσει κάποτε στην αρχή της λαγκάδας, ήταν ότι έβγαλε από το βυθό του όρμου μια διαλυμένη μεγάλη θαλάσσια νάρκη από τον καιρό του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό το ύπουλο όπλο, αποτέλεσε για εκείνα τα χρόνια αλλά και για τα κατοπινά, ένα επικίνδυνο «δώρο» για τους ψαράδες που έφτιαχναν δυναμίτες με τη γόμωσή της και η Κίναρος, καθ’ ομολογία όλων τα παλιών υπήρξε αποθήκη εφοδιασμού και διανομής στους τολμηρούς που τους χρησιμοποιούσαν.


Η ΝΗΣΟΣ ΚΙΝΑΡΟΣ

Το απαιτεί η θέση της, η σημαία να κυμματίζει διαρκώς στην Κίναρο

Η επιφάνεια της Κινάρου είναι 4,5 τ.χιλ. και η ακτογραμμή της 16, 242 χιλ. Το μέγιστο υψόμετρό της είναι 296 μέτρα στο μέσο περίπου του δυτικού τμήματός της. Απέχει 5,1 ν.μ Δ-ΝΔ της άκρας Έλμινο (Στένωση, Στενόζι) ΝΔ όριο της νήσου Λέβιθα και 6,2 ν.μ. ΒΑ από τη βορειότερη και μεγαλύτερη από τις νησίδες Λιάδια. Οι διαστάσεις της είναι 2, 2 χιλ. από ΝΔ προς ΒΑ με μέγιστο πλάτος 1,4 χιλ. στο δυτικό τμήμα της.
Στο ορεινό έδαφος της Κινάρου έχουν παρατηρηθεί από έρευνες της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας ένα είδος σαύρας, ένα είδος σαμιαμιδιού και ένα είδος φιδιού (έρυξ). Στη νήσο έχουν παρατηρηθεί αρπακτικά πτηνά, ενώ απουσιάζουν είδη που σχετίζονται με ανθρώπινη παρουσία. Αγριοπερίστερα συναντώνται στις βραχώδεις ακτές ενώ παρατηρήθηκαν σταχτοπετρόκλης και ασπροκωλίνα, προ ετών. Αξιόλογος πρέπει να είναι και ο ρόλος της Κινάρου στη μετανάνστευση των πτηνών, λόγω της θέσεως της στο κέντρο του Αιγαίου. Στο θαλάσσιο, επίσης χώρο της μέχρι πρόσφατα σύχναζαν αρκετά είδη ψαριών αλλά λόγω της υπεραλίευσης οι πληθυσμοί τους έχουν μειωθεί σημαντικά.
-          Πηγή: Περιοδικό «Αεροπός», τεύχος 73, Μάιος - Ιούνιος 2007.

Περισσότερο από δυο δεκαετίες τώρα ο Κωνσταντής Χάλαρης με την ιστορική πια «Χοζοβιώτισσα» που έδωσε τη θέση της στη νεώτερη, είναι ο άνθρωπος που συνδέει την Κίναρο με τον άλλο κόσμο.


ΑΜΟΡΓΟΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2008.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΗ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΜΕ ΔΥΟ ...ΑΡΚΟΥΔΕΣ





Καλά, είχα ακούσει για τις περίφημες αρκούδες της Μήλου, ήτοι δυο τεράστιοι βράχοι που βρίσκονται μπροστά από την είσοδο του λιμανιού του Αδάμαντα και μοιάζουν με τις αρκούδες των βουνών αλλά ποτέ δεν έτυχε να τις δω από κοντά καθώς τα μεγάλα πλοία πλέουν μακριά τους γιατί εκεί έχει πολλές, ύπουλες ξέρες. Έτσι προχθές βρήκα την ευκαιρία πλέοντας με το ωραίο σκάφος του Ηλία Ξυδούς «Όνειρο» με προορισμό τη δυτική ακτή της Μήλου να τις πλησιάσουμε και να με τη βοήθεια της απόλυτης νηνεμίας που επικρατούσε να κάνουμε μια σειρά από ωραίες φωτογραφίες σε αυτό το μνημείο της ομορφιάς της Μήλου. Σύντομα υπόσχομαι θα δείτε περισσότερες φωτογραφίες από αυτό τον περίπλου της ακτής της Δυτικής Μήλου με τα εκπληκτικά βράχια και το μοναδικό Κλέφτικο...

ΑΘΗΝΑ, 18102014

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


 
Την καλημέρα μου με μια φωτογραφία ιστιοφόρου με ανοιγμένα τα πανιά του στην όμορφη θάλασσα ανάμεσα σε Κω και τα παράλια της γείτονος χώρας, της Τουρκίας . Χαιρετισμοί και στους φίλους που περνάνε όμορφα το καλοκαίρι τους εκεί...
ΑΘΗΝΑ, 22082014

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΙΘΑΡΙ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ





Την ιδέα την έδωσαν τα σύννεφα· εκείνα που κουρνιάζουν στην κορυφή του βουνού και ανάλογα με το φορτίο των υδρατμών που κουβαλούν, επηρεάζουν το κλίμα της περιοχής που σκεπάζουν, και τη ζωή των ανθρώπων. Κατά κανόνα τα σύννεφα φέρνουν βροχές, πολλές το χειμώνα και λιγότερες τις άλλες εποχές αλλά τούτο δεν σημαίνει πως όλες έχουν ευεργετική επίδραση και πολλές φορές μάλιστα προκαλούν μεγάλες καταστροφές. Το καλοκαίρι δε που τα λίγα σύννεφα που φέρνει ο βοριάς στο Αιγαίο είναι κατέστεγνα και δεν κουβαλάνε ούτε σταγόνα νερό που αποζητά ο φρυγμένος από τον αφόρητο ήλιο τόπος, οι άνθρωποι στη θέση τους βάζουν άδεια πιθάρια μήπως κάποιο από τα απρόσχετα συννεφάκια ξεγελαστεί, χωθεί μέσα και αρχίσει να κλαίει με γλυκά δάκρυα, τα οποία μαζεύουν σε ακριβά δοχεία για να δροσίζονται μέχρι να τους υποσχεθούν τα μεγάλα σύννεφα πως θα βρέξουν πολύ νερό να χορτάσουν και τότε θα το ελευθερώσουν. Μέχρι να ξαναπαίξει τους άνυδρους μήνες, το ασπρισμένο πιθάρι της ταράτσας το ρόλο της παγίδας για τα συννεφάκια, γίνεται ο προθάλαμος που μαζεύεται ο καπνός από το παραγώνι και κατόπιν βγαίνει στον αέρα να δηλώσει πως σε αυτό το σπίτι κατοικούν ακόμη άνθρωποι…  
(Η φωτογραφία από μια ταράτσα στον Αρτεμώνα της Σίφνου).
ΑΘΗΝΑ, 06092013

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΡΥΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ


 

Δεν ξέρω πώς να ονοματήσω αυτό το χρώμα που καλύπτει ότι περισσεύει από τον άσπρο τοίχο σε ένα σπίτι στον Αρτέμωνα της Σίφνου και καθώς βλέπω πως κλιματολογικά πορεύομαστε γοργά προς το βαθύ φθινόπωρο και κοινωνικά όπως καταλαβαίνετε προς το μαύρο χειμώνα,το λέω το κρύο μπλέ του Σεπτέμβρη. Ψάχνω ήδη στις κρεμάστρες για μακρυμάνικα και κάλτσες στα συρτάρια…

ΑΘΗΝΑ, 05092013

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΝΤΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Έτσι έχουν όλα τα ωραία πράγματα σε τούτη τη ζωή· κάνουν τον κύκλο τους και κάποια στιγμή, όπως αθόρυβα είχαν ανατείλει, σβήνουν. Σαν τις εποχές που σιωπηλά η μια διαδέχεται την άλλη και σ’ εκείνο το σημείο της αόρατης γέφυρας που σμίγουν, ο καιρός μπερδεύεται κάπως και πότε θυμίζει τη μία και πότε την άλλη…
Λίγες μέρες διαρκεί αυτή η αμφιβολία και κατόπιν όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η επόμενη εποχή βάζει τη σφραγίδα της στο ημερολόγιο και οι άνθρωποι που έχουν μάθει πλέον να ρυθμίζουν τη ζωή τους με ημερομηνίες και διήμερα ανάπαυσης από την εβδομάδα εργασίας προσαρμόζονται στις επίκαιρες υποχρεώσεις. Μόνο που στην ψυχή τους, όπως και ακριβώς συμβαίνει και στα δέντρα μετά από κάθε χυμώδη και φωτεινή περίοδο αθροίζεται άλλος ένας κύκλος ζωής που δεν δηλώνει τίποτα άλλο παρά τη λάμψη μιας δύναμης που ήρθε από τον αιθέρα, πύρωσε τη θάλασσα και κατέβασε τον κόσμο στις ακτές για να απολαύσουν ακόμα ένα καλοκαίρι το Αιγαίο.
Από εκείνα όμως τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη μοναδικότητα κάθε καλοκαιριού είναι και οι ποικίλες πράξεις που στοχεύουν στην πλήρωση όλων των αισθήσεων, πράξεις αρχαϊκές, πανομοιότυπες με εκείνου του ανθρώπου που για πρώτη φορά κατάφερε να κουμαντάρει πάνω στα αρχαία νερά του Αιγαίου ένα ξύλο και με ένα πανί, ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι, αυτό που δεν τέλειωσε ποτέ καθώς ο ένας σταθμός διαδέχεται τον άλλο και επί του προκειμένου, το ένα καλοκαίρι το προηγούμενο σε μια ατέλειωτη σειρά ετών μέχρι τότε που μπορεί να σβήσει ο κόσμος.
Ως τότε, πάντα θα βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να ξεκινήσει το ίδιο ταξίδι στο Αιγαίο…
 
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο του "Έθνους" "Ψάρεμα - Φουσκωτό" σελ. 82 στις 26/09/2008

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

ΟΙ ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΓΡΥΛΛΟΙ…




Περπατώντας λίγο πριν ξημερώσει στο κατάστρωμα πήρε το αυτί μου πίσω από ένα πύργο του εξαερισμού ένα επίμονο μελωδικό τρίξιμο σαν αυτά που κάνουν οι γρύλλοι στα χωράφια σαν καλούν την ερωτική τους σύντροφο και θεωρώντας πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, υπέθεσα πως κάποια λαμαρίνα τρίβεται σε κάποιο σημείο και μοιάζει ο ήχος.

Σαν πλησίασα όμως, το τρίξιμο σταμάτησε και άρχισε πάλι σαν απομακρύνθηκα. Άρχισα να αμφιβάλλω για την περίπτωση της λαμαρίνας και να ενισχύεται η άποψη για γρύλλο και ρώτησα μάλιστα και ένα άλλον που βρέθηκε εκεί αν αυτό που ακούει είναι γρύλλος ή κάτι διαφορετικό. Έστησε κι αυτός τα αυτί του προς τον ήχο που συνέχιζε, περίπου συμφωνήσαμε πως πρόκειται για γρύλλο και αρχίσαμε να μιλάμε για το πώς μπορεί αυτό το έντομο του αγρού να ταξιδεύει στη θάλασσα. «Πετάνε» είπε «κι έτσι μπορεί να βρέθηκαν από κανένα χωράφι της Κω ή της Πάρου στο πλοίο».

Δεν είχαμε τίποτα άλλο να πούμε όταν ξαφνικά στο λείο κατάστρωμα φάνηκε να περπατάει βιαστικά προς τη μεριά που ακούγονταν το τρίξιμο ένας γρύλλος που σίγουρα ήταν θηλυκός. Του έκοψα για λίγο το δρόμο να γίνει η απαραίτητη φωτογραφία – ντοκουμέντο και μετά τον άφησα να πάει να βρει το ταίρι του πίσω από τον εξαεριστήρα και το κατάλαβα πως συναντήθηκαν σαν σταμάτησε το μελωδικό τρίξιμο των δυο λαθρεπιβατών…


ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ ΡΟΔΟΣ, 09092010

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΟΥ


Μια ποικιλία ενδιαφερόντων έχει κάνει τα Κουφονήσια τον πιο δημοφιλή προορισμό των Μικρών Κυκλάδων, τόσο μάλιστα που παλιοί και νέοι λάτρεις τους να μην βρίσκουν χώρο τον Αύγουστο να απλώσουν την πετσέτα τους σε καμιά παραλία.

Αντίκρυ όμως από το μικρό νησί, ένα άλλο, η γλυκειά Κέρος προκαλεί μεν με την λεπτή θωριά του την επίσκεψη αλλά δυστυχώς δεν διαθέτει ούτε μια παραλία με άμμο για να απολαύσει κάποιος την εξίσου με τα Κουφονήσια διάφανη θάλασσα. Αυτό βέβαια δεν αποτρέπει όποιον θέλει να κάνει με σκάφος το γύρο της και να ρίξει άγκυρα είτε στο πίσω μέρος όπου υπάρχει ένα πηγάδι με βρώμικο για τα κατσίκια είτε μπροστά στο αυλάκι του Αϊ – Γιώργη. Εκεί χωρίς πολλές μανούβρες μπορεί να δέσετε ένα σκάφος και να αποβιβαστήτε στο νησί το οποίο είναι ακατοίκητο και ακαλλιέργητο παραπάνω από εξήντα χρόνια.

Όντως, σε όλο το νησί το οποίο ως γνωστόν είναι κηρυγμένο ως αρχαιολογικός χώρος φυσάει μόνιμα ένας αέρας βαριάς ερημιάς – τίποτα εκτός από τα κατσίκια που λυμαίνονται τη λιγοστή βλάστησή του δεν κινείται, τίποτα εκτός από κάποιες διαλυμένες ξερολιθιές και τα ερείπια από ένα οικισμό δεν θυμίζει το πέρασμα των ανθρώπων. Μόνο στην πλαγιά ενός λόφου πάνω από τον προαναφερόμενο οικισμό στο στεγνό τοπίο υψώνονται μερικές ελιές απομεινάρια πιθανόν ενός πανάρχαιου ελαιώνα. Αχρονολόγητες και ατρύγητες για χρόνια αυτές οι γερασμένες ελιές είναι ο αψευδής μάρτυρας μιας οργανωμένης κοινωνίας ανθρώπων που έζησαν εκεί και περπατούσαν πάνω από τη γη που στα σπλάχνα της κοιμόνταν τα μοναδικά εδώλια του κυκλαδικού πολιτισμού.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, τον Αύγουστο το 2008

ΑΘΗΝΑ, 04072017

αθ