Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΜΥΡΩΝΑ…




Δεν αναλογίζομαι τι να έχει άραγε το κλήμα που φτιάχνει κρεβατίνα στην αυλή του καφενείου του Μύρωνα Πατακάκη στα Αντικύθηρα και βογγάει από το βάρος του καρπού; Ξέρω, ότι εκτός από τη φροντίδα του όλο το χρόνο χαίρεται που κάθε καλοκαίρι βλέπει και ακούει τους απανταχού Αντικυθηριώτες να έρχονται και να ανταμώνουν κάτω από τη φυλλωσιά του και είναι ο μόνος μάρτυς που ακούει όλες τις κουβέντες τους, πικρές ή γλυκές δεν έχει σημασία και κρατάει σημειώσεις για την ιστορία του νησιού και καρπίζει τόσο ώστε να φτάνει να πάρει ο καθένας μια ρώγα από τον πλούσιο καρπό του…

ΥΓ. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ, 08082013 Αντικύθηρα.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ


Δεν είναι σαν το σπίτι που περιγράφει ο Γιώργος Σεφέρης στην «Κίχλη», (Α΄), σαν αυτά που «πεισματώνουν εύκολα,σαν τα γυμνώσεις» αλλά ένα άλλο, έξω από τις πολιτείες και τους δρόμους που περπάτησε ο Ποιητής, σε ένα από τα πιο απόμακρα ακρογιάλια της Μεσογείου, στην ανατολική ακτή των Αντικυθήρων στον οικισμό Κατσανεβιανά και το οποίο παραδόθηκε στον καιρό και τις αναποδιές του σαν το παράτησαν οι άνθρωποι και σήμερα δεν είναι παρά ένας σωρός από ερείπια που ανάμεσά τους υψώνονται λείψανα τοίχων.  
 
Έτσι το γνώρισα πριν από έξι χρόνια που πρωτοεπισκέφθηκα το μικρό αυτό νησί που βρίσκεται από τότε που αναδύθηκε από τη θάλασσα στο σταυροδρόμι όλων των πλοίων που πέρασαν από τη Μεσόγειο κι εφέτος, στις αρχές του Αυγούστου που ξαναβρέθηκα εκεί διαπίστωσα πως λιγόστεψε περισσότερο. Μόνο τη συκιά με τα μαύρα σύκα και τις δυο αμυγδαλιές με το λίγο καρπό στην αυλή του είδα, πιο πεισματωμένες από την άλλη φορά…
 
ΑΘΗΝΑ,31082013

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ ΠΕΡΝΑ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ


Από τους πιο σπουδαίους ανθρώπους που γνώρισα στα Αντικύθηρα και θαύμασα, ήταν ο 92χρονος Τάσος Προγουλάκης, ένας άνθρωπος που όλα του τα χρόνια πάλεψε να ζήσει από τη σκληρή γη του νησιού του και τα ζωντανά του και παράλληλα με τη λύρα του χόρεψε και διασκέδασε τους συμπατριώτες του σε αναρίθμητες γιορτές και σε πανηγύρια.


Από μόνος του έπιασε το δοξάρι κι άρχισε να παίζει κι ακούγοντας τους παλιότερους έμαθε τη λύρα και κράτησε την παράδοση μέχρι που η ζωή τον υποχρέωσε να αφήσει το νησί του και να ζει πλέον στο γηροκομείο των Κυθήρων όπου, όταν έχει κέφια παίζει μαντινάδες στο προσωπικό που φροντίζει τους γέροντες και τις γερόντισσες, γεγονός που τον κάνει να είναι το πιο αγαπητό πρόσωπο στο ίδρυμα και χωρίς βέβαια να τον ξεχωρίζουν, τον προσέχουν.

Τα καλοκαίρια όμως τα παιδιά του τον παίρνουν πάλι στο νησί όπου περνάει κάνα – δυο μήνες στο πανάρχαιο πατρογονικό του σπίτι στα Χαρχαλιανά, ταξιδεύοντας με τη μνήμη του στα περασμένα και φυσικά νοσταλγεί τους καιρούς που έπιανε τη γη στα χέρια του και κυριολεκτικά την έστιβε και το δοξάρι που έκανε τη λύρα του να αντηχεί ο τόπος.

Αυτόν έβλεπε και άκουγε ο εγγονός του, ο Τάσος Χαρχαλάκης, και ακολούθησε τα χνάρια του στη λύρα και βεβαίως έμαθε κάποια από τα παλιά τραγούδια και τους ξεχασμένους σκοπούς που ήξερε ο κυρ Τάσος και έτσι τα ακούμε ακόμα στα πανηγύρια και τις γιορτές που κάνουν οι Αντικυθηριώτες στο νησί τους αλλά και στον Κίσσαμο των Χανίων όπου έχουν οι περισσότεροι εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια για να ευκολύνουν τη ζωή τους.

Τον παππού και τον εγγονό συνάντησα ένα του μεσημέρι του Αυγούστου στο πατρογονικό σπίτι του και η κουβέντα βέβαια δεν περιορίστηκε σε πληροφορίες και άλλα που θέλουν συνήθως οι συνεντεύξεις, αλλά στολίστηκε και με λίγες όμορφες μαντινάδες από τις παλιές που ήξερε να παίζει με τον μοναδικό του τρόπο ο κυρ Τάσος ο οποίος μάλιστα μας κάλεσε να τον ακούσουμε κάποια μέρα και στο Γηροκομείο στα Κύθηρα και θα το κάνουμε…

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΠΟΡΤΑ ΚΗΠΟΥ


Περπατούσαμε με την Caterina Faudemay -κοινωνική ανθρωπολόγο που ζει και εργάζεται στο Παρίσι αλλά θεωρεί τα Κύθηρα ιδανικό τόπο να γράψει ένα βιβλίο σχετικά με τη χλωρίδα αυτού του νησιού και για αυτό μένει εκεί αρκετό χρόνο- χθες στον οικισμό Γαληνιανά στο κέντρο των Αντικυθήρων φωτογραφίζοντας τα ερείπια και ότι άλλο θεωρούσε ο καθένας ενδιαφέρον σε αυτή την όμορφη αλλά ιδιαίτερα μελαγχολική γωνιά του νησιού.

Εκεί στον παρατημένο κήπο ενός κλειστού σπιτιού που δείχνει πως κατοικείται κάποιες μέρες το χρόνο από τους νοικοκυραίους του είδαμε την πόρτα με το παράξενο σχέδιο που βλέπετε στη φωτογραφία που κάποτε αποτελούσε την είσοδο σε ένα χορταριασμένο κήπο σήμερα. Ούτε εγώ που έχω περπατήσει τη μισή Ελλάδα έχω δει ανάλογη πόρτα αλλά ούτε και η Caterina στα ταξίδια της σε πολλά μέρη του κόσμου.

Πρόκειται για μια πόρτα που οι παραστάδες της είναι παλιά ξύλα τα οποία έχουν αρχίσει να σαπίζουν και το κυρίως φύλλο της είναι μια σιδερένια σύνθεση που φτιάχτηκε σίγουρα κατά παραγγελία και τοποθετήθηκε εκεί μετά. Η σύνθεση αυτή δεν μοιάζει καθόλου με αυτές που έκαναν κάποτε οι σιδεράδες αλλά φανερώνει πως αυτός που την παρήγγειλε ήξερε λίγο ή πολύ από τέχνη και μάλιστα τολμώ να πω πως του άρεσε η μοντέρνα τέχνη.

Δεν ήταν κανένας στον οικισμό να ρωτήσουμε τίνος ήταν ο κήπος και έτσι ενδεχομένως μαθαίναμε και αυτόν που ανήκε η σκουριασμένη πλέον πόρτα ο ρόλος της οποίας αν και έχει παντελώς ακυρωθεί λόγω της εγκατάλειψης παραμένει εκεί ως σύμβολο των συνόρων και βεβαίως ως μια παράξενη πρόταση τέχνης που κι αυτή θα χαθεί σαν πέσει ο τοίχος από τα κατσίκια και σαπίσουν τα ξύλα που την στηρίζουν.

Τότε το πιθανότερο καθώς από αυτά τα μέρη δεν περνούν οι γνωστοί «ανακυκλωτές» τσιγγάνοι είναι να την καλύψουν οι πέτρες του τειχίου και να χαθεί ανάμεσά στους και με την πάροδο του χρόνου να λιώσει κι αυτή από τη σκουριά που καταφέρνει και λιώνει και τα πιο σκληρά σίδερα ακόμα κι αν αυτά έχουν πάνω τους μια σταλιά τέχνη…

ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ, 21082010

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ΤΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ



Το χρώμα που κυριαρχεί στα φουστάνια των γυναικών σ’ ένα καλοκαιρινό πανηγύρι είναι συνήθως το άσπρο και οι απαλές αποχρώσεις ορισμένων άλλων που σαφώς δηλώνουν την εποχή και συνάμα αποτρέπουν να μη ζεσταθεί πολύ το κορμί. Έτσι αποφεύγονται τα βαριά θερμά χρώματα, όπως για παράδειγμα το κόκκινο, αλλά αν κάποιες δεν μπορούν να το αποχωριστούν, τότε καταφεύγουν σε μια απόχρωση που μοιάζει με του καρπουζιού και τούτο μόνο οπτικά μπορεί να σχολιασθεί γιατί η λέξη «καρπουζί» θα μείωνε τραγικά την κομψότητα εκτός από την περίπτωση που το μαρτυρήσει μια λεκάνη γεμάτη κομμάτια καρπουζιού ξεχασμένη σε ένα τραπέζι…

ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ, 18082010