Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΕΡΑΝΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΕΡΑΝΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

ΜΙΑ ΠΑΡΑΓΚΑ ΒΛΕΠΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ!



Καθώς κορυφώνεται ο χειμώνας, με κρύα, χιόνια και άλλα φαινόμενα που αποθαρρύνουν την άνοιξη να έρθει, ο νους μου πηγαίνει στα ορεινά (αλλά και στα καμπίσια χωριά) όπου χρόνο με το χρόνο οι κοινότητες τους αραιώνουν δραματικά καθώς τους ανθρώπους που φεύγουν από εκεί για ταξίδια χωρίς γυρισμό, κανένας δεν έρχεται να αντικαταστήσει…

Κάτι τέτοια σκέπτομαι όταν βλέπω να κινούνται στο δίκτυο και σε προσωπικές σελίδες εικόνες από μια άλλες εποχές που παρά τις άπειρες και πραγματικές δυσκολίες η ελπίδα έβρισκε τόπο  να ανθίσει. Αυτό διαβάζω σε μια φωτογραφία που είδα στη σελίδα του φίλου Θωμά Σιαλμά που δείχνει δυο μάστορες να σηκώνουν τον τοίχο του σπιτιού τους με τις ίδιες πέτρες από αυτό που σωριάστηκε στο χώμα, στην Κάτω Ποταμιά της Γρανίτσας, τον Νίκο Σαγάνη και τον Γιώργο Μάλλιο υπό το βλέμμα της συγχωρεμένης μάνας του Βασιλικής. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη το 1968, ένα χρόνο μετά τον φοβερό σεισμό του 1967 που διέλυσε την Ευρυτανία και έχει μια ιδιαίτερη αξία για την ιστορία της καθώς πίσω από το έργο διακρίνεται μια παράγκα από χαρτόνι και τσίγκο. Η πρόχειρη αυτή κατασκευή της ανάγκης που στέγασε το μεγαλύτερο μέρος του σεισμόπληκτου πληθυσμού για πολλά χρόνια και απ’ αυτές λίγες στέκουν ακόμη όρθιες για να θυμίζουν την πιο σκληρή, μετά τη δεκαετία του 1940 – 1950 στιγμή του τόπου.


Μάρτυρας της εποχής της ανοικοδόμησης μετά τους σεισμούς της Ευρυτανίας η χαρτονένια παράγκα δεν υπάρχει σήμερα για να δει πως η ελπίδα εκείνης της εποχής ενώ φούντωσε για λίγα χρόνια στα χωριά, έπαψε να ποτίζεται και το δέντρο της προκοπής μαράζωσε σε έναν τόπο που πραγματικά του άξιζε άλλη τύχη και προσοχή απ’ όλους.

ΑΘΗΝΑ, 26012018

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΚΟΛΥΒΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

 
Οι στολισμένες πανυχίδες για τους εορταζόμενους δίνουν τον διαφορετικό τόνο στην ημέρα και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε παρεξήγηση
 
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 
ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΑΣΙΛΕΣΙ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΑΣ
 
Δεν είναι δα και συνηθισμένο φαινόμενο· σε κάποια απόμερα χωριά, όπως στο δυσπρόσιτο συνοικισμό Βασιλέσι της Πρασιάς στον Απεράντιο της Ευρυτανίας το οποίο πολλοί θεωρούν σβησμένο, να γίνεται μέσα στις αρχές του χειμώνα ένα ωραίο πανηγύρι και τον πρώτο λόγο να τον έχουν οι μόνιμοι κάτοικοί του…





Έτσι έγινε, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου του 2008, όταν με τον Δημήτρη Παπαδιά από
τον γειτονικό συνοικισμό Πρόδρομος, είπαμε να γιορτάσουμε αυτή την αφιερωμένη στους Δημητράδες ημέρα στη μικρή εκκλησία του Αϊ - Δημήτρη στο παλιό Βασιλέσι. Ήταν νωρίς όταν φτάσαμε εκεί από το χωματόδρομο που περνάει μέσα από το δύστροπο ποτάμι που καλείται Βασιλόρεμα και ευτυχώς δεν είχε νερό γιατί αλλιώς θα έπρεπε να περπατήσουμε μια απότομη, άτεχνη ανηφοριά που βγάζει στην εκκλησία και πληγώνει σοβαρά το τοπίο και είχαμε χρόνο να παρατηρήσουμε το χώρο.

Άντρες – γυναίκες είχαν έρθει όλοι με τα καλά τους κι εκεί που περιμέναμε πως θα βλέπαμε μόνο γέροντες, με ευχάριστη έκπληξη διαπιστώσαμε πως μεταξύ των εκκλησιαζομένων ήταν και δυο – τρεις νέες γυναίκες, της μιας μάλιστα ο άντρας, είχε στα χέρια του την κορούλα τους, την Πόπη, ντυμένη εορταστικά σαν ροζ κουφετάκι. Η αργία φταίει, σκεφτήκαμε. Λίγο αργότερα όμως καταλάβαμε πως ναι μεν το τετραήμερο υποστήριξε κατά κάποιο τρόπο την παρουσία τους, αλλά οι επισκέψεις τους είναι τακτικές γιατί όλο και κάποιος πρέπει να ανοίγει την πόρτα του πατρικού σπιτιού και να λέει δυο κουβέντες στους γονιούς που μένουν μόνιμα στο χωριό.
.
Οι περισσότεροι άντρες φορούσαν το κλασικό καλό ρούχο της γιορτής, ύφασμα παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι, φρεσκοξυρισμένοι όλοι ενώ οι γυναίκες, ταγιεράκι από έμπειρη μοδίστρα που κάνει πάντα πιο γλυκιές τις μεσόκοπες ενώ το χτένισμά τους ακολουθούσε την παλιά μόδα που δημιούργησαν κάποτε οι ντόπιες κομμώτριες και έκτοτε υιοθετήθηκε στην περιοχή. Κανένας πάντως δεν φορούσε τίποτα από τα καινούργια ρούχα -τζιν, φόρμες με διαφημιστικά σήματα, μπουφάν και άλλα τέτοια που αν μη τι άλλο, φαίνονται αταίριαστα και χαλάνε την εικόνα κάθε μιας γιορτής. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ουδόλως αμφισβητήθηκε η «τάξη» του κόσμου. Οι άντρες έκατσαν εκεί που πρέπει, οι γυναίκες πίσω – πίσω και μπροστά τους τα παιδιά ενώ οι ψάλτες ήταν συγχωριανοί με έφεση την καλλιφωνία και στα τραγούδια.

Η μικρή εκκλησία, λόγω της απομόνωσης δεν είχε φωτισμό από ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα γλυκό φως όμως ανέβαινε από το λιθόστρωτο πάτωμα κοντά στο τέμπλο όπου στη σειρά ήταν τοποθετημένες εννιά φωτισμένες πανυχίδες, όσες και οι οικογένειες του χωριού που είχαν ένα Δημήτρη ή μια Δημητρούλα, ανεξάρτητα αν οι εορτάζοντες ήταν παρόντες ή κάπου μακριά. Οι μανάδες είχαν φροντίσει να τους γιορτάσουν στην εκκλησία με πανυχίδες που είχαν φτιάξει με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά και ας τις κατακρίνουν άλλες αυτά τα «σιτάρια» προορίζονται μόνο για τους πεθαμένους.
.
«Έτσι μάθαμε από τις μανάδες μας κι έτσι θα συνεχίσουμε» μας είπε η Διαμάντω Μάνταλου μια δραστήρια γυναίκα που κατοικεί στις Λαγκαδιές Προδρόμου και θεωρεί πως οι γιορτές και μάλιστα οι αυτές που γίνονται στα παλιά εξωκκλήσια του χωριού, πρέπει να γίνονται όπως παλιά. «Θα καταλαβαίναμε σήμερα αν ήταν του Άϊ Δημήτρη αν δεν ήταν οι πανυχίδες» λέει και ξεθυμαίνει με τις πρωτευουσιάνες που τα έχουν παρατήσει όλα και γι’ αυτό τίποτα δεν πάει καλά πλέον στον κόσμο.

Σε αυτό το απόμερο μέρος των Ευρυτανίας, το Βασιλέσι που οι θρύλοι το θέλουν ως αρχαίο βασίλειο, απ’ όπου προέρχεται λένε και το όνομά του, διατηρείται ακόμα αυτό το έθιμο με τις αμνημόνευτες ρίζες και απ’ ότι φαίνεται άντεξε και στην πολεμική ορισμένων κύκλων σχετικά με το αν η ευχή απευθύνονταν προς τους ζωντανούς ή τους πεθαμένους. Το θέμα όμως το είχε λύσει προ πολλού η ισχυρή τοπική παράδοση που δεν ήθελε να γίνονται μνημόσυνα την ημέρα που εορτάζει ο συγκεκριμένος ναός κι έτσι χωρίς το φόβο μη τις αποπάρει κανένας, οι γυναίκες δημιουργούν ωραίες πανυχίδες με βρασμένο σιτάρι και τριμμένο καρύδι που το στολίζουν με φέτες από κόκκινα μήλα και αν έχουν, γιατί είναι δυσεύρετα πλέον και με χρωματιστά κουφέτα και να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις τις βάζουν από την πλευρά της Παναγίας. Αναλόγως δε με τα άτομα της οικογένειας που εορτάζουν βάζουν και τα αναμμένα κεριά τα οποία μετά τη σχετική ευλογία ο ιερέας τα σβήνει με κόκκινο κρασί. Όταν σχόλασε η εκκλησία οι κυράδες πέρασαν μπροστά απ’ όλους που περίμεναν στην αυλή και προσέφεραν τις ωραίες πανυχίδες κουβαλώντας και χαρτοπετσέτες που έχουν υποκαταστίσει το κλασικό μαντήλι που συνήθιζαν να βάζουν οι παλιότεροι το «σιτάρι» όπως το λέμε και σε άλλα μέρη και από το οποίο, αν το χωριό είχε αρκετά ονόματα εκείνη τη μέρα, χόρταιναν και πολλοί από τους αδύναμους.
.
Μείναμε από τους τελευταίους και πήγαμε να φύγουμε όταν ο Βασίλης Ζευγωλάς, ο μοναδικός μαζί με τη γυναίκα του Χρυσούλα κάτοικος του οικισμού Παλιό Βασιλέσι και γείτονας της εκκλησίας, μας προσκάλεσε να περάσουμε από το σπίτι του να μας κεράσει για τη γιορτή του γιού του που ήταν στην Αθήνα. Δεν μπορούσαμε να πούμε όχι γιατί ο τρόπος της πρόσκλησης είχε κάτι από εκείνο το παλιό, ανεπιτήδευτο κάλεσμα που δεν έκανε εξαίρεση σε κανένα ξένο κι έτσι βρεθήκαμε σε ένα απλό, κατακάθαρο σπίτι και κάτσαμε στην αυλή μαζί με τους συγχωριανούς.




Το γλυκό που μας πρόσφεραν δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από μπακλαβάς που είχε φτιάξει η ίδια η νοικοκυρά και ντόπιο τσίπουρο που σέρβιρε η κόρη της που γι’ αυτό το λόγο είχε έρθει από το Καρπενήσι. Η κουβέντα στην αυλή ήταν σύντομη και στράφηκε γύρω από την κατάσταση της εκκλησίας η οποία χρήζει άμεσης επέμβασης γιατί θα πέσουν και οι τελευταίες από τις αγιογραφίες της και φυσικά για τα παλιά χρόνια, όταν σε όλη την Πρασιά ζούσαν πάνω από χίλια άτομα και του Άϊ – Δημήτρη γιόρταζαν και με όργανα, τον Γιώργο Ζιαβλάνη και τον Χρήστο Μάη.

Οι καιροί αυτοί όμως πέρασαν και σε όλο το Βασιλέσι δεν ζουν πάνω από 30 άνθρωποι μεγάλης κυρίως ηλικίας και για τους οποίους, το μικρό πανηγυράκι του Αι Δημήτρη γι’ αυτούς ήταν εφέτος η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου!

Η μικρή εκκλησία του Αι Δημήτρη στο παλιό Βασιλέσι έχει την ιστορία της αλλά και πολλά προβλήματα που θέλουν άμεση και σωστή αντιμετώπιση από τους ειδικούς





Οι Ζευγωλαίοι είναι οι πιο κοντινοί γείτονες του Αϊ Δημήτρη και στην αυλή τους κάνουν πάντα την πρώτη στάση οι χωριανοί να ευχηθούν για τον γιό του Δημήτρη.
Η Διαμάντω Μάνταλου δεν καμαρώνει μόνο για το όμορφο πιάτο της αλλά και για τον ντροβά της με τα παλιακά στολίδια που τον κρατάει ακόμα από την προίκα τηςΜέχρι να ακούσουν πως κοντεύει να τελειώσει η λειτουργία για να μπουν και αυτοί στην εκκλησία οι άντρες του χωριού προλαβαίνουν να πουν μερικές κουβέντες
 
Δεν μπόρεσε να πάει φέτος στο χωριό ο Δημήτρης της κυρά Παναγιώτας Πότσιου από το Κυπαρίσι αλλά η μάνα του μάζεψε γι’ αυτόν τις ευχές των συγχωριανών του.
 
Σκέφτεσαι καμιά φορά πως αν είχε η μικρή εκκλησία του Αι Δημήτρη είχε ηλεκτρικό, οι πανυχίδες με τα αναμμένα κεριά θα έχαναν τη μισή ομορφιά τους
 
Όποιος περπατήσει τους μαχαλάδες της Πρασιάς, σίγουρα θα καταλάβει γιατί αυτός ο κόσμος εκεί επιμένει να κρατάει με πείσμα τις πατρογονικές του παραδόσειςΟι ψηλές, απότομες και απάτητες κορφές των Πρασιώτικων βουνών στα κεντρικά Άγραφα στεγάζουν τον μικρό κόσμο που μένει ριζωμένος στο απόμακρο Βασιλέσι
 
Δεν είναι δα και πολλές οι μέρες του χρόνου που μπορούν να επισκεφθούν οι γειτόνισσες τους Ζευγωλαίους και η κυρά Χρυσούλα ξέρει πώς να τις ευχαριστήσει Η λειτουργία ήταν μόνο η αρχή για τη γιορτινή ημέρα και οι κυράδες του χωριού φεύγουν βιαστικά γιατί ξέρουν πως χωριανοί και φίλοι θα περάσουν και από το σπίτι
 
Έτσι το βρήκαν το έθιμο και έτσι θα το συνεχίσουν οι κυράδες της Πρασιάς που θέλουν τις πανυχίδες για τα ονόματα των δικών τους να τις ευλογεί ο παπάς.
 
Το πανηγυράκι του Αι Δημήτρη δίνει την ευκαιρία και σε πολλούς ξενιτεμένους να γυρίσουν αυτή τη μέρα στην Πρασιά και να χαρούν μαζί με τους χωριανούς τους.

- Το μικρό αυτό αφιέρωμα στο πανηγυράκι του Αγίου Δημητρίου στο παλιό Βασιλέσι της Πρασιάς δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "EXPLORE NATURE" τον Νοέμβριο του 2009, εποχή που ακόμη κάτι τέτοια περιοδικά μπορούσαν να κυκλοφορούν. Από τότε και ύστερα, λόγω της κρίσης βεβαίως, αλλά και πολλών άλλων αιτιών, έσβησαν και το κενό τους, παρ' όλες τις προσπάθειες που καταβάλλονται από διάφορα δικτυακά μέσα δύσκολα αναπληρώνεται.

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


Καθώς μπαίνει σήμερα ο Μάης και τα βουνά αρχίζουν να ζωντανεύουν από τα λιγοστά πλέον κοπάδια που ανεβάζουν ακόμη ορισμένοι κτηνοτρόφοι στα βοσκοτόπια, κάποια άλλα ζωντανά που μοιράζονται μαζί τους τον τόπο τον ομορφαίνουν κι αυτά με τον τρόπο τους…


Πρόκειται για μικρούς αριθμούς ελεύθερων αλογομούλαρων που τα τελευταία χρόνια αποσύρθηκαν από το προσκήνιο των αγροτικών νοικοκυριών είτε λόγω της χρήσης του αυτοκίνητου στις μεταφορές είτε λόγω της εγκατάλειψη των καλλιεργειών. Από τη στιγμή που οι δρόμοι πάτησαν όλα τα βουνά και όχι μόνο η μεταφορά αλλά και η βοσκή των κοπαδιών γίνεται τις περισσότερες φορές μέσα από την καμπίνα του αυτοκινήτου, τα ζωντανά αυτά κρίθηκαν ανώφελα και τα περισσότερα όντως πουλήθηκαν σε εμπόρους και η κατάληξή τους ήταν τα σφαγεία της αλλοδαπής ή τα κλουβιά των τσίρκων που περιοδεύουν στην Ελλάδα για τροφή των θηρίων. Στο παρελθόν βγήκαν στη δημοσιότητα πολλές θλιβερές ιστορίες για την εμπορία και τη μεταχείριση αυτών των ζώων, ιστορίες που δεν επαναλήφθηκαν γιατί ο αριθμός τους μέσα σε μια δεκαετία σημείωσε τέτοια μείωση, τόσο που είδηση πλέον δεν είναι η απουσία από την ελληνική ύπαιθρο αλλά η παρουσία τους!

Είναι γεγονός, πως εκτός από ελάχιστες φωνές διαμαρτυρίας από ορισμένα άτομα ή από μεμονωμένες ομάδες πολιτών, κανένας αρμόδιος παράγων ή κρατικός φορέας δεν έδειξε ενδιαφέρον για τη διατήρηση αυτού του πολύτιμου ζωικού κεφαλαίου και παράγοντα της παραδοσιακής αγροτοποιμενικής οικονομίας. Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε αφού κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για τη διατήρηση των ιθαγενών φυλών προβάτων, κατσικιών, βοοειδών και άλλων παραγωγικών κατοικιδίων που ήταν απόλυτα προσαρμοσμένα στην ελληνική φύση, τα αλογομούλαρα θα κοίταγαν;

Όντως στη δίνη της εξέλιξης και της ευκολίας, ούτε που πρόσεξε κανένας πως εξαφανίστηκαν αυτά τα ζωντανά και αν χρειαστεί κάποιος ένα τέτοιο δεν πρόκειται να βρει πουθενά εκτός φυσικά την Ύδρα και τη Σαντορίνη για τους γνωστούς λόγους. Ορισμένα πάλι ζωντανά υπάρχουν σε κάποια νησιά που δεν έχει διαλυθεί η παραδοσιακή αγροτική ζωή, όπως η Αμοργός ή η Νάξος και αλλού. Σε γενικές γραμμές όμως ελάχιστα από αυτά τα ζώα έχουν απομείνει σε ολόκληρη τη χώρα.


Ορισμένα από τα εναπομείναναντα αλογομούλαρα στα ορεινά χωριά τα αφήνουν απολυμένα το χειμώνα και αφού δεν υπάρχει και φόβος για τις καλλιέργειες αυτά γυρίζουν όπου θέλουν, αλλά κυρίως πηγαίνουν στα ορεινά λιβάδια για περισσότερη ησυχία. Ένα κοπάδι από αυτά συναντήσαμε ανήμερα την φετινή Πρωτομαγιά στο Παλιοκάτουνο της Πρασιάς, ένα εκπληκτικό μέρος κρυμμένο στην αγκαλιά των κεντρικών Αγράφων κάτω από τις κορυφές Κόκκινο Στανό, Τσουρνάτα, Σαλλαγιάννη απ’ όπου πηγάζει και ο καθαρότερος παραπόταμος του Αχελώου ο Πλατανιάς. Είχαμε ξεκινήσει με τον Δημήτρη Παπαδιά και τον μικρό Αποστόλη Βασ. Παπαδιά να επισκεφτούμε τα υπέροχα λιβάδια που βοσκούσαν κάποτε οι πρόγονοί τους αλλά δεν μπορέσαμε να προχωρήσουμε ψηλά γιατί οι πλαγιές ήταν ακόμα καλυμμένες από χιόνια και ο τόπος όλος ήταν μουσκεμένος από τα νερά που ανέβλυζαν από κάθε σημείο του τόπου και κατέληγαν στο θολό ποτάμι. Παρά το κρύο όμως τα χαμηλά λιβάδια ήταν στρωμένα με ένα σωρό αγριολούλουδα και μοσχοβολούσε ο τόπος από τα δακράκια και τη φρέσκια χλόη. Κοπάδι από πρόβατα δεν φαίνονταν πουθενά, ούτε και προετοιμασίες στα μαντριά διακρίνονταν σε κανένα σημείο του βουνού.

Τα μόνα ζωντανά που συναντήσαμε στα λιβάδια ήταν ένα κοπάδι από αλογομούλαρα που μόλις μας είδε απομακρύνθηκε σε απόσταση ασφαλείας και μόνο ένα δυνατό άλογο, στάθηκε σε μια κορυφή και δεν μας άφηνε από τα μάτια του στιγμή. Ούτε να τα φωτογραφήσουμε δεν μας άφησε να πλησιάσουμε καθώς με ένα κούνημα του κεφαλιού του καθοδηγούσε τα υπόλοιπα και τους έδινε σήμα. Ήταν ο 8χρονος Ντορής, του Δημήτρη Μάνταλου ο οποίος τον είχε κλεισμένο όλο το χειμώνα στο καλύβι και μόλις ξεχιόνισε λιγάκι ο τόπος τον άφησε ελεύθερο να ξεμουδιάσει κι αυτός τράβηξε κατά το βουνό να βρει την παρέα του. Έτσι κι αλλιώς, σε τίποτα δεν ήταν χρήσιμος αφού και το όργωμα έγινε με τρακτεράκι και για τις μεταφορές η οικογένεια του Μάνταλου που ασχολείται με την κτηνοτροφία και διατηρεί ένα μεγάλο κοπάδι στο χωριό χρησιμοποιεί τα αγροτικά αυτοκίνητα. Έτσι ο Ντορής, ο οποίος είναι βέβαια «πειραγμένος» μη έχοντας καμία υποχρέωση ανέβηκε στο βουνό και συνάντησε την παρέα του, τον Νιόνιο, ένα γέρικο μουλάρι του Κώστα Μπίστα που το άφησε κι αυτός ελεύθερο και δυο – τρία άλλα από το διπλανό χωριό Κέδρα.

Ο Νιόνιος, μας είπε ο Κώστας Μπίστας ήταν ένα άξιο μουλάρι που δούλεψε πολλά χρόνια στον Κώστα ο οποίος κι αυτός διατηρεί ακόμη ένα μικρό κοπάδι αιγοπρόβατα στον Πρόδρομο, αλλά το πήραν τα χρόνια και ο Κώστας το άφησε ελεύθερο να ζήσει όπου και όπως θέλει και ο Νιόνιος από ένστικτο πήρε τα βουνά όπου ξανάνιωσε και ούτε να ακούσει δεν θέλει πάλι για παχνί και καλύβα. Πρόπερσι μάλιστα που έριξε αρκετό χιόνι και δυσκόλεψαν τα πράγματα, το κοπάδι κατέβηκε μέχρι το χωριό να προφυλαχτεί, έμεινε εκεί μερικές ημέρες αλλά μόλις κατάλαβε πως μπορεί να επιστρέψει στα λημέρια του αμέσως πήρε το γνωστό μονοπάτι της ελευθερίας.



Στο Παλιοκάτουνο και στις γύρω πλαγιές που ζουν ολοχρονίς τα αλογομούλαρα, ανεβαίνουν το καλοκαίρι αρκετά κοπάδια κι έτσι έχουν κάποια συντροφιά και ασφαλώς λίγη προστασία. Τον υπόλοιπο καιρό, κάνουν ότι μπορούν μόνα τους και συνήθως τα καταφέρνουν καλά ιδιαίτερα με τους λύκους ή καμιά αρκούδα που θα τα πλησιάσει και γι’ αυτό κινούνται ομαδικά. Την ευθύνη προστασίας βεβαίως την φέρνουν τα άλογα, όπως ο Ντορής για παράδειγμα που έχουν συνέχεια την προσοχή τους στραμένη στις ανεπιθύμητες παρουσίες. Πάραυτα συχνά παρατηρούνται απώλειες που έχουν να κάνουν με την αντοχή των ζωντανών. Έτσι αυτά που τα λυγίζει η ηλικία ή τα ασθενικά πέφτουν θύματα των αρπακτικών. Θύματα επίσης πέφτουν συχνά και τα μουλάρια που όπως και να έχει δεν διαθέτουν την εξυπνάδα και τα ισχυρά αντανακλαστικά των αλόγων. Γι’ αυτό και οι λύκοι, όταν τους στριμώξει η πείνα παρακολουθούν το κοπάδι κι χυμάνε σε όποιο βρουν άρρωστο ή ανήμπορο να περπατήσει. Έτσι μειώθηκε ο αριθμός αυτού του κοπαδιού που όπως θυμούνται οι παλαιότεροι αριθμούσε περί τα είκοσι.

Ένας άλλος λόγος που μειώθηκε το κοπάδι είναι ότι πολλά από τα αρσενικά άλογα είναι «πειραγμένα», δηλαδή ευνουχισμένα και αυτό το έκαναν οι ιδιοκτήτες τους για περισσότερη απόδοση στην εργασία. Αυτό έκανε ο Μήτσος Μάνταλος στον Ντορή γιατί αυτός μέχρι πριν λίγα ακόμη χρόνια όργωνε τα χωράφια των συγχωριανών του και έκανε μεταφορές. Τώρα που δεν υπάρχουν αυτές οι δουλειές, αποδεσμεύτηκε μεν ο Ντορής αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να αφήσει απογόνους με κάποια από τις φοράδες που κυκλοφορούν στο βουνό και παρά την ηλικία τους, μπορούν ακόμα να γεννήσουν. Ούτε πάλι υπάρχει η περίπτωση να βρεθεί κανένα άλλο αρσενικό να ζευγαρώσουν γιατί όπως προαναφέρθηκε, τα αλογομούλαρα είναι πλέον σπάνιο είδος σε όλη την Ελλάδα.


ΥΓ. Κείμενο και φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "'Εθνος" για το Κυνήγι τον Μάιο του 2010. Τα χρόνια που ακολούθησαν ξαναείδαμε το κοπάδι και με χαρά διαπιστώσαμε πως σχεδόν διπλασιάστηκε.. 

ΑΘΗΝΑ, 01052018