Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

ΟΙ ΜΥΛΩΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΙΤΟΥ

Ο Παπα Χρήστος και ο Βασίλης μπροστά στον ανακαινισμένο μύλο
Το Λεοντίτο ήταν πάντα ένα χωριό που διέφερε από τα γειτονικά του της Ανατολικής Αργιθέας γιατί ο κόσμος του, μικροκτηνοτρόφοι κυρίως και αγρότες δεν συνήθιζαν να φεύγουν τους χειμώνες στους κάμπους κι έτσι η λειτουργία ενός και δύο μύλων ήταν απαραίτητη όλο το χρόνο. Παραδοσιακοί μυλωνάδες ήταν η οικογένεια Αθανασίου (Παλιαντωναίοι) που είχαν ακόμα μαντάνια και νεροτριβή που κινούνταν με τα νερά του απρόοπτου και διαρκώς νευρικού Πετριλιώτη ποταμού στον πάτο του χωριού. 

Ο μύλος του Παλιαντώνη όπως είναι σήμερα
Ως ιδρυτής του μύλου και πρώτος μυλωνάς πριν από 140 περίπου χρόνια αναφέρεται ο Γιώργος Παλιαντώνης, ένας εμβληματικός άνθρωπος για όλη την περιοχή και από τότε συνέχισε να λειτουργεί από τους απογόνους του μέχρι που σιώπησε η φτερωτή του, το φθινόπωρο του 1985. Τελευταίος μυλωνάς ήταν πριν φορέσει το ράσο ο παπα Χρήστος Αθανασίου και ο οποίος σήμερα εκτός από τα καθήκοντα του εφημερίου στο χωριό αποτελεί και την ψυχή του μοναδικού καφενείου που διατηρεί όλο το χρόνο ανοιχτό στην πλατεία του χωριού, κάτω από τον ιστορικό πλάτανο η γυναίκα του Αγγελική

Σημειώνεται, πως στο Λεοντίτο ξεχειμάζουν μόνο τέσσερις άνθρωποι, ο παπα Χρήστος, η παπαδιά του, ο Χρυσόστομος Βοϊβόντας και η απόμακρη Αλεξάντρα Μιαρίτη στην οικισμό Αγριοκερασιά, κάτω από τις κορυφές του Ντεληδήμι, αλλά η κανένα Σαββατοκύριακο και φυσικά στις εορταστικές ημέρες δεν υπάρχει περίπτωση να μη γεμίσουν τα σπίτια από συγχωριανούς που το επισκέπτονται και έτσι το γλέντι στο καφενείο είναι κάτι το καθιερωμένο. 

Ο Βασίλης είναι μελισσοκόμος και κρατάει τα μελίσσια του όλο το χρόνο στο χωριό
Από το 1985 και εντεύθεν ο μύλος εγκαταλείφθηκε, παρά λίγο να γίνει ένας σωρός πέτρες και μόλις πριν από 3 χρόνια ο παπα Χρήστος μαζί με τον αδερφό του Βασίλη, ο οποίος μόλις συνταξιοδοτήθηκε ως δάσκαλος επέστρεψε και ζει στο Λεοντίτο, έβαλαν μπροστά και τον επισκεύασαν αλλά γεννήματα για να δουλέψει ακόμα περιμένουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο μύλος του Παλιαντώνη δεν αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για την περιοχή ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες που ο Βασίλης, ο οποίος διατηρεί επίσης τα μελίσσια του όλο το χρόνο στις κοντινές εξοχές, βάζει μπροστά τη νεροτριβή και γίνεται πανηγύρι κάτω από τα πλατάνια από τον κόσμο που φέρνει τα κουβέρτες και βαριά ρούχα να πλύνει. 

- Οι φωτογραφίες και το κείμενο είναι από τον Φεβρουάριο του 2008 που πήγα στο Λεοντίτο στο πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους. 


ΑΘΗΝΑ, 21042009

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Ο ΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΤΑΣ


Η Αλεξάνδρα και ο Χαράλαμπος καμαρώνουν μπροστά στο μύλο που λειτουργεί από Γαλανέϊκα χέρια περισσότερο από μισό αιώνα κοντά στην Παναγία της Ανατολικής Φραγκίστας

Στη μικρή πλατανοσκεπή λογγά, εκεί που σμίγουν τα δυο δυνατά ποταμάκια, ο Κερασοβίτης και το Φραγκιστινόρεμα, στη μέση του μονοπατιού που ένωνε κάποτε δυο ονομαστά χωριά της κεντρικής Ευρυτανίας, την Ανατολική με τη Δυτική Φραγκίστα καπνίζει ακόμα το τζάκι ενός από τους τελευταίους νερόμυλους της περιοχής, ο οποίος λειτουργεί όλο το χρόνο από τα νερά του ρέματος Αναυσάδες που πηγάζει δίπλα από την ιστορική εκκλησία της Σωτήρας.
Το γεγονός ότι τα νερά στις Αναυσάδες διατηρούν την ίδια ορμητική ροή όλο το χρόνο ήταν και η αφορμή να ιδρυθούν στη διαδρομή τους από τη Σωτήρα μέχρι την Παναγία τρεις μύλοι. Ιστορικά, γι’ αυτούς τους τρεις έχουμε πληροφορίες αλλά είναι βέβαιο ότι σε διάφορες χρονικές περιόδους κατά το παρελθόν πρέπει να λειτούργησαν και πολλοί άλλοι και ενδεχομένως μετά τις καταστροφές που πάθαιναν, τα υλικά τους χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή των επόμενων. Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως και η προφορική παράδοση αναφέρονται σε αυτούς τους τρεις μύλους.
Τον Κάτω Μύλο ο οποίος είναι ο μόνος που λειτουργεί σήμερα, ο μύλος του Θεμελή και ο Πάνω Μύλος, από τους οποίους ούτε καν το σημείο που ήταν χτισμένοι διακρίνεται καθώς από το 1965 που σταμάτησαν, τους κατάπιε η πυκνή βλάστηση. Η λειτουργία τριών μύλων πάλι, φανερώνει, ότι στη γύρω περιοχή η κατοίκηση των ανθρώπων ήταν πυκνή, όπως πυκνές και αποδοτικές πρέπει να ήταν και οι καλλιέργειές τους στα ισιώματα και τις ξερολιθιές.

Παλιότερος μυλωνάς αναφέρεται ο Χαράλαμπος Θεμελής από τη Δυτική Φραγκίστα, ο οποίος ήξερε να φτιάχνει και μυλόπετρες από ντόπιες πέτρες. Αυτός είχε λένε πριν από το 1940 φτιάξει το μύλο που λέγονταν Μύλος του Θεμελή και κάποια στιγμή, πιθανόν από την αύξηση των προς άλεση καρπών της περιοχής, έφτιαξε και τον άλλο μύλο, τον Κάτω Μύλο ο οποίος λειτούργησε όλη την ταραγμένη δεκαετία 1940 – 50 και τον παράτησε λόγω γηρατειών.


Κάθε χρόνο λέει ο Χαράλαμπος, πρέπει να αλέθει περί τους 40 τόνους καλαμπόκι και σιτάρι. Ο αριθμός μπορεί βέβαια να εντυπωσιάζει, αλλά χρόνο με το χρόνο, συνεχώς μειώνεται και η μείωση αυτή απηχεί τη μείωση της κτηνοτροφίας στην περιοχή. Ο μύλος λοιπόν λειτουργεί ως δείκτης και ο Χαράλαμπος είναι ο πιο ενημερωμένος για την πορεία της κτηνοτροφίας στην περιοχή καθώς οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι που έχουν μικρά κοπάδια και τα οποία δεν μετακινούν ποτέ, χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν. «Πεθαίνει ο γέροντας», λέει χαρακτηριστικά και «καθώς δεν έχει ένα διάδοχο να αναλάβει το κοπάδι, τα παιδιά του το δίνουν στο χασάπη». Έτσι απλά, με δέκα λόγια περιγράφει ο Χαράλαμπος το τέλος της κτηνοτροφίας στην Ευρυτανία.

Τώρα, το πώς παρά τη μείωση της κτηνοτροφίας ο μύλος μπορεί να λειτουργεί και να αποφέρει στον Χαράλαμπο και την Αλεξάνδρα, δεν αποτελεί κανένα παράδοξο. Οι περισσότεροι που πηγαίνουν να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, είναι άνθρωποι που σαφώς και γνωρίζουν ή έχουν ακούσει τι είναι η «μπομπότα» και τι σήμαινε αυτή για τις προηγούμενες γενιές που έζησαν μέσα στη δυστυχία της φτώχειας και των πολέμων. Όλοι σχεδόν είχαν ξορκίσει τη «μπομπότα» και τη ζωή που συνδέονταν με αυτή. Τα τελευταία χρόνια όμως, εξαιτίας της στροφής των καταναλωτών προς τα παραδοσιακά ή τα βιολογικά προϊόντα, πολλοί ανακάλυψαν τη γεύση της μπομπότας και να τονίσουν περισσότερο το γεγονός, προμηθεύονται καλαμπόκι από την αγορά και πηγαίνουν να το αλέσουν στο μύλο. Αρκετοί μάλιστα είναι αυτοί που καλλιεργούν μικρά χωραφάκια με καλαμπόκι και πηγαίνουν να το αλέσουν, είτε για να φτιάχνουν μπομπότα ή για τροφή των μικρών κοπαδιών τους και ορισμένων οικόσιτων ζώων. Έτσι δε που πάνε τα πράγματα, ο μύλος θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολλά χρόνια. Πιθανόν δε, όταν αποσυρθούν ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα, να τον αναλάβει ο γιος τους Δημήτρης ο οποίος έχει μάθει την τέχνη κοντά στους γονείς του οι οποίοι μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας από τους Γαλαναίους, τον θεωρούν «δικό τους» και περιμένουν το Δήμο Φραγκίστας στον οποίο βέβαια ανήκει, να τον συνδέσει με το δίκτυο του ηλεκτρικού ρεύματος!

Το ότι ο μύλος, καθότι είναι ο μόνος σε λειτουργία σε όλη τη Δυτική Ευρυτανία δεν έχει ρεύμα, αποτελεί ένα παράδοξο στη φιλολογία για την «ανάπτυξη» της περιοχής, αλλά το ημίφως που επικρατεί στο εσωτερικό του, του προσθέτει μια ιδιαίτερη αίσθηση παράδοσης την οποία βεβαίως και ενισχύει το δυνατό τζάκι που καίνε συνέχει κούτσουρα και η στάχτη του είναι έτοιμη να ψήσει μια φρεσκοζυμωμένη κουλούρα. Μοσχομυριστή αυτή θα συνοδευτεί μόλις ψηθεί με ωραίο ντόπιο τυρί και βεβαίως με τσίπουρο από τον ίδιο τόπο. Μια ανορθογραφία στην παράδοση των μύλων, αποτελεί το γεγονός ότι η αμοιβή του Χαράλαμπου δεν είναι πλέον το ξάϊ (ποσοστό επί του αλέσματος, συνήθως το 10%) αλλά τα χρήματα. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί όπως προαναφέρθηκε, όσοι πάνε να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, πηγαίνουν με ένα συγκεκριμένο σκοπό και προτιμούν να πληρώσουν αντί να δώσουν το ποσοστό του μυλωνά. 

Δίπλα σε αυτό το τζάκι κάθεται τις ώρες που περιμένει ο Χαράλαμπος και για μη μένει άπραγος, πελεκάει ξύλα και κατασκευάζει γκλίτσες, κουτάλια και άλλα πράγματα που του αρέσουν. Από μικρό του άρεσε η ξυλογλυπτική και τώρα βρήκε την ευκαιρία, με το μουρμουρητό της μυλόπετρας δίπλα του και το φως από το τζάκι, να ασχοληθεί με το μεράκι του. Και η Αλεξάνδρα όμως, δεν πάει πίσω και καθώς τα κατάφερνε πάντα με τα γλυκά, φτιάχνει ωραία γλυκά κουταλιού –κυδώνι, κεράσι, μήλο, κράνα – και τα βάζει σε γυάλινα βαζάκια για να συμπληρώσει τα εισοδήματα του μύλου. Με σιταρένιο αλεύρι επίσης που έχει κόψει ο μύλος τους, φτιάχνει παραδοσιακό τραχανά τον οποίο διαθέτει σε περιποιημένα σακουλάκια, το ίδιο κάνει και με το τσάι και τη ρίγανη που πηγαίνει και μαζεύει μόνη της στα βουνά των Αγράφων.

Ο Κάτω Μύλος, ο «Γαλαναίικος» πια όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, συμπληρώνεται το καλοκαίρι και από τη νεροτριβή που κινούν τα ίδια νερά των Αναυσάδων κι εδώ τα Σαββατοκύριακα γίνεται το αδιαχώρητο, καθώς από όλο το νομό Ευρυτανίας, αλλά και από τη Φθιώτιδα και την Αιτωλοακαρνανία πηγαίνουν εκεί για πλύσιμο βαριά ρούχα, κουβέρτες και χαλιά. Είναι το καλύτερο πλύσιμο λένε οι νοικοκυρές που το δοκιμάζουν και κλείνουν θέση από το χειμώνα στη νεροτριβή, την οποία λειτουργούν ο Χαράλαμπος και η Αλεξάνδρα. Με τα ίδια νερά, παλιότερα λειτουργούσε το τροχείο των Φλεγκαίων - πολλά αδέρφια, οι οποίοι εκτός από σιδηρουργοί της Δυτικής Φραγκίστας, ήταν και πολύ καλοί μουσικοί. Αυτοί είχαν εγκαταστήσει εκεί τροχείο και γύρω στο Πάσχα και κοντά στα καλοκαιρινά πανηγύρια, γιαλοκόπαγε ο τόπος από τα μαχαίρια και τα χαντζάρια που τροχούσαν, λέει ο Χαράλαμπος. Σε μια σπηλιά επίσης κοντά στο μύλο, ήταν ο χώρος που παλαιότερα πήγαιναν οι γανωτζήδες και εκεί γάνωναν τα χαλκώματα που μάζευαν από τα δυο χωριά.

Το μόνο που δεν λειτουργεί από εκείνη την εποχή που η λογγά ανάμεσα στα δυο ρέματα έσφυζε από ζωή και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο τη βιομηχανική ζώνη της παλιάς Μεγάλης Φραγκίστας, είναι τα μαντάνια. Μαζί όμως και οι δυο, ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα δεν έχουν παρά τέσσερα χέρια και δεν φτάνουν να τα προλάβουν όλα. Γιατί εκτός των άλλων, αυτοί οι δυο εργατικοί άνθρωποι συνεχίζουν να έχουν και ένα σοβαρό κοπαδάκι με αρνοκάτσικα καθώς και μερικά μελίσσια, τα οποία είναι το μεράκι του Χαράλαμπου και του δίνουν κάθε χρόνο ευωδιαστό μέλι.


Το τζάκι δίνει ένα ιδιαίτερο κύρος σε κάθε μύλο το χειμώνα και κοντά στη φωτιά του στεγνώνουν οι επισκέπτες και πολλές φορές αρχίζουν να λένε ιστορίες από τα παλιά


- Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "Κυνήγι", τον Μάρτιο του 2007.

ΑΘΗΝΑ, 13012017

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΥΣΤΕΣΑΣ



Πάνε πολλά χρόνια, τον Οκτώβρη του 1994 συγκεκριμένα, που ένα φίλο φωτογράφο, τον Χάρη Μπίλιο ταξιδέψαμε και αυτός κι εγώ για πρώτη φορά στα Άγραφα και φτάσαμε μέχρι την Κουστέσα, τον απόκρυφο μικρό οικισμό των Μεγάλων Βραγγιανών. Δεν είχαμε τίποτα συγκεκριμένο να κάνουμε και φωτογραφίζαμε ότι κρίναμε ενδιαφέρον. Έτσι προέκυψε και η φωτογράφιση του μύλου στην Κουστέσα που τον βρήκαμε εκείνη την εποχή κλειδωμένο.

Από εκείνες τις φωτογραφίες προέκυψε και μια δημοσίευση στην "Ελευθεροτυπία" (Στήλη «Ανθρώπινα») και η οποία ήταν και η πρώτη που έκανα για τα Άγραφα που άρχισα να γνωρίζω και δεν περίμενα ποτέ πως θα έρχονταν η ημέρα που θα έχανα το λογαρισμό, καθώς από το 2000 και μετά που έφυγα από τη "μάχιμη δημοσιογραφία" έχω ταξιδέψει στα Άγραφα πάνω από 150 φορές υπολογίζω, έχω γράψει άπειρα κείμενα και έχω τραβήξει επίσης χιλιάδες φωτογραφίες. Αυτό το παλιό κείμενο βρήκα χθες το βραδυ σε ένα cd που αποθήκευα αυτά που έγραφα στην εφημερίδα και με πολλή χαρά το δημοσιεύω σήμερα στον «Ακτήμονα».


Της ψυχής και των υδάτων




Οι δυνατές φετινές βροχοπτώσεις θα ήσαν, κάποτε, ευλογία για το μυλωνά του μικρού συνοικισμού Κουστέσα που ανήκει στο χωριό Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων. Η δύναμη του τρομερού ορεινού χειμάρρου θα έδινε περισσότερη ενέργεια για τον προγονικό νερόμυλο, τον οποίο ως τελευταίος κληρονόμος ο Βασίλης Μουστάκας, φροντίζει και λειτουργεί ώς αργά το καλοκαίρι. Παρά την εγκατάλειψη της καλλιέργειας στην περιοχή, αυτός και ο μύλος του ακούσια συντελούν στην εισαγωγή των απαιτούμενων για την πενιχρή κτηνοτροφία δημητριακών από μακρινούς σιτοβολώνες.

Στο ίδιο σημείο, στο μυχό της πλατανοσκεπούς ρεματιάς, από τότε που χτίστηκε, το πέτρινο κτίριο στεγάζει τον πανάρχαιο μηχανισμό που εκμεταλλεύεται την πτώση των υδάτων και μετατρέπει την αόρατη δύναμή τους στην ιδιότροπη κίνηση των επιδέξια σμιλεμένων από λησμονημένο τεχνίτη πάνω και κάτω μυλόλιθων. Σημείο αναφοράς της τοπικής οικογεωγραφίας και οικονομίας, ο μύλος διατηρήθηκε ακέραιος και είναι έτοιμος να καλύψει ανά πάσα στιγμή την ανάγκη.


Ο Βασίλης Μουστάκας που το χειμώνα ζει στη Βοιωτία, τον ανοίγει κάθε καλοκαίρι, λειτουργώντας την παράδοση από συνέπεια στον τόπο και την ιστορία του. Ο μύλος του ζωντανεύει και αλέθει τα γεννήματα όσων ακόμη, έστω και με κάποια φύρα, αποτίουν φόρο ευλάβειας προς το φτενοχώραφο, τη ροζιασμένη αξίνα, το ζευγάρι των βοδιών και το πέτρινο αλώνι. Ολα όσα κράτησαν στη ζωή τόσους και τόσους προγόνους, τους οποίους και μ' αυτόν τον τρόπο τιμούν. Και επανέρχονται, φυτρώνουν θαρρείς από τη χέρσα γη τα εφέστια στοιχειά, βγαίνουν από το έρημο ελατόδασος τα ξωτικά, από νάρκη βαθιά ξυπνάνε νεράιδες και άλλα υδρόβια αερικά των πηγών και των χειμάρρων και όλα, μικρές και μεγαλύτερες θεότητες της υπαίθρου, μαζί με μαγεμένα από το μονότονο γύρισμα των λιθαριών κοτσύφια, σπουργίτια και άλλα του λόγγου και της ποταμιάς ερημοπούλια στήνουν χορό στην αυλή του μυλωνά.


Για να υπενθυμίσουν στον ανυποψίαστο επισκέπτη, Νοέμβριο μήνα του 1994 στα Αγραφα, ότι από τον τόπο αυτό δεν χάθηκε η πρώτη ύλη με την οποία δουλεύτηκε στην αρχή ο μύθος, για να ακολουθήσει μετά παρεξηγημένη η Ιστορία...



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 03121994






Ο Βασίλης λειτουργεί ακόμη τον παλιό νερόμυλο στην Κουστέσα
και αλέθει όταν του φέρνουν σοδέματα οι ντόπιοι.



Πέρασαν τα χρόνια και σαν έφυγα από την εφημερίδα όπως προανέφερα, άρχισα τα ταξίδια στα Άγραφα και είχα ενθουσιαστεί που ανακάλυπτα ένα καινούργιο και πολύ ενδιαφέροντα κόσμο, ένα κόσμο όμως που ζούσε τις τελευταίες αναλαμπές του πολιτισμού και των κοινοτήτων του καθώς όλα τα χωριά και οι οικισμοί είχαν σχεδόν αδειάσει. Έτσι δεν περίμενα όταν ξεκινήσαμε με τον φίλο Σωτήρη Τσιώλη, τον Νοέμβριο του 2001 να πάμε ένα πρωί από τα Μεγάλα Βραγγιανά στην Κουστέσα ότι θα βρίσκαμε κάποιον εκεί και χαρήκαμε πολύ σαν είδαμε πως η πόρτα του μύλου ήταν ανοιχτή και ο αέρας μύριζε αλεσμένο καλαμπόκι. Ήταν εκεί ο Βασίλης Μουστάκας που τον χειμώνα όπως ήξερα ζούσε στη Βοιωτία και το καλοκαίρι σαν επέστρεφε έβαζε και το μύλο σε λειτουργία κι έτσι εξυπηρετούσε στο άλεσμα τους κτηνοτρόφους της περιοχής. Κάτσαμε, τα είπαμε κι έτσι προέκυψαν οι φωτογραφίες με το μύλο σε λειτουργία που δεν είχαμε την τύχη να κάνουμε όταν πήγαμε με τον Χάρη Μπίλιο το 1994. 


Με τον Βασίλη Μουστάκα, στο μύλο της Κουστέσας τον Νοέμβριο του 2001

Αυτή η φωτογραφία του μύλου της Κουστέσας που σήμερα την έκανα και «καλημέρα» για όλους τους δικτυακούς φίλους μαζί με ορισμένες άλλες, ήταν η αφορμή να αρχίσω τότε να συγκετρώνω ένα υλικό από τα Άγραφα και να σχεδιάσω μια έκδοση με τίτλο «Τα Άγραφα των Χρωμάτων» μέρος του οποίου εκτέθηκε δυο φορές σε δυο μικρές φωτογραφικές εκθέσεις στην Αθήνα αλλά εκεί έμεινε. Τώρα, που μπορεί μεν τα πράγματα να είναι πιο δύσκολα αλλά και γόνιμα όπως θέλω να τα βλέπω στην εξέλιξή τους, τούτες οι λίγες φωτογραφίες από το μύλο της Κουστέσας πήρα την απόφαση να γίνουν το θεμέλιο για την μεγάλη αυτή έκδοση...
ΑΘΗΝΑ, 16112013