Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΣΤΕΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΣΤΕΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΚΑΛΟ ΓΛΥΚΟ ΤΗΣ ΚΟΥΣΤΕΣΑΣ...


Η κυρά Σταυρούλα Αντωνίου με τις κόρες της, Αριστέα και Αγγελική πάνω από το ταψί με τον μπακλαβά που έφτιαξε για τη γιορτή του γαμπρού της Παναγιώτη Κουτσολάμπρου.
Έτυχε πριν από λίγες ημέρες να βρεθώ για μια ακόμη φορά στην Κουστέσα, τον μικρό συνοικισμό των Μεγάλων Βραγγιανών Ευρυτανίας (Άγραφα) για το ετήσιο αντάμωμα που έκαναν οι Κουστεσιώτες στις 9 του Αυγούστου και απέδειξαν ακόμη μια φορά πως αυτοί οι λίγοι καταφέρνουν και κάνουν εκδηλώσεις, όπως το πανηγύρι του Αγίου Παύλου και ανταμώματα που θα ζήλευαν ακόμα και τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής.

 
Η κυρά Σταυρούλα έχει κόψει σε κομμάτια τον μπακλαβά μόλις τον έστρωσε στο ταψί και υπό το βλέμμα της κόρης της Αριστέας βάζει καρφάκια από γαρύφαλο σε κάθε ένα...
Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας σήμερα, θα μιλήσουμε σε άλλο σημείωμα αλλά η τέχνη που έχουν εκεί οι νοικοκυρές στους μπακλαβάδες με καρύδια, τέχνη που την κρατάνε από γενιά σε γενιά και με τα λίγα, λιτά υλικά που απαιτεί αυτό το υπέροχο γλυκό, φτιάχνουν θαύματα. Την προηγούμενη φορά σας μίλησα για τον μπακλαβά που έφτιαξε η Αθηνά Αντωνίου για την γιορτή του άντρα της Περικλή (των Αγίων Πάντων τον γιορτάζει) και ήταν ένα ταψί με 120 κομμάτια τα οποία δοκιμάσαμε και ήταν υπέροχα.

 
Ε, επειδή το φλας χάλαγε την εικόνα με το ταψί του μπακλαβά μέσα στην κουζίνα, το βγάλαμε στην αυλή και το φωτογραφίσαμε κάτω από τη σκιά της καστανιάς που είναι εκεί.
Προχθές όμως που ξαναπήγαμε δοκιμάσαμε και τον μπακλαβά της κυρά Σταυρούλας Αντωνίου η οποία τον έφτιαξε για τη γιορτή του γαμπρού της Παναγιώτη Κουτσολάμπρου, συζύγου της κόρης της Αγγελικής ο οποίος με το Σύλλογο Τροβατιανών κάνουν κι αυτή κάθε χρονιά στο χωριό τους σπουδαίες εκδηλώσεις και θα ανταμώσουμε εκεί του Σταυρού που είναι μεγάλη γιορτή για το χωριό τους. Δεν ήταν πολλά τα κομμάτια που έβγαλε η κυρά Σταυρούλα, μόνο εβδομήντα κομμάτια αλλά μεγάλα και με πολύ σιρόπι τα οποία δοκιμάσαμε και ευχηθήκαμε χρόνια πολλά στον Παναγιώτη.

 
Και να μην ξεχνάμε, η Αθηνά Αντωνίου έφτιαξε ένα ταψί με 120 κομμάτια μπακλαβά για τη γιορτή του άντρα της Περικλή που ως αρχαίος γιορτάζει με τους Άγιους Πάντες στις 30 Ιουνίου. Δίπλα της οι νεότερες γυναίκες της Κουστέσας, μαθαίνουν πώς να φτιάχνουν και αυτές για να μη χαθεί η παράδοση.
Οι μπακλαβάδες που φτιάχνουν οι γυναίκες στην Κουστέσα και σε όλα τα ορεινά χωριά παλιότερα είναι γλυκά τα οποία θεωρούν πολύ σπουδαία και γίνονται με καρύδια από τον τόπο, τριμένα με μπουκάλι και φύλλα αναλόγως την τέχνη της καθεμιάς.  Συνήθως γίνονται με σαράντα ψιλά φύλλα από καλοκοσκινισμένο αλεύρι και κάθε κομμάτι στολίζεται με ένα καρφάκι γαρύφαλο για να παίρνει γεύση. Για σιρόπι σήμερα χρησιμοποιούν ζάχαρη ενώ παλιότερα μέλι που είχαν άφθονο στην Κουστέσα και ασφαλώς γίνονταν καλύτερος.

ΑΘΗΝΑ, 22082014

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

ΟΙ ΟΡΤΑΝΣΙΕΣ ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΤΗΣ ΚΟΥΣΤΕΣΑΣ


Η κυρά Χρυσάνθη Αντωνίου με τον άντρα της Θωμά, στη δροσερή αυλή του σπιτιού τους. Ο Θωμάς εκτός από τα κήπια κάθε χρόνο φτιάχνει και ένα μικρό κοπαδάκι αρνοκάτσικα.
Τους μισούς μήνες το χρόνο τα σπίτια τους είναι σφαλισμένα γιατί ο χειμώνας εκεί πάνω στα Άγραφα δεν αστειεύεται και μόνο σαν πιάσει η άνοιξη και ισιάσει λίγο ο καιρός, τότε είναι που ανεβαίνουν οι νοικοκυραίοι από τις πόλεις και τους κάμπους που ξεχειμάζουν και με κάθε τρόπο τα ζωντανεύουν και περνούν εκεί το καλοκαίρι τους αλλά παράλληλα προσπαθούν και αναβιώνουν στο μέτρο που μπορεί ο καθένας και τον αληθινό τρόπο ζωής.


Η κυρά Σταυρούλα Αντωνίου με τον άντρα της Ηλία και την κόρη τους Αριστέα η οποία είναι πρόεδρος του δραστήριου Συλλόγου Κουστέσας «Ο απόστολος Παύλος».
Τούτο είναι η καλλιέργεια των κήπων με λογής λαχανικών, φασόλια, πατάτες, καλαμπόκια, ντομάτες, ότι δηλαδή είχε ο κήπος σε ένα ορεινό χωριό που η επικοινωνία του κατά τα παλαιά χρόνια με τα κέντρα παραγωγής ήταν αρκετά δύσκολη έως ακατόρθωτη. Η καλλιέργεια λοιπόν αυτών των κήπων ήταν αυτονόητη για κάθε νοικοκυριό και στόχος ήταν πάντα η επάρκεια και για τούτο η προσοχή ήταν διαρκής, από το φύτεμα ως τη συγκομιδή.
Έτσι είχαν μάθει να κάνουν όλοι στο μικρό συνοικισμό των Μεγάλων Βραγγιανών Ευρυτανίας (Άγραφα) και δεν το ξέχασαν σαν βρέθηκαν εκόντες - άκοντες από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄60 οι πρώτοι στη Βοιωτία αναζητώντας μεροκάματο και καλύτερες συνθήκες ζωής. Έτσι, μέσα σε δέκα χρόνια όλες οι οικογένειες της Κουστέσας, πλήν εκείνης του Γιώργου Στούμπου, μετακινήθηκαν στη Βοιωτία και άρχισαν μια καινούργια ζωή εκεί και με όπλο τη θέληση, κατάφεραν να προκόψουν και σήμερα, όσοι φυσικά λαγάρισαν συνταξιούχοι επιστρέφουν στο χωριό και συνεχίζουν να παράγουν με τα κήπια τους πολλά από τα προϊόντα που αλλιώς θα αγόραζαν από τον πλανόδιο μανάβη.

Φυσικά αυτές οι καλλιέργειες διαφέρουν από εκείνες των προγόνων τους καθώς χρησιμοποιούν αρκετά μηχανικά μέσα, όπως φρέζες για το όργωμα και δίκτυα πλαστικών σωλήνων για το πότισμα ενώ υστερούν κάπως και στη φυσική λίπανση με κοπριά γιατί δεν υπάρχουν πια τα κοπάδια που βόσκαγαν μέσα στα κήπια και τα χωράφια μετά τη συγκομιδή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πολύτιμη αποδεικνύεται η κοπριά από τα δυο κοπάδια που ανεβαίνουν πια στο χωριό, του Αποστόλη και του Δημήτρη Στούμπου και από αυτά προμηθεύονται το πολύτιμο αυτό υλικό όλοι όσοι καλλιεργούν στην Κουστέσα.

Δεν είναι όμως μόνο τα κήπια που ζωντανεύουν το χωριό αλλά και τα λουλούδια που αμέσως μόλις πάνε στο χωριό οι απόδημοι Κουστεσιώτες την άνοιξη φροντίζουν να γεμίσουν τις αυλές και κάθε διαθέσιμο χώρο δίπλα στο σπίτι. Φυτεύουν λουλούδια της μιας χρονιάς αλλά φροντίζουν να διατηρούν και άλλα που κρατάνε χρόνια, όπως οι τριανταφυλλιές για παράδειγμα. Εκείνα όμως που καμαρώνουν περισσότερο οι κυράδες στην Κουστέσα, είναι οι ορτανσίες οι οποίος λόγω κλίματος, φροντίδας και μπόλικου καστανοχώματος πραγματικά οργιάζουν και αποτελούν στολίδια του χωριού.  
Τεκμήρια της παρουσίας μου στην Κουστέσα, η φωτογραφία με τον Θωμά και την Χρυσάνθη Αντωνίου στην αυλη τους με τις ωραίες ορτανσίες. (Φωτογραφία, Σοφία Παπαχρήστου).
Τέτοιες ορτανσίες καμαρώσαμε πριν από λίγες μέρες στις αυλές της κυρά Σταυρούλας Ηλία Αντωνίου και της κυρά Χρυσάνθης Θωμά Αντωνίου οι οποίες μπορεί να αφιέρωσαν τα χρόνια της νιότης τους και όλη τη δύναμή τους στις δουλειές και τα εργοστάσια της Βοιωτίας, αλλά τώρα απολαμβάνουν με όλη τους τη ψυχή τη ζωή στην Κουστέσα και κρατάνε ανοιχτά τα φιλοξενα σπίτια τους περισσότερους μήνες του χρόνου και στα οποία χαίρονται τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους που πάνε να παραθερίσουν εκεί.

ΑΘΗΝΑ, 20082014

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ



Την αυγουστιάτικη πανσέληνο την είδαμε κι εμείς προχθές το βράδυ από το μαντρί του Δημήτρη Στούμπου, στην πλαγιά του Αγγέλη, να ανεβαίνει γρήγορα από τη μεριά της Θεσσαλίας στην κορυφή και να φωτίζει μέσα σε λίγη ώρα όλες τις κορυφές των Αγράφων που φαίνονται από εκεί. Κάναμε, για το καλό, μερικές φωτογραφίες και μείναμε πολλή ώρα ξάγρυπνοι ακούγοντας τα τριζόνια και τους ήχους από το κοπάδι που βοσκούσε στις πλαγιές και τα αλυχτίσματα των σκύλων που τέτοιες νύχτες βλέπουν περισσότερες σκιές και αναστατώνονται. Το ξημέρωμα κατηφορίσαμε στην Κουστέσα κι από εδώ, από το καφενείο προσπαθήσαμε να στείλουμε αυτή τη φωτογραφία να καμαρώσετε κι εσείς το φεγγάρι πάνω από τα Άγραφα αλλά στάθηκε αδύνατο και γι’ αυτό ανεβαίνει δυο μέρες μετά από τα ωραία Εξάρχεια.
ΑΘΗΝΑ, 12082014

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΚΟΥΣΤΕΣΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Ο συνοικισμός της Κουστέσας όπως είναι δίπλα από τον Κουστεσιώτη ποταμό και κάτω από τος κορυφές των Αγράφων. Η φωτογραφία τραβηγμένη από την Κρανιά.
Μια παρέα από σπίτια και καλύβες είναι η Κουστέσα, ο μικρός συνοικισμός των Μεγάλων Βραγγιανών Ευρυτανίας που φύτρωσε και αναπτύχθηκε κάποτε σε ένα απόκρυφο σημείο κάτω από τις κορυφές των Αγράφων, Μίχου, Γκίνετς από βορειοανατολικά και Αγγέλη δυτικά. Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι ιδρυτές της επέλεξαν αυτό το σημείο να στήσουν τα πρώτα καλύβια τους ήταν γιατί εκεί δεν θα τους εντόπιζε εύκολα κανείς αλλά και γιατί επίσης τα ορεινά λειβάδια πάνω από τον οικισμό μπορούσαν να συντηρήσουν αρκετά κοπάδια γιδοπρόβατα ενώ αρκετά ήταν και τα νερά του Κουστεσιώτη με τα οποία άρδευαν τις λογγές που κέρδισαν με πολύ κόπο και υπομονή από τα αγριοτόπια.
 
 
Αναζητώντας  πίσω στην ιστορία πηγές και γεγονότα δεν μπορούμε να μάθουμε με βεβαιότητα πότε και ποιοι άνθρωποι ξεκίνησαν να κατοικούν στην Κουστέσα, πιθανόν δε να ήταν και οι γενάρχες αυτών των σημερινών οικογενειών που εγγράφονται στο ληξιαρχείο του  καλλικρατικού Δήμου Αγράφων πλέον. Ασφαλώς δε και αυτοί είχαν πάρει μέρος και συμμετείχαν σε πλείστες όσες εκδηλώσεις της ιστορίας μέχρι τις πρώτες, μετά το ‘40 δεκαετίες που άρχισαν να γράφουν το δικό τους μικρό έπος της εσωτερικής μετανάστευσης από τα Άγραφα προς τη Βοιωτία, άλλοι μετακινούμενοι με τα κοπάδια τους και άλλοι επιλέγοντας αυτόν τον τόπο και εξελισσόμενοι σε βιομηχανικούς εργάτες. Πίσω τους άφησαν τη νεόδμητη εκκλησία του Αγίου Παύλου και το σιωπηλό σχολείο.


Η Στέλλα Στούμπου «ζυγίζει» με το μάτι και το επιβεβαιώνει με το χέρι το έργο των μελισσών.
Τότε ήταν που από τις 25 περίπου οικογένειες στην Κουστέσα έμειναν δυο - τρείς, να φυλάνε και να ζωντανεύουν τον έρημο τόπο. Κατά τα φαινόμενα εκείνης της εποχής, η διάλυση του οικισμού φαίνονταν βέβαια αλλά η νοσταλγία των Κουστεσιωτών, με συχνές επισκέψεις κατάφερε το αντίθετο. Τώρα μάλιστα που εκείνη η γενιά που μεταφέρθηκε στη Βοιωτία να δουλέψει στα εργοστάσια πέρασε στη σύνταξη, οι μόνιμοι κάτοικοι της Κουστέσας αυξήθηκαν και κατά συνέπεια αυξήθηκαν και οι καλλιέργειες καθώς και η μελισσοκομία, μια απασχόληση που κατά το παρελθόν ήταν από τις κύριες του τόπου.

Βοηθούσε το ανάγλυφο του τόπου με τις μεγάλες δασωμένες ή αλπικές πλαγιές των βουνών πάνω από τον οικισμό και την μακριά, κλιμακωτή κοιλάδα του Κουστεσιώτη να ευδοκιμούν οι μέλισσες εκεί ενώ το πλήθος των λουλουδιών και των δέντρων αποτελούσε ένα απέραντο χώρο όπου εύρισκαν εύκολα την τροφή τους οι ευλογημένες μέλισσες. Φυσικά εκείνα τα χρόνια οι κυψέλες ήταν πρωτόγονες, μια κουφάλα δέντρου ήταν με δυο ξύλινα καπάκια και ο τρόπος της συλλογής του μελιού άγριος γιατί έπνιγαν το μελίσσι αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Είχαν όμως ένα τρόπο να το αντικαθιστούν αμέσως κι έτσι δεν μειώνονταν ο αριθμός τους και είχαν κάθε χρόνο παραγωγή. Ήταν εξάλλου και ο τόπος τότε γεμάτος άγρια μελίσσια, σε κουφάλες, σε βράχια, παντούν βούιζαν μελίσσια.


Με τις οδηγίες του έμπειρου σε αυτά τα πράγματα Τάσου Στούμπου γίνονται το άνοιγμα των μελισσιών και η προετοιμασία κάθε στοιχείου για να μπει στο μηχάνημα που θα βγάλει το μέλι χωρίς να χαλάσει την κηρήθρα.
Εκείνη η εποχή πέρασε και όσοι συνέχισαν να ασχολούνται με την μελισσοκομία σαφώς και βελτίωσαν την υποδομή και άλλαξαν τον τρόπο που συλλέγουν το μέλι χωρίς να καταστρέφουν τα μελίσσια. Ανάμεσά τους η Σοφία Αποστόλη Στούμπου η οποία αν και ζει και εργάζεται στη Βοιωτία έχει αναλάβει τη συνέχεια της οικογενειακής παράδοσης στη μελισσοκομία και διατηρεί στην Κουστέσα ένα σημαντικό αριθμό κυψελών. Τούτες τις κυψέλες τρύγησε στις αρχές του Ιούνη με την βοήθεια της αδερφής της Ειρήνης και φυσικά του Τάσου Στούμπου ο οποίος μαζί με τον αδερφό του Κώστα και τους γονείς τους είναι και οι μόνιμοι κάτοικοι της Κουστέσας.  Ο Τάσος μάλιστα ο οποίος είναι και εξαιρετικός κυνηγός, γνωρίζει από όλες τις δουλειές και τα χέρια του πιάνουν κάθε εργαλείο βοήθησε στην εξαγωγή του μελιού κι έτσι τέλειωσαν μια ώρα νωρίτερα για να προλάβουν να γυρίσουν με φως ημέρας τις κυψέλες στη θέση τους και να τελειώσουν το έργο με την εγκατάσταση ενός σύρματος με ασθενές ηλεκτρικό ρεύμα για να αποτρέπει την επίσκεψη των αρκούδων που βρίθουν πλέον στην περιοχή και αποτελούν πονοκέφαλο για τους μελισσοκόμους.

Μπορεί να έχει πέσει στην απραξία ο μύλος αλλά ο Βασίλης Μουστάκας έχει έτοιμα όλα τα εργαλεία, τα περισσότερα φτιαγμένα από τα χέρια του για να λειτουργήσει πάλι.
Τέτοια ζητήματα όμως δεν φαίνεται να έχει ο κυρ Βασίλης Μουστάκας,ο οποίος ήταν κι αυτός από τους καλύτερους μελισσοκόμους της Κουστέσας αλλά λόγω ηλικίας και εγκατάστασης στην Βοιωτία δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει. Πηγαίνει κι αυτός και μένει στην Κουστέσα από τον Μάη ως τον Οκτώβρη αλλά ελάχιστα ασχολείται με τα μελίσσια. Διατηρεί όμως, εν είδει αγροτικού μουσείου, στην άκρη του κήπου του που κάθε χρόνο και συρρικνώνεται όλο το μελισσομάντρι και ανάμεσα στις κυψέλες αρκετά κουβέλια, ήτοι κυψέλες κατασκευασμένες με κούφιους κορμούς πλατάνων ή ελάτων. Αν και άδειες, τις αγαπάει αυτές τις κυψέλες και μπορεί να πει μια ιστορία διαφορετική για την κάθε μια και την παραγωγή κάθε μελισσιού τα χρόνια της ακμής του. Είναι δε και ο μόνος που μπορεί να πεί και να κατασκευάσει μια τέτοια κυψέλη αλλά δεν το κάνει, ούτε και το συνιστά σε κανέναν γιατί με αυτό τον τρόπο καταστρέφεται ένα ολόκληρο δέντρο.


Ο νερόμυλος του Βασίλη Μουστάκα δίπλα στον Κουστεσιώτη είναι ένα μνημείο της ζωής των ανθρώπων στην Κουστέσα.
Ο ίδιος, υπήρξε κάποτε και μυλωνάς και δούλευε ολοχρονίς το μικρό νερόμυλο κάτω από το σπίτι του μέχρι πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Τούτος ο μύλος ο οποίος αποτελεί και μνημείο γι’ αυτού του είδους τις κατασκευές είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και τον οποίο επισκεύασε κατόπιν με τη βοήθεια ενός ντόπιου μάστορα και εξυπηρετούσε λόγω του ότι είχε νερό όλο το χρόνο τις ανάγκες όχι μόνο των κατοίκων της Κουστέσας αλλά και πολλών άλλων χωριών γύρω. Ήταν τότε που όλος ο τόπος, σε όλες τις λογγές θρασομανούσε το καλαμπόκι και όλα τα ξάγναντα το σιτάρι και το κριθάρι.

Νοσταλγεί εκείνες τις εποχές ο κυρ Βασίλης, τόσο για την παραγωγή που ήταν αποτέλεσμα της εργατικότητας των συγχωριανών του και της προσπάθειάς τους να έχουν κάθε έτος επάρκεια αγαθών γιατί και δύσκολο ήταν να τα μεταφέρουν από άλλα μέρη λόγω του αποκλεισμού τους το χειμώνα από τα χιόνια στα Άγραφα αλλά και γιατί το χρήμα στις τσέπες τους ήταν πάντα μετρημένο και προέρχονταν αποκλειστικά από το ισχνό κοπαδάκι τους. Το στρωμένο με στάχυα αλώνι και το αμπάρι γεμάτο καλαμπόκι ήταν τα ευοίωνα για την πόρευση των ανθρώπων μετά την καλλιέργεια της χρονιάς σημάδια. Λίγοι ήταν που δεν κατάφερναν το στόχο αλλά και γι’ αυτούς είχε ο Θεός, είχαν και οι γείτονες.


Ο Βασίλης Μουστάκας δείχνει ένα κουβέλι, ένα κούφιο κορμό  πλατάνου που έβαζε κάποτε μέσα τα μελίσια του.
Εκείνο όμως που νοσταλγεί περισσότερο απ’ όλα είναι ο γλυκός ήχος του μυλολιθιού πάνω στα σπυριά των γεννημάτων και δηλώνει πως είναι έτοιμος να λειτουργήσει το μύλο αλλά χρειάζεται κάποιον να τον βοηθήσει να τον επισκεύασει και να συμμεριστεί τη δαπάνη για το άνοιγμα του αυλακιού και άλλα μικροέργα, δαπάνη την οποία δεν μπορεί να αναλάβει ο ίδιος. Δεν ξέρουμε αν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, δεν φαίνονται αυτή τη στιγμή διατεθιμένοι άνθρωποι που θα υποστηρίξουν και θα προβάλλουν μια τέτοια ιδέα, ιδέα που ναι μεν αναφέρεται και στην ανάγκη που ενδεχομένως προκύψει από επανακαλλιέργεια των χωραφιών της Κουστέσας και αλλού στα Άγραφα και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Το σημαντικότερο είναι ότι σαν φύγει για τους ουρανούς των Αγράφων ο κυρ Βασίλης, θα πάρει μαζί του και τη γνώση που έχει αποκτήσει τόσα χρόνια δουλεύοντας το μύλο, γνώση η οποία από τη φύση της δεν μπορούσε να περάσει στα χαρτιά και να την αφήσει να τη μελετούν οι κατοπινοί, αλλά ως βίωμα και αγώνας προσωπικό μπορούσε να αποκτηθεί μόνο αν κάποιος έβαζε πλάτη δίπλα του στο χωράφι, στο αλώνι και στο νερόμυλο.


Την τέχνη του και τη φήμη του ως καλού μελισσοκόμου διατηρεί ο Βασίλης Μουστάκας και τούτο επιβεβειώνουν τα λείψανα μιας εποχής που διατηρεί στην άκρη του κήπου του.
Σε αντίθεση όμως με το μύλο, η μελισσοκομία στην Κουστέσα μοιάζει να έχει και έχει μια καινούργια άνθιση. Δεν είναι μόνο τα κορίτσια του Αποστόλη Στούμπου, ο οποίος διατηρεί ένα μεγάλο κοπάδι στη Βοιωτία και τα ανεβάζει μαζί με τον ανηψιό του Δημήτρη κάθε καλοκαίρι στην Κουστέσα, η Στέλλα και η Ειρήνη που ξανάπιασαν την τέχνη των προγόνων τους από την αρχή αλλά και αρκετοί άλλοι στην περιοχή που ασχολούνται με τις μέλισσες. Φυσικά και δεν ακολουθούν τις παλιές μεθόδους και αντιμετωπίζουν πλείστα όσα προβλήματα αλλά με την ιδέα πως πήραν τη σκυτάλη από λαμπρούς μελισσοκόμους της προηγούμενης εποχής, προχωρούν και αν τους πάει καλά ο καιρός τη χρονιά έχουν ένα πλούσιο τρύγο που τους κάνει να ξεχάσουν τον κόπο και τις λαχτάρες. 


"ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ"06082014

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

ΕΝΑ ΤΑΨΙ ΜΠΑΚΛΑΒΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ


Ένα ταψί μπακλαβά με καρύδια από την Κουστέσα Ευρυτανίας και σαράντα φύλλα ανοιγμένα στο χέρι έφτιαξε η Αθηνά Αντωνίου για την γιορτή του άντρα της Περικλή.
 
Ως άνθρωπος που έχω γεννηθεί στα βουνά (στη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας, στις πλαγιές του Τυμφρηστού) όπου η παράδοση σε ότι αφορούσε τον εορτασμό του Αϊ - Λιά παρέμεινε ισχυρή και λίγο ανόθευτη ακόμη στα χρόνια της δεκαετίας του ’60, συνέδεσα τη σημερινή ημέρα με ορισμένα γεγονότα τα οποία μετά από μισό αιώνα τώρα θυμάμαι και νοσταλγώ.

Δεν θα πω πολλά σήμερα γι’ αυτή την ιδιαίτερη ημέρα, θα σταθώ μόνο στο γλυκό που έφτιαχνε η μάνα μου - μια αεικίνητη και ακούραστη γυναίκα- η οποία ανάμεσα σε όλες τις δουλειές του χωραφιού και του κοπαδιού έβρισκε και λίγο χρόνο να φτιάξει ένα ταψί παντεσπάνι για τη γιορτή μου και από ένα μεγάλο ταψί μπακλαβά τα Χριστούγεννα και του Αγίου Γεωργίου που γιόρταζε ο πατέρας μου. Για της Παναγίας που γιόρτζε η αδερφή μου έφτιαχνε κουραμπιέδες, ένα γλυκό κάπως κατώτερο λόγω της ευκολίας και των υλικών.
 
 
Ένα τέτοιο δημιούργημα από τα χέρια της Αθηνάς, επόμενο ήταν να γίνει το κέντρο του ενδιαφέροντος για όλη την παρέα και οι φωτογραφίες γύρω από το ταψί επιβεβλημένες.
Το παντεσπάνι που έφτιαχνε για μένα ήταν μια υπόθεση που ήθελε καλοκοσκινισμένο αλεύρι, βούτυρο, ζάχαρη και πολλά αυγά, αν θυμάμαι καλά περί τα 40 - 50 που τα χτυπούσαν με το χέρι ενώ ακολουθούσε πάντα τις οδηγίες της θείας μου Θεοδώρας Τσιρώνη η οποία ήταν ειδική στα γλυκά και ιδιαίτερα στο παντεσπάνι. Το φτιάξιμο  του δε γινόταν με άκρα μυστικότητα γιατί επικρατούσε η άποψη πως μπορεί να το ματιάσουν και να «κάτσει», πράγμα που συνέβαινε αρκετές φορές. Γι’ αυτό και το έφτιαχναν μεσημέρια συνήθως που ησύχαζε η γειτονιά και σαν άναβαν το φούρνο έλεγαν πως τον έκαιγαν για να κάνουν πίττα και σαν έρχονταν η ώρα κρυφά έριχναν μέσα το ταψί και τον έκλειναν. Τέλος πάντων έτσι γίνονταν με το παντεσπάνι της μάνας μου και το χαιρόμασταν όλοι σαν πετύχαινε και το συζητούσαμε πολύ κάθε χρονιά σαν σήμερα στο χωριό. Αυτό λοιπόν θυμάμαι και νοσταλγώ, όχι βέβαια τόσο τα γλυκά αλλά τα χρόνια και το κλίμα της γιορτής,  πράγματα που λόγω ειδικών καταστάσεων φυσικά και δεν γυρίζουν με τίποτα πίσω.

Για να είμαστε όμως μέσα στο κλίμα της ημέρας και αφού δυστυχώς δεν έχω μια φωτογραφία με τη μάνα μου να φτιάχνει παντεσπάνι, επιστρατεύω μια πρόσφατη που έβγαλα πριν από λίγες ημέρες στην Κουστέσα της Ευρυτανίας, όπου για την γιορτή του άντρα της, Περικλή (γιορτάζει των Αγίων Πάντων) η ακούραστη Αθηνά Αντωνίου, έφτιαξε ένα ταψί μπακλαβά απ’ όπου έβγαλε 120 υπέροχα κομμάτια των 40 φύλλων ανοιγμένων στο χέρι με ντόπια καρύδια και τον οποίο τιμήσαμε μαζί με τον Περικλή όλοι που βρεθήκαμε εκεί για τον εορτασμό της ημέρας και τον εκκλησιασμό στον Άγιο Παύλο. Την επόμενη φορά που θα φτιάξει η Αθηνά μπακλαβά, θα είμαι εκεί και θα μάθω περισσότερα και δεν αποκλείεται να δείτε μια μέρα ένα ταψί φτιαγμένο από τα δικά μου χέρια...
 
 
 

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

TO ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΗΝ ΚΟΥΣΤΕΣΑ ΑΓΡΑΦΩΝ



Μέρος της Κουστέσας όπως φαίνεται από το δρόμο προς τα Βραγγιανά
Αποτελεί έναν από τους μικρότερους οικισμούς της Ευρυτανίας (των Αγράφων στην κυριολεξία) η Κουστέσα ο οποίος ανήκει κάποτε στην κοινότητα των Μεγάλων Βραγγιανών και σήμερα στόν Καλλικρατικό Δήμο Αγράφων αλλά σε ορισμένα πράγματα μοιάζει να διατηρεί μια διαρκή ανεξαρτησία και πηγαίο κοινοτισμό πράγματα τα οποία σαφώς και πηγάζουν από την αγάπη των Κουστεσιωτών προς την μικρή πατρίδα τους. Αγάπη η οποία δεν εξαντλείται στις θεωρητικές αοριστίες ή τις πρακτικές υπερβολές που συνηθίζεται να προβάλλουν οι περισσότεροι από τους απανταχού συμπατριωτών μέσω των Συλλόγων ή ως ιδιώτες, αλλά εκφράζεται με πολλά, μεγάλα και ωραία έργα σε όλο τον οικισμό.

Ο οικισμός της Κουστέσας όπως φαίνεται και στις δυο πλαγιές
πάνω από τον Κουστεσιώτη ποταμό, από την Κρανιά

Είχα πάει και άλλες φορές στην Κουστέσα, χειμώνα καιρό και φθινόπωρο και είχα διαφορετικές εντυπώσεις με κυρίαρχη αυτή της ερημίας και για τούτο δέχθηκα με ευχαρίστηση την πρόταση από την πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Κουστέσας Βραγγιανών Ευρυτανίας, την Αριστέα Ιωάννου - Αντωνίου να παραβρεθώ φέτος στην εορτή του Αγίου Παύλου και στο πανηγύρι που θα ακολουθούσε. Ήθελα πολύ να δω καλοκαίρι αυτό τον οικισμό που θεωρούσα άδειο, γεμάτο από κόσμο όπως μου είπε πως θα είναι και με χαρά διαπίστωσα πως είχε δίκιο. ‘Ολα σχεδόν τα σπίτια του οικισμού ήταν ανοιχτά και γεμάτα κόσμο που είχε έρθει για το πανηγύρι και σε μεγάλο ποσοστό ήταν νέοι και νέες, πράγμα σπάνιο για την εποχή σε όλα τα χωριά.


Από τον εσπερινό και την αρτοκλασία την παραμονή της εορτής
Πριν προσεγγίσουμε αυτό το φαινόμενο όμως, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και πρώτα  - πρώτα να δώσουμε μια απάντηση σε όσους ρωτήσουν, γιατί μια εκκλησία σε μια ευρυτανική γωνιά να είναι αφιερωμένη στον ’Αγιο Παύλο; Τούτο σας πληροφορούμε πως οφείλεται στον δάσκαλο Θεοδόσιο Π. Τσιλιαμάνη, από την Κόνιτσα που πρωτοδιορίστηκε στην Κουστέσα το 1964 και σαν είδε πως αυτός ο μικρός οικισμός των Βραγγιανών στερούνταν εκκλησίας και οι άνθρωποι παιδεύονταν χειμώνα – καλοκαίρι να πηγαίνουν να εκκλησιαστούν στα γειτονικά χωριά, ιεραποστολικά ανέλαβε να φτιάξει και αγωνίστηκε τέσσερα χρόνια μαζί με τους λιγοστούς κατοίκους της Κουστέσας να φτιάξουν εκκλησία δίπλα από το σχολείο και έκαναν την πρώτη λειτουργία στις 17 Δεκεμβρίου 1967.


 
Στο πραύλιο της εκκλησίας όλοι οι Κουστεσιώτες εορτάζουν τον Άγιο Παύλο
Η κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Παύλου υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία του μικρού οικισμού και όπως αποδείχθηκε αυτή αποτέλεσε το επίκεντρο όχι μόνο της λατρείας αλλά και της μικρής αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας των πρώτων μετά την τραγική δεκαετία του ΄40. Σήμερα η σημασία της εκκλησίας του Αγίου Παύλου έχει μεγαλώσει και αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους και γι’ αυτό όλοι προσπαθούν να είναι στην Κουστέσα την ημέρα που εορτάζει ο μεγάλος άγιός τους και να πανηγυρίσουν όλοι οι συγχωριανοί κατόπιν μαζί με τους επισκέπτες της Κουστέσας στην πλατεία μπροστά από το σχολείο.


  Όλοι και με τον τρόπο τους ο καθένας συμμετείχαν στην προετοιμασία του πανηγυριού
Για την προετοιμασία της μεγάλης εορτής, από τις πόλεις της Βοιωτίας που ζουν οι περισσότεροι Κουστεσιώτες, ανεβαίνουν στον οικισμό νωρίτερα ορισμένοι κάτοικοι για να ανοίξουν πρώτα τα σπίτια που θα υποδεχτούν τον κόσμο, να συμμαζέψουν τα νερά, να καθαρίσουν τα μονοπάτια και τους δρόμους και να περιποιηθούν την εκκλησία αλλά και την μικρή πλατεία όπυ στήνεται το πανηγύρι μετά τη θεία λειτουργία. Φυσικά στην κίνηση αυτή πρωτοστάτησε η πρόεδρος Αριστέα Ιωάννου - Αντωνίουκαι σημαντική βοήθεια πρόσφεραν οι μόνιμοι κάτοικοι, ιδιαίτερα ο Τάσος Στούμπος που σαν τεχνίτης τα χέρια του πιάνουν όλες τις δουλειές και είναι ο άνθρωπος που κρατάει τα κλειδιά όλων των σπιτιών το χειμώνα και τα προσέχει.

Το έθιμο θέλει ο χορός να ξεκινάει με τον παπά του χωριού να πηγαίνει μπροστά και να τον ακολουθούν οι γεροντότεροι. Εδώ ο παπα Ηλίας από το Πετρωτό.
Έτσι την παραμονή της εορτής που άρχισε να φτάνει ο πολύς κόσμος όλα ήταν στη θέση τους και η εκκλησία που έγινε ο εσπερινός και η αρτοκλασία από τον παπα ... Κουτσουπιά, έλαμπε. Ανήμερα της εορτής στη λειτουργία συμμετείχε και ο παπα Ηλίας... και η αρτοκλασία έγινε στο προαύλιο κάτω από τα δροσερά πλατάνια που φύτευε σαν είχε τελειώσει η κατασκευή της εκκλησίας, το 1967 ο Ηλίας Αντωνίου. Ακολούθησε κέρασμα λουκούμι και τσίπουρο και σύντομα άρχισε να στρώνεται το πανηγύρι στην πλατεία την οποία, για το φόβο του καιρού, έχουν φροντίσει να την σκεπάσουν με μόνιμη τέντα που μαζεύουν το χειμώνα. Για τα χρειαζούμενα του πανηγυριού είχαν φροντίσει από την προηγουμένη μέλη του Συλλόγου, είχαν ψήσει και μοιράσει το κρέας, είχαν γεμίσει τα ψυγεία ποτά και αναψυκτικά ενώ άλλοι είχαν αναλάβει το σερβίρισμα και την περιοποίηση των πανηγυριστών που εκτός από τους Κουστεσιώτες είχαν έρθει και πολλοί από τα διπλανά χωριά, τα Μεγάλα Βραγγιανά, το Τροβάτο, τα Πετρίλια και το Τρίδεντρο ακόμη.




Όλοι οι Κουστεσιώτες σηκώνονται να χορέψουν στους ήχους του βιολίου και του κλαρίνου

Όλα λειτούργησαν άψογα και ο καιρός δεν έκανε καμιά λαχτάρα όλο το απόγευμα της περασμένης Κυριακής. Η ορχήστρα, Σταύρος Τσιάκαλος, βιολί, Γιώργος Μαυρατζάς, κλαρίνο, Στυλιανός Βαγγελάκος, τραγούδι, Ρούλα Τουραλιά, τραγούδι, Βασίλης Καλαμπόκας, κιθάρα και Χρήστος Λέκκος, κρουστά, ικανοποίησε όλους τους πανηγυριστές και χόρεψαν τραγούδια της αρεσκείας, πολλά από τα οποία λόγω και της γειτονίας της Κουστέσας με τα Πετρίλια ήταν αργιθεάτικα. Στο τέλος, για το καλό και να πάρει όλο το κορμί των χορευτών γεύση από το πανηγύρι, χόρεψαν και το πιπέρι...


Πανηγύρι χωρίς κλήρωση, δεν γίνεται γιατί από τους λαχνούς
βγαίνει το μεροκάματο των μουσικών
 Σημειώνουμε πως το πανηγύρι του Αγίου Παύλου δεν είναι η μόνη πρωτοβουλία του Συλλόγου για αντάμωμα των Κουστεσιωτών αλλά κάθε χρόνο, τον Αύγουστο που όλοι βρίσκονται σε διακοπές διοργανώνει με μεγάλη επιτυχία πάντα και το μεγάλο αντάμωμα που φέτος θα γίνει στις 9 Αυγούστου. Ο Σύλλογος επίσης πρωτοστατεί και για τα απαραίτητα έργα του οικισμού, όπως διανοίξεις και συντήρηση δρόμων μέχρι και κατασκευή γεφυριων ή άλλων απαραίτητων δράσεων. Για όλα αυτά, ο Σύλλογος στηρίζεται στα μέλη του και η αγάπη προς τον τόπο τους, δυναμώνει την προσφορά τους.


ΥΓ1. Το μικρό τούτο αφιέρωμα στο πανηγύρι του Αγίου Παύλου στην Κουστέσα είναι το πρώτο μιας καινούργιας περιόδου των «Μικρών Πατρίδων» που του έργο τους φέτος το καλοκαίρι θα είναι αφιερωμένο στην Ευρυτανία και κυρίως στα Άγραφα όπου θα προσπαθήσω να συμπληρώσω ένα έργο που έχω αρχίσει πριν από μερικά χρόνια. Θα ακολουθήσουν και άλλα για την Κουστέσα και άλλα μέρη και πανηγύρια των Αγράφων.
ΥΓ2. Περισσότερες φωτογραφίες στο
ΑΘΗΝΑ, 05072014

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΥΣΤΕΣΑΣ



Πάνε πολλά χρόνια, τον Οκτώβρη του 1994 συγκεκριμένα, που ένα φίλο φωτογράφο, τον Χάρη Μπίλιο ταξιδέψαμε και αυτός κι εγώ για πρώτη φορά στα Άγραφα και φτάσαμε μέχρι την Κουστέσα, τον απόκρυφο μικρό οικισμό των Μεγάλων Βραγγιανών. Δεν είχαμε τίποτα συγκεκριμένο να κάνουμε και φωτογραφίζαμε ότι κρίναμε ενδιαφέρον. Έτσι προέκυψε και η φωτογράφιση του μύλου στην Κουστέσα που τον βρήκαμε εκείνη την εποχή κλειδωμένο.

Από εκείνες τις φωτογραφίες προέκυψε και μια δημοσίευση στην "Ελευθεροτυπία" (Στήλη «Ανθρώπινα») και η οποία ήταν και η πρώτη που έκανα για τα Άγραφα που άρχισα να γνωρίζω και δεν περίμενα ποτέ πως θα έρχονταν η ημέρα που θα έχανα το λογαρισμό, καθώς από το 2000 και μετά που έφυγα από τη "μάχιμη δημοσιογραφία" έχω ταξιδέψει στα Άγραφα πάνω από 150 φορές υπολογίζω, έχω γράψει άπειρα κείμενα και έχω τραβήξει επίσης χιλιάδες φωτογραφίες. Αυτό το παλιό κείμενο βρήκα χθες το βραδυ σε ένα cd που αποθήκευα αυτά που έγραφα στην εφημερίδα και με πολλή χαρά το δημοσιεύω σήμερα στον «Ακτήμονα».


Της ψυχής και των υδάτων




Οι δυνατές φετινές βροχοπτώσεις θα ήσαν, κάποτε, ευλογία για το μυλωνά του μικρού συνοικισμού Κουστέσα που ανήκει στο χωριό Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων. Η δύναμη του τρομερού ορεινού χειμάρρου θα έδινε περισσότερη ενέργεια για τον προγονικό νερόμυλο, τον οποίο ως τελευταίος κληρονόμος ο Βασίλης Μουστάκας, φροντίζει και λειτουργεί ώς αργά το καλοκαίρι. Παρά την εγκατάλειψη της καλλιέργειας στην περιοχή, αυτός και ο μύλος του ακούσια συντελούν στην εισαγωγή των απαιτούμενων για την πενιχρή κτηνοτροφία δημητριακών από μακρινούς σιτοβολώνες.

Στο ίδιο σημείο, στο μυχό της πλατανοσκεπούς ρεματιάς, από τότε που χτίστηκε, το πέτρινο κτίριο στεγάζει τον πανάρχαιο μηχανισμό που εκμεταλλεύεται την πτώση των υδάτων και μετατρέπει την αόρατη δύναμή τους στην ιδιότροπη κίνηση των επιδέξια σμιλεμένων από λησμονημένο τεχνίτη πάνω και κάτω μυλόλιθων. Σημείο αναφοράς της τοπικής οικογεωγραφίας και οικονομίας, ο μύλος διατηρήθηκε ακέραιος και είναι έτοιμος να καλύψει ανά πάσα στιγμή την ανάγκη.


Ο Βασίλης Μουστάκας που το χειμώνα ζει στη Βοιωτία, τον ανοίγει κάθε καλοκαίρι, λειτουργώντας την παράδοση από συνέπεια στον τόπο και την ιστορία του. Ο μύλος του ζωντανεύει και αλέθει τα γεννήματα όσων ακόμη, έστω και με κάποια φύρα, αποτίουν φόρο ευλάβειας προς το φτενοχώραφο, τη ροζιασμένη αξίνα, το ζευγάρι των βοδιών και το πέτρινο αλώνι. Ολα όσα κράτησαν στη ζωή τόσους και τόσους προγόνους, τους οποίους και μ' αυτόν τον τρόπο τιμούν. Και επανέρχονται, φυτρώνουν θαρρείς από τη χέρσα γη τα εφέστια στοιχειά, βγαίνουν από το έρημο ελατόδασος τα ξωτικά, από νάρκη βαθιά ξυπνάνε νεράιδες και άλλα υδρόβια αερικά των πηγών και των χειμάρρων και όλα, μικρές και μεγαλύτερες θεότητες της υπαίθρου, μαζί με μαγεμένα από το μονότονο γύρισμα των λιθαριών κοτσύφια, σπουργίτια και άλλα του λόγγου και της ποταμιάς ερημοπούλια στήνουν χορό στην αυλή του μυλωνά.


Για να υπενθυμίσουν στον ανυποψίαστο επισκέπτη, Νοέμβριο μήνα του 1994 στα Αγραφα, ότι από τον τόπο αυτό δεν χάθηκε η πρώτη ύλη με την οποία δουλεύτηκε στην αρχή ο μύθος, για να ακολουθήσει μετά παρεξηγημένη η Ιστορία...



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 03121994






Ο Βασίλης λειτουργεί ακόμη τον παλιό νερόμυλο στην Κουστέσα
και αλέθει όταν του φέρνουν σοδέματα οι ντόπιοι.



Πέρασαν τα χρόνια και σαν έφυγα από την εφημερίδα όπως προανέφερα, άρχισα τα ταξίδια στα Άγραφα και είχα ενθουσιαστεί που ανακάλυπτα ένα καινούργιο και πολύ ενδιαφέροντα κόσμο, ένα κόσμο όμως που ζούσε τις τελευταίες αναλαμπές του πολιτισμού και των κοινοτήτων του καθώς όλα τα χωριά και οι οικισμοί είχαν σχεδόν αδειάσει. Έτσι δεν περίμενα όταν ξεκινήσαμε με τον φίλο Σωτήρη Τσιώλη, τον Νοέμβριο του 2001 να πάμε ένα πρωί από τα Μεγάλα Βραγγιανά στην Κουστέσα ότι θα βρίσκαμε κάποιον εκεί και χαρήκαμε πολύ σαν είδαμε πως η πόρτα του μύλου ήταν ανοιχτή και ο αέρας μύριζε αλεσμένο καλαμπόκι. Ήταν εκεί ο Βασίλης Μουστάκας που τον χειμώνα όπως ήξερα ζούσε στη Βοιωτία και το καλοκαίρι σαν επέστρεφε έβαζε και το μύλο σε λειτουργία κι έτσι εξυπηρετούσε στο άλεσμα τους κτηνοτρόφους της περιοχής. Κάτσαμε, τα είπαμε κι έτσι προέκυψαν οι φωτογραφίες με το μύλο σε λειτουργία που δεν είχαμε την τύχη να κάνουμε όταν πήγαμε με τον Χάρη Μπίλιο το 1994. 


Με τον Βασίλη Μουστάκα, στο μύλο της Κουστέσας τον Νοέμβριο του 2001

Αυτή η φωτογραφία του μύλου της Κουστέσας που σήμερα την έκανα και «καλημέρα» για όλους τους δικτυακούς φίλους μαζί με ορισμένες άλλες, ήταν η αφορμή να αρχίσω τότε να συγκετρώνω ένα υλικό από τα Άγραφα και να σχεδιάσω μια έκδοση με τίτλο «Τα Άγραφα των Χρωμάτων» μέρος του οποίου εκτέθηκε δυο φορές σε δυο μικρές φωτογραφικές εκθέσεις στην Αθήνα αλλά εκεί έμεινε. Τώρα, που μπορεί μεν τα πράγματα να είναι πιο δύσκολα αλλά και γόνιμα όπως θέλω να τα βλέπω στην εξέλιξή τους, τούτες οι λίγες φωτογραφίες από το μύλο της Κουστέσας πήρα την απόφαση να γίνουν το θεμέλιο για την μεγάλη αυτή έκδοση...
ΑΘΗΝΑ, 16112013