Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΑΤΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΑΤΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

ΤΟ ΑΝΘΗΡΟ ΧΑΝΕΙ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ ΤΟΥ

 


Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που πλήττονται από επιδημίες με άγνωστες συνέπειες (όπως ο κορωνοιός) αλλά συμβαίνει το ίδιο και με τα ζώα  και με τα δέντρα.  Στα ζώα οι αρρώστιες αντιμετωπίζονται όπως στους ανθρώπους ενώ στα δέντρα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα και οι όποιες επεμβάσεις και θεραπείες ελάχιστα αποδίδουν κι έτσι ξεραίνονται.

Τα τελευταία χρόνια μια τέτοια επιδημία (μεταχρωματικό έλκος την είπαν οι ειδικοί) πλήττει τα πλατάνια σε όλη σχεδόν τη χώρα και καταπράσινοι τόποι μοιάζουν με νεκροταφεία δέντρων. Η αρρώστια αυτή δεν κάνει διακρίσεις, μεταδίδεται εύκολα κι εκεί που ξεχωρίζει είναι στα μεγάλα πλατάνια των πλατειών στα χωριά, ορισμένα από τα οποία μετρούν αιώνες ζωής και η ζωή των χωριανών είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένη με αυτά. Το γεγονός θλίβει τους κατοίκους των χωριών αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα να τα σώσουν και εύχονται να σταματήσει σύντομα το κακό.

Μια τέτοια περίπτωση αντιμετωπίζουν στο χωριό Ανθηρό της Αργιθέας (Καρδίτσα) όπου ο γεροπλάτανος της πλατείας από το καλοκαίρι φυλλοροεί. Γι’ αυτόν γράφει ο Μενέλαος Παπαδημητρίου, Δικηγόρος, Νομικός Σύμβουλος Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας – Ν. Χαλκηδόνας και την αγωνία του συμμεριζόμαστε όλοι.

      Τι έχεις γεροπλάτανε, σαν τι μαράζι σηύρε

     και τα ’ριξες τα φύλλα σου από Ιούλη μήνα;

     Περιβαλλοντικό και ιστορικό πλήγμα για το Χωριό μας, αφού ένα μνημείο της Φύσης μας (με το φυτωνύμιό του –τοπονύμιο) πάει να γείρει από τη ζωή….

     Ο Γεροπλάτανος Ανθηρού Αργιθέας, με ηλικία τουλάχιστον 5 αιώνων (από τα γεροντότερα δένδρα της περιοχής Αργιθέας), με περίμετρο 6 μέτρα περίπου και κουφάλα στο νότιο μέρος του, που οι βραχίονές του με τα ακροκλώναρά του ανέβαιναν κατά ύψος στα 60 περίπου μέτρα και κατά πλάτος στα 40 περίπου μέτρα και με την κόμμωσή του να ισκιώνει το μισό της πλατείας μας και τους πέριξ χώρους λιποψυχάει.

     Με παρέα του τις πέντε αρχικά λεύκες (μεταφέρθηκαν από τη θέση Λεύκα Καλής Κώμης Αργιθέας –κάπου χαμηλά μετά το Μέγα Κάμπο και φυτεύτηκαν το 1900 από τους μαθητές τότε Δημήτριο Γραμμένο του Νικολάου, Κωνσταντίνο ή Κωστούλα Γώγο του Αναστασίου και Δημήτριο Γάλλο του Βασιλείου –δυστυχώς σήμερα εναπόμεινε η μία) και την Ιτιά με το καμπανοστάσι της κάλυπταν όλη σχεδόν την πλατεία.

     Η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την προστάτιδά μας Αγία Παρασκευή και την εγγύς του πετρόβρυση, με την ιστορία μας αφού στον ίσκιο του ξαπόστασαν και ξανάσαναν μεγάλοι Κλεφταρματωλοί των Αγράφων - αγωνιστές του 21 ( Γεώργιος Καραϊσκάκης κ.α. ), μορφές της Εκκλησίας μας ( Πατροκοσμάς, που διελθών κήρυξε στην Αγία Παρασκευή) καθώς και με τη νεότερη πολιτική ιστορία ( Άρης Βελουχιώτης – ΕΛΑΣ Δυτικής Θεσσαλίας) και  την πολιτιστική μας ταυτότητα.

     Στα κλωνάρια του ήταν τοποθετημένα μέχρι το 1960 περίπου τρία μεγάλα μεγάφωνα που συνδέονταν με το κοινοτικό ραδιόφωνο (ήταν εγκατεστημένο στο καφενείο του αείμνηστου Κώστα Αντωνάκη και από αυτά άκουγε όλο το Χωριό). Από τα μεγάφωνα αυτά ανακοινώνονταν και οι συνδιαλέξεις, όταν το Χωριό μας είχε ένα τηλέφωνο.

     Την Άνοιξη του 2015, λόγω επικινδυνότητας των ακροκλώναρών του και για αποφυγή ατυχήματος, έγινε από τη Δημοτική Αρχή κοπή και συμμάζεμα της κὀμμωσής του και πάλι έδωσαν τα κλωνάρια του ισκιώνοντας την πλατεία μας. 

     Φέτος, τον Ιούνιο –αρχές Ιουλίου του 2022, άρχισαν να δείχνουν τα κλωνάρια του μέσα -μέσα μια αλλαγή χρώματος, να καψαλίζονται τα φύλλα του από την κορφή προς τα κάτω και να πέφτουν στην πλατεία. Αφύσικο γεγονός που μας κίνησε την περιέργεια και τον θέσαμε υπό παρακολούθηση, προσωπικά δε τον φωτογράφιζα σχεδόν κάθε βδομάδα.

     Το Δασαρχείο Μουζακίου, μετά από αίτημα του Δήμου Αργιθέας, έλαβε τμήματα – δείγματα και τα απέστειλε στο Υπουργείο στην αρμόδια διεύθυνση προς έλεγχο.

     Από ενημέρωση που είχα πρόσφατα από τον Ανθηριώτη Απόστολο Ανδρέα Σέμπρο, υπάλληλο του Δασαρχείου Μουζακίου και παλιό αυτοδιοικητικό, το εξαχθέν αποτέλεσμα είναι πως είχε προσβληθεί από την ασθένεια του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου (όπως ο χιλιετής και ιστορικός πλάτανος Λεοντίτου και οι πλάτανοι στο Βλάσι, στο Πετροχώρι-Χάνι Νασιώκα και στη Ρωμιά Στεφανιάδας).

     Δυστυχώς για εκείνον και για εμάς δε φαίνεται να υπάρξει γιατρειά λόγω της ασθένειάς του και οι ελπίδες μας δεν ξέρω αν θα αντέξουν ως την ερχόμενη Άνοιξη 2023, να τον δούμε μήπως και αντιδράσει - αναπάρει, αλλιώς θα είναι αναπόφευκτο το τέλος του, θα κοπεί από ρίζα. Θα ξισκιώσει το Ανθηρό….Και εμείς θα τον κλάψουμε σαν μάνα και πατέρα, σαν αδερφό και συγγενή, θα μείνει στη μνήμη μας…μα θάμαστε ορφανοί….

     [΄Ω Πλάτανε του Ανθηρού, με ανάμεικτα συναισθήματα παραθέτω εδώ -για όσες και όσους (Ανθηριώτισσες και Ανθηριώτες) μας αγκάλιασες και μας μεγάλωσες στον ίσκιο σου -το αφιερωμένο σε σένα  ποίημά μου ] (από την ποιητική μου συλλογή –Οδός Αργιθέας – Οδός Ανθηρού, έκδοση Αθήνα 2006, σελίδες 38-40).

 

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

 

Ώ Πλάτανε

στη ρίζα του κορμού σου

δεν είναι χαραγμένα τα αρχικά μας.

Μήτε βέλη, σταυροί, καρδιές και ημερομηνίες.

Είχαν καρδιά και δε σε πλήγωσαν οι παλιοί

μήτε και εμείς.

Και στέκεσαι Μέγας

στητός κι ολόρθος από αιώνες.

Με τις ρίζες σου να ακουμπούν στην καρδιά της γης

και τα κλωνάρια ως τα σύγνεφα

σμίγοντας με την ιστορία.

Έχεις για ρίζες

τις φλέβες  του Κατσαντώνη και του Καραϊσκάκη

που είναι πλεγμένες

στις φλέβες των προγόνων μας

και κείνες

στις φλέβες των παππούδων μας.

Κι ο τρίμετρος κορμός σου ολόγυρα

των γονιών μας το κορμί.

Ναι, με κουφάλα

μα αγέραστος

εκεί στα κλώναρα και στα ακροκλώναρα

εμάς και τα παιδιά βαστάς.

Κι όλο ψηλώνεις

ανεβαίνοντας τη σκάλα τ’ Ουρανού.

Κι όλο απλώνεσαι

για να σκεπάσεις με τον ίσκιο σου την πλατεία.

Στην αναμονή σου

αυτών

που δε γεννήθηκαν ακόμα.

Σ’ ακούμε στο θρόϊσμα των φύλλων σου

να μας μιλάς για αγάπες και καϋμούς,

για των παιδιών φωνές και κλάματα,

για καληνύχτες ξαστεργιάς, μα και για καλημέρες.

Για όσα είδες και έζησες.

Ώ  Πλάτανε,

εσύ μας χάραξες βαθιά μές την καρδιά

και στις δικές μας φλέβες εσύ είσαι.

Ζεστός και δροσερός χειμώνες, καλοκαίρια.

Ώ  Πλάτανε,

να ζεις με το καρτέρεμά μας,

Και στο πεζούλι του κορμού σου, στον ίσκιο σου

Θα ρθούμε να ανταμώσουμε.

Κι ύστερα

θα ενωθούμε όπως τα μάτια με το φως.

Κι ύστερα

στην πλατεία η εξέγερση.

Η έκρηξη των συναισθημάτων κι οι ανάμνησες

αναμεσού καρδιάς και νου

με το φεγγαρόλουστο χάδι των πλατανόφυλλων

στο σβέρκο.

                             Ανθηρό, Αύγ.1983 



     Μεγαπλάτανε του Ανθηρού, πονέσαμε στη ζωή μας για τις Ανθηριώτισσες και τους Ανθηριώτες που χάσαμε, για προσφιλή μας πρόσωπα γενεών και γενεών και μαζί μας πόνεσες και εσύ γιατί ήταν και δικά σου παιδιά από τη γέννα τους και τη βάπτισή τους, από τους γάμους τους και τις χαρές τους στο χοροστάσι της πλατείας και του βαθέως ίσκιου σου, ως το θάνατό τους..

     Αν ήρθε η ώρα να σε αποχωριστούμε, όπερ και απευχόμαστε, θα είναι βαρύς και ασήκωτος ο πόνος μας, θα ορφανέψει το αγαπημένο μας Ανθηρό χάνοντας το Υψωμένο και Ευλογημένο δέντρο του.

    Ώ Πλάτανέ μας, δεν θέλω να εκλάβεις τούτη μου τη γραφή ως επικήδειο αφού είσαι όρθιος ακόμα, είσαι δυνατός και θα αντισταθείς.

     Δέηση κάνω στο Θεό και στην Προστάτιδά μας Αγία Παρασκευή να σε βοηθήσουν να γιάνεις και να ζήσεις στους αιώνες των αιώνων.

                                       Αθήνα, Νοε. 2022

                                  Μενέλαος Παπαδημητρίου

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Στο άνοιγμα της κουφάλας του πλατάνου - σε κανονική κλίμακα! 
Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρομαι στον μεγάλο πλάτανο του Μουσχούτη· φαντάζομαι ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες πολλές στο μέλλον καθώς το απόκοσμο αυτό δέντρο διαρκώς με προκαλεί και με εμπνέει με το ύφος του. Με μαγεύει, είναι η σωστή λέξη καθώς  η τωρινή κατάστασή του με βάζει να αναζητώ στις ρίζες του και στοιχεία που συνδέονται με την ιστορία του τόπου, τις πράξεις και τα έργα των προγόνων που έχει δει με τα μάτια του για δυο – τρεις αιώνες τουλάχιστον που είναι όρθιος στο ίδιο μέρος.  

Τον πλάτανο αυτό λοιπόν που βρίσκεται στο χωράφι που καλείται Στ’ Βαλτάσαρ στην περιοχή Κμάσια (Κουμάσια) της Μεγάλης Κάψης, λίγο πιο πάνω από το Χάνι Πλατανιά και είναι φυτρωμένος  δίπλα σε μια μικρή πηγή με ιαματικό ως από τη γεύση του διαπιστώνουμε νερό, εγώ τον θυμάμαι όπως ακριβώς είναι σήμερα. Ακριβώς έτσι τον θυμούνται  και οι παλαιότεροι από μένα και από ορισμένες αφηγήσεις τους έχω σημειώσει πως στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν – τότε που ακόμη που οι συγχωριανοί μου ασχολούνταν με τα χωράφια τους- έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή τους και κάλυπτε κάποιες ανάγκες τους.

Από την πηγή του πήγαιναν και έπαιρναν νερό γιατί σε μεγάλη ακτίνα γύρω του δεν υπάρχει πουθενά και στην κουφάλα του  εύρισκαν καταφύγιο όταν τους έπιανε βροχή ή η νύχτα. Επιβεβαίωση αυτής της πληροφορίας αποτελεί και η καρβουνιασμένη, από τις φωτιές που άναβαν, επιφάνεια του εσωτερικού του η οποία ξεπερνάει σε διάμετρο στη βάση τα τρία μέτρα, γεγονός που καθιστά βέβαιη την πληροφορία ότι εκεί μέσα έβαζε ένας μυθικός πρόγονος, ο Γιάννης Μουσχούτης το ζευγάρι των αγελάδων με το οποίο όργωνε τα βράδια και έκλεινε με μια κατασκευή το άνοιγμά του να μη φύγουν και κάνουν ζημιές.

Σημειώνουμε επίσης πως για το πολύτιμο νερό της πηγής που βγαίνει από τη ρίζα του πλατάνου οι παλιοί είχαν φτιάξει μια χωματόγουρνα για να το συγκεντρώνουν και με αυτό να ποτίζουν το χωράφι που βάναυσα έκοψε ο δημόσιος δρόμος στη μέση και το οποίο έβγαζε καλή σοδειά από καλαμπόκια, φακές και ρεβίθια. Στο σημείο που ήταν αυτή η χωματόγουρνα ο πατέρας μου μαζί με άλλους συγχωριανούς έφτιαξαν το 1962 μια τσιμεντένια η οποία σώζεται ως σήμερα. Σε αυτή πηγαίνουν να ποτιστούν τις νύχτες όλα τα αγρίμια της περιοχής και είναι και το πρώτο έργο που θυμάμαι καθώς ήμουν θεατής στην κατασκευή του.

Μπροστά στην τσιμεντένια στέρνα κάτω από τον πλάτανο του Μουσχούτη.
Με λίγα λόγια, κάποια στιγμή όταν ο πλάτανος αυτός είχε φτάσει σε ένα υπολογίσιμο πλάτος, κάποιοι, άγνωστο ποιοι ήταν αυτοί που νέμονταν την περιοχή και σίγουρα πριν από δυο και τρεις αιώνες καθώς συμπεραίνουμε από τις αφηγήσεις, διεύρυναν με εργαλεία και με τη βοήθεια της φωτιάς την κουφάλα του – πράγμα σύνηθες για τη δημιουργία τέτοιων καταφυγίων στο εσωτερικό μεγάλων δέντρων. Κυρίως το έκαναν αυτό σε πλατάνια γιατί αυτά τα δέντρα έχουν την ικανότητα να μην καίγονται από τη φωτιά και να επουλώνουν με το άπλωμα του σώματός τους τις όποιες πληγές δημιουργούνται κι έτσι η τεχνητή κουφάλα μπορούσε να διατηρηθεί για πολλά, πολλά χρόνια.  Έτσι πρέπει να έγινε και με τον πλάτανο του Μουσχούτη και στην καρβουνιασμένη κουφάλα του να βρήκαν καταφύγιο και να κοιμήθηκαν πολλοί άνθρωποι στις περασμένες δεκαετίες και εσχάτως, όπως δείχνουν τα πράγματα και εξαιτίας της εγκατάλειψης του χωραφιού από τους γονείς μου, εκεί πλέον συχνάζουν μόνο αγρίμια, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, λύκοι!  

Το χωράφι πριν αρχίσει το έργο του καθαρισμού του…
Αναφέρω αυτά τα πράγματα για τον πλάτανο του Μουσχούτη γιατί στην προσπάθεια του καθαρισμού των πατρογονικών χωραφιών (με αρκετή επιτυχία ομολογώ και χαίρομαι γι’ αυτό) εθιμικά πέρασα και από το χωράφι Στ’ Βαλτάσαρ και ασχολήθηκα με  τον χώρο γύρω από τον πλάτανο αλλά η δουλειά έμεινε στη μέση καθώς κι εφέτος χάλασαν πάλι εκτός από το χορτοκοπτικό και το αλυσοπρίονο και το αυτοκίνητο. Τα σημάδια αυτά τα ερμηνεύω ως ενέργειες των πνευμάτων που κατοικούν γύρω και μέσα στον πλάτανο που θέλουν με αυτό τον τρόπο να μου δηλώσουν να τον αφήσω στην ησυχία του και να μη σκαλίζω τις μνήμες που κρύβει στην κουφάλα και στις ρίζες του...
Φωτογραφίες: Γιάννης Σπ. Ποντικόπουλος.


ΥΓ. Έχω εκφράσει την επιθυμία, όταν κλείσω τον κύκλο μου σε αυτή τη ζωή και η ψυχή ανέβει στους ουρανούς τη στάχτη μου, γιατί είμαι υπέρ της καύσης των νεκρών, να βρεθεί κάποιος να την πληρώσει αλλά και να την τοποθετήσει κατόπιν μέσα σε ένα ντενεκέ στις ρίζες του πλατάνου και ελπίζω να γίνει γιατί κάτι μόνο τέτοιο ταιριάζει σε έναν Ακτήμονα. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25092017

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

ΣΤΟ ΛΕΟΝΤΙΤΟ ΤΗΣ ΑΡΓΙΘΕΑΣ



Είναι σίγουρα από τα μεγαλύτερα δέντρα που απαντώνται στην ελληνική φύση, ο πλάτανος που φύτρωσε κάποτε σε ένα σημείο του χωριού Λεοντίτο της Αργιθέας και όταν μεγάλωσε, στη σκιά του έφτιαξαν την πλατεία του χωριού και άνοιξαν και μαγαζιά να μαζεύεται ο κόσμος. Είναι τόσο παλιός, τόσο που κάτω από τα κλαδιά του λέει η τοπική ιστορία πως έκαναν σύναξη οι κλεφταρματωλοί πριν ακόμα από την επανάσταση του 1821 και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εκεί είχε για πολύ καιρό το λημέρι του και το στρατηγείο του.


Με το δίκιο τους καμαρώνουν στο Λεοντίτο τον μεγάλο πλάτανο 
που ισκιώνει την πλατεία και χαίρονται τη δροσιά του.

Έτσι λένε στο Λεοντίτο και καμαρώνουν για αυτό το μνημείο του τόπου τους που το ύψος του ξεπερνά τα 35 μέτρα, η δε ηλικία του υπολογίζεται σε περισσότερα από 500 χρόνια και αποτελεί ένα σημαντικό πόλο έλξης για επισκέπτες από όλη την Αργιθέα και την υπόλοιπη Ελλάδα που θέλουν να γνωρίσουν αυτό το περίφημο δέντρο και να απολαύσουν τη σκιά του. Ένας τόσο μεγάλος όμως πλάτανος έχει και προβλήματα με τα κλαδιά του που ξεραίνονται ή σπάνε από τα χιόνια και τους αέρηδες και πολλές φορές κρέμονται ή σκαλώνουν στα άλλα κλαδιά και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσουν στο έδαφος με κίνδυνο πολλές φορές να τραυματίσουν κάποιον άνθρωπο ή να προξενήσουν ζημιές.


Δεν είναι και εύκολη δουλειά να βάλεις σκάλα σε ένα δέντρο...


Μια ομάδα φίλων από την Άρτα, ο Ανδρέας Χαραλάμπης καθηγητής φυσικής, ο Βάσος Κωστής και ο Χρήστος Μπόσμης οι οποίοι δηλώνουν πως από τότε που τον γνώρισαν τον έχουν ερωτευτεί και τον επισκέπτονται συχνά, σε μια πρόσφατη επίσκεψή τους στο χωριό διαπίστωσαν πως κάποια μεγάλα κλαδιά του πλατάνου ενέχουν κινδύνους για τους ανθρώπους που θα καθίσουν από κάτω τους τώρα που καλοκαιριάζει και γεμίζει η πλατεία και πήραν την απόφαση να τον καθαρίσουν.

Δεν ήταν δα και εύκολο πράγμα να ανέβουν πάνω στο μεγάλο δέντρο το οποίο σημειωτέον δεν μπορεί να πλησιάσει ειδικό ανυψωτικό μηχάνημα να κόψουν τα κλαδιά και γι’ αυτό πήραν μια ξύλινη σκάλα την οποία έδεσαν με σχοινιά στον κορμό και έτσι αναρριχήθηκαν πάνω στο μεγάλο δέντρο και έριξαν στο έδαφος τα ξερά κλαδιά. Η δουλειά απαιτούσε ειδικές ικανότητες ισορροπιστή και για αυτό ο Ανδρέας που όπως λένε μπορεί να βαδίσει πάνω στο παραπέτο της γέφυρας της Άρτας με δεμένα τα μάτια ήταν αυτός που περπάτησε πάνω στα κλαδιά, τα έδεσε με σχοινιά και σιγά – σιγά και προσεκτικά τα τράβηξαν κάτω χωρίς βεβαίως να σπάσουν τα υγιή και τα καινούργια βλαστάρια της χρονιάς.


Η παρέα από την Άρτα τέλειωσε και κατεβαίνει από τον πλάτανο

Η όλη τους επιχείρηση επίσης εμπνέονταν από το σεβασμό στον πλάτανο και προσπάθησαν να μην πληγώσουν καθόλου τον κορμό του με καρφιά προκειμένου να στηρίξουν τη σκάλα. Ήξεραν πολύ καλά πως αν επιχειρούσαν να βάλουν έστω ένα καρφί, αυτό θα δημιουργούσε μια πληγή που θα έφερνε αμέσως το σάπισμα του πληγωμένου σημείου και σιγά – σιγά θα επεκτείνονταν σε όλο το δέντρο. Μαθηματικά όλες αυτές οι πληγές καταλήγουν σε ακρωτηριασμό του δέντρου γεγονός που αν σε μια ποταμιά ή σε άλλο σημείο του δάσους θεωρείται φυσικό και απαλλάσσει το δέντρο από τα άρρωστα μέλη του, στο Λεοντίτο περικλείει κινδύνους για τους ανθρώπους.

Ο Ανδρέας αποδείχθηκε ένας πολύ καλός ισσοροπιστής

Η μέθοδος που ακολούθησαν οι τρεις φίλοι να φροντίσουν τον πλάτανο ήταν ένας συνηθισμένος τρόπος να περνάνε παλαιότερα από το ένα κλαδί στο άλλο σε κάποια δέντρα τα οποία για να μαζέψουν τους καρπούς του οι άνθρωποι έπρεπε να υποχρεωτικά να σκαλώσουν πάνω του. Τέτοια συνήθως δέντρα ήταν οι καρυδιές που για να ανέβει κάποιος επάνω στα κλαδιά τους να τινάξει τον καρπό έπρεπε να χρησιμοποιήσει σκάλα ή να δεθεί. Μια τέτοια απόπειρα φυσικά και απαιτούσε ειδικές ικανότητες και σε κάθε χωριό ήταν λίγοι τότε που ανέβαιναν στα δέντρα και φυσικά έπαιρναν και καλό μεροκάματο. Σήμερα όμως είναι ζήτημα αν βρεθεί κάποιος να το κάνει αυτό, χώρια που όλες οι μεγάλες καρυδιές έχουν κοπεί για το πολύτιμο για έπιπλα ξύλο τους και αν κάπου έχει σωθεί μια, περιμένουν να πέσουν οι καρποί τους στο έδαφος να τα μαζέψουν.




Κι επειδή κάποιοι φίλοι έχουν την απορία που τους βρίσκω όλους αυτούς τους ωραίους και διαφορετικούς ανθρώπους, τους προσκαλώ σε ένα ταξίδι μαζί μου. Έτσι θα έχουν τη χαρά και γνωρίσουν ένα σωρό τόπους που ούτε καν φαντάζονται ότι υπάρχουν και βεβαίως την τιμή να συνταξιδεύσουν με τον καλύτερο συνοδηγό της ορεινής Ελλάδας...

ΥΓ. Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "Έθνος" Κυνήγι, τον Ιούνιο του 2009.
ΑΘΗΝΑ, 19062017

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

ΕΝΑΣ ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΞΕΝΤΥΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΜΟΡΝΟ



Είπα κι εγώ πως είδα τίποτα το φοβερό: σώματα γυναικών στον κορμό μιας συκιάς στη Νέα Ιωνία αλλά η φωτογραφία που μας έστειλε ο φίλος και συμπατριώτης Βαγγέλης Πετσωτάς από το Μαυρολιθάρι μας ξεπερνάει όλους και υποκλινόμαστε στα κέφια που έχει η φύση όταν θέλει να δημιουργήσει. Ένας κορμός πλατάνου στο Μόρνο που μπορεί να μας ξεγελάσει ως ένα φυσικό σώμα γυναίκας με λίγη παραλλαγή βεβαίως καθώς τον πέτυχε σε στιγμή που γδύνεται την άνοιξη που φουσκώνει από χυμούς και πετάει το παλιό δέρμα να φορέσει καινούργιο. Σε ευχαριστούμε Βαγγέλη από μακριά προς το παρόν αλλά σύντομα θα βρεθούμε να περπατήσουμε μαζί τον Παράδεισό σου στα Βαρδούσια!

ΑΘΗΝΑ, 26032017

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Η ΦΕΤΙΝΗ ΣΠΟΡΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ



Δεν αξιώθηκα να είμαι στο χωριό μου τις μέρες της μεγάλης χιονοκαιρίας και μάθαινα για το πώς περνούν εκεί οι λίγοι συγχωριανοί και η μάνα μου από το τηλέφωνο· έβλεπα και καμιά εικόνα από το skype! Κατά συνέπεια μπορώ να πω ότι δεν έχασα σκηνές – αντιθέτως μάλιστα, συμπλήρωσα το αρχείο που διατηρώ, με φαινόμενα όλων των εποχών και του χειμώνα από προηγούμενες χρονιές που για κάποιες μπορώ να πω ότι ήταν τραχύτερος.

Η διαφορά με τους περασμένους δύσκολους χειμώνες είναι ότι βαραίνει περισσότερο η μοναξιά και είναι ορατή πλέον η περίπτωση που η Μεγάλη Κάψη θα κλείσει σαν χωριό – αν όχι ολόκληρη, η πάνω γειτονιά σίγουρα σε λίγα χρόνια θα είναι άδεια όχι μόνο το χειμώνα αλλά σχεδόν ολόκληρο το χρόνο και μόνο το καλοκαίρι θα ακούγεται μιλιά ανθρώπου.

Περπάτησα λίγο στον κεντρικό δρόμο που ήταν καθαρός από χιόνια και γιατί στους εσωτερικούς ούτε ντορός από σκυλιά φαίνονταν γιατί κι αυτά λιγόστεψαν κι έφτασα ως την πλατεία, πάνω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας να δω από εκεί το χωριό. Το χιόνι στο χοροστάσι μπροστά στην εκκλησία δεν φαίνονταν πουθενά πατημένο καθώς ο παπα Βαγγέλης Γιαννουσιάς που είναι εφημέριος του χωριού (σοβαρά το λέμε αυτό) έχει να ανοίξει την εκκλησία από τα Χριστούγεννα γιατί δεν τον αφήνουν άλλες πιο επείγουσες υποχρεώσεις. Το γεγονός σχολιάζεται αλλά πολλοί είναι στην περιοχή που μπερδεύουν τις έννοιες «ποίμνιο» και «κοπάδι» και κατά πως τους βολεύει ερμηνεύουν τα πράγματα.

Πέρα απ’ αυτά όμως εκείνο που μου άρεσε ήταν ότι κάτω από τα γυμνά κλαδιά του μεγάλου πλατάνου που στολίζει το χοροστάσι της Αγίας Τριάδας για παραπάνω από δυο αιώνες, το χιόνι ήταν σαν λερωμένο. Όχι από χώμα, αφού όλο είναι καλυμμένο με πλάκες αλλά από τους σπόρους του που λόγω του πάγου ο οποίος διέλυσε τις σφαίρες που  κρατά στα κλαδιά, τα λεγόμενα κομπορδέλια στην τοπική διάλεκτο και έπεσαν μαζί με το χιόνι και καθώς αυτό λιώνει, μένουν στην κρυσταλλωμένη επιφάνειά του. Το γεγονός μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα ευνοϊκό γιατί έτσι θα παρασυρθούν από τα νερά και θα ανάλογα την πορεία που θα έχουν κάποια απ’ αυτά προς το ποτάμι θα βρεθούν σε σημεία που μπορεί να είναι κατάλληλα για να φυτρώσουν και να γίνουν αργότερα μεγάλα δέντρα.


Οι πιθανότητες να γίνει πλάτανος ένας από τους χιλιάδες σπόρους που έπεσαν από τον μεγάλο πλάτανο του χωριού φέτος είναι ελάχιστες και έτσι ήταν πάντα. Η φύση ευτυχώς έχει φροντίσει για να μη πνιγεί ο κόσμος από τα πλατάνια (και τα όποια άλλα δέντρα βεβαίως) κι έτσι όσοι απ’ αυτούς δεν γίνουν τροφή των πουλιών και πέσουν στο έδαφος ή τους μεταφέρει ο αέρας μακριά, ελάχιστοι θα φυτρώσουν και θα γίνουν δέντρα. Το γεγονός δεν πτοεί όμως τον πλάτανο της Αγίας Τριάδας και κάθε άλλο πλάτανο που βάζουν κάθε χρόνο τα δυνατά τους να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερους σπόρους για τη συνέχεια του είδους τους σαν να είναι οι τελευταίοι αυτοί που θα καρποφορήσουν! 

ΑΘΗΝΑ, 04022017

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΘΕΝΑΣ ΚΑΙ Η ΦΑΤΝΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ…



Η φάτνη, για μας τα παιδιά που μεγαλώσαμε τα μεταπολεμικά χρόνια στην ύπαιθρο Ελλάδα ήταν μια λέξη που καταλαβαίναμε από τα συμφραζόμενα, ήτοι τα ζωντανά, αγελάδες κυρίως που έτρωγαν από το παχνί, μια κατασκευή ξύλινη συνήθως που περιόριζε το σανό σε ένα συγκεκριμένο χώρο μπροστά τους, έτσι ώστε να μην τον πατάνε με τα ποδάρια τους και γεμίζει κοπριές αλλά γιατί αυτά τα ζωντανά μέσα στο στάβλο ήταν
πάντα δεμένα επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να χτυπήσει το ένα το άλλο και τούτο θα ήταν μεγάλη ζημιά για τον νοικοκύρη που σε αυτά στήριζε την προκοπή του.

Το παχνί λοιπόν ή φάτνη κατά τις Γραφές, ήταν το πιο καθαρό μέρος μέσα σε ένα στάβλο και φυσικά στεγνό και ζεστό. Γι’ αυτό και το ανέφεραν συχνά στην κουβέντα τους οι χωριάτες και σαν κούνια παιδιού – δεν ήταν λίγες εξάλλου οι φορές και αυτό όχι επειδή έπαιρναν σαν παράδειγμα το Χριστό στη Βηθλεέμ όταν επρόκειτο για φτώχια, αλλά για καθαρά πρακτικούς λόγους έβαζαν εκεί κανένα μωρό για να ησυχάσει και να μην τους εμποδίζει στις δουλειές τους στο στάβλο. Δεν ήταν λίγες επίσης οι φορές που στο παχνί, εύρισκε καταφύγιο και κανένας ρέμπελος ή τιμωρημένος για αταξίες νέος του σπιτιού.

Τέτοια μου έρχονται πάντα στο νου όταν ακούω «εν τω σπηλαίω τίκτει» και ο νους μου συμπληρώνει το σκηνικό όχι με στάβλο αλλά με ένα σπήλαιο. Αυτό το πράγμα όμως δεν υπήρχε στην αντίληψή μου εκείνα τα χρόνια γιατί απλά στον Τόπο μας τα χωματένια βουνά δεν είχαν σπήλαια. Αντ’ αυτού όμως μπορούσαμε να καταλάβουμε τι είναι σπήλαιο από μια κουφάλα σε μεγάλο πλάτανο και τέτοιους είχαμε αρκετούς καθώς και σε ορισμένες υπεραιωνόβιες καστανιές στο λόγγο πάνω από το χωριό που είχαν μεγάλες κουφάλες.

Ένας τέτοιος πλάτανος με σπηλαιώδη κουφάλα είναι ο πλάτανος του Μουσχούτη. Έτσι έλεγαν ένα μακρινό πρόγονο που είχε ένα χωράφι ποτιστικό μάλιστα στην περιοχή Κμάσια (Κουμάσια) χαμηλά από το χωριό προς τον Σπερχειό. Εκείνο το σημείο αναφέρονταν συχνά και ως του Βαλτάσαρ – άγνωστο γιατί αλλά σίγουρα η ονομασία αχνοδείχνει πως κάποτε εκεί ζούσε ή πέθανε κάποιος που τον έλεγαν Βαλτάσαρ. Στις σχετικές αναμνήσεις επίσης αναφέρεται πως εκεί δίπλα κάποτε λειτουργούσε κάτι σαν χάνι, εξαιτίας του νερού που αναβλύζει στις ρίζες του πλατάνου και αυτό να το είχε κάποιος με το όνομα Βαλτάσαρ.

Ο συνδυασμός λοιπόν της μεγάλης κουφάλας με το όνομα Βαλτάσαρ τον οποίο ήξερα ως ένα από τους τρεις μάγους μου είχε δημιουργήσει την εντύπωση πως το σπήλαιο της Βηθλεέμ ήταν κάτι σαν την κουφάλα στον πλάτανο του Μουσχούτη και μέχρι σήμερα δεν την έχω αλλάξει. Στην κουφάλα αυτή η οποία έχει δημιουργηθεί, άγνωστο πότε από το κάψιμο της σάπιας σάρκας του πλατάνου και έχει μια διάμετρο περί τα τέσσερα μέτρα στη βάση της, έλεγαν πως έβαζαν όταν χάλαγε ο καιρός και πλάκωνε βροχή ένα ζευγάρι βόδια με τα οποία όργωναν και μαζί τους χωρούσε άνετα ένας άνθρωπος να στεγαστεί. Δεν ήταν λίγες εξάλλου οι φορές που εκεί έβρισκαν καταφύγιο και τσοπάνηδες οι οποίοι άναβαν φωτιά να ζεσταθούν κι έτσι είναι ακόμη καπνισμένο το εσωτερικό της κουφάλας. Ακόμη λένε πως στην περίοδο του αντάρτικου και του εμφυλίου πολλοί ήταν οι αντάρτες που είχαν κρυφτεί στην κουφάλα και λίγα σημάδια που άφησαν στον κορμό το επιβεβαιώνουν.

Στο χωράφι αυτό που είναι ο πλάτανος πήγαινα συχνά μέχρι την δεκαετία του ’70 γιατί εκεί καλλιεργούσαμε διάφορα όσπρια, τριφύλλι και καλαμπόκι που ποτίζονταν από μια στέρνα που έφτιαξε ο πατέρας μου το 1960 και είναι μέχρι σήμερα λειτουργική αλλά το νερό της πάει χαμένο γιατί παρατήσαμε όλες τις καλλιέργειες. Το καλοκαίρι που μας πέρασε ξεκίνησα το καθάρισμά του καθώς και της στέρνας που έχουν πνιγεί από τα αγριόδεντρα και τις επόμενες ημέρες θα συνεχίσω μέχρι να το ξανακάνω χωράφι και να φυτέψω κάποια δέντρα που θέλω και κλήματα. Το κάνω όμως και για να ελευθερώσω το περιβάλλον του πλατάνου και να πάρει ανάσα το γέρικο δέντρο. Αυτός είναι ένας λόγος που το επισκέφτηκα την παραμονή των Χριστουγέννων αλλά δεν κρύβω, πήγα εκεί να δω και αν ακόμη μπορώ να λογαριάζω ακόμη την κουφάλα του πλατάνου ως σπήλαιο της Βηθλεέμ όπως όταν άρχισα να γνωρίσω τον κόσμο και να αντιπαραβάλω στοιχεία του μύθου και της πίστης με την πραγματικότητα.


ΥΓ. Τον αγαπώ πολύ αυτόν τον πλάτανο και κάποιες στιγμές που νιώθω πως τα προβλήματα της ζωής είναι ανυπέρβλητα τον σκέφτομαι σαν καταφύγιο ή ακόμη και ως το τέλος. Σκέφτομαι πως όταν έρθει η ώρα και αποχαιρετήσω τα εγκόσμια δεν θα είμαι σε θέση να τους πείσω να με σκεπάσουν με χώμα και φύλλα μέσα στην κουφάλα και να λιώσει εκεί αλλά ως εναλλακτική λύση δεν αποκλείω και την περίπτωση να βάλουν εκεί τη στάχτη μου!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26122016

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΞΕΝΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΠΛΑΤΑΝΟ



Υπάρχουν κάποια είδη πλασμάτων που προτιμούν αντί να δαπανήσουν δυνάμεις να αναπτυχθούν από μόνα τους προτιμούν να εξαρτήσουν την ζωή τους με ένα άλλο φυτό η ζώο και τούτο εκτός των άλλων σημαίνει πως όταν ο ξενιστής τους σβήσει, θα τον ακολουθήσουν κι αυτά στο θάνατο. Είναι πάμπολλα αυτά τα είδη που βλέπουμε στον φυσικό κόσμο και καθένα έχει τις ιδιοτροπίες του και τις ομορφιές του ενώ δεν είναι και λίγες οι φορές που οι φιλοξενούμενοι, μπορούν να συνεχίσουν μια άλλη ζωή πάνω στο σώμα του νεκρού δέντρου, όπως οι κισσοί για παράδειγμα ή τα κλήματα.

Με λίγα λόγια έτσι είναι αυτές οι σχέσεις αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που κάποιο φυτό φυτρώνει κατά λάθος μέσα στο σώμα ενός άλλου οπότε τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν με παράξενο τρόπο. Όπως η περίπτωση της μικρής αγριοκερασιάς που βλέπουμε να έχει φυτρώσει μέσα στην κουφάλα ενός πλατάνου, στο ρέμα που κατεβαίνει από τον Αι-Λιά του Μαράθου και ήδη βρίσκεται στον δεύτερο χρόνο της ηλικίας της. Το πώς βρέθηκε τώρα μια αγριοκερασιά εκεί μέσα είναι πολύ απλό. Κάποιο πουλί αφού χόρτασε κεράσια από τα παρακείμενα δέντρα ανακουφίστηκε μέσα στην κουφάλα του πλατάνου και ένα κουκούτσι αφού κοιμήθηκε λίγους μήνες βρήκε φαίνεται ιδανικές συνθήκες υγρασίας αλλά και σάπιας ύλης από το σώμα του σε αρκετό βάθος πλατάνου και φύτρωσε εκεί. Φαίνεται επίσης πως την ανάπτυξή του βοήθησε αρκετά και η υγρασία που μαζεύονταν μέσα στην κουφάλα το περσινό ιδιαίτερα βροχερό καλοκαίρι κι έτσι έβγαλε τον πρώτο χρόνο της ζωής της.


Το ζήτημα είναι τι θα κάνει από εδώ και πέρα αφού για να μεγαλώσει και να γίνει δέντρο πρέπει να ρίξει βαθιές ρίζες, πράγμα που δεν μπορεί να κάνει μέσα στο υγιές σώμα του πλατάνου ο οποίος σίγουρα θα αντιδράσει όταν δει πως παραπαίρνει θάρρος. Δεν αποκλείεται όμως να της το επιτρέψει να μεγαλώσει στην αγκαλιά του και να χαίρεται κι αυτός την ανθοφορία της την άνοιξη και τα πουλιά που θα έρχονται μετά να φάνε τους καρπούς της. Αν γίνουν έτσι τα πράγματα, σίγουρα το γεγονός δεν θα περάσει απαρατήρητο από τα άλλα δέντρα του δάσους και ορισμένα μπορεί να ζηλέψουν αυτή την ωραία σχέση που ανέπτυξαν ένας πλάτανος και μια αγριοκερασιά ενώ οι άνθρωποι, αν βρεθεί κανένας και περάσει από εκεί, μπορεί να μιλήσουν για ένα νέο είδος δέντρου που είδαν, την πλατανοκερασιά!  

ΑΘΗΝΑ, 21042016

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΦΟΡΑΕΙ ΓΡΑΒΑΤΑ…


 
Στον κόσμο τους τα δέντρα δεν χρειάζονται στολίδια, ούτε οι μόδες τους ταιριάζουν. Έχουν τα κλαδιά τους, τα φύλλα τους, τους καρπούς τους, το μπόι τους και με όλα αυτά ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο στο δάσος, στις δεντροστοιχίες ή τους δεντρόκηπους. Καμιά φορά όμως αφήνουν τίποτα πιο αδύνατα κλαριά να στηριχθούν πάνω τους να ζήσουν ή ακόμα και τον άπληστο κισό να βυζάξει χυμούς από τα κορμιά τους για να μπορέσει κι αυτός να ζήσει κι ας τα πνίξει κάποια μέρα.
Με τη σειρά του έρχεται ο άνθρωπος και για λογαριασμό του, άλλοτε να κουρεύει όπως θέλει για να φτάνει τους καρπούς καλύτερα, άλλοτε τα περιορίζει σε πολύ μικρό χώρο για να τα εκμεταλλεύεται καλύτερα, τους αλλάζει τη φύση με εμβολιασμούς, τα προστατεύει από ζώα και άλλους κινδύνους με φράχτες και φυσικά, μπορεί με ένα πριόνι ή ένα τσεκούρι να τα σκοτώσει σε μια στιγμή και να τα κάνει αμέσως καυσόξυλα ή σανίδια για παλέττες.

Αυτά είναι μέσα στη φύση των δέντρων και τα υπομένουν όλα αγγόγυστα γιατί απλά δεν έχουν πόδια να σηκωθούν να περπατήσουν για να γλυτώσουν. Το ίδιο συμβαίνει και σαν ο άνθρωπος, εξασκώντας την απόλυτη εξουσία του πάνω στα δέντρα, αποφασίζει να τα στολίσει, όπως κάνουν για παράδειγμα τα Χριστούγεννα με τα λαμπάκια και άλλες ανοησίες που για λόγους ευκολίας τις αφήνουν όλο το χρόνο πάνω στα δέντρα να σαπίζουν τα πλαστικά καλώδια και τα κρέμονται σαν κουρέλια οι φτηνές πλαστικούρες.
Στην περίπτωση, ξεχωρίζει ο άγνωστος για μένα άνθρωπος, ο οποίος θέλησε με ένα τρόπο, να δώσει επισημότητα σε ένα νεαρό πλάτανο, λίγο έξω από το Αλεποχώρι της Δωρίδας και μάλλον τα κατάφερε, αλλά ξέχασε πως η γραβάτα δεν φοριέται όλες τις ώρες και τις ημέρες και σαν ξεχαστεί στο λαιμό κάποιου, εκτός από ότι γεμίζει σάλια και σάλτσες, καταλήγει να μοιάζει με στριμένο άντερο, όσο καλής ποιότητας ή οίκου κι αυτή είναι…

ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ ΔΩΡΙΔΑΣ, 29102013