Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΠΑΙΧΝΔΙΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ ΣΚΥΛΟΣ..



Σαν καινούργιο τον είδα, αυτόν τον τεράστιο μαύρο σκύλο σήμερα στο Μοναστηράκι καθώς οι κινήσεις του δεν τον έδειχναν σαν αδέσποτο με εμπειρία στην πιάτσα και επί πλέον γυάλιζε η τρίχα του σαν να τον είχαν πλύνει και στεγνώσει πριν από μια ώρα.

Ακόμη, αντί να είναι απλωμένος στον ήλιο όπως οι άλλες παρέες σκύλων, αυτός έπαιζε με το άδειο μπουκάλι με το οποίο προσπαθούσε ένα αγόρι που έπαιζε εντελώς, μα εντελώς άτεχνα, κάποιο θολό βαλκανικό σκοπό με μια πλαστική φλογέρα, να γεμίσει το θέαμα προκειμένου να συγκινήσει κανέναν περαστικό και να μαζέψει κανένα ψιλό. Ο σκύλος όμως το είχε δει σαν παιχνίδι και λίγο πολύ χάλαγε το «μαγαζί» όπου στο τέλος το αγόρι αναγκάστηκε να παρατήσει τη θέση του καταμεσίς στην πλατεία να απαλλαγεί από τον παιχνιδιάρη σκύλο που με τίποτα δεν ήθελε να καταλάβει τις ανάγκες του μουσικού…

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΚΟΨΙΜΟ ΜΙΑΣ ΛΕΥΚΑΣ



Βρέθηκα νωρίς προχθες το πρωί στην οδό Σισίνη στην γωνία της οποίας με την οδό Ηριδανού βρίσκονται τα ιατρεία των δημοσιογράφων -ποιος θυμάται τα περίφημα «Παπάκια» εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80 που έδωσαν τη θέση τους στο κτίριο του ΕΔΟΕΑΠ;- και έγινα μάρτυς της εκτέλεσης μια λεύκας (καβάκι) που έφτανε στο ύψος του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, από ένα συνεργείο του Δήμου Αθηναίων.

Η εκτέλεση της λεύκας, φυσικά και δεν έγινε χωρίς προειδοποίηση και οι εργάτες είχαν στα χέρια τους τη γνωμάτευση του γεωπόνου που υπέγραφε ότι αυτό το ψηλό δέντρο έπρεπε να κοπεί από τη ρίζα γιατί έχει γεράσει και έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο για τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα που σταθμεύουν από κάτω του.


Έτσι λοιπόν ήρθε το γερανοφόρο όχημα, βρήκε μια άκρη να μην εμποδίζει και τόσο την κυκλοφορία, ύψωσε τον ειδικό κλουβί με δυο εργάτες που άρχισαν να το κόβουν αρχίζοντας από τα ψηλότερα κλαριά και σιγά – σιγά κατεβαίνοντας προς τα κάτω μέχρι που έφτασαν, τεμαχίζοντας τον χοντρό κορμό στο ύψος του ανθρώπου από το δρόμο. Η δουλειά απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή γιατί δίπλα από το γερανοφόρο όχημα αιωρούνταν καλώδια του δημοτικού φωτισμού της πόλης.

Το γεγονός της κοπής του δέντρου προχθές το πρωί σε ένα δρόμο των αθηναϊκών Ιλισίων έγινε αξιοθέατο για αρκετή ώρα των περαστικών και σημείο εκνευρισμού των οδηγών γιατί εμπόδιζε την κυκλοφορία. Έγινε επίσης και αφορμή πολλών ερωτήσεων στο συνεργείο σχετικά με το κόψιμο του δέντρου, ερωτήσεις που στην συντριπτική τους πλειοψηφία πήγαζαν από την άγνοια της πραγματικής ζωής ή την αφέλεια περί της φύσης των δέντρων και του προορισμού τους στους δρόμους των πόλεων ή στην ύπαιθρο και τα δάση ακόμα.


Ακούστηκαν πολλά: για το λίγο πράσινο της πόλης που καταστρέφει ο Δήμος, για τη σκιά που θα λείψει από την πολυκατοικία, για τα πουλιά που δεν θα βρίσκουν κλαδιά να κάνουν τις φωλιές τους και άλλα πολλά, που συνθέτουν ένα κλασσικό διάλογο του δρόμου. Κάποιοι μίλησαν για τα ωραία καυσόξυλα που προέκυψαν από το κόψιμο του δέντρου, επηρεασμένοι φαίνεται από τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης σχετικά με την τιμή του πετρελαίου. Αυτοί και αν ήταν παντελώς άσχετοι γιατί γνωρίζουν πως το ξύλο της λεύκας δεν κάνει για το τζάκι παρά μόνο για καφάσια φρούτων και παλέτες εμπορευμάτων.

Έγινε ότι έγινε χθες με τη λεύκα στα Ιλίσια. Αλλά τι γύρευε ένα τέτοιο δέντρο στην οδό Σισίνη; Απλά, κάποιος είχε την έμπνευση να το φυτέψει εκεί πριν σαράντα περίπου χρόνια και η οποία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι δέντρο που ενδημεί σε τέτοια μέρη μεγάλωσε γρήγορα γιατί οι ρίζες της δε βρήκαν βέβαια τίποτα φλέβες νερού από τον καταπλακωμένο αρχαίο ποταμό Ηριδανό, αλλά ρωγμές στο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης και σιγά – σιγά έφτασε το ύψος της μέχρι τον τρίτο όροφο.


Μεθοδικά λοιπόν και μεγάλη προσοχή έκοψαν τα κλαριά και κατέληξαν στον κορμό, ο οποίος τεμαχισμένος φανέρωσε και τη ζωή του δέντρου, ήτοι τους τραυματισμούς όταν αυτό ήταν μικρό, τα σημάδια από τις αλυσίδες που έδεναν αργότερα τα μηχανάκια, ακόμα και τις κιτρινίλες από τα ούρα των δεκάδων σκύλων που αφόδευσαν πάνω του. Στοιχεία που όλα μαζί, προφανώς και λειτούργησαν ώστε αυτό, αρρωστήσει μια ώρα αρχύτερα από το προσδοκώμενο χρόνο στη ζωή μιας λεύκας καβάκι.


Η υπόθεση τελείωσε γρήγορα και όπως μου υποσχέθηκε ο επικεφαλής του συνεργείου, θα μου τηλεφωνήσει όταν θα πάνε να κόψουν κανένα άρρωστο φοίνικα, κόψιμο το οποίο φαντάζομαι θα είναι εξ’ ίσου θεαματικό, μπορεί και περισσότερο από μια άρρωστη λεύκα η οποία κόπηκε γιατί απλά ήταν επικίνδυνη ενώ των φοινίκων γίνεται για να μην εξαπλωθεί η αρρώστια που τους αφανίζει από το αθηναϊκό και όχι μόνο τοπίο και η οποία οφείλεται σε ένα έντομο που ήρθε στην Ελλάδα από κάποιο εξωτικό μέρος, την εποχή που κολυμπούσαμε στο δανεικό χρήμα και μας έλειπε ο ίσκιος μιας μεγάλης φοινικιάς…



Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑ ΠΕΤΡΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ



Έγραφα χθες, στο ξεκίνημα κάποιων δημοσιεύσεων για τα χωριά του Γράμμου, τα Μαστοροχώρια, που επισκέφθηκα τις περασμένες μέρες πως τα περισσότερα είναι σχεδόν άδεια από ανθρώπους και πολύ σπάνια μπορεί κάποιος να δει ένα τζάκι να καπνίζει, σημάδι πως το σπίτι είναι ανοιχτό, έστω και για εκδρομή το Σαββατοκύριακο.


Ένα απ’ αυτά τα χωριά είναι και το Γανναδιό, από τα ομορφότερα χωριά της επαρχίας Κόνιτσας αλλά και από τα πιο ερημωμένα συνάμα – καμιά δεκαριά άνθρωποι κατοικούν εκεί όλο το χρόνο και μόνο το καλοκαίρι γεμίζει κάπως με κόσμο, κόσμο που δεν φτάνει με τίποτα να το ζωντανέψει και να του δώσει έστω και για λίγο την παλιά του κίνηση.

Σε αυτό το χωριό, του οποίου οι κάτοικοι ήταν κάποτε εμπορευόμενοι και μάστορες θα δούμε μοναδικά πέτρινα σπίτια, δρόμους, γέφυρες και δημόσια κτίρια, όλα να ρημάζουν από την απουσία των ανθρώπων αλλά όποιος φτάσει εκεί την ώρα που κανένας κάτοικός του δεν κινείται, ένα πετρωμένο πρόσωπο από το αγκωνάρι της εκκλησίας των Ταξιαρχών, θα τον προϋπαντήσει και θα καλωσορίσει τον ξένο που πήγε να θαυμάσει το Γανναδιό.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΗΣΥΧΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ



Σας είχα υποσχεθεί πως σιγά – σιγά θα ανέβαζα διάφορες φωτογραφίες από το μεγάλο μου ταξίδι στα χωριά του Γράμμου τις ημέρες των εορτών. Τώρα που απέκτησα πάλι σταθερή βάση στα Εξάρχεια και δίκτυο βεβαίως, αρχίζω με κάποιες που δηλώνουν έναν άγνωστο για πολλούς τόπο, ειδικά κατά την περίοδο του χειμώνα που όπως και να έχει, είναι δύσκολο να περπατηθεί λόγω του χιονιού και του πάγου αλλά το κυριότερο είναι ότι τα περισσότερα χωριά είναι σχεδόν άδεια από ανθρώπους και είναι απίθανο ακόμα και τζάκι να καπνίζει.

Τούτο βέβαια δεν ακυρώνει την δύναμη του Γράμμου και δεν μειώνει καθόλου το μεγαλείο της φύσης του η οποία πάντα προκαλεί όποιον θέλει να τη γνωρίσει και να του φανερώσει τις ομορφιές από κάθε σημείο της. Το ζήτημα λέω είναι πως τις προσλαμβάνει κάποιος και το βεβαίως βλέπει πίσω από την ερημία ή την σιωπή του χιονισμένου τοπίου ή τα σημάδια που φανερώνονται ανάλογα με τις εκάστοτε κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν.

Όπως για παράδειγμα με την συμβολή του φοβερού ποταμού Πριστίλιαπη που μαζεύει νερά από τη λεκάνη απορροής της Αετομηλίτσας και καταλήγει στον Σαραντάπορο κοντά στη μεριά της Φετόκου. Εκείνες τις ημέρες η Πριστίλιαπη δεν είχε πολύ νερό αλλά όπως διηγούνται οι ντόπιοι δεν είναι λίγες οι φορές που η κοίτη της γεμίζει από άκρη σε άκρη και ο θόρυβος και οι δονήσεις που δημιουργεί, δίνουν την εντύπωση πως πρόκειται να διαλυθεί από τη μια στιγμή στην άλλη ο τόπος και να ξημερώσει μετά το χαλασμό, ένας άλλος καινούργιος κόσμος, σαν αυτόν που δεν θα έχει ξαναδούν ανθρώπων, πουλιών και ζώων μάτια…

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ…



Είδα χθες να περνάει το μπλοκ «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» μπροστά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη και περίμενα να το ακολουθήσει ένα άλλο, με επικεφαλής κάποιους υπουργούς ή επιτελείς υπουργείων έστω ή άλλους μανδαρίνους του κράτους με πανό που να γράφουν «ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ» ή «ΣΑΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ» αλλά μάταια περίμενα μέσα στο τσουχτερό κρύο.

Γιατί όσο και να έχει, οι διαδηλωτές με τις πορτοκαλί σημαίες πραγματικά δεν έχουν και δεν μπορούν να πληρώσουν ενώ οι άλλοι, αυτοί που κοιτάνε τις πορείες πίσω από τα κατεβασμένα στόρια και μέσα από τις οθόνες των κρυφών ή φανερών καμερών, έχουν και παραέχουν από αυτά που σωρό τα μαζεύουν και με το ζόρι από τον κόσμο και τα κρατάνε κρυμμένα στα υπόγεια των τραπεζών και τα μοιράζουν όπου και όπως θέλουν και φυσικά δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Μόνο τον στέλνουν και περιμένουν να εισπράξουν…

Με την ευκαιρία, αρχίζω να αμφιβάλλω αν δείχνει σωστά ο στρατηγός με το δάχτυλό του και υποψιάζομαι πως κάποιος κάποτε έβαλε το «δάκτυλό» του και αντί της Βουλής ή των Ανακτόρων ας πούμε, δείχνει το Λυκαβηττό και τα πεύκα του. Αλλά πάλι, σάμπως και τον κοιτάει κανένας όταν περνάει μπροστά του και θυμάται τις περιπέτειές του;

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΘΟΔΩΡΑΣ ΣΔΟΥΚΟΥ



Ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω τι έκανα τόσες μέρες στα χωριά του Γράμμου και χάθηκα μέσα στις γιορτές και από τα δίκτυα και από παντού. Βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα εκεί θα είναι σίγουρα η δεκάτη και πρέπει να πω πως αισθάνομαι σαν το χωριό μου καθώς εκεί έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους και έχω δημιουργήσει καλές φιλίες.

Εννοείται πως έχω γράψει και ένα σωρό κείμενα γι’ αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του, κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά και έντυπα, την εποχή βέβαια που αυτά κυκλοφορούσαν μέσα στις εφημερίδες και στα περίπτερα. Η εποχή αυτή δυστυχώς τελείωσε και είναι νωρίς ακόμα να πω πως θα συνεχίσω να δημοσιεύω στις ιστοσελίδες τέτοια κείμενα και φωτογραφίες και βεβαίως να μπορώ να ζω και από αυτά που γράφω.

Έτσι λοιπόν αναγκαστικά περνάω σε μια άλλη μορφή έργου που ήθελα από καιρό, το γράψιμο δηλαδή κάποιων βιβλίων που έχουν να κάνουν με τους τόπους και τη μνήμη των ανθρώπων, όπως αυτό για τον Μιχάλη Ρούσσο στον Ασφοντυλίτη της Αμοργού. Αυτό ήταν το πρώτο και είχα σχεδιάσει το δεύτερο που το θέμα του είναι τα «σύνορα», πραγματικά και μεταφορικά, σε κάθε τόπο, στη ζωή, στην ψυχή, στην καρδιά, στη μνήμη εν τέλει.

Ο τόπος που είναι αφιερωμένο αυτό λοιπόν το βιβλίο είναι τα χωριά της μεθορίου στο Γράμμο, εκεί όπου τα σύνορα καθόρισαν τη ζωή ολοκλήρων κοινοτήτων, ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του 1940 – 1950, στην Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και φυσικά την μετεμφυλιακή Ελλάδα για να καταλήξουν σήμερα να είναι μια κούφια έννοια, αφού κανείς δεν τα υπολογίζει, κανέναν δεν εμποδίζουν να τα διαβεί προς όλες τις κατευθύνσεις και το χειρότερο, ελάχιστοι έχουν απομείνει εκεί οι Έλληνες που βαραίνουν τη μνήμη τους.

Το υλικό του βιβλίου, τα κείμενα δηλαδή, προέρχονται από σημερινές αφηγήσεις των ανθρώπων που είδαν απ’ αυτά τα σύνορα τους Ιταλούς να επιτίθενται στην Ελλάδα και τα πέρασαν κατόπιν να πάνε στη γείτονα χώρα να προμηθευτούν τρόφιμα κατά την περίοδο της Κατοχής. Αργότερα από τα ίδια σύνορα πολλοί πέρασαν να γλυτώσουν από τις μάχες του εμφυλίου που μαίνονταν στα βουνά πάνω και μέσα στα χωριά τους.

Σαν τέλειωσε αυτή η μεγάλη εθνική τραγωδία, ολόκληρα χωριά τα πέρασαν μαζί με τους αντάρτες και αντάμωσαν τους άλλους που είχαν καταφύγει στην Αλβανία και όλοι μετά μαζί σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους των «Λαϊκών Δημοκρατιών» για να τα ξαναπεράσουν για να γυρίσουν ύστερα πίσω στα ρημαγμένα χωριά τους μετά από χίλια βάσανα και πολλά χρόνια. Πολλοί ήταν όμως κι εκείνοι που δεν πρόλαβαν να τα περάσουν στη λήξη του εμφυλίου και άφησαν τις ζωές τους στις πλαγιές του Γράμμου και αρκετοί πάλι που δεν τους έμελλε να τα ξαναδιαβούν να γυρίσουν κάποτε στα σπίτια τους.

Όλα αυτά είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που μου τα αφηγήθηκαν οι άνθρωποι που την έζησαν και ανάμεσά τους η 90χρονη κυρά Θεοδώρα Σδούκου, η Αχιλλέϊνα όπως την αποκαλούν οι συγχωριανοί της για τον άντρα της τον Αχιλλέα που τελευταία φορά τον είδε τα Χριστούγεννα του 1947 και ποτέ δεν έμαθε σε ποια πλαγιά του Γράμμου σκοτώθηκε να πάει να τον κλάψει. Η ίδια βρέθηκε μαζί με τα τρία παιδιά της στην Αλβανία όπου και γέννησε το τελευταίο, την Σταυρούλα. Οι δυο γιοί μεγαλύτεροι γιοί της μεταφέρθηκαν στις παιδουπόλεις της Ουγγαρίας και την Αχιλλέϊνα την άφησαν να επιστρέψει στο χωριό της, τη Λυκόραχη με τον μικρότερο γιό της και την κόρη της το 1958 και να τα βρει όλα ρημαγμένα.



Η μνήμη της κυρά Θεοδώρας, είναι ο ιστός που θα πλεχτούν για να δημιουργηθεί το βιβλίο και άλλες ανάλογες ιστορίες για τα σύνορα και μέχρι τη δημιουργία του βιβλίου, συχνά – πυκνά θα μαθαίνεται γι’ αυτή καθώς και για τον τόπο που θα πρέπει να τον γνωρίσετε...

- Στη φωτογραφία, η κυρά Θοδώρα κατεβαίνει μετά την επίσκεψη στο ρημαγμένο σπίτι της, στην παλιά Λυκόραχη, τον κεντρικό δρόμο του παρατημένου χωριού, στην πλαγιά κάτω από τις Αρένες, στα σύνορα που πια δεν υπάρχουν…

ΘΑ ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ!!!



Πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα κλαίγοντας τη χαμένη δουλειά πολλών μηνών σαν διαπίστωσα πως είχε σβήσει ο μισός δίσκος του υπολογιστή και ως διαβάσατε, το απέδωσα στο κακό μάτι και μάλλον είχα δίκιο. Αυτό το λέω με κάθε βεβαιότητα γιατί μόλις απομακρύνθηκα από το συγκεκριμένο χώρο και επέστρεψα στη βάση μου, άνοιξα τον υπολογιστή και ξαφνικά όλα επανήλθαν όπως ήταν το πρωί σαν τον έκλεισα.

Τίποτα δεν έλειπε και κυρίως οι φωτογραφίες από τα Ραγκουτσάρια στην Καστοριά, όπου ομολογώ πως ξεπάγιασαν τα χέρια μου αλλά δεν γινόταν να χάσω ένα τόσο ωραίο θέμα από το οποίο ανεβάζω μια φωτογραφία να σας ζεστάνω από τώρα για το τι θα δείτε σαν αρχίσω τις δημοσιεύσεις γι’ αυτή την ωραία γιορτή και βεβαίως όταν φτιάξω τα θέματα για τα περιοδικά. Και επί πλέον να γιορτάσουμε και το ξεμάτιασμα του υπολογιστή που δεν αποκλείεται να έγινε από κάποιον άνθρωπο που ξέρει να ξεματιάζει και σκέφτηκε την κατάστασή μου. Τον ευχαριστώ και τον παρακαλώ να έχει το νου του κι άλλη φορά…