Google+ Badge

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΛΑΓΚΑΣ, O ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Μια γωνιά στην αποθήκη είναι ο πάγκος του παλιού τσαγκάρη του Παλαμά.
Ο Βασίλης Φαλάγκας γεννήθηκε το 1932 στον Παλαμά της Καρδίτσας, ένα κεφαλοχώρι του κάμπου που ο ορίζοντας για την επιβίωση εκείνα τα χρόνια δεν πήγαινε ψηλότερα απ’ όσο η δρασκελιά του αγρότη στο χωράφι και μεγάλωσε όπως όλη η γενιά του μέσα στα ταραγμένα χρόνια του ’40 αλλ’ αυτός χάραξε στη ζωή του τον στόχο να γίνει τσαγκάρης!
Και γι’ αυτό σαν το 1949 ησύχασαν τα πράγματα, ξεκίνησε να μαθαίνει την τέχνη και δούλεψε κατόπιν στο τσαγκαράδικο του Δημήτρη Χαλβαντζάρα ως τη χρονιά που πήγε στο στρατό. Το 1956 όμως που γύρισε είδε πως η τέχνη του τσαγκάρη δεν μπορούσε να ζήσει πλέον κανέναν γιατί τα παπούτσια όπως λέει χαρακτηριστικά, «βγήκαν στο πεζοδρόμιο»! 

Μαθητεύομενος τα χρόνια του '40 στο τσαγκαράδικο του Χαλβαντζάρα.
Τα βιομηχανικά παπούτσια είχαν κάνε ήδη την εμφάνισή τους στην Καρδίτσα και στον κάμπο και στον κάμπο και τα περισσότερα τσαγκαράδικα έκλεισαν ή περιόρισαν τις δουλειές τους σε λίγες ειδικές παραγγελίες και ασχολούνταν μόνο με επισκευές. Το ίδιο έκανε και ο Βασίλης και έστησε σε μια γωνιά της αποθήκης του ένα μικρό τραπέζι με τα σύνεργά του και παράλληλα με τα παπούτσια ασχολούνταν με τα χωράφια του. Το τσαγκάρικο στην ουσία το κράτησε από μεράκι και το διατηρεί μέχρι σήμερα που είναι συνταξιούχος του ΟΓΑ ενώ θα έπρεπε να παίρνει σύνταξη υποδηματοποιού από το ΙΚΑ αλλά το κατάφερε γιατί τότε κανένας δεν σκέφτονταν ούτε ήταν υποχρεωμένος να κολλάει ένσημα.

Ο Βασίλης δείχνει με καμάρι ένα ζευγάρι χειροποίητες παντόφλες
Η παροιμιώδης έκφραση για την «φτώχεια του τσαγκάρη» ίσχυσε βεβαίως και για τον Βασίλη ο οποίος δεν θυμάται να πληρώθηκε μια φορά εξ’ ολοκλήρου το ποσό για τη δουλειά του. Η φτώχεια εξάλλου ήταν βαριά αλυσίδα τότε στα πόδια των ανθρώπων και οι πελάτες του τον εξοφλούσαν με μικροποσά τα Σάββατα και αν είχαν. Πέρα απ’ αυτό όμως τα παπούτσια που έφτιαχνε ο Βασίλης ήταν γερά και άντεχαν σε όλες τις κακουχίες του κάμπου και της λάσπης κι έτσι αραιά και που τον είχαν ανάγκη η συγχωριανοί του γι’ αυτό συμπλήρωνε το εισόδημά του με μεροκάματα στα ξένα χωράφια και άλλες δουλειές. 

Ο Βασίλης γνωρίζει ακριβώς τι περιελάμβανε η καραγκούνικη φορεσιά.
Ο Βασίλης ασχολείται ακόμα με το τσαγκαράδικο και είναι από τους λίγους που ξέρουν να φτιάξουν τις ωραίες καραγκούνικες παντόφλες και βεβαίως να μιλήσει γι’ αυτή και τη σημασία που είχε στη ζωή μιας γυναίκας για γάμο. Αυτές τις παντόφλες τις έπαιρνε, όπως εξάλλου και τα υπόλοιπα «ασημικά» της νύφης ο πεθερός και τις την πήγαινε στο σπίτι το Μεγάλο Σάββατο για να τις φορέσει την Δευτέρα του Πάσχα σαν έβγαινε με όλα τα κορίτσια του χωριού στο σεργιάνι μετά τη λειτουργία της Αγάπης στη μητρόπολη του Παλαμά, τον ιστορικό Άγιο Αθανάσιο. Το σεργιάνι ήταν στην ουσία το νυφοπάζαρο της περιοχής κι εκεί η κάθε γυναίκα έπρεπε να δείξει πέρα από την ομορφιά της που ήταν βασικό στοιχείο για να τραβήξει το ενδιαφέρον του γαμπρού και την προκοπή της στα ρούχα και βεβαίως στις παντόφλες που φορούσε. Κι αυτό επαφίονταν στο Βασίλη και στους άλλους τσαγκάρηδες του Παλαμά που κράτησαν λίγο παραπάνω στο χρόνο τη δουλειά τους εξαιτίας ακριβώς της παντόφλας που ήταν και είναι απαραίτητο στοιχείο στην καραγκούνικη φορεσιά κάθε γυναίκας.

Ο Βασίλης φτιάχνει στον μικρό του πάγκο και σήμερα παντόφλες όπως παλιά αλλά δεν έχει τα μέσα να τις φτιάξει όπως κάποτε από την αρχή και κάποια κομμάτια της τα προμηθεύεται από το εμπόριο και από άλλους μάστορες. Στο δικό του χέρι όμως μένει το τελικό φινίρισμα και η προσαρμογή στο πόδι, τέχνη για την οποία είναι αξεπέραστος και έχουν όλες οι γυναίκες να το λένε. 

Το ποδήλατο ήταν ο καλύτερος σύντροφος του Βασίλη.

-Τον Βασίλη τον γνώρισα στο παζάρι του Παλαμά την Παρασκευή που τέλειωνε ο Οκτώβρης του 2009 και κάναμε παρέα όσες ώρες ήμουν εκεί τις επόμενες ημέρες αναζητώντας πηγές και υλικό για το αφιέρωμα στους Καραγκούνηδες. Με υποχρέωσε με την ευγενική διάθεσή του να περπατήσουμε στο χωριό, να μου συστήσει και άλλους ανθρώπους που είχαν να μου πουν κάτι ακόμα και περισσότερο για τις γνώσεις που έχει για τον τόπο του, τους ανθρώπους και τα γεγονότα.