Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΡΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΡΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΣΕ ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΕΡΑΣΙΑ ΤΗΝ ΖΗΛΕΥΟΥΜΕ ΟΛΟΙ…


Δεν είναι ακόμη η εποχή που αναζητούμε σκιά. Κι όμως, υπάρχουν εικόνες που σε καλούν να σταθείς από κάτω τους, όχι για να δροσιστείς, αλλά για να θυμηθείς και να μυρίσεις την άνοιξη που κυοφορεί εκτός από την ομορφιά και την καρποφορία. Μια τέτοια εικόνα στάθηκε σήμερα, πρωί–πρωί, στην οθόνη μου: μια ανθισμένη κερασιά και ένας γνωστός άνθρωπος κάτω από τα κλαδιά της.

Έτσι προέκυψε ο λογαριασμός του χρόνου. Πόσος καιρός πέρασε από την τελευταία φορά που μπήκα σε ένα χωράφι δικό μου ή ξένο, που περπάτησα ανάμεσα σε δέντρα όχι ως επισκέπτης αλλά ως κάποιος που τα φροντίζει και τα επισκέπτεται καθημερινά και τα χαιρετάει σαν φίλους και οικείους; Η φωτογραφία μου θύμισε ότι η μικρή πατρίδα δεν χάνεται· απομακρύνεται αθόρυβα, μέχρι που μια σκηνή τη φέρνει ξανά μπροστά σου, ολόκληρη.
Στη φωτογραφία της Vaso Tsironi, ο άντρας της Γιάννης Ευαγγ. Τσιρώνης στέκεται κάτω από την κερασιά του, στον κήπο του σπιτιού τους, με τη Χώρση στο βάθος. Δεν είναι μια απλή στιγμή καταγεγραμμένη αλλά το ίχνος μιας επιστροφής μετά από πολλά χρόνια δουλειάς στο χωριό. Γιατί η επιστροφή στο χωριό, όταν έρχεται μετά από μια ολόκληρη ζωή αλλού, δεν είναι μετακίνηση· είναι πράξη φροντίδας.
Ο Γιάννης δεν βρήκε απλώς ένα χωράφι — το ξαναέφτιαξε. Εκεί όπου υπήρχε εγκατάλειψη, φύτεψε δέντρα. Εκεί όπου ο χρόνος είχε αρχίσει να σβήνει τα σημάδια, εκείνος τα χάραξε ξανά: έναν δεντρόκηπο, ένα αμπέλι, μια καθημερινότητα δεμένη με τις εποχές. Είναι μια ήσυχη μορφή αντίστασης· απέναντι στην ερήμωση, απέναντι στη λήθη και ένα αντίδωρο στις γενιές που πριν από εμάς ημέρεψαν τον τόπο.
Η ανθισμένη κερασιά είναι μόνο η αρχή. Δεν είναι ακόμη καρπός, αλλά υπόσχεση. Μια υπόσχεση που χρειάζεται χρόνο, επιμονή και την πίστη ότι η γη ανταποδίδει, όταν της δοθείς. Και ίσως γι’ αυτό ζηλεύουμε αυτή τη σκιά — όχι για τη δροσιά της, αλλά για όσα προϋποθέτει: παρουσία, φροντίδα, επιστροφή.
Κάποια στιγμή, τα άνθη θα γίνουν καρποί. Τα κλαδιά θα βαραίνουν από κεράσια, και η εικόνα θα αλλάξει, χωρίς όμως να πάψει να λέει το ίδιο πράγμα: ότι η μικρή πατρίδα δεν είναι τόπος, αλλά σχέση. Και ότι αυτή η σχέση, όσο κι αν απομακρυνθείς, μπορεί πάντα να σε περιμένει — αρκεί να γυρίσεις και να σκύψεις ξανά πάνω στη γη.
Περιμένουμε δε να τον δούμε όταν φτάσει και η ώρα της καρποφορίας, που τα ανθισμένα κλαδιά που βλέπουμε θα γεμίσουν ωραία τραγανά κεράσια και ευχόμαστε να είμαστε κι εμείς κοντά να γευτούμε τον υπέροχο που μας χαρίζει η γη μας…

ΑΘΗΝΑ, 26042026

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

ΤΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΑΓΡΙΑ ΚΕΡΑΣΙΑ

 


Λίγες μέρες πάνω, λίγες κάτω και τα λαχταριστά κεράσια είναι τελικά τα φρούτα που χαρακτηρίζουν τον Ιούνιο μαζί με τα ταπεινά κορόμηλα, τις τιμές των οποίων ακούμε και δεν πιστεύουμε πως υπάρχουν και συμπολίτες μας που τα πληρώνουν για να τα γευτούν…

Έτσι ήταν πάντα με τα κεράσια (με τα κορόμηλα είναι άλλη ιστορία) τα οποία πάντα είχαν μια υψηλή τιμή και τα απολάμβαναν οι εύποροι και βεβαίως όσοι είχαν κερασιές, κόβοντας λίγο από το κέρδος που θα είχαν από τους πολύτιμους αυτούς καρπούς που εμπορεύονταν. Και ήταν ακριβά γιατί η παρουσία τους αυτόν το μήνα σήμαινε και την αρχή της καρποφορίας των άλλων δέντρων που θα κρατούσε μέχρι το βαθύ φθινόπωρο. Έτσι όλοι οι άνθρωποι ήθελαν να τα δοκιμάσουν και με τη γεύση τους στο στόμα να καλωσορίσουν το καλοκαίρι μ’ αυτό τον τρόπο.

Δεν ήταν  εξάλλου καθόλου τυχαία η έκφραση «καλοσκαίρισμα» που αναφέρονταν αποκλειστικά στα φρούτα και σήμαινε στη γλώσσα της υπαίθρου ότι ευτυχήσαμε κι εφέτος να καλοσκαιρίσουμε κεράσια. Δηλαδή, βγάλαμε τον χειμώνα και πάμε δυνατοί να δοκιμαστούμε στον επόμενο. Δεν απαιτούσε πολλά κεράσια το καλοσκαίρισμα, μια χούφτα ήταν αρκετή να γλυκάνει το στόμα μαζί με την ψυχή. Γι’ αυτό και όλοι σχεδόν φρόντιζαν να έχουν μια κερασιά στον κήπο τους κι όσοι πάλι δεν διέθεταν, είχαν τα τυχερά τους γιατί η είσοδος στο καλοκαίρι στις αγροτικές κοινότητες του παρελθόντος, απαιτούσε και μια ισοτιμία τόσο στη δουλειά όσο και στην απόλαυση.

Επόμενο ήταν να γραφτούν για τα κεράσια πολλά πράγματα που υποστήριζαν τον μύθο τους και πολλές περιοχές της χώρας, όπως η Έδεσσα ή το Πήλιο έγιναν πιο γνωστές ιδιαίτερα χάρη στην συστηματική καλλιέργεια ορισμένων ποικιλιών κερασιών τα οποία ήταν περιζήτητες στις αγορές. Πράγματι ξεχώριζαν τα κεράσια των Βοδενών (έτσι έλεγαν την Έδεσσα παλιά) και αποτελούν σχεδόν μονοκαλλιέργεια στην περιοχή αυτή και πηγή πλούτου για όσους ασχολούνται με αυτά, όπως και με τα ροδάκινα ή τα ακτινίδια.


Και σε άλλες περιοχές είχαν κεράσια που ξεχώριζαν, κάθε τόπος σχεδόν είχε την δική του ποικιλία, δείγμα της θαυμαστής προσαρμοστικότητας και απόδοσης της κερασιάς σε κάθε συνθήκη. Στην περιοχή μου, την Δυτική Φθιώτιδα είχαμε τα περίφημα καψιώτικα κεράσια, ροζ ως άσπρα, σφιχτά και ανθεκτικά στις μετακινήσεις και χάρη σε αυτά αρκετοί συγχωριανοί μου είχαν ένα καλό εισόδημα πουλώντας στα χωριά του κάμπου και στη Λαμία ακόμη. Πρόλαβα αυτό το εμπόριο που γίνονταν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Μετά σταμάτησε γιατί αναπτύχθηκε η αγορά και οι άνθρωποι παράτησαν τις κερασιές ή δεν κατάφεραν να προσαρμόσουν την καλλιέργειά τους στις νέες συνθήκες.

Πέρα όμως από τα κεράσια, τα δάση ήταν γεμάτα αγριοκερασιές που ο μικρός τους καρπός ήταν δώρο από τη φύση πρώτα στα πουλιά που αυτό τον καιρό μεγαλώνουν τα βλαστάρια τους στις φωλιές καθώς και σε άλλα ζώα, μεγάλα όπως οι αρκούδες ή μικρά όπως οι σκίουροι ή τα σκαθάρια. Αυτές τις κερασιές με τον μικρό, υπόστυφο συνήθως καρπό, κόκκινο ή κίτρινο δεν τις επισκέπτονταν τόσο πολύ οι άνθρωποι, μόνο σαν δεν είχαν άλλες ήμερες στον κήπο τις τιμούσαν. Όσοι όμως ήξεραν που είναι, χόρταιναν κεράσια και φυσικά δεν το μαρτυρούσαν στους άλλους για να έχουν την αποκλειστικότητα.

Τα τελευταία χρόνια κάποιοι που ασχολούνται με την γευσιγνωσία, τις πηγές και τις εμπειρίες της, πηγαίνουν και τις τρυγάνε όχι τόσο για να φάνε τον καρπό τους αλλά με αυτόν να φτιάξουν υπέροχες όντως μαρμελάδες ή ποτά. Τα τελευταία επίσης χρόνια παρατηρείται και μια εξάπλωση των άγριων κερασιών στα δάση, πράγμα που χρεώνεται στα πουλιά που μεταφέρουν τα κουκούτσια παντού και στην απουσία των κατσικιών που κάποτε ρήμαζαν τα πάντα. Πάντως, όποιος ξέρει στο δάσος ή στις παρατημένες εξοχές αγριοκερασιές, ξέρει να τιμά μαζί με τα πουλιά τον αγώνα αυτών των μοναδικών δέντρων

ΑΘΗΝΑ, 01062024

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

ΜΙΑ ΦΟΥΡΚΕΤΑ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ


Μια φουρκέτα δεν είναι χρήσιμη μόνο στα μαλλιά αλλά μπορεί 
να κάνει θαύματα όταν φτιάχνουμε γλυκό κεράσι.
Όπως μετά τις καταιγίδες έρχονται εξαιρετικές αιθρίες έτσι και μετά από τις πικρές στιγμές ακολουθούν άλλες που μας κάνουν να ξεχνούμε τα παθήματα και αυτά βεβαίως να μας γίνονται μαθήματα. Ο λόγος για την πτώση από την κερασιά που αναφέρθηκα χθες και την τύχη που είχα να μην σπάσω τίποτα. Μόνο μια γραντζουνιά στο δεξί χέρι αποκόμισα κι αυτή επουλώθηκε πολύ γρήγορα κι έτσι δεν είχα πρόβλημα με τις δουλειές στο χωράφι.

Τα κεράσια που ήταν στη σακούλα που κρατούσα όταν έπεσα φυσικά και έγιναν πολτός και ούτε οι κότες δεν τους έδωσαν σημασία. Το γεγονός με οδήγησε να ανέβω πάλι στη σκάλα, με περισσότερες προφυλάξεις βέβαια και προσοχή να μαζέψω άλλα για να κάνουμε γλυκό. Έτσι μάζεψα άλλες δυο σακούλες από την κερασιά του γείτονα, τα τελευταία από τα κορφινά κλαδιά και το μόνο που με στεναχωρούσε ήταν ότι τα στερούσα από τους σπουργίτες που έκαναν πάρτι αυτές τις ημέρες πάνω σε αυτές τις κερασιές. Άφησα λίγα και γι’ αυτούς, στα κλαδιά που δεν έφτανα κι έτσι δεν έμεινε κανένας παραπονεμένος.

Το μάζεμα ακολούθησε η διαλογή η οποία δεν ήταν εύκολη γιατί πρόσεχα όταν τα ξεκολλούσα από τα κλαδιά και ήρθε η ώρα της προετοιμασίας. Δεν το είχα ξανακάνει αλλά κάτω από τις οδηγίες της μάνας μου και της αδερφής μου Μαρούλας πήρα μια φουρκέτα και άρχισα να βγάζω τα κουκούτσια. Η Άρτεμη δήλωσε πως δεν μπορεί να το κάνει αυτό και περιορίστηκε να τραβάει κάποιες φωτογραφίες από την ιστορική στιγμή…

Δυο κιλά κεράσια υπέστησαν τη βάσανο της φουρκέτας 
για να βγει το κουκούτσι τους και είναι έτοιμα για την κατσαρόλα.

Μοιάζει εύκολο να βγάζει κάποιος το κουκούτσι από τα κεράσια με μια φουρκέτα αλλά δεν είναι έτσι που νομίζουμε. Πρώτα – πρώτα απαιτείται υπομονή και μια επιδεξιότητα στα χέρια γιατί πρέπει μετά την αφαίρεση του κουκουτσιού ο καρπός να μείνει ακέραιος γιατί αλλιώς θα επρόκειτο για μαρμελάδα πράγμα που δεν ήταν ο στόχος μας. Έπαιρνα ένα – ένα τα κεράσια, τα οποία επαναλαμβάνω ότι ήταν τα καλύτερα ίσως από ποτέ που ωρίμασαν στο χωριό και επί πλέον ήταν νοστιμότερα γιατί τα μάζεψα από τη κερασιά του γείτονα Πάνου Τσιρώνη και με μια προσεκτική κίνηση βύθιζα στη σάρκα τους την φουρκέτα και αφαιρούσα το κουκούτσι χωρίς να τα λιώσω. Το γεγονός εκτιμήθηκε πολύ από τη μάνα μου,  την αδερφή μου που δεν περίμεναν πως τα κατάφερνα και κάνω αυτή τη δουλειά.

Μου άρεσε πολύ αυτό που έκανα αλλά παράλληλα μου δημιούργησε και κάποιες απορίες. Όπως για το αν στα ζαχαροπλαστεία κάνουν το ίδιο πράγμα, εκτιμώντας βέβαια πως κάτι τέτοιο πρακτικά θα ήταν ασύμφορο. Στην απορία μου η απάντηση ήταν ότι στα ζαχαροπλαστεία και στις βιοτεχνίες γλυκών κουταλιού η αφαίρεση του κουκουτσιού γίνεται με ένα ειδικό εργαλείο αλλά αυτό κάνει μια τρύπα στο κεράσι. Στη δική μας περίπτωση, ισχυρίστηκαν οι γυναίκες, η φουρκέτα αφαιρεί το κουκούτσι και στη θέση του δημιουργείται μια φωλιά η οποία γεμίζει σιρόπι κι έτσι γίνεται πιο ωραίο το γλυκό. Η πληροφορία με ικανοποίησε πολύ και ένιωσα πως κάνω κάτι μοναδικό, την πρώτη φορά που ασχολήθηκα με την ζαχαροπλαστική και κυρίως με τα γλυκά κουταλιού.

Το αποτέλεσμα σε δυο εκδοχές: Μια με τα κόκκινα κεράσια του γείτονα
και η άλλη με τα πετροκέρασα μιας άλλης κερασιάς. 
Στην κουβέντα έμαθα επίσης για την χρήση, με μέτρο πάντα και κατά την κρίση της νοικοκυράς του «ξινού» για να γίνονται πιο κρουστοί οι καρποί, της αρμπαρόριζας για να παίρνει γεύση καθώς και για τις αναλογίες με ζάχαρη. Ομολογώ ότι αυτά δεν με ενθουσίασαν καθόλου καθώς το ενδιαφέρον μου για την ζαχαροπλαστική και την κουζίνα γενικώς είναι αυτό του μέσου ανθρώπου και σταμάτησα να ασχολούμαι μη χαλάσω την μαγεία που μου πρόσφερε μια φουρκέτα στο βγάλσιμο των κουκουτσιών. Στις σημειώσεις μου κράτησα μόνο ότι για ένα κιλό γλυκό κεράσι χρειάζεται ένα κιλό ζάχαρη και ανάλογα με τις διαθέσεις της νοικοκυράς και το μέσο που χρησιμοποιεί, άλλοτε βράζονται μαζί κι άλλοτε πρώτα γίνεται το σιρόπι και μετά μπαίνουν τα κεράσια στην κατσαρόλα…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25062020

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

ΜΙΑ ΑΝΩΔΥΝΗ ΠΤΩΣΗ ΑΠΟ ΚΕΡΑΣΙΑ


Η αγκούτσα, συνήθως από κλαδί κερασιάς που λυγίζει εύκολα είναι το πρωτόγονο εργαλείο που βοηθάει να φέρνουμε κοντά μας τα κεράσια από τα απόμακρα κλαριά που είναι και τα πιο ωραία και η σκάλα αλουμινίου απαραίτητη…

Σήμερα φάγαμε τα τελευταία κεράσια της φετινής χρονιάς και όλοι έχουμε να πούμε πως ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Βέβαια δεν ήταν από τα παλιά κεράσια τα ξακουστά Καψιώτικα, αυτά έχουν ξεχαστεί αφού κανείς δεν φρόντισε τις παλιές κερασιές, αλλά από ποικιλίες Βοδενών (Εδέσσης) που πριν από πολλά χρόνια σε μια άλλη προσπάθεια για την ανάπτυξη της ελληνικής επαρχίας φύτεψαν στο χωριό και φαίνεται πως προσαρμόστηκαν πολύ καλά και καρπίζουν σχεδόν κάθε χρόνο. Εννοείται ότι καρπίζουν μόνο όταν βοηθήσει και ο καιρός και κυρίως αν δεν πάθουν καμιά ζημιά οι κερασιές από τον πάγο οι οποίες επιβιώνουν θαυμάσια  χωρίς υποστήριξη φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων. Παρ’ όλα αυτά  καταφέρνουν αυτά τα υπέροχα δέντρα να δημιουργούν από μόνα τους εξαιρετικούς καρπούς που μας ομορφαίνουν τη ζωή και μας γλυκαίνουν το στόμα τούτο τον καιρό στο χωριό που δεν υπάρχει άλλο φρούτο και μέχρι να ωριμάσουν τα κορόμηλα.  


Η έφοδος στη κερασιά με την βοήθεια μιας σκάλας αλουμινίου αρχίζει… Παλιότερα δεν χρειάζονταν καθόλου η σκάλα αλλά φαίνεται πως εγώ κόντυνα ή ψήλωσαν τα δέντρα…

Είναι μεγάλο κεφάλαιο οι κερασιές και τα κεράσια στο χωριό και δεν εξαντλείται με ένα ή δυο κείμενα. Ιδιαίτερα δε όταν εκτός από το μάζεμα των κερασιών έρχεται και η ώρα αυτά να γίνουν γλυκό μια εμπειρία που θα διαβάσετε σε επόμενη ανάρτηση. Δεν το είχα τολμήσει ποτέ στη ζωή μου αυτό αλλά φέτος είπα να μάθω και έμπλεξα στα δύσκολα. Πριν αρχίσουμε να κάνουμε γλυκό, χρεώθηκα το μάζεμα γιατί κανένας άλλος στο σπίτι δεν τολμά πλέον να ανέβει σε μια κερασιά ύψους 8 μέτρων (με σκάλα αλλά σε κάποια σημεία πρέπει να περπατήσει και πάνω στα κλαδιά). Παλιά ανέβαινα και σε δέντρα πάνω από 15 μέτρα -τόσο και περισσότερο ψηλές ήταν οι παλιές κερασιές εκείνης της εποχής- και έχοντας εκείνη τη μνήμη, το τόλμησα και μάλιστα στην κερασιά του γείτονα Πάνου Τσιρώνη γιατί στις δικές μας είχαν τελειώσει. Ύψωσα λοιπόν την αλουμινένια  συρτή σκάλα μέχρι το τελευταίο κλαδί της κερασιάς και άρχισα να μαζεύω με τη βοήθεια της αγκούτσας για να φέρνω κοντά μου τα κλαδιά και να αποφεύγεται έτσι ο κίνδυνος να σπάσουν.


Θέλει την τέχνη του το μάζεμα των κερασιών από ψηλά δέντρα και αυτά που είχα μάθει μικρός για το πώς γίνεται αυτό και κυρίως για την αντοχή που μπορεί να έχει ένα κλαδί, αποδείχθηκαν χρήσιμα

Τα κατάφερα μια χαρά στην πρώτη πλαστική σακούλα και πήρα δεύτερη. Την είχα γεμίσει κι αυτή σχεδόν οπότε ξαφνικά ένιωσα να είμαι στο κενό. Τι είχε συμβεί; Ο αέρας που φυσούσε δυνατός εκείνη την ώρα πήρε τη σκάλα ενώ πατούσα σε ένα κλαδί και δεν είχα πια που να στηριχθώ. Ένιωσα να πέφτω αλλά χωρίς να αφήσω τη σακούλα από τα χέρια με τα πολύτιμα κεράσια που είχα μαζέψει από τα κλαδιά της κορυφής πιάστηκα από ένα άλλο κλαδί και καθώς αυτό λύγισε μείωσε την ταχύτητα της πτώσης. Ήταν μια πρακτική που είχα μάθει από μικρός και το κάναμε τότε σαν πλάκα, να πέφτουμε δηλαδή από κάποιο δέντρο και να πιανόμαστε από τα κλαδιά και να προσγειωνόμαστε. Έτσι κατάφερα να πέσω στα μαλακά χωρίς να σπάσω τίποτα, μόνο ένα γδάρσιμο στο χέρι με έτσουξε ενώ τα κεράσια που ήταν στη σακούλα έγιναν πολτός. Η μάνα μου που με παρακολουθούσε μου έβαλε τις φωνές αλλά το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να  καλέσουν ασθενοφόρο να με μαζέψει, την έκανε να μονολογήσει ότι παρά τα χρόνια μου τα καταφέρνω με τα δέντρα μια χαρά. Ήταν μια εμπειρία πάντως που μάλλον δεν θα ξανασυμβεί γιατί κάτι μου είπε μέσα μου μετά πως ο καιρός για τέτοια κατορθώματα έχει περάσει ανεπιστρεπτί…

Η εμπειρία της πτώσης από μια κερασιά ενώ μάζευα κεράσια μου θύμισε χθες ότι ο καιρός για τέτοια κατορθώματα έχει περάσει αναπιστρεπτί και για να απολαμβάνουμε κεράσια πρέπει να υποχρεώσουμε με συνεχή κλαδέματα τα δέντρα να μην ψηλώνουν…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24062020

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΜΙΑΣ ΔΥΣΚΟΛΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ




Πάει περίπου ενάμιση μήνας αφότου έπαψα να δημοσιεύω κείμενα κάτω από τον γενικό τίτλο «Ημερολόγιον εκούσιου εγκλεισμού» και αναφέρονταν σε πράγματα και καταστάσεις που ζούσαμε στο χωριό μου το διάστημα όπου μας βρήκε η επιδημία και τα μέτρα που ακολούθησαν. Κείμενα που συνοδεύονταν και από φωτογραφίες του τόπου και δραστηριοτήτων στο μεγάλο χωράφι που επί δυο μήνες πάλευα να το κερδίσω από το δάσος που το έπνιγε και νομίζω πως τα κατάφερα και όσο έχω δυνάμεις ελπίζω ότι θα το καλλιεργώ και θα φυτεύω δέντρα και εύχομαι να προλάβω να χαρώ τους καρπούς τους.

Φυσικά όλο αυτό το διάστημα περιόρισα το  γράψιμο και κρατούσα μόνο σημειώσεις  γιατί το μεγαλύτερο ζήτημα με το χωράφι ήταν και παραμένει ο χρόνος και ο οποίος έχει να κάνει με το πόσο κρατάει η ημέρα και εξαρτάται και από τον καιρό. Όταν μάλιστα όλες οι εργασίες γίνονται από την αρχή και ο στόχος δεν είναι η μονοκαλλιέργεια αλλά μια ποικιλία αγαθών που θα αντιστοιχεί σε ικανοποιητικό  ποσοστό στην παραγωγή που  απαιτούσε η διατροφή μιας μέσης οικογένειας πριν από μισό αιώνα, τότε είναι που δεν φτάνει η ημέρα και συχνά παρακαλούσα να καθυστερήσει λίγο ακόμη ο ήλιος να προκάμω τις δουλειές.

Με λίγα λόγια, μπήκα εκουσίως σε ένα κύκλο παραγωγής μέσα στο χρόνο, αυτόν που γνώρισα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου σε ένα χωριό 200 κατοίκων με αυτάρκεια σχεδόν στο 80% των αγαθών για την επιβίωση και αρκετά έσοδα από το εμπόριο ξηρών καρπών (καρύδια, κάστανα) καθώς και φρούτων με κυριότερα τα κεράσια που έφταναν φορτωμένα σε ζώα ως τη Λαμία και την Καρδίτσα. Δεν νοσταλγώ εκείνη την εποχή, ούτε την ωραιοποιώ – ήταν δύσκολη και την θυμάμαι καλά και μου την θυμίζουν ακόμη οι λίγες ηρωίδες της που έχουν απομείνει στο χωριό. Ανατρέχω όμως σε αυτή και αναζητώ όλα εκείνα τα στοιχεία, αρχέγονα και πρωτογενή ως επί το πλείστον που πλούτιζαν κάθε σπίτι στο χωριό, έδεναν τα μέλη κάθε οικογένειας και στηρίζονταν αποκλειστικά στις δυνάμεις των ανθρώπων και της κοινότητας μέσα φυσικά από τις συνθέσεις και τις αντιπαλότητές της.  

Αυτό αχνοφάνηκε στη διάρκεια της επιδημίας ανάμεσά μας αλλά ήμασταν πολύ λίγοι και οι περισσότεροι αδύναμοι, σωματικά, ψυχικά και πολιτιστικά να το εξελίξουμε και να του δώσουμε μορρφή. Νομίζω όμως ότι ούτε και αν ξαφνικά γέμιζε (μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων) το χωριό και την επιστροφή πολλών αγχωμένων συγχωριανών θα καταφέρναμε να αναβιώσουμε εκείνη την παλιά κοινότητά μας με όλα τα καλά και τα κακά βεβαίως που την χαρακτήριζαν. Γιατί αν και με την εμπειρία της επιδημίας και τον φόβο των δυσκολιών που σίγουρα θα ακολουθήσουν, η ανάγκη όπως την έβλεπαν οι παλιότεροι για τη συνέχεια της ζωής είναι πλέον κούφια . Ούτε η πρόβλεψη για το αύριο, ούτε και η σκέψη να μείνει κάτι πίσω για την επόμενη γενιά ευδοκιμεί πλέον. Ότι καλό φύτρωσε αυτή την παγωμένη άνοιξη στο χωριό μας, έμεινε ανάμνηση των λίγων που ήμασταν εκεί.

Το κείμενο αυτό φιλοδοξεί να παίξει το ρόλο μιας εισαγωγής σε μια σειρά άλλων κειμένων.
ημερολογιακής πάλι γραφής πάνω στα στοιχεία που έχουν χαθεί αλλά και σ’ εκείνα που εν μέρει έχουν τα έχουν αντικαταστήσει στα πλαίσια της χαμένης κοινότητας του χωριού μου αλλά και γενικότερα. Σε εκείνα τα στοιχεία τα οποία είτε ως ανάμνηση επηρεάζουν την τρέχουσα καθημερινότητα και σε όσα έχουν επιβάλλει καινούργιες συμπεριφορές οι οποίες τραγικά προσπαθούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση κοινότητας…

ΥΓ. Διάλεξα να στολίσω αυτό το κείμενο μια φωτογραφία με κεράσια από την κερασιά της αυλής η οποία και εφέτος έδωσε πάλι όλες τις δυνάμεις της να γεμίσει τα κλαδιά της καρπό και τα κατάφερε. Δεν είναι από τις ντόπιες ποικιλίες, αυτές που ήταν πλούτος κάποτε για το χωριό έχουν χαθεί γιατί κανείς δεν φρόντισε να τις διατηρήσει και να φροντίσει τα δέντρα που ήταν κεφάλαιο για κάθε νοικοκυριό.  Απ’ αυτή την κερασιά (με υπόξινο καρπό και πολύ ευαίσθητο)  φτιάχνουμε κάθε χρόνο γλυκό κεράσι και το χρώμα τους μας θυμίζει τα παλιά, περίφημα καψιώτικα κεράσια τα οποία ελάχιστοι έχουν μείνει στο χωριό να τα θυμούνται. Του χρόνου δε ελπίζω να έχουμε και τους πρώτους καρπούς από κερασιές που έφερα από την Έδεσσα, σε μια προσπάθεια να βελτιώσω την παραγωγή του χωριού αλλά και να μου θυμίζει τους δεσμούς αγάπης που έχω αναπτύξει τα τελευταία χρόνια με αυτόν τον τόπο.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16062020

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΓΛΥΚΟ ΚΕΡΑΣΙ…

Η Άρτεμη μαθαίνει από τη γιαγιά της πως γίνεται 
το γλυκό κεράσι με πετροκέρασα από τις δικές μας κερασιές.


Καλά ξεκίνησε η σημερινή ημέρα, με υποφερτή ζέστη και υγρασία αλλά λίγο μετά το μεσημέρι κρέμασαν τα σύννεφα από τα Βελούχια και έβρεξε για κάνα δυο ώρες. Αποτέλεσμα τούτου του ευρωπαϊκού καιρού – για να είμαστε μέσα στα πολιτικά πράγματα- ήταν να σταματήσουμε το καθάρισμα του χωραφιού με τις καστανιές και να κάτσουμε σπίτι όπου ευτυχώς η μάνα είχε προλάβει να μαζέψει λίγα κεράσια και τώρα θα αρχίσουμε να καθαρίζουμε από τα κουκούτσια να κάνουμε γλυκό. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, η περίπτωση δεν με γλυκαίνει καθόλου γιατί μένουμε πίσω στο καθάρισμα των χωραφιών και υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε έξω από το πρόγραμμα του καλοκαιριού.


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 20062015

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

ΤΑ ΠΕΡΙΦΗΜΑ ΚΑΨΙΩΤΙΚΑ ΚΕΡΑΣΙΑ



Ήταν τα κεράσια, το πρώτο φρούτο που έβαζαν οι άνθρωποι στο στόμα τους στα ορεινά χωριά τα χρόνια που δεν τα επισκέπτονταν πλανόδιοι μανάβηδες και η εκτίμηση που έτρεφαν γι’ αυτά οι ορεινοί σε όλη την Ελλάδα ήταν μεγάλη. Περνούσε ολόκληρος χειμώνας χωρίς να έχουν φάει ένα φρέσκο φρούτο και για τούτο φρόντιζαν να έχουν αρκετές κερασιές φυτεμένες στα χωράφια τους από τις οποίες, όχι μόνο γέμιζαν το σπίτι, αλλά σε πολλές περιπτώσεις τα εμπορεύονταν πηγαίνοντάς τα στα χωριά του κάμπου που εκείνα τα χρόνια δεν ήξεραν τι θα πει φρούτο και ούτε οπωρόδεντρα είχαν φυτεμένα.

Αναφέρομαι στην ορεινή Δυτική Φθιώτιδα όπου τα περισσότερα χωριά της είναι χτισμένα στις  ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού σε υψόμετρο 700 με 800 μέτρα το οποίο είναι ιδανικό για την ανάπτυξη των οπωρόδεντρων και αυτό αποτελούσε μια σημαντική απασχόληση για τους ντόπιους και ένα έσοδο αν βέβαια τα πήγαινε καλά ο καιρός.

Τα κεράσια λοιπόν ήταν το πρώτο φρούτο που μάζευαν οι ορεινοί και τα πήγαιναν στα κεφαλοχώρια και στα χωριά του κάμπου για να τα πουλήσουν, πράγμα αρκετά δύσκολο και κυρίως να τα ανταλλάξουν με άλλα είδη, όπως σιτάρι, κριθάρι και καπνός. Εκείνα τα κεράσια δεν ήταν όπως των σημερινών ποικιλιών αλλά ντόπια, λευκά και λίγο κόκκινα και τα μάζευαν από κάτι τεράστια δέντρα που είχαν στις άκρες των χωραφιών για να κερδίζουν καλλιεργήσιμο χώρο, με ψηλές σκάλες. Υποστήριζαν δε πως όσο ψηλότερα είναι οι κερασιές τόσο καλύτερα κεράσια κάνουν και δεν είχαν άδικο. Τη δουλειά του μαζέματος των κερασιών την αναλάμβαναν συνήθως γυναίκες και τα έβαζαν με προσοχή σε τροβάδες και κατόπιν σε μεγάλα ξύλινα κασόνια και τα σκέπαζαν με φύλλα για να διατηρούνται δροσερά στην μεταφορά ή οποία γίνονταν με μουλάρια και αρκετές φορές ήταν και πάνω από οχτώ ώρες ως την αγορά – την πλατεία δηλαδή του χωριού που ήταν ο προορισμός.

Πρόλαβα στο χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας στη δεκαετία του ’60, έναν ηλικιωμένο, τον Γιάννη Ακρίβο, ο οποίος ήταν ο έμπορος που συγκέντρωνε τα φρούτα και τους καρπούς του χωριού και τα πήγαινε ως τη Λαμία και την Καρδίτσα πολλές φορές να τα πουλήσει. Ολόκληρη σειρά από μουλάρια ξεκινούσε μόλις νύχτωνε από το χωριό για να φτάσει τα ξημερώματα στα χωριά που ήθελε και να γυρίσει το βράδυ με τα ζώα φορτωμένα αλλάγματα και να ξαναφορτώσει πάλι να φύγει για καινούργιο προορισμό. Αυτό με τα κεράσια κρατούσε καμιά εβδομάδα, το πολύ δέκα ημέρες γιατί οι κερασιές του χωριού ήταν φυτεμένες σε διαφορετικά υψόμετρα, ξεκινούσαν από τα 400 μέτρα και έφταναν ως τα 850 μέτρα, διαφορά που επηρέαζε σημαντικά την καρποφορία τους.

Το πιο σημαντικό στην περίπτωση ήταν ότι εκείνα τα κεράσια, λεπτόφλουδα και χωρίς να έχουν υποστεί κανένα ψεκασμό ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητα τόσο στη συλλογή, όσο και στη μεταφορά αλλά έφταναν (χωρίς να μπουν και σε ψυγείο βέβαια) σε άριστη κατάσταση στον προορισμό τους και γι’ αυτό ήταν και ονομαστά. «Καψιώτικα» κεράσια έλεγαν και τα λιμπίζονταν στην παλάντζα που τα ζύγιζε ο χωριανός έμπορας. Ανάλογα δε με την οικονομική δυνατότητά του ο καθένας αγόραζε λίγα για να «καλοσκαιρίσει» με χρήματα ή άλλαζε περισσότερα με σιτάρι, περσινό αν είχε γιατί αυτό τον καιρό δεν είχαν ακόμη θερίσει ή με καμιά σακούλα λαθραίο καπνό ο οποίος ήταν πιο ευπρόσδεκτος γιατί αποτελούσε άλλο είδος εμπορεύσιμο στους ορεινούς, πιο προσοδοφόρο.
Από εκείνες τις παλιές κερασιές, σώζονται μερικές αλλά λόγω του ύψους τους και της κατάστασης που βρίσκονται –σωστά ερείπια μιας άλλης εποχής- μόνο λίγοι τολμηροί και με μακριές σκάλες μπορούν να φτάσουν και να γευτούν τα κεράσια τους. Φυσικά γίνεται και προσπάθεια από ένα συγχωριανό που γνωρίζει να κάνει εμβολιασμούς να καταφέρει να κρατήσει την ποικιλία και να έχουμε να θυμόμαστε τα παλιά ωραία καψιώτικα κεράσια.


ΥΓ. Έζησα τις τελευταίες στιγμές του εμπορίου κερασιών του χωριού στον κάμπο με τον πατέρα μου που τα κουβαλούσε με το αυτοκίνητο και θυμάμαι καλά εκείνη την εποχή που χαρακτηρίζονταν από φτώχεια και τις ανταλλαγές αγαθών που γίνονταν ανάλογα με το προϊόν και την ποιότητά του. Τα κεράσια ήταν το πιο «βαρύ» νόμισμα όλης της χρονιάς.   

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25062017

Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

ΕΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΠΕΤΡΟΚΕΡΑΣΑ ΣΤΗ ΑΥΛΗ



Φέτος της μικρής νέας κερασιάς στην αυλή, από την μεγάλη ανθοφορία, υπερβολική θα έλεγα για το μπόι της, πρόκοψαν μόνο δυο κεράσια και τα δοκιμάσαμε όπως από νηστεία την μεταλαβιά στην εκκλησία. Μέχρι να ωριμάσουν καθημερινή ήταν η επιθεώρησή τους καθώς εκεί που δεν περιμένεις, μπορεί να τα δεις μαραμένα και στεγνά. Γι’ αυτό και το φυτοφάρμακο (λίγο αραιό) του οποίου τα στίγματα βλέπετε τόσο πάνω στον καρπό, όσο και στα φύλλα. Είναι απαραίτητο κι αυτό πλέον στη ζωή των φυτών κι εσείς όμως πρέπει όταν τα δοκιμάζετε να τα πλένετε καλά για να μην υπάρξεις τίποτα κακές παρενέργειες.


Με το δέσιμο που της κάναμε σε ένα στύλο καστανιάς να στηρίξει το αδύναμο κορμάκι της όσο το έχει ανάγκη γιατί ο αέρας μπορεί να τη σπάσει  αυτή θα δυναμώσει και θα πετάξει μεγάλα κλαριά και τα επόμενα χρόνια, αν της επιτρέψει ο καιρός θα κάνει περισσότερα κεράσια και θα μαζεύουμε όσα φτάνουμε με τη σκάλα. Αργότερα όταν ψηλώσει αρκετά και θα είναι δύσκολο να σκαλώσουμε επάνω της, κάποια απ’ αυτά θα μένουν και για τα πουλιά που τα λιγουρεύονται και διεκδικούν με θράσος και χωρίς να ρωτήσουν το μερίδιο τους. Μέχρι τότε αυτά πρέπει να τα λογίζουν ως απαγορευμένο καρπό! 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 11062017

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

ΤΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΙΖΟΥΝ



Είναι τα κεράσια που αρχίζουν αυτές τις ημέρες να κοκκινίζουν στα κλαδιά των δέντρων και φανερώνουν πως περνάμε από την άνοιξη στο καλοκαίρι ανοίγοντας με την εμφάνισή τους στην αγορά και το δρόμο για ωρίμανση και των άλλων υπέροχων φρούτων σε όλη την Ελλάδα.

Τούτο το ετήσιο θαύμα των πολύτιμων δέντρων έχει αρχίσει ήδη να φαίνεται στις κερασιές της περιοχής της Αγιάς, όπου ευδοκιμούν όλα τα φρούτα και αποτελεί την απασχόληση των περισσοτέρων αγροτών της περιοχής οι οποίοι ξεκίνησαν ήδη από προχθές να μαζεύουν τα πρώτα ώριμα κεράσια και θα συνεχίζουν για πολλές ημέρες καθώς η καλλιέργειά τους είναι εκτεταμένη και σε πολλά υψόμετρα πάνω στον Κίσαβο. Σε τούτο ακριβώς οφείλεται και η μεγάλη ποικιλία των γεύσεων των κερασιών τα οποία, σημειώνουμε ότι είναι και εξαιρετικής ποιότητας καθώς τα ευνοούν πολύ τα μοναδικά μικροκλίματα της περιοχής τα οποία επηρεάζονται από τον Κίσαβο αλλά και από τον αέρα του Αιγαίου.

Η καλλιέργεια της κερασιάς η οποία αποτελεί και προνομιακή απασχόληση στην περιοχή ξεκινάει από τον κάμπο της Αγιάς και ανεβαίνει σε αρκετό υψόμετρο στις πλαγιές του Κισάβου και εξαιτίας αυτού η ωρίμανση των κερασιών γίνεται σταδιακά, απαιτεί σχεδόν ένα μήνα προσοχής. Ένας μήνας που είναι πανηγύρι για τους ντόπιους καθώς αποτελεί και έναν ευχάριστο σταθμό στη διαρκή φροντίδα των δέντρων, της παρακολούθησης των ευαίσθητων κερασιών από την ανθοφορία μέχρι την ωρίμανση η οποία είναι γεμάτη με λαχτάρα για τον καιρό που όπως και νάχει, η συμπεριφορά του τα επηρεάζει και γεμίζει με αγωνία τους καλλιεργητές τους μέχρι τη στιγμή που θα γίνει η συγκομιδή.


Ήδη από χθες ξεκίνησε  η συγκομιδή και σε μια – δυο ημέρες θα φθάσουν στις αγορές και για ένα ολόκληρο μήνα και παραπάνω, όσοι αγαπούν αυτό το υπέροχο φρούτο θα το βρίσκουν στα μανάβικα και στις λαϊκές σε αφθονία και εξαιρετική ποιότητα! 

ΑΘΗΝΑ, 08052017

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΠΕΡΙΦΗΜΑ ΚΑΨΙΩΤΙΚΑ ΚΕΡΆΣΙΑ



Ήταν τα κεράσια, το πρώτο φρούτο που έβαζαν οι άνθρωποι στο στόμα τους στα ορεινά χωριά τα χρόνια που δεν τα επισκέπτονταν πλανόδιοι μανάβηδες και η εκτίμηση που έτρεφαν γι’ αυτά οι ορεινοί σε όλη την Ελλάδα ήταν μεγάλη. Περνούσε ολόκληρος χειμώνας χωρίς να έχουν φάει ένα φρέσκο φρούτο και για τούτο φρόντιζαν να έχουν αρκετές κερασιές φυτεμένες στα χωράφια τους από τις οποίες, όχι μόνο γέμιζαν το σπίτι, αλλά σε πολλές περιπτώσεις τα εμπορεύονταν πηγαίνοντάς τα στα χωριά του κάμπου που εκείνα τα χρόνια δεν ήξεραν τι θα πει φρούτο και ούτε οπωρόδεντρα είχαν φυτεμένα.

Αναφέρομαι στην ορεινή Δυτική Φθιώτιδα όπου τα περισσότερα χωριά thw είναι χτισμένα στις  ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού σε υψόμετρο 700 με 800 μέτρα το οποίο είναι ιδανικό για την ανάπτυξη των οπωρόδεντρων και αυτό αποτελούσε μια σημαντική απασχόληση για τους ντόπιους και ένα έσοδο αν βέβαια τα πήγαινε καλά ο καιρός.

Τα κεράσια λοιπόν ήταν το πρώτο φρούτο που μάζευαν οι ορεινοί και τα πήγαιναν στα κεφαλοχώρια και στα χωριά του κάμπου για να τα πουλήσουν, πράγμα αρκετά δύσκολο και κυρίως να τα ανταλλάξουν με άλλα είδη, όπως σιτάρι, κριθάρι και καπνός. Εκείνα τα κεράσια δεν ήταν όπως των σημερινών ποικιλιών αλλά ντόπια, λευκά και λίγο κόκκινα και τα μάζευαν από κάτι τεράστια δέντρα που είχαν στις άκρες των χωραφιών για να κερδίζουν καλλιεργήσιμο χώρο, με ψηλές σκάλες. Υποστήριζαν δε πως όσο ψηλότερα είναι οι κερασιές τόσο καλύτερα κεράσια κάνουν και δεν είχαν άδικο. Τη δουλειά του μαζέματος των κερασιών την αναλάμβαναν συνήθως γυναίκες και τα έβαζαν με προσοχή σε τροβάδες και κατόπιν σε μεγάλα ξύλινα κασόνια και τα σκέπαζαν με φύλλα για να διατηρούνται δροσερά στην μεταφορά ή οποία γίνονταν με μουλάρια και αρκετές φορές ήταν και πάνω από οχτώ ώρες ως την αγορά – την πλατεία δηλαδή του χωριού που ήταν ο προορισμός.

Πρόλαβα στο χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας στη δεκαετία του ’60, έναν ηλικιωμένο, τον Γιάννη Ακρίβο, ο οποίος ήταν ο έμπορος που συγκέντρωνε τα φρούτα και τους καρπούς του χωριού και τα πήγαινε ως τη Λαμία και την Καρδίτσα πολλές φορές να τα πουλήσει. Ολόκληρη σειρά από μουλάρια ξεκινούσε μόλις νύχτωνε από το χωριό για να φτάσει τα ξημερώματα στα χωριά που ήθελε και να γυρίσει το βράδυ με τα ζώα φορτωμένα αλλάγματα και να ξαναφορτώσει πάλι να φύγει για καινούργιο προορισμό. Αυτό με τα κεράσια κρατούσε καμιά εβδομάδα, το πολύ δέκα ημέρες γιατί οι κερασιές του χωριού ήταν φυτεμένες σε διαφορετικά υψόμετρα, ξεκινούσαν από τα 400 μέτρα και έφταναν ως τα 850 μέτρα, διαφορά που επηρέαζε σημαντικά την καρποφορία τους.

Το πιο σημαντικό στην περίπτωση ήταν ότι εκείνα τα κεράσια, λεπτόφλουδα και χωρίς να έχουν υποστεί κανένα ψεκασμό ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητα τόσο στη συλλογή, όσο και στη μεταφορά αλλά έφταναν (χωρίς να μπουν και σε ψυγείο βέβαια) σε άριστη κατάσταση στον προορισμό τους και γι’ αυτό ήταν και ονομαστά. «Καψιώτικα» κεράσια έλεγαν και τα λιμπίζονταν στην παλάντζα που τα ζύγιζε ο χωριανός έμπορας. Ανάλογα δε με την οικονομική δυνατότητά του ο καθένας αγόραζε λίγα για να «καλοσκαιρίσει» με χρήματα ή άλλαζε περισσότερα με σιτάρι, περσινό αν είχε γιατί αυτό τον καιρό δεν είχαν ακόμη θερίσει ή με καμιά σακκούλα λαθραίο καπνό ο οποίος ήταν πιο ευπρόσδεκτος γιατί αποτελούσε άλλο είδος εμπορεύσιμο στους ορεινούς, πιο προσοδοφόρο.

Από εκείνες τις παλιές κερασιές, σώζονται μερικές αλλά λόγω του ύψους τους και της κατάστασης που βρίσκονται –σωστά ερείπια μιας άλλης εποχής- μόνο λίγοι τολμηροί και με μακριές σκάλες μπορούν να φτάσουν και να γευτούν τα κεράσια τους. Φυσικά γίνεται και προσπάθεια από ένα συγχωριανό που γνωρίζει να κάνει εμβολιασμούς να καταφέρει να κρατήσει την ποικιλία και να έχουμε να θυμόμαστε τα παλιά ωραία καψιώτικα κεράσια.


ΥΓ. Έζησα τις τελευταίες στιγμές του εμπορίου κερασιών του χωριού στον κάμπο με τον πατέρα μου που τα κουβαλούσε με το αυτοκίνητο και θυμάμαι καλά εκείνη την εποχή που χαρακτηρίζονταν από φτώχεια και τις ανταλλαγές αγαθών που γίνονταν ανάλογα με το προϊόν και την ποιότητά του. Τα κεράσια ήταν το πιο «βαρύ» νόμισμα όλης της χρονιάς.   

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο bostanistas, 05 Ιουνίου 2016
http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.paragoume&id=4218


Κυριακή 25 Μαΐου 2014

ΠΙΟ ΕΞΥΠΝΗ ΚΟΤΑ ΣΤΟ ΚΟΤΕΤΣΙ...



Από την μικρή πατρίδα η φωτογραφία, πρωϊνή - πρωϊνή μάλιστα για να προλάβω να ψηφίσω κι εγώ στην Αθήνα με ένα απίστευτο θέμα που με έκανε να αναθεωρήσω την άποψή μου γενικώς  για τις κότες. Όχι που δεν πίστευα πως ήταν ιδιαίτερα έξυπνες σε ότι αφορά την αναζήτηση τροφής (πραγματικές αλανιάρες) αλλά αυτό που είδα τις ανέβασε πολύ στην εκτίμησή μου και τις καμάρωσα χωρίς να τις ενοχλήσω πλησιάζοντάς τες και γι’ αυτό και η κάπως πρόχειρη φωτογραφία με τη δράση τους γύρω από την κερασιά.
Οι κότες λοιπόν της μάνας μου αφού τους άνοιξε το πρωί την πόρτα από το τριπλά περιφραγμένο κοτέτσι από το φόβο των κουναβιών και των αλεπούδων, αυτές ξαμολύθηκαν στους κήπους και καθώς φαίνεται πως είχαν σταμπάρει από χθες που υπήρχε μια μικρή κερασιά που οι καρποί τους είχαν ωριμάσει πήγαν και άρχισαν να ψάχνουν από κάτω για κανένα πεσμένο κεράσι. Πως όμως να βρουν πεσμένα κεράσια αν δεν βρεθεί κάποιος να τους τα ρίξει γιατί αυτά αν δεν ωριμάσουν αρκετά δεν πέφτουν με τίποτα.

Δεν τις ένιαξε όμως γιατί ξαφνικά μια από τις πιο έξυπνες φαντάζομαι και αρκούντως ευλύγιστη και ελαφριά,άνοιξε τα φτερά της και με ένα πέταγμα βρέθηκε στα κλαδιά της κερασιάς και με το ράμφος της άρχισε να σπάζει τα μικρά κλαριά που ήταν γεμάτα κεράσια και αυτά να πέφτουν στο έδαφος. Στην πραγματικότητα δεν προλάβαιναν να πέσουν στο έδαφος γιατί οι λαίμαργες κότες τα άρπαζαν αμέσως στον αέρα και τα καταβρόχθιζαν. Φυσικά και γινόταν ένας μικρός καυγάς μεταξύ τους ποια θα φάει τα περισσότερα αλλά κάτι τέτοιο είναι συνηθισμένο για τις κότες αλλά εκείνο που μου κίνησε την περιέργεια ήταν ο κόκορας, ένας υπέροχος κόκορας δεν ακούμπησε ούτε ένα κεράσι και φαντάζομαι πως δεν το έκανε για λόγους ευγένειας - να χορτάσει δηλαδή το χαρέμι του - αλλά κάπου τον έπιασα να είναι λίγο ενοχλημένος που η ιδέα με τα κεράσια δεν ήταν δική του αλλά μιας απλής κότας που έτυχε να έχει λίγο περισσότερο μυαλό απ’ ολόκληρο το κοτέτσι.
Αυτό το γεγονός σήμερα το πρωί με τις κότες της μάνας μου, μου έφτιαξε τη διάθεση και παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής για να προλάβω κι εγώ να ψηφίσω στα ωραία Εξάρχεια όπου δεν υπάρχουν κερασιές αλλά από κοτέτσια είναι γεμάτος ο τόπος από το μυαλό μου δεν έφευγε η ιδέα ότι από εκεί που δεν το περιμένεις, μπορεί να γίνει το θαύμα και μια κότα, να βρει τον τρόπο να χορτάσει και τις υπόλοιπες κότες και τον κόκκορα μαζί...

ΑΘΗΝΑ, 25052014