Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Μαΐου 2023

ΕΝΑΣ ΓΡΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ



 

Με τις «ειδήσεις» ασχολούμαι (και ζω απ’ αυτές) περί τα σαράντα χρόνια και επειδή αυτές δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν να γίνονται, ελάχιστες πια κρατάω στο μυαλό μου και ακόμη πιο λίγες είναι εκείνες που με εντυπωσιάζουν…

 Τα λέω αυτά γιατί απόψε, σε μια κίνηση ρουτίνας άνοιξα το facebook και πρώτη – πρώτη ανάρτηση ήρθε μια που έκανε ο φίλος Λάκης Ζαρονικόλας από το διπλανό με το δικό μου χωριό Παλαιόκαστρο και αναφέρονταν στη φιλοξενία από τον Πολιτιστικός - Μορφωτικός Σύλλογος Παλαιοκάστρου για δέκατη μάλιστα χρονιά της ομάδας του καθηγητή της βιολογίας KLAUS REINHOLD και 13 φοιτητών του γερμανικού πανεπιστημίου BIELEFELD UNIVERSITAL για συνέχεια της έρευνας για το έντομο Poecilimon veluchianus  το οποίο ζει στην περιοχή από Λαμία μέχρι Καρπενήσι και στην περιοχή της Οίτης και είναι γνωστό σε όλη την Ευρώπη.



 Mε αφορμή αυτή την ανάρτηση έψαξα και βρήκα, όσο μπορούσα βέβαια γιατί οι γνώσεις μου για τα ορθόπτερα και τους γρύλλους των θάμνων είναι περιορισμένες τι είναι ο Poecilimon veluchianus, είδα φωτογραφίες του και είδα πώς αυτό το εκπληκτικό έντονο που κανείς δεν έδινε σημασία στον τόπο μας είναι αντικείμενο μελέτης από σπουδαία πανεπιστήμια του κόσμου και η βιβλιογραφία αρκετά αναπτυγμένη. Θυμήθηκα δε πως αυτό τον καιρό που κόβαμε χορτάρια ήταν τόσα πολλά αλλά δεν μας έκανε καμιά εντύπωση. Χώρια δε που νομίζαμε πως ήταν ακρίδες… Επί πλέον το veluchianus με παραπέμπει να κάνω κι ένα συσχετισμό, με του Άρη Βελουχιώτη αν μου επιτρέπεται και χωρίς να υπονοώ τίποτα, καθώς αυτός κι ένας γρύλος των θάμνων είναι βελουχιώτικοι!

 


Αυτή λοιπόν ήταν για μένα η πιο σπουδαία «είδηση» που είδα χθες στο Facebook και μέσω αυτής σας προτρέπω να αναζητήσετε περισσότερα για τον Poecilimon veluchianus σε σχετικές ιστοσελίδες όπου θα δείτε τι ενδιαφέροντα πράγματα μπορεί να συναντήσει κάποιος στην ελληνική φύση…

 


ΥΓ. Οι φωτογραφίες από διάφορες επιστημονικές σελίδες και ευχαριστώ τους δημιουργούς τους που έσκυψαν στα χώματα της μικρής πατρίδας και φωτογράφησαν τους γρύλλους μας…

ΑΘΗΝΑ, 27052023

 

 

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

Ο ΠΑΝΟΣ ΥΦΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ … ΓΙΔΟΥΛΕΣ ΤΟΥ

 


Στους ερημότοπους που έχει καταντήσει ολόκληρη η ελληνική ύπαιθρος στο καιρό μας λόγω της τραγικής αποψίλωσης του πληθυσμού και της υποχώρησης, έως την αφάνεια πλέον της παραδοσιακής ζωής, σκηνές σαν αυτή που είδαμε χθες το απόγευμα επιστρέφοντας από το Καρπενήσι με τον εξάδελφό μου Δημήτρη Προβόπουλο στο δρόμο λίγο πριν το απόκοσμο και ισκιωμένο από τεράστια έλατα ρέμα Χράμπα, είναι σπάνιες και πολύτιμες τόσο για την αίσθηση της συνέχειας, όσο και της πατριδογνωσίας…

Εκεί συναντήσαμε τον Πάνο Υφαντή, κάτοικο Τυμφρηστού που είχε βγάλει μετά το απόβρεχο τις τρεις ωραίες κατσίκες του να βοσκήσουν στα βάτα και στα χαμόκλαδα δίπλα στο δρόμο. Ένας άνθρωπος και τρεις γίδες δίπλα σε ένα δρόμο φυσικά και δεν λένε τίποτα στους νεότερους και μόνο κάποιοι που τα βλέπουν ως φολκλόρ μπορεί να σταματήσουν και να βγάλουν μια φωτογραφία να την ανεβάσουν στα ΜΚΔ να δηλώσουν τάχα πως είδαν κι αυτό ή ήταν εκεί. Το ίδιο θα έκαναν και κάποιοι φωτογράφοι, να μοιράσουν την φωτογραφία στα έντυπα, όσα απόμειναν πια και στους ιστότοπους για τον τουρισμό καθώς πιστεύουν πως με τέτοιες φωτογραφίες θα προσθέσουν κύρος στο πόνημά τους.

Φυσικά κι εμείς δεν είχαμε ούτε τέτοια πρόθεση, ούτε και διάθεση. Σταματήσαμε και πρώτα «φτύσαμε» κυριολεκτικά τις ωραίες κατσίκες για να μην τις ματιάσουμε και μετά χαιρετήσαμε τον τσοπάνο. Τον Πάνο τον ξέρουμε χρόνια, ήταν χειριστής μηχανημάτων όπως μπουλντόζες, γκρέιντερ και άλλα και δούλεψε πολλά χρόνια τόσο στα χωριά του Ανατολικού Τυμφρηστού αλλά κυρίως στην Ευρυτανία, όλες τις εποχές. Δεν υπάρχει δρόμος εκεί να μην τον έχει περάσει ο Πάνος είτε να τον ανοίξει από τα χώματα το καλοκαίρι, είτε από τα χιόνια τον χειμώνα και ήταν πολύ αγαπητός από τον κόσμο καθώς απ’ αυτόν εξαρτιόνταν και η επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο. Μέχρι τα απίστευτα Ψιανά και Δολιανά έχει πάει αρκετές φορές να ανοίξει τον δρόμο που συνεχώς κλείνει.

Ο Πάνος πριν από τρία χρόνια συνταξιοδοτήθηκε και ζει στον Τυμφρηστό με την γυναίκα του Βασιλική (Μπακογιώργου) από τη Δάφνη Ευρυτανίας και τον γιο του Βαγγέλη μηχανικό. Ο άλλος του γιός, ο Χρήστος είναι δάσκαλος στον Πειραιά. Κουρασμένος από την βαριά δουλειά στα μηχανήματα ο Πάνος κάνει στον Τυμφρηστό μια ήσυχη ζωή, ασχολείται με τον κήπο του και ιδιαίτερα με τις τρείς όμορφες κατσίκες του. Την μεγάλη, την πεντάχρονη Φιορούλα του, την μεσαία Ζάνα και την μικρή Αστέρω που την ονόμασε έτσι γιατί έχει ένα άσπρο αστεράκι ανάμεσα στα κερατάκια της. Και οι τρεις προέρχονται από την ίδια οικογένεια και τούτο αποτελεί παράδοση για τις μανάρες για να έχουν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Αλλιώς όλη μέρα, όπως το συνηθίζουν εξάλλου οι κατσίκες θα δοκίμαζαν τα κέρατά τους η μια στης άλλης το σώμα ή το κεφάλι. Από το μικρό κοπαδάκι του φυσικά λείπει ο τράγος, αλλά όταν χρειάζεται πάει και φέρνει μαζί τους ένα από τα βαρβάτα που έχει ο ξάδερφός του Νίκος Σεϊντής και γίνεται η δουλειά. Πρόπερσι μάλιστα από ένα τέτοιο μαρκάλο (έτσι το λένε για τις κατσίκες) η Φιορούλα γέννησε πέντε κατσικάκια και τον παίδεψαν πολύ μέχρι να πάρουν πάνω τους και να αρχίσουν να βόσκουν.

Οι κατσίκες του Πάνου είναι «μανάρες». Έτσι έλεγαν παλιότερα τις κατσίκες που δεν ήταν κοπάδι και κρατούσαν στα σπίτια, δυο – τρεις, το πολύ πέντε. Σχεδόν κάθε σπίτι σε χωριό είχε τις δικές του γιατί απ’ αυτές έπαιρναν το γάλα που έπιναν και έφτιαχναν κυρίως βούτυρο και σπανίως τυρί. Ήταν σαν λέμε σήμερα το γαλατάδικο του σπιτιού και δεν είχε τις ανάγκες και το κόστος της διατροφής που απαιτεί μια αγελάδα. Γι’ αυτό και οι πιο αδύναμοι οικονομικά στα χωριά και οι γέροντες είχαν από δυο – τρείς «γιδούλες» να πορεύονται. Τις βοσκούσαν μέσα στα χωράφια και τους κήπους, πολλές φορές δεμένες με ένα καναβίδι από τα κέρατα ή τα πόδια γιατί όσο και να τις πρόσεχαν πάντα αυτές εύρισκαν τρόπο να κουρέψουν κλήματα, δέντρα και καλλιέργειες. Ακόμα και στους δρόμους μέσα και έξω από το χωριό τις βοσκούσαν και δεν άφηναν βάτο για βάτο. Έτσι ήταν καθαροί οι δρόμοι και τα μονοπάτια, από τις «μανάρες» κατσίκες και ακόμη και από τα γαιδουρομούλαρα που κινούνταν στα χωριά. Τώρα που ούτε αυτά υπάρχουν, ούτε και κατσίκες γέμισαν παντού βάτα και αγριόδεντρα και δύσκολα πια περνιούνται. Ένας λόγος πάλι που μανάρες έκαναν μόνο κατσίκες ήταν γιατί αυτά τα υπέροχα ζώα είναι από τα καθαρότερα οικόσιτα και μπορούσαν ακόμη να συζούν στο ίδιο δωμάτιο ή καλύβα. Όσοι έχουν ζήσει στα χωριά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες θα θυμούνται πολλές γερόντισσες να μένουν με τις μανάρες τους κάτω από την ίδια στέγη…

Η παράδοση με τις μανάρες κατσίκες έχει σχεδόν σβήσει και όποιος δει τον Πάνο Υφαντή στο δρόμο με τις «γιδούλες» ενδεχομένως δεν μπορεί να καταλάβει το ρόλο του ή να διαβάσει την σκηνή και η προσέγγισή του θα είναι επιφανειακή η επιεικώς φολκλορική. Τον Πάνο όμως δεν τον ενδιαφέρει καν αυτό και το εισπράττει με συγκατάβαση καθώς αυτός παίζει, με πλήρη συνείδηση μάλιστα, έναν πανάρχαιο ρόλο, τόσο κοινωνικό, όσο και οικονομικό. Ενδεχομένως δεν έχει την ανάγκη να συντηρεί δυο – τρεις «γιδούλες» που είχαν παλιότερα οι άνθρωποι αλλά αυτό το κάνει γιατί του αρέσει να τις βγάζει να βοσκήσουν, να τις φροντίζει και αυτές να τον ακολουθούν πιστές και φρόνιμες ομορφαίνοντας το τοπίο που τόσο ανάγκη έχει αυτές τις σκηνές να μην είναι άδειο.


ΥΓ. Η λέξη «μανάρα» ή «μανάρι» από την αγροτοποιμενική παράδοση έχει μεταπηδήσει και στην καθομιλουμένη των πόλεων και εκφράζει το νεαρό εκείνο άτομο, ιδίως θηλυκό και σπανίως αρσενικό που είναι όμορφο, φροντισμένο και καλοθρεμμένο από κάποιον ή την οικογένειά του. Όταν δε χρησιμοποιείται η λέξη, πάντα την ακολουθεί ένα θαυμαστικό!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26082022

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕ ΤΑ ΚΑΨΙΑ


Μια γέρικη καστανιά δίπλα στο μονοπάτι που στη μνήμη της 
έχουν γραφεί τόσοι και τόσοι διαβάτες και περαστικοί.

Πήγα πριν από λίγες ημέρες, όταν έριξε χιόνι στο χωριό μια βόλτα στις γειτονιές κι ο δρόμος με έφερε στον Άγιο Παντελεήμονα όπου αν και μου αρέσει πολύ είχα χρόνια να επισκεφτώ. Ο Άγιος  Παντελεήμονας είναι κάτι σαν λόφος, μια εξοχή του αντερείσματος που κατεβαίνει από το βουνό και κόβει τη θέα προς τα νότια απομονώνοντας το χωριό μας από τα άλλα συγγενή του χωριά Κάψια, την Μεσαία Κάψη (Μ’σοχώρι) και τον Τυμφρηστό. 


Ο Τυμφρηστός μια χιονισμένη μέρα με ανθισμένες τις κορομηλιές, 
όπως φαίνεται από τη στροφή κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα.

Η επίσκεψη λόγω του κρύου ήταν σύντομη αλλά δεν έχασα την ευκαιρία, μιας και δεν είχαν σκεπάσει ακόμη τα φύλλα τα σημάδια του Τόπου να επιχειρήσω να περπατήσω το παλιό μονοπάτι που συνέδεε τα χωριά μεταξύ τους και το τμήμα του από την στροφή κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα καταργήθηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 όταν έγινε ο αμαξιτός δρόμος. Το υπόλοιπο διατηρήθηκε πάλι μέχρι που έγινε ο δρόμος από το χωριό μέχρι τον Τυμφρηστό περί το 1970 κι έτσι συντομεύτηκε ο δρόμος προς το Καρπενήσι, σε βαθμό που οι περισσότερες ανάγκες μας εξυπηρετούντα πλέον από εκεί και όχι από την μεριά της Φθιώτιδας. Το παλιό μονοπάτι θυμόμαστε γεμάτο κόσμο στη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα που έρχονταν από το Μ’σοχώρι (Μεσαία Κάψη) είτε με τα πόδια, είτε καβαλαρία με διάθεση πανηγυριώτικη.

Η εικόνα αυτή μου είχε δημιουργήσει εντύπωση και ήταν η πρώτη θα έλεγα που με εισήγαγε στην έννοια της γειτονίας των χωριών η οποία στηρίζονταν στις συγγένειες όπως αργότερα κατάλαβα. Οι σχέσεις αυτές τότε ήταν πιο πυκνές και πιο ευδιάκριτες από σήμερα αλλά και πιο σαφείς. Ο κόσμος τότε αν και ήταν υποχρεωμένος να περπατάει γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι και αυτοκίνητα, τιμούσε ιδιαίτερα αυτές τις συγγένειες. Το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου ήταν μια ευκαιρία να συναντηθούν οι κάτοικοι και από τα τρία χωριά και να ανανεώσουν με αυτόν τον τρόπο την επικοινωνία τους, να μιλήσουν για κοινά ζητήματα, να διασκεδάσουν και φυσικά να προξενευτούν.

Το μονοπάτι αυτό θυμήθηκα όταν προχθες που λόγω κακοκαιρίας έμεινα στο σπίτι είδα να με καλεί στο δίκτυο κάποιος φίλος που κάτι μου έλεγε το όνομά του. Ήταν ο Θανάσης Στρίγκας από τον Τυμφρηστό με τον οποίο πηγαίναμε, σε διαφορετικές τάξεις βέβαια, μαζί στο Γυμνάσιο Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού. Ο Θανάσης που εδώ και 45 χρόνια ζει και εργάζεται στο Μόναχο της Γερμανίας, διάβασε το κείμενο για τον θάνατο του Νικηφόρου Πανέτσου και με κάλεσε να μιλήσουμε λιγάκι και να μάθει περισσότερα και η κουβέντα σιγά – σιγά οδηγήθηκε ήρθε στα χρόνια του σχολείου, τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες και τα άλλα ενδιαφέροντα που ζούσαμε τότε στα χωριά μας.

Η κουβέντα ήρθε και στις σχέσεις που είχε η οικογένεια του Θανάση με το χωριό μας. Η γιαγιά του ήταν συγγενής με τους Καλατζαίους και έρχονταν συχνά και τους έβλεπε. Σε αυτό το μικρό ταξίδι από τον Τυμφηστό στη Μεγάλη Κάψη που κρατούσε περί την μία ώρα και κάτι ο Θανάσης και η γιαγιά του έρχονταν και πήγαιναν από το παλιό μονοπάτι, αυτό που σήμερα μόλις που φαίνεται μέσα στο κουβαριασμένο δάσος που είναι κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα. Το μονοπάτι που περνάει και μέσα από τα ερείπια αχρονολόγητων κατοικήσεων στην ουσία είναι κλειστό, αλλά αξίζει νομίζω να μαζευτούμε μια μέρα οι χωριανοί να το καθαρίσουμε. Όχι γιατί θα εξυπηρετήσει κάποια επικοινωνία,  γι’ αυτό υπάρχει ο αμαξιτός δρόμος μόλις δέκα μέτρα πιο κάτω αλλά για να θυμηθούμε με την ευκαιρία εκείνο τον παλαιό κόσμο και τις συνήθειες που τον κρατούσαν δεμένο…


Το μονοπάτι ευδιάκριτο ακόμη γεμάτο φύλλα από τις καστανιές.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να το προτείνουμε και στους γείτονες Τυμφρηστιώτες και Μ΄σοχωρίτες να μαζευτούμε μια μέρα να καθαρίσουμε καθένας κι ένα κομμάτι από το μονοπάτι όπου φαίνεται ακόμη και στο τέλος να το γιορτάσουμε όλοι μαζί. Έτσι θα θυμηθούμε πως ζούσαν και κινούνταν οι προηγούμενες γενιές που μας παρέδωσαν τον Τόπο κι εμείς με τη σειρά μας τον αφήσαμε να τον πνίξει το δάσος και η σιωπή...

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 09042020

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΔΕΝ ΕΦΕΡΑΝ ΒΡΟΧΗ


Έκλεισα μια δίμηνη σχεδόν παραμονή στη μικρή πατρίδα στη διάρκεια της οποίας ασχολήθηκα με την πρώτη φάση της αναζωογόνηση των πατρογονικών κτημάτων, το καθάρισμα δηλαδή απ’ ότι άγριο, ασθενικό και άκαρπο είχε φυτρώσει στα παλιά χωράφια, με μια επίσκεψη στο απέναντι από τη Μεγάλη Κάψη χωριό, το ωραίο Δίκαστρο για μια ημερίδα που διοργάνωσαν οι συμπατριώτες από εκεί για την ιστορία και τη φύση του Τυμφρηστού και για την οποία θα αναφερθώ σε επόμενο σημείωμα.

Ένας ακόμη από τους λόγους που επισκέφθηκα το Δίκαστρο ήταν για να θαυμάσω από εκεί πλήρη το συγκρότημα του Τυμφρηστού με τις δυο κορυφές του ανατολικού μέρους, την χαμηλή που λέγεται Κουμπί και την ψηλή (2.315 μ.) η οποία καλείται Άνεμος και ένα τμήμα του προς την Ευρυτανία, το λεγόμενο Αγιοτριαδίτικο. Λίγο έξω από το Δίκαστρο, στο δρόμο προς το Περίβλεπτο και τα Πιτσιωτά είναι ένα σημείο με λίγα δέντρα που φαίνεται καλά αλλά οπωσδήποτε, όποιος ανηφορίσει με τα πόδια ή πάει, αν είναι δυνατόν από τον δασικό δρόμο ψηλότερα η θέα είναι πολύ καλύτερη και ασφαλώς πιο εντυπωσιακή.

Από εκεί λοιπόν είδα χθες τον Τυμφρηστό να έχει μια ζώνη από σύννεφα πάνω από τα 1.500 μέτρα, που γέννησε τη νύχτα το σώμα του βουνού, πράγμα το οποίο δεν μου μείωσε το ενδιαφέρον αλλά με στενοχώρησε πολύ γιατί αν και ήταν μια εντυπωσιακή εικόνα και σκέφτηκα προς στιγμή πως θα έβρεχε, στη συνέχεια της ημέρας απογοητεύτηκα. Η πολυπόθητη βροχή που περιμένουμε εδώ και τέσσερις μήνες δεν ήρθε ούτε και χθες κι έτσι το μαρτύριο της ανομβρίας θα συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες όπως ακούω και στο μετεωρολογικό δελτίο. Το γεγονός έχει φοβερές συνέπειες, τόσο στην καρποφορία των δέντρων αλλά και σε ολόκληρο το δάσος καθώς έχουν στερέψει όλες οι πηγές και βασανίζονται από την ανυδρία τόσο τα δέντρα αλλά κυρίως τα ζώα και τα πουλιά.

ΑΘΗΝΑ, 16102017


Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΪΚΟΥ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΥ

Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από το ξάγναντο κάτω από τον Βράχο.
Σαν τάμα αναστάσιμο το είχα να ανεβούμε πασχαλιάτικα στην χαμηλή κορυφή του Τυμφρηστού που λέγεται Κουμπί αλλά δεν γινόταν, ήθελε δύναμη και καλό εξοπλισμό γιατί κρατούσε ακόμα χιόνι κι έτσι περιοριστήκαμε με τον Δημήτρη Παπαδιά σε ένα βιαστικό πέρασμα του δρόμου απολαμβάνοντας το πανόραμα του βουνού και λιγότερο του κάμπου και του ορίζοντα των βουνών της Ρούμελης και των Αγράφων γιατί η μέρα ήταν λίγο θαμπή από τη σκόνη που μας έρχεται κάθε άνοιξη από την Αφρική. 


Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από την Καμηλόβρυση πάνω από το Νεοχώρι
Για να εξηγούμαστε όμως, τι σημαίνει Τυμφρηστός και τι «Βελούχι», πρέπει να γράψω δυο λόγια γιατί κάκιστα έχει καθιερωθεί να λέγεται «Βελούχι» αυτό το εκπληκτικό βουνό το οποίο με το όνομά του εμφανίζεται στους στίχους της Ιλιάδας. Εκεί αναφέρεται πως ο ημίθεος Αχιλλέας μετά τη θυσία εκατό βοδιών που έκανε προς τους θεούς έκοψε τα μαλλιά του και τα έριξε στην πηγή του Σπερχειού οι οποίες υπάρχουν ακόμη και σήμερα στο χωριό Μαυρίλο, ευχόμενος την επιστροφή του στην πατρίδα Φθία


Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από το δρόμο κάτω από το Πικροβούνι
Από τότε μέχρι σήμερα, ούτε ο Σπερχειός άλλαξε πηγές ούτε και το βουνό περπάτησε παραπέρα. Στο γένος των ανθρώπων όμως συνέβησαν πολλά και τρομερά και αποτέλεσμα ήταν να αλλάξουν πολλά πράγματα και ανάμεσά τους και τα ονόματα κάποιων τόπων κατά συνθήκη ιερών για τους Έλληνες. Ανάμεσά τους λοιπόν ήταν και η αλλαγή της ονομασία του Τυμφρηστού (εκ του τύμφη που σημαίνει κάτι προς το γκρίζο εξαιτίας των πετρωμάτων του και της συννεφιάς που πολλές φορές έχει) σε Βελούχι, άγνωστο πότε και από ποιους και έρευνα προς τούτο ουδόλως ενδιαφέρει γιατί όπως προαναφέρθηκε υπάρχει η αρχαία λέξη και ούτε συζήτηση γίνεται! 




Αφορμή για το σχόλιο τούτο δόθηκε η αλλαγή της φωτογραφίας του προφίλ μου, τραβηγμένη από τον Δημήτρη Παπαδιά κάτω από τον Βράχο που με δείχνει μπροστά από την κορυφή του βουνού στην οποία διακρίνονται τα χαρακτηριστικά μιας μορφής ανθρώπου που αυτές της ημέρες με το χιόνι είναι πιο έντονα. Όντως υπάρχει αυτή η μορφή την οποία σχηματίζουν οι βράχοι και φαίνεται ακόμα όταν είναι καθαρή η ημέρα και από τη Λαμία αλλά το σπουδαίο είναι ότι όλο αυτό το σύμπλεγμα από όποιο σημείο της Δυτικής Φθιώτιδας γύρω από το βουνό και αν το δει κάποιος προκαλεί την ίδια εντύπωση.



Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από τον Αι - Λιά του Νεοχωρίου
Μια γιγαντιαία ανθρώπινη μορφή που ατενίζει το άπειρο του σύμπαντος είναι η κορυφή του και δεν αποκλείεται να είναι ο θεός Τυμφρηστός της εποχής του Αχιλλέα και των Μυρμιδόνων. Γι’ αυτό λοιπόν αν προσπαθήσουμε να φέρουμε πάλι στη γλώσσα μας το παλιό όνομα γιατί «Βελούχι» μπορεί να σημαίνει και αυτή η λέξη κάτι, αλλά από τη στιγμή που υπάρχει μια πιο παλιά και πολλά σημαίνουσα όπως ο Τυμφρηστός, τι ανάγκη την έχουμε; 

ΥΓ
 Η μορφή που προανέφερα δεν φαίνεται από την δυτική πλευρά του Τυμφρηστού, δηλαδή την Ευρυτανία όπου χρησιμοποιούν για το βουνό κυρίως τη λέξη «Βελούχι» την οποία μάλιστα βάζουν ως σήμα σε ξενοδοχεία, προϊόντα, ακόμα και υπηρεσίες ενώ το αντίθετο συμβαίνει με την περιοχή όλης της Φθιώτιδας… 



ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 19042009

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΕΛΟΥΧΙ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΟΥΚΑ




Λίγο μετά την Μακρακώμη, μια πινακίδα δεξιά στο δρόμο δείχνει πως αυτός οδηγεί στο χωριό Τσούκα, τη Φουρνά Ευρυτανίας μέσω Ζαχαράκι, τη Ρεντίνα και την Καρδίτσα. Πρόκειται για ένα ιστορικό δρόμο ο οποίος ξεκίνησε για να ενώνει την Φθιώτιδα με τη Θεσσαλία αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και μόνο μέχρι την Τσούκα έχει άσφαλτο και μπορεί να πάει ένα συμβατικό αυτοκίνητο. Από εκεί κει πέρα είναι ένας απρόοπτος χωματόδρομος και μπορούν να τον περάσουν μόνο αγροτικά και ειδικά οχήματα!

Από αυτόν τον χωματόδρομο μπήκαμε χθες μαζί με τον Γιώργο Καραλή, πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Τσούκας «Όρειος Μείραξ» στο δυνατό αγροτικό του Παναγιώτη Κωνσταντέλλου (Ντελ για τους φίλους του) και πήγαμε ως τη διασταύρωση με το Ροβολιάρι και τη Ρεντίνα. Σκοπός τους ήταν και τους ευχαριστώ να γνωρίσω αυτόν τον υπέροχο τόπο τον οποίο βλέπω από το Βελούχι αλλά ποτέ δεν είχα αξιωθεί να τον περπατήσω.

Είδαμε πολλά και ωραία, κυρίως χωράφια οργωμένα, δάση και μεγάλες βελανιδιές ντυμένες με το χαλκό χρώμα του Νοέμβρη, καλύβες παλιές κτηνοτρόφων αλλά και καινούργιες, μιλήσαμε για πολλά και κανονίσαμε να ξανακάνουμε τη διαδρομή. Εγώ έκανα κάποιες φωτογραφίες γι’ αυτά που θέλω να γράψω τις επόμενες ημέρες αλλά δεν μπορώ να μην σας δείξω πως φαίνεται, παρά την ελαφρά ομίχλη που κάλυπτε όλη τη Δυτική Φθιώτιδα,  το μοναδικό, το τεράστιο Βελούχι από ένα σημείο αυτού του δρόμου!


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 21112016

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ ΤΟΥ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΎ



Ότι ήταν να δώσουν φέτος οι καστανιές, το έδωσαν. Ακόμη και κάποιες από τις όψιμες στέγνωσαν από την καλοκαιρία του Νοέμβρη και έριξαν όλα τα καβούκια τους με ότι κάστανα είχαν μέσα και χάθηκαν στο παχύ στρώμα των φύλλων κάτω από τα δέντρα. Τα περισσότερα από αυτά θα γίνουν τροφή των τρωκτικών που αλωνίζουν στα χωράφια και θα παχύνουν ακόμη περισσότερο τα αγριογούρουνα για τα οποία το φθινόπωρο με την πληθώρα των καρπών είναι γι’ αυτά ότι το Πάσχα για τους ανθρώπους. 

Σε γενικές γραμμές, η φετινή χρονιά για τα κάστανα στα χωριά πέριξ του Τυμφρηστού ήταν καλή και τούτο οφείλεται στο δροσερό καλοκαίρι που περάσαμε και το οποίο βοήθησε πολύ τα δέντρα να δέσουν μεγάλο καρπό αλλά από την άλλη, η υγρασία που επικρατούσε όλο το προηγούμενο διάστημα τα έκανε πιο ευάλωτα στους λογής μύκητες. Έτσι από την παραγωγή κάθε δέντρου ένα μεγάλο ποσοστό ήταν χαλασμένο και άρα έβγαιναν εκτός εμπορίου ή συντήρησης. Αυτά τα κάστανα όμως δεν πήγαιναν ποτέ χαμένα γιατί οι νοικοκυρές  έκοβαν το χαλασμένο μέρος τους και τα έβραζαν ή τα έψηναν για το σπίτι και μάλιστα αυτά εκτός του ότι έβραζαν πιο γρήγορα ήταν και πιο νόστιμα. Όμως και το χαλασμένο μέρος του κάστανου δεν πήγαινε κι αυτό χαμένο γιατί τότε στα σπίτια υπήρχαν κότες και γουρούνια που δεν περιφρονούσαν καθόλου αυτά τα μεζεδάκια.

Από τα καλά τώρα κάστανα, άλλα πήγαιναν στο εμπόριο και έβγαζε ένα μικρό εισόδημα ο παραγωγός και άλλα τα συντηρούσαν με διάφορους τρόπους έτσι ώστε να τα έχουν φρέσκα μέχρι το τα Χριστούγεννα και ακόμη παραπέρα. Ο κύριος τρόπος συντήρησής τους ήταν να τα βάζουν μέσα σε ένα ξύλινο κουτί, να σπέρνουν ανάμεσά τους βρώμη, την οποία κατάβρεχαν και αυτή δεν αργούσε να φυτρώσει και να αγκαλιάσει σφιχτά τα κάστανα παρέχοντάς τους έτσι δροσιά μέχρι την ημέρα που θα τα ξέθαβαν. Εξυπακούεται ότι με αυτό τον τρόπο συντηρούσαν κάστανα που ο καρπός τους δεν είχε το παραμικρό σκάσιμο το οποίο θα επέτρεπε την είσοδο υγρασίας στον καρπό και θα τον σάπιζε. Σε αντίθετη περίπτωση, η συντήρηση πήγαινε περίπατο όπως το συνέβαινε και όταν έβγαζαν τα κάστανα από την υγρή φωλιά τους και δεν καταναλώνονταν γιατί ξεραίνονταν αμέσως.

Ένας άλλος τρόπος διατήρησης των κάστανων ήταν η ξήρανση με ή χωρίς τη φλούδα τους στον ήλιο, πράγμα που τα έκανε πιο εύγεστα γιατί έφευγε όλη η υγρασία τους. Αυτά τα ξηρά κάστανα τα έβραζαν και ήταν νοστιμότατα ενώ εκείνα που διατηρούσαν στην υγρή βρώμη συνήθως τα έψηναν και θεωρούνταν μάλιστα ιδιαίτερη προσφορά στο τραπέζι. Στα κάστανα που ξήραναν συγκαταλλέγονταν και τα άγρια κάστανα, μικρότερα σε μέγεθος, με περισσότερες ίνες και κάπως πικρά αλλά ήταν εξαιρετικά όταν τα έβραζαν και σέρβιραν ζεστά ενώ πολλές φορές στα φτωχά νοικοκυριά ήταν και το κυρίως δείπνο.

Να θυμήσουμε, ότι κατά τα περασμένα χρόνια τα κάστανα δεν ήταν ποτέ αρκετά και λίγα από τα χωριά του Τυμφρηστού που προαναφέραμε είχαν μεγάλη παραγωγή η οποία έβγαινε στο εμπόριο και ακόμη ότι όλα τα νοικοκυριά δεν είχαν καστανιές γιατί το έδαφος των χωραφιών τους δεν ήταν κατάλληλο για την ανάπτυξή τους αλλά όλοι λίγο πολύ βολεύονταν με τις ανταλλαγές προϊόντων που έκαναν κι έτσι δεν έλειπαν από κανένα…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 19112015





Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΠΩΣ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ

Καλησπέρα από τη μικρή πατρίδα όπου σήμερα ο Νοέμβριος μας υποχρέωσε να φορέσουμε κοντομάνικα και απόψε βλέπουμε πως δεν είναι απαραίτητο να ανάψουμε και τζάκι…

Το χωριό μας είναι χτισμένο στην ανατολικά πλευρά του Τυμφρηστού· έχει στην πλάτη του το υπέροχο βουνό και δεν το βλέπουμε καθόλου αλλά αισθανόμαστε τον όγκο του στον αιθέρα του τόπου. Από το χωριό βλέπουμε υπέροχες ανατολές αλλά δεν βλέπουμε τη δύση αλλά καθώς ο ήλιος περνάει από τις κορυφές του βουνού να γείρει προς την Δυτική Ελλάδα και είναι καθαρή η ημέρα, όπως η σημερινή, καταλαβαίνουμε πως έρχεται η νύχτα από τη σκιά των κορυφών του Τυμφρηστού η οποία αργά – αργά ανεβαίνει από την κοίτη του Σπερχειού, από τα Διπόταμα στο απέναντι δασωμένο βουνό πάνω από τον Άγιο Γεώργιο και όταν φτάσει στην κορυφή του, στο οροπέδιο το οποίο καλείται Ασπρόκαμπος, σημαίνει πως ήρθε η ώρα να αφήσουμε τις δουλειές στα χωράφια και να μαζευτούμε σπίτι…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 11112015

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΤΑΡΑΤΣΕΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΚΑΜΠΟΥ

Εκπληκτική η θέα των κορυφών του Τυμφρηστού από τα μεγάλα λιβάδια του Ασπρόκαμπου.

Απέναντι από το χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Τυμφρηστού, απλώνεται μια μεγάλη περιοχή της οποίας το γεωφυσικό ανάγλυφο πρωτοδιάβασα στη ζωή μου και σε αυτό τον χάρτη της μικρής πατρίδας, έμαθα να ξεχωρίζω τα χωράφια και τις καλλιέργειες, τα δέντρα στις πλαγιές, τα μονοπάτια, τις στράτες και τα σύνορα του κόσμου. Σε αυτό τον χάρτη έμαθα να ξεχωρίζω κι ένα παρατημένο, λόγω κατολισθήσεων χωριό, τη Ζιώψη, κοιτίδα των περισσότερων οικογενειών στον Άγιο Γεώργιο Τυμφρηστού και του πατέρα μου.

Αιωνόβιες, υψωμένες βελανιδιές στον ξέφωτο μπροστά από το εξωκλήσι του Αϊ - Λιά

Όλα αυτά ήταν ένα μεγάλο χωματόβουνο, που εκτείνεται πάνω από τον Άγιο Γεώργιο Τυμφρηστού ως το Δίκαστρο με δεκάδες ρέματα που δημιουργούσαν ιδιαίτερους μικρότοπους, καλείται γενικώς Ασπρόκαμπος και ελάχιστοι είναι πλέον στην περιοχή που μπορούν να μιλήσουν για την κοινωνία αυτού του τόπου και να αναφερθούν με τα σωστά τους τοπωνύμια για τα διάφορα σημεία που τον συνθέτουν. 

Από το ύψωμα του Αϊ – Λιά φαίνονται τα χωριά Τυμφρηστός, Μεγάλη Κάψη και Μερκάδα χτισμένα όλα στο ίδιο υψόμετρο στις πλαγιές του Τυμφρηστού.

Το γεγονός οφείλεται σε μια κατολίσθηση στις αρχές του 20ου αιώνα που τραυμάτισε τη μητρόπολη της περιοχής, τη Ζιώψη και ανάγκασε τους κατοίκους της να μετακινηθούν χαμηλότερα προς τον Σπερχειό όπου μέχρι τότε υπήρχαν μόνο χάνια που εξυπηρετούσαν τους περαστικούς που πήγαιναν ή έρχονταν στην Ευρυτανία και λίγα σπίτια. Την μετεγκατάσταση όμως ενίσχυσε και το γεγονός ότι τότε ανοίχτηκε και ο αμαξιτός δρόμος προς Καρπενήσι και το μέρος με τα χάνια άρχισε να εξελίσσεται σε ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο.

Ο Δημήτρης και ο Ηλίας Αντωνόπουλος στην αυλή της εκκλησίας της Παναγίας απέναντι από το παλιο χωριό Ζιώψη που έχει αρχίσει να ζωντανεύει πάλι.
Σιγά – σιγά λοιπόν και μέχρι την δεκαετία του ’50 η Ζιώψη εγκαταλείφθηκε και αυτό επηρέασε και τους άλλους συνοικισμούς γύρω της, όπως η Βίγλα, ο Ασπρόκαμπος, η Στρωμνού και άλλοι και μόνο λίγοι κτηνοτρόφοι τους πήγαιναν εκεί τα κοπάδια τους.  Σήμερα την ύπαρξη αυτών των παλιών συνοικισμών της Ζιώψης θυμίζουν ορισμένα εξωκλήσια που χάρη στη διάνοιξη πολλών δασικών δρόμων στην περιοχή έχουν επισκευαστεί και μπορούν πλέον να τα επισκεφτούν και άλλοι εκτός από τους κυνηγούς.

Το χωριό Άγιος Γεώργιος όπως φαίνεται από το δρόμο που ανεβαίνει στην Αγία Παρασκευή.
Λέω κυνηγούς γιατί η περιοχή ήταν και παραμένει ένας εξαιρετικός κυνηγότοπος για τριχωτά θηράματα και πουλιά κι εκεί διακρίθηκαν πολλοί από τους κυνηγούς του Αγίου Γεωργίου. Την παράδοση αυτή συνεχίζουν σήμερα και πολλοί νεότεροι και σαφώς είναι πιο εύκολο γι’ αυτούς να ανέβουν στον Ασπρόκαμπο για μπεκάτσες με τα αυτοκίνητά τους και όχι μετά από ένα τρίωρο περπάτημα. 

Όπως και να έχει όμως η διαδρομή έχει τις χάρες της καθώς περνάει μέσα από όμορφες εξοχές τις οποίες καταπίνει ραγδαία το δάσος ενώ η θέα προς τον Τυμφρηστό καθώς ανεβαίνει το μονοπάτι προς την Αγία Παρασκευή είναι εξαίσια. Πρώτα φαίνονται τα χωριά Μερκάδα και Μεγάλη Κάψη και όσο ανεβαίνουμε και τα υπόλοιπα χωριά, Τυμφρηστός, Μαυρίλο και Νεοχώρι και στο τέλος, σαν φθάσουμε στον Ασπρόκαμπο, βλέπουμε το Βελούχι σε όλη του μεγαλοπρέπεια. Το ίδιο ωραία είναι και η θέα προς το δασωμένο βουνό Μαυρογιάννη και το συγκρότημα της Γραμμένης Οξυάς.







Οι ταράτσες αποτελούν από τα αρχαιότερα κτίσματα του ανθρώπου και δεν είναι παρά μια προέκταση του εδάφους πάνω σε ένα πλέγμα από κλαδιά και ξύλα που δημιουργούν μια στέγη η οποία στηρίζεται σε μεγάλα ξύλα. Για τις ταράτσες δεν απαιτείτο καμιά ιδιαίτερη τεχνική και μπορούσε να τις κατασκευάσει ο καθένας που τις είχε ανάγκη για να στεγάζει βασικές λειτουργίες στο χωράφι και το κοπάδι. Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που στέγαζαν και όλη την οικογένεια, ιδιαίτερα δε στην περίοδο της Κατοχής και της καταστροφής των χωριών από τους Γερμανούς τον Αύγουστο του 1944. Σήμερα είναι ζήτημα αν υπάρχουν σε όλη την περιοχή πάνω από το Σπερχειό, από τον Άγιο Γεώργιο ως τη Βίτωλη λίγες ακέραιες ταράτσες.  
Δίπλα στη διαδρομή και όσο βλέπει το μάτι στις δασωμένες πλαγιές δεν διακρίνονται πλέον παρά ελάχιστα ίχνη από τις εγκαταστάσεις των προγόνων καθώς ο τρόπος κατασκευής τους και η απουσία των ανθρώπων τις άφησαν στο έλεος του καιρού. Από τα κτίσματα εκείνης της εποχής σώζονται κάποιες ταράτσες και αυτό χάρη στη ανάγκη των κτηνοτρόφων.  Ταράτσες επί του προκειμένου είναι μια κατασκευή η οποία αποτελείται από μια στέγη και τα ξύλα που την κρατάνε ενώ πολλές φορές στεγάζουν και ένα χαμηλό τοίχο που έπαιζε το ρόλο του μαντριού.

 Η στέγη της, όπως μας είπε ο Παναγιώτης Τσώνος παλαιότερα ήταν από πατημένο χώμα ενώ αρκετές ήταν και εκείνες που είχαν κεραμίδια που είχαν φτιάξει οι ίδιοι οι άνθρωποι και από αυτά που κομμάτια τους είναι διασπαρμένα σε διάφορα σημεία καταλαβαίνουμε που υπήρχαν κάποτε ταράτσες. Ο Παναγιώτης Τσώνος, ο ιστορικός χασάπης του Αγίου Γεωργίου πρόλαβε και πριν λυγίσει η ταράτσα στην οποία έζησε τα παιδικά του χρόνια σαν τσοπανόπουλο, την επισκεύασε και σήμερα αποτελεί ένα μνημείο για την περιοχή.

Μια άλλη ταράτσα με χώμα στη στέγη της αλλά πάνω από ένα αδιάβροχο υλικό είναι στον Ασπρόκαμπο και στεγάζει τον Γιάννη Στεφανή από τη Βίτωλη που βόσκει εκεί ένα κοπάδι κατσίκια.  Στην ίδια περιοχή, ανεβαίνουν μέχρι σήμερα και κάνα δυο άλλα κοπάδια, των Κυριακάκηδων από τον Άγιο Γεώργιο και διακρίνονται κάποιες εγκαταστάσεις που πολλές φορές χρησιμοποιούνται από τους κυνηγούς όταν τους πιάνει κακοκαιρία το χειμώνα.

Από τον Ασπρόκαμπο πήραμε το χωματόδρομο που οδηγεί στη Ζιώψη η οποία τελευταία προκαλεί το ενδιαφέρον και ήδη κατοικείται από δυο – τρεις ανθρώπους που τους αρέσει η τοποθεσία με την υπέροχη θέα στον Τυμφρηστό και οι οποίοι έχουν φτιάξει ωραίους κήπους που αρδεύονται από τα άφθονα νερά της βρύσης της πλατείας με τον μεγάλο πλάτανο. Το παράδειγμά τους όπως μαθαίνω σκέφτονται να ακολουθήσουν και άλλοι κι έτσι δεν αποκλείεται σε λίγα χρόνια να ζωντανέψουν όλα τα σπίτια του παρατημένου χωριού.

Ο Δημήτρης Αντωνόπουλος δείχνει την κουφάλα ενός δέντρου μπροστά από το εξωκλήσι του Αϊ – Λιά όπου όταν ήταν παιδί ανέβηκε να πάρει τα πουλάκια από μια φωλιά.

Ζωντάνεμα παρατηρείται όμως και στην ευρύτερη περιοχή πάνω από τον Άγιο Γεώργιο καθώς είναι αρκετοί εκείνοι που έχουν τη δυνατότητα να αρχίσουν να ξαναφτιάχνουν τα χωράφια τους και τα αμπέλια τους, κυρίως συνταξιούχοι γιατί όπως καταλαβαίνουμε όλοι ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί τουλάχιστον ένα μικρό σίγουρο εισόδημα. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο Ηλίας Δ. Αντωνόπουλος που μαζί με τον πατέρα του περιηγηθήκαμε την περιοχή πριν από λίγες ημέρες και σταθήκαμε λίγο στο κτήμα τους, στη θέση Παναγία.

Ο Δημήτρης και ο Ηλίας Αντωνόπουλος μπροστά στις ωραίες και δροσερές βρύσες της Ζιώψης.


Ο Ηλίας συνταξιοδοτήθηκε από την Πυροσβεστική και πήρε τη σκυτάλη στα κτήματα και τα αμπέλια από τον πατέρα του Δημήτρη Αντωνόπουλο και συνεχίζει ικανοποιητικά. Δεν έμεινε όμως σε αυτά που βρήκε αλλά φυτεύει συνέχεια νέα δέντρα και ακόμη έφτιαξε μελίσσια τα οποία διατηρεί σε ένα οργανωμένο μελισσομάντρι στην άκρη του χωραφιού. Δεν είναι πολλά για να αναγκάζεται να τα μετακινεί αλλά όπως λέει, ο τόπος μπορεί να συντηρήσει μελίσσια όλο το χρόνο και να κάνουν και ωραίο μέλι καθώς διαθέτει ένα πλήθος ανθοφόρας βλάστησης. 

ΥΓ. Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό για το κυνήγι και τη φύση, της εφημερίδας Έθνος.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

ΤΡΕΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟ



Η μικρή πατρίδα, στην οποία τούτο τον καιρό ξεθεμελιώνω τα χωράφια προκειμένου να ζωντάνεψουν πάλι χώματα και δέντρα, είναι στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού και ως ορίζοντα έχει το δασωμένο βουνό Μαυρογιάννη και την μεγάλη ακατοίκητη έκταση που εκτείνεται από πάνω από τον Άγιο Γεώργιο ως το Δίκαστρο και καλείται Ασπρόκαμπος.  Εκεί είναι και το αρχαίο, παρατημένο λόγω κατολισθήσεων στις αρχές του 20ου αιώνα χωριό Ζιώψη απ’ όπου κρατάνε οι ρίζες των Προβοπουλαίων.  Την περιοχή αυτή επισκεφθήκαμε  προχθές με τους Τάκη Αντωνόπουλο και τον γιό του Ηλία και απολαύσαμε μια ωραία διαδρομή στις ξεχασμένες εξοχές του πατρογονικού μου τόπου και φυσικά την εξαιρετική θέα προς τον Τυμφρηστό (Βελούχι) και χάρη σε ένα καλούτσικο ευρυγώνιο φακό κατάφερα να βγάλω μια φωτογραφία με τα τρία αδελφά χωριά της ανατολικής πλευράς του, τον Τυμφρηστό (Πέρα Κάψη) αριστερά, την Μεγάλη Κάψη στο κέντρο και τη Μερκάδα. Από άλλες μεριές του Ασπρόκαμπου φαίνονται και τα άλλα, το Μαυρίλο και το Νεοχώρι αλλά προτίμησα τούτη με τα τρία χωριά κάτω από το Πικροβούνι και τις δυο κορυφές του Τυμφρηστού να γράφουν υπέροχα στους αιθέρες των Μικρών Πατρίδων… 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ, 27052015

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΒΕΛΟΥΧΙΟΥ



Όσοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στις πλαγιές του Τυμφρηστού (Βελούχι) η ζωή μας ήταν όπως όλων των ανθρώπων στη μεταπολεμική Ελλάδα · διαρκής αγώνας στα χωράφια, στα κοπάδια, στα δάση που τις περισσότερες φορές απέβαινε μάταιος και αυτός ήταν και ο λόγος που κάποιοι αναγκαστήκαμε να φύγουμε μακριά να προκόψουμε και τώρα που το αντίκρισμα της προκοπής αποδείχθηκε (με ευθύνη όλων μας βεβαίως) σχεδόν κάλπικο, ανακαλύπτουμε πάλι με τις ρίζες και αναζητούμε διεξόδους επιβίωσης στη γενέτειρα…



Χρειάστηκε να κάνω αυτή τη μικρή εισαγωγή γιατί το θέμα, «η πρωτομαγιά στο Βελούχι», είναι κάτι που εξελίχθηκε σε θεσμό τα τελευταία χρόνια και να είμαστε ακριβείς, μετά την διάνοιξη των δρόμων στις πλαγιές του Τυμφρηστού και βεβαίως την εκπληκτική αύξηση των αυτοκινήτων  τις τελευταίες δεκαετίες στην περιοχή – όπως εξάλλου και σε ολόκληρη την Ελλάδα κι έτσι η εκδρομή σε κάποια ιδιαίτερα μέρη ήταν πιο εύκολη για όλους. Η ευμάρεια δε που επικράτησε στις προηγούμενες δεκαετίες υπαγόρευε και πολλά ταξίδια αλλά και εκδρομές σε ιδιαίτερα μέρη γιατί συνέβαλλαν όχι τόσο στην αναψυχή αλλά στην συμπλήρωση του status της μεταπολίτευσης και η νέα δυναμική αγορά του τουρισμού. 





Στην αρχή, ήταν λίγοι εκείνοι που πήγαιναν στους Αγίους Αποστόλους, τον ωραίο αυχένα στα σύνορα Ευρυτανίας – Φθιώτιδας όπου και η παλιά εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, να υποδεχτούν τον Μάη αλλά σιγά - σιγά καθιερώθηκε και σήμερα, αν είναι καλή η ημέρα πολύς κόσμος πάει εκεί και ως είναι φυσικό κουβαλάνε μαζί τα φαγητά τους και όσοι μπορούν και τις ψησταριές τους για να πάρει ο καθαρός αέρας και μια ανάσα τσίκνας. Ορισμένοι δε από τους εκδρομείς, εκτός του Μάη, πιάνουν και την ευκαιρία να τσαλαπατήσουν με τα τετρακίνητα αυτοκίνητά τους και τα λιβάδια με τα δακράκια και μάλιστα καμαρώνουν για τις επιδόσεις των οχημάτων τους. Ευτυχώς είναι λίγοι αυτοί αλλά όπως και να έχει, τη ζημιά την κάνουν και οι ροδιές τους διακρίνονται για καιρό.



Η έξοδος αυτή των συντοτοπιτών από την Ευρυτανία και από τη Φθιώτιδα έχει και ένα άλλο στόχο, το μάζεμα των δακρακιών. Έτσι ονομάζονται τα υπέροχα κίτρινα λουλούδια (ηράνθεμα στο επιστημονικό τους που μόλις υποχωρήσει λίγο το χιόνι από τις πλαγιές του Βελουχιού και ιδιαίτερα στο Πικροβούνι, πλημμυρίζουν τον τόπο και γεμίζουν τον αέρα με το υπέροχο άρωμά τους και το αεράκι το μεταφέρει χιλιόμετρα μακριά. Πηγαίναμε και παλιότερα να μαζέψουμε δακράκια στο Πικροβούνι, ιδιαίτερα όταν ήταν κάπως αργά το Πάσχα και με αυτά τα κορίτσια (όταν είχαν κορίτσια τα χωριά) έφτιαχναν ωραία στεφάνια για τον επιτάφιο. Ανεβαίναμε με τα πόδια τότε το βουνό, συνήθως τη Μεγάλη Πέμπτη, και γυρίζαμε με αγκαλιές από δακράκια και με αυτά στολίζαμε και τα ταπεινά σπίτια μας.



Εν πάσει περιπτώσει, τα δακράκια είναι η αφορμή να πηγαίνουν οι συντοπίτες μου στους Αγίους Αποστόλους, να απολαμβάνουν οι περισσότεροι την ωραία διαδρομή που είναι σαν μπαλκόνι απ’ όπου μπορούν να αγναντέψουν τα βουνά της Ρούμελης στα νότια, τον κάμπο της Λαμίας και τον Σπερχειό ανατολικά και προς το βορά τα Άγραφα. Όλοι δε ξεχύνονται στα λιβάδια και μαζεύουν αγκαλιές δακράκια και όσα να μαζέψουν, ο τόπος δείχνει πάλι γεμάτος από αυτά τα ευωδιαστά λουλούδια και φτιάχνουν ωραία στεφάνια. Σημειώνουμε πως και χωρίς δακράκια, η περιοχή είναι πανέμορφη και συνιστάται μια εκδρομή εκεί οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου με αυτοκίνητο ή καλύτερα με τα πόδια…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 01052015

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟ ΜΑΣ



Ήταν από τα πρώτα βιβλία που διάβασα, στο Γυμνάσιο, στον Άγιο Γεώργιο και αναφέρονταν στον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα, το ωραίο βιβλίο του Χαράλαμπου Αρ. Παπαγεωργίου (1922-2012) από το γειτονικό χωριό Μαυρίλο, με τίτλο «Στις πλαγιές του Τυμφρηστού» και ομολογώ, πως από τις σελίδες του πήρα τον πρώτο αέρα των κειμένων, των αφιερωμένων στη μικρή μου πατρίδα αλλά δεν φανταζόμουν τότε πως σήμερα θα ασχολούμαι αποκλειστικά με αυτές και τους ανθρώπους τους. 
 
 


 
Το βιβλίο αυτό που την πρώτη έκδοσή του φυλάω στα σημαντικά για μένα βιβλία, παρουσίασαν σε επανέκδοση την περασμένη Κυριακή οι συντοπίτες Μαυριλιώτες (Πανελλήνια Ένωση Μαυριλιωτών) και η οικογένεια του στο Πνευματικό Κέντρο Ρουμελιωτών και ήταν εντυπωσιακή η παρουσία των συγχωριανών του, όσο και των παλιών συναδέλφων του από την Αστυνομία αφού ο συγγραφέας σταδιοδρόμησε και έγινε μάλιστα και αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας το 1978.  Για το βιβλίο μίλησαν ο απόστρατος αστυνομικός Ιωάννης Ψαρογιάννης, η Μαυριλιώτισα καθηγήτρια Καλλίτσα Τσιάκα, κόρη του αείμνηστου Γυμνασιάρχη Κώστα Τσιάκα και ο συμβολαιογράφος Γιώργος Ρούσκας.

 
Με την ευκαιρία του μικρού ανταμώματος για την παρουσίαση του βιβλίου, οι συντοπίτες Μαυριλιώτες έκοψαν και την πρωτοχρονιάτικη πίτα τους και το φλουρί, νοερά βρέθηκε στο κομμάτι του χωριού τους που τόσο αγαπάνε…

ΥΓ. Για το βιβλίο «Στις Πλαγιές του Τυμφρηστού» υπόσχομαι πως θα γράψω μόλις βρω λίγο χρόνο μετά από το τρέξιμο των εκλογών.    
ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 17012015

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΛΙΔΙΑ…



Στο χωριό που γεννήθηκα, τη Μεγάλη Κάψη Τυμφρηστού, (το ωραιότερο, χωρίς αμφισβητήσεις χωριό στον κόσμο) χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι μας θυμάμαι ότι στολίσαμε για πρώτη φορά το 1965 και τούτο έγινε γιατί εκείνη τη χρονιά άρχισε για πρώτη φορά συστηματικά η κοπή μικρών ελάτων από τα δάση του Τυμφρηστού που προορίζονταν για τα ανθοπωλεία της Αθήνας και είπαμε να το κάνουμε κι εμείς αφού είχαμε ένα σωρό δέντρα γύρω μας και χρήματα φυσικά από την πώληση για να αγοράσουμε στολίδια…
Έτσι, δια της πλαγίας οδού μαζί με πολλά χρήματα για εκείνη την εποχή, μπήκε το έθιμο στη ζωή μας και σιγά- σιγά εξαπλώθηκε σε όλα τα χωριά και τελευταία έφτασε στο σημείο να κόβουν το καλύτερο δέντρο του δάσους για να το μεταφέρουν στην πλατεία και να το στολίσουν με διάφορες μπιχλιμπίδια, χρωματιστά μπαλόνια και πολλά, πολλά φωτάκια. Το ίδιο έκαναν και στα σπίτια και τα έβαζαν μάλιστα κοντά στα παράθυρα για να φαίνονται.

Η υπόθεση «χριστουγεννιάτικο δέντρο» για μένα ήταν τότε μια αδιάφορη υπόθεση κι έτσι συνέχισε και τα επόμενα χρόνια αλλά ποτέ δεν παρασύρθηκα να φωνάξω εναντίον των ανθρώπων που φέρνουν τέτοια δέντρα στην Αθήνα για να τα πουλήσουν γιατί ξέρω από πρώτο χέρι τον κόπο και την φροντίδα που δείχνουν για να τα μεγαλώσουν μέσα στα χωράφια τους και την αγωνία να βγάλουν ένα μικρό εισόδημα από αυτά. Το γεγονός πάντως ότι υπάρχουν (ακόμη και μέσα στην κρίση) πελάτες, δικαιώνει το έργο τους ικανοποιεί πολύ κόσμο έχει συνδέσει τα Χριστούγεννα με ένα στολισμένο δέντρο.
Σε γενικές γραμμές θέλω να πω πως δεν μου αρέσουν τα στολίδια πάνω στα δέντρα γιατί είναι από φυσικού τους όμορφα και πολύ περισσότερο αν βρίσκονται στη θέση τους στο δάσος ή όπου αλλού είναι φυτεμένα. Δεν μπορώ όμως πω σε κανέναν να μην στολίσει δέντρο γιατί απλά δεν θέλω να παρεμβαίνω στις προτιμήσεις και μάλιστα τις εορταστικές.

Δεν μπορώ όμως να μην πω ότι χθες είδα την πιο εορταστική εικόνα με ένα στολισμένο δέντρο μπροστά σε ένα όμορφο σπίτι, στο Γαλαξίδι που φημίζεται γιατί έχει καταφέρει να διατηρήσει στο ακέραιο σχεδόν το ύφος μιας νεοελληνικής πόλης. Το δέντρο αυτό ήταν μια πορτοκαλιά που οι καρποί της ήταν σαν τα αστέρια ενός καταπράσινου γαλαξία και η οποία ήταν προφυλαγμένη από τους περαστικούς με ένα ψηλό τοίχο και μέσα στον ίδιο κήπο ήταν και άλλα ξυνόδεντρα και ανάμεσά τους ξεχώριζε μια κατάφορτη από καρπό λεμονιά. Το ίδιο παρατήρησα πως συνέβαινε και στους περισσότερους κήπους και αυλές των σπιτιών στο Γαλαξίδι ενώ παράλληλα δεν είδα πουθενά στολισμένα έλατα ή άλλα τέτοια.
Αυτά τα δέντρα είναι κατά τη γνώμη μου, τα δέντρα που ταιριάζουν όχι μόνο στο Γαλαξίδι, αλλά και στην Αθήνα και σε οποιαδήποτε πόλη και χωριό της νότιας Ελλάδας που ευδοκιμούν τα εσπεριδοειδή τα οποία δεν απαιτούν κανένα ιδιαίτερο κόστος να ομορφήνουν περισσότερο ούτε και φως γιατί λάμπουν ακόμη και στο σκοτάδι. Έτσι γλιτώνουμε από τις φτηνές, περί στολισμού εμπνεύσεις δρόμων και πλατειών και φυσικά, γλυτώνουμε από τόνους σκουπιδιών που απαιτεί ο κατάναλωτικός διάκοσμος. Και το κυριότερο, έχουμε έτοιμο δέντρο και για τον επόμενο χρόνο κι αν δεν έχουμε, βάζουμε μπροστά να φυτέψουμε όσες περισσότερες νερατζιές μπορούμε σε δρόμους και πλατείες.

ΑΘΗΝΑ, 14122013