Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΠΑΤΣΕΣ



Έγραψα το πρωί ένα σημείωμα που άκρες μέσες περιέγραφα το κομμάτι ενός έργου που έχει να κάνει με την ύπαιθρο χώρα και κυρίως με αυτό που λέμε επάρκεια ή καλύτερα τον αγώνα για την επάρκεια αγαθών σε ένα παραδοσιακό νοικοκυριό της ορεινής Ελλάδας και ανέφερα, ότι ασχολήθηκα ο ίδιος για δυο χρόνια με τα αγροτικά κυρίως για να έχω – γιατί πέρασαν αρκετά χρόνια που ήταν μια μένα καθημερινή υποχρέωση- μια σωστή εμπειρία.

Γι’ αυτά, με τη μορφή ανακοινώσεων έχω γράψει αρκετά στο παρελθόν και δεν θα τα επαναλάβω πριν μπουν στη βάσανο των τελικών κειμένων. Δεν μπορώ όμως να μην αναφερθώ λίγο, μετά από την ωραία πρόκληση που μου έκανε ο καλός φίλος Δημήτρης Παπαδιάς σήμερα το πρωί με μια φωτογραφία από μια ωραία έξοδό μας στα βουνά της Πρασιάς πριν από λίγα χρόνια που με δείχνει να σηκώνω ένα δεμάτι μπάτσες που είχε κόψει ο Δημήτρης Κριτσιάνης για να τις βάλει στο παχνί του κοπαδιού του.  

Ναι μπάτσες, (κλαδιά ελάτου για όσους αγνοούν το πράγμα ή το έχουν ξεχάσει) που με αυτές έτρεφαν τα γίδια αργά την άνοιξη και πριν ανοίξουν τα κλαριά και βρουν τα πράματα κάτι να βάλουν στο στόμα τους. Αυτές ήταν το καταφύγιο του μικροκτηνοτρόφου στην ορεινή Ελλάδα και εξαιτίας τους πολλές φορές έρχονταν αντιμέτωπος με τον δασικό της περιοχής ο οποίος ήταν εντεταλμένος να προστατεύει το δάσος από τους ακτήμονες και καθόλου σπάνια τους έστελνε στο κοντινό δικαστήριο να πληρώσουν τη ζημιά.

Αυτό το πράγμα ήταν και η κυριότερη αιτία για την εγκατάλειψη της αιγοτροφίας από τους πληθυσμούς της ορεινής Ελλάδας και την μαζική εσωτερική μετανάστευσή τους που εκδηλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στους κάμπους και στις πόλεις της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας όπου αναπτύσσονταν οι βιομηχανίες της εποχής και ήθελαν χέρια ανειδίκευτων εργατών για να είναι και πιο φθηνά τα μεροκάματα που πλήρωναν.


 Έτσι χέρια που ήξεραν μόνο να σκάβουν, να θερίζουν, να κόβουν μπάτσες και κλαριά κλήθηκαν από την ανάγκη να μάθουν να δουλεύουν διάφορα εργαλεία και να χειρίζονται μηχανές και κατά γενική εκτίμηση, πρόκοψαν και συνταξιούχοι πλέον αποτελούν και τους κύριους αφηγητές μου για το έργο που προανέφερα. Χαίρομαι πολύ να τους συναντώ και να μιλάμε και για τα χρόνια που έζησαν στα βουνά αλλά και για τα χρόνια που πέρασαν στα εργοστάσια. Σε αυτών των ανθρώπων τις αφηγήσεις στηρίζεται όλο το έργο και χάρη στην καλή τους διάθεση, προχωράμε ικανοποιητικά και σύντομα θα το χαρείτε κι εσείς! 

ΑΘΗΝΑ, 27052017

ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΧΑΜΕΝΗ



Ξεκίνησα πρόπερσι να «αναστήσω» τα πατρογονικά χωράφια στο χωριό· να τα προλάβω να μην γίνουν δάσος γιατί είχαν περάσει σχεδόν δυο δεκαετίες αφότου λόγω αδυναμίας οι γονείς μου δεν μπορούσαν να τα φροντίζουν και να εκτιμήσω τις δυνατότητες που μπορεί να έχουν αυτά να αποδώσουν πάλι αγαθά για την επαρκή συντήρηση μιας οικογένειας σε ένα ορεινό χωριό.

 Ένας λόγος που έκανα αυτή την απόπειρα, ήταν μαζί με την προσπάθεια για την ανάσταση να κρατήσω μια σειρά σημειώσεων για το πώς μπορεί σήμερα ένα αγροτικό νοικοκυριό της δεκαετίας του ’50 να είναι αυτάρκες σε βασικά είδη διατροφής. Δεν την έχω ζήσει ενεργά αυτή τη δεκαετία αλλά ο απόηχός της ήταν πολύ νωπός και οι πρωταγωνιστές της είχαν ακόμη πολύ χρόνο μπροστά τους να διανύσουν ενώ είναι οι ίδιοι που αργότερα, στα ώριμά τους χρόνια, είδαν το είδος που καλούμε νοικοκύρη να σβήνει μαζί με την ελληνική ύπαιθρο και τα έργα τους να αποσαθρώνονται από την δυναμική των νέων καιρών. Επίσης, παράλληλα με αυτό το έργο ήθελα να τιμήσω τους τελευταίους νοικοκυραίους της Ελλάδας και να κρατήσω ως παρακαταθήκη τον τρόπο με τον οποίο ανέστησαν την Ελλάδα μετά από την τραγική δεκαετία 1940 – 1950 και η γενιά τους την κράτησε, όσο μπορούσε όρθια.

Το τι κατάφερα εγώ με τα χωράφια στο χωριό, είναι μια σειρά αποτυχιών ομολογώ που έχουν να κάνουν με ένα σωρό πράγματα τα οποία ναι μεν ήξερα πως θα αντιμετωπίσω αλλά δεν είχα υπολογίσει σωστά τη δυναμική τους και κυρίως την υποβάθμισή τους μέσα στα προηγούμενα χρόνια. Τα κυριότερα, και στα οποία απλά παραθέτω χωρίς σχολιασμό, πράγμα που θα ακολουθήσει ως σκιά των γεγονότων στο έργο είναι: Η έλλειψη της οικογένειας ή συντρόφου που να μοιράζεσαι έστω ένα κρεβάτι, η απουσία της γειτονιάς έστω και με ένα γείτονα που δεν αλλάζεις ούτε καλημέρα και τέλος η ύπαρξη μιας κοινότητας η οποία να μπορεί, στοιχειωδώς να λέγεται χωριό.


Οι σημειώσεις αυτής της περιόδου, οι οποίες προήλθαν από τις προσωπικές εμπειρίες στα χωράφια, στο δάσος, στο βουνό και κυρίως στη διαλυμένη κοινότητα, τις πληροφορίες από άντλησα από τη μάνα μου και τους συγχωριανούς μου συμπληρώθηκαν με ποικίλα στοιχεία που συγκέντρωσα από ηλικιωμένους ανθρώπους πολλών χωριών στην Φθιώτιδα, την Ευρυτανία και κυρίως την Καρδίτσα και σιγά – σιγά θα γίνουν ένα βιβλίο που μπορεί να μην αποτελέσει «εγχειρίδιο επιβίωσης» ή «οδηγός επιστροφής στο χωριό», όπως πολλοί νομίζουν αλλά σίγουρα θα αποτελεί φόρο τιμής στους τελευταίους νοικοκυραίους και την ηρωική από πολλές πλευρές πρώτη μεταπολεμική γενιά! 

ΑΘΗΝΑ, 27052017

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Ο Λάμπρος Ν. Γιαννούλης από τον Πρόδρομο Πρασιάς Ευρυτανίας χορεύει 
με το βιολί του Γιώργου Πότσιου (Ζιαβλάνη) στο πανηγύρι του Αι – Γιαννιού.

Ήταν μια πικρή μέρα η χθεσινή για κάποιες οικογένειες φίλων αλλά και μένα καθώς μαζί μετρήσαμε τρεις ανθρώπους λιγότερους από τους ήρωες των μικρών πατρίδων, όπως τους αποκαλούσα και είχα την τύχη να τους γνωρίσω και την τιμή να μοιραστώ μαζί τους σελίδες από μια ζωή γεμάτη από αγώνες για την προκοπή το σπίτι τους και τον τόπο τους.

Ήταν από τους τελευταίους καθώς όσοι μένουν πίσω μετριούνται στα δέκα δάχτυλα πλέον αυτοί οι άνθρωποι που παιδιά ή έφηβοι πέρασαν και μεγάλωσαν στην τραγική δεκαετία του 1940 – 1950 και κατόπιν, στηριζόμενοι αποκλειστικά στις δυνάμεις τους μπήκαν στον αγώνα της ζωής και τον κέρδισαν. Πρόκειται για τη γενιά των γονιών μας που ανέστησε μια κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό Ελλάδα και η οποία είχε την ελπίδα πως εμείς θα την ανεβάζαμε πιο ψηλά αλλά αντιθέτως, φεύγουν απ’ αυτόν τον ακατανόητο για όλους μας πλέον κόσμο με την πίκρα των σκληρών διαψεύσεων. 

Η Γεωργία Τσιατσιάνη από τα Λαγκαδάκια των Βραγγιανών Αργιθέας

Έτσι από χθες δεν μπορούμε πια να ξανακουβεντιάσουμε με τον Γιώργο Κουκουλιάκο, τον εξαίρετο άνθρωπο στο καφενείο του οποίου στον Αμάραντο Καρδίτσας ενηλικιώθηκαν όλοι οι νέοι τότε και σήμερα ώριμοι συγχωριανοί και άκουσαν άπειρες ιστορίες από τον έμπειρο κυνηγό. Ούτε και η Γεωργία Τσιατσιάνη, από τον παραποτάμιο συνοικισμό Λαγκαδάκια των Βραγγιανών Αργιθέας θα μας περιμένει δίπλα στο τζάκι της να μας καλοδεχτεί και να μοιράσει την πείρα μιας γυναίκας που όλη της ζωή πάλεψε με τα χωράφια της και τα κοπάδια της για να αναστήσει την πολυμελή οικογένειά της. Ούτε όμως και τον Λάμπρο Ν. Γιαννούλη, άνθρωπο δοκιμασμένο σε όλες τις δυσκολίες της ζωής και εξαίρετο τσέλιγκα από τον Πρόδρομο Πρασιάς Ευρυτανίας θα καμαρώσουμε να χορεύει στα πανηγύρια και να γιορτάσουμε μαζί μικρές και μεγάλες χαρές της ζωής.

Ο Γιώργος Κουκουλιάκος από τον Αμάραντο Καρδίτσας

Ο Γιώργος Κουκουλιάκος, η Γεωργία Τσιατσιάνη και ο Λάμπρος Ν. Γιαννούλης ήταν από τους ανθρώπους που συνάντησα στις περιπλανήσεις στην ορεινή Ελλάδα οι οποίοι ήταν για μένα εξαιρετικοί αφηγητές και μου έδωσαν πολλές και πολύτιμες πληροφορίες για αυτά που αναζητούσα για τα κείμενά μου στις «Μικρές Πατρίδες» και τα βιβλία που φτιάχνω και πολλά απ’ όσα μου είπαν θα διαβάσετε στις επόμενες εκδόσεις. Λυπήθηκα που έφυγαν, με βάσανα δυστυχώς όλοι αλλά έχοντας όμως κάνει ένα πλήρη κύκλο ζωής, αφιερωμένο στον τόπο τους και στους δικούς τους ανθρώπους.


Με την απώλειά τους κλείνουν από ένα σπίτι σε κάθε χωριό, μέγεθος αν και φαίνεται ασήμαντο είναι εντούτοις τρομερό γιατί, δύσκολα θα βρεθεί κάποιος ή κάποια να τους αναπληρώσει στο ρόλο, αλλά κυρίως στην ύπαρξη και την παρουσία τους στις απισχνασμένες πλέον κοινότητες των Ελλήνων. Καλό τους ταξίδι στην αντιπέρα όχθη της ζωής και καλή αντάμωση στους ουρανούς των μικρών μας πατρίδων…

ΑΘΗΝΑ, 15072016

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ






Οι «Μικρές Πατρίδες» από σήμερα βάζουν στο κέντρο της προσοχής μας τόπους αγαπημένους της Ελλάδας και μέρη που έχουν σημασία για αυτό που είναι και ανθρώπους που τα έργα τους τους κάνουν και ξεχωρίζουν. (Στη φωτογραφία, κοπάδι που βόσκει στα παρατημένα σιτοχώραφα στους άδεντρους γηλόφους μετά το χωριό Νέο Μοναστήρι των Φαρσάλων).



ΥΓ Το προφίλ καθώς και η φωτογραφία της σελίδας «ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ» στο Facebook θα αλλάζει ανάλογα με το θέμα της εβδομάδας που θα είναι αφιερωμένες ενώ τα ίδια κείμενα θα αναρτώνται και στο παρών ιστολόγιο με την υπογραφή του Ακτήμονα.



ΑΘΗΝΑ, 21102014

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΚΟΥΣΤΕΣΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Ο συνοικισμός της Κουστέσας όπως είναι δίπλα από τον Κουστεσιώτη ποταμό και κάτω από τος κορυφές των Αγράφων. Η φωτογραφία τραβηγμένη από την Κρανιά.
Μια παρέα από σπίτια και καλύβες είναι η Κουστέσα, ο μικρός συνοικισμός των Μεγάλων Βραγγιανών Ευρυτανίας που φύτρωσε και αναπτύχθηκε κάποτε σε ένα απόκρυφο σημείο κάτω από τις κορυφές των Αγράφων, Μίχου, Γκίνετς από βορειοανατολικά και Αγγέλη δυτικά. Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι ιδρυτές της επέλεξαν αυτό το σημείο να στήσουν τα πρώτα καλύβια τους ήταν γιατί εκεί δεν θα τους εντόπιζε εύκολα κανείς αλλά και γιατί επίσης τα ορεινά λειβάδια πάνω από τον οικισμό μπορούσαν να συντηρήσουν αρκετά κοπάδια γιδοπρόβατα ενώ αρκετά ήταν και τα νερά του Κουστεσιώτη με τα οποία άρδευαν τις λογγές που κέρδισαν με πολύ κόπο και υπομονή από τα αγριοτόπια.
 
 
Αναζητώντας  πίσω στην ιστορία πηγές και γεγονότα δεν μπορούμε να μάθουμε με βεβαιότητα πότε και ποιοι άνθρωποι ξεκίνησαν να κατοικούν στην Κουστέσα, πιθανόν δε να ήταν και οι γενάρχες αυτών των σημερινών οικογενειών που εγγράφονται στο ληξιαρχείο του  καλλικρατικού Δήμου Αγράφων πλέον. Ασφαλώς δε και αυτοί είχαν πάρει μέρος και συμμετείχαν σε πλείστες όσες εκδηλώσεις της ιστορίας μέχρι τις πρώτες, μετά το ‘40 δεκαετίες που άρχισαν να γράφουν το δικό τους μικρό έπος της εσωτερικής μετανάστευσης από τα Άγραφα προς τη Βοιωτία, άλλοι μετακινούμενοι με τα κοπάδια τους και άλλοι επιλέγοντας αυτόν τον τόπο και εξελισσόμενοι σε βιομηχανικούς εργάτες. Πίσω τους άφησαν τη νεόδμητη εκκλησία του Αγίου Παύλου και το σιωπηλό σχολείο.


Η Στέλλα Στούμπου «ζυγίζει» με το μάτι και το επιβεβαιώνει με το χέρι το έργο των μελισσών.
Τότε ήταν που από τις 25 περίπου οικογένειες στην Κουστέσα έμειναν δυο - τρείς, να φυλάνε και να ζωντανεύουν τον έρημο τόπο. Κατά τα φαινόμενα εκείνης της εποχής, η διάλυση του οικισμού φαίνονταν βέβαια αλλά η νοσταλγία των Κουστεσιωτών, με συχνές επισκέψεις κατάφερε το αντίθετο. Τώρα μάλιστα που εκείνη η γενιά που μεταφέρθηκε στη Βοιωτία να δουλέψει στα εργοστάσια πέρασε στη σύνταξη, οι μόνιμοι κάτοικοι της Κουστέσας αυξήθηκαν και κατά συνέπεια αυξήθηκαν και οι καλλιέργειες καθώς και η μελισσοκομία, μια απασχόληση που κατά το παρελθόν ήταν από τις κύριες του τόπου.

Βοηθούσε το ανάγλυφο του τόπου με τις μεγάλες δασωμένες ή αλπικές πλαγιές των βουνών πάνω από τον οικισμό και την μακριά, κλιμακωτή κοιλάδα του Κουστεσιώτη να ευδοκιμούν οι μέλισσες εκεί ενώ το πλήθος των λουλουδιών και των δέντρων αποτελούσε ένα απέραντο χώρο όπου εύρισκαν εύκολα την τροφή τους οι ευλογημένες μέλισσες. Φυσικά εκείνα τα χρόνια οι κυψέλες ήταν πρωτόγονες, μια κουφάλα δέντρου ήταν με δυο ξύλινα καπάκια και ο τρόπος της συλλογής του μελιού άγριος γιατί έπνιγαν το μελίσσι αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Είχαν όμως ένα τρόπο να το αντικαθιστούν αμέσως κι έτσι δεν μειώνονταν ο αριθμός τους και είχαν κάθε χρόνο παραγωγή. Ήταν εξάλλου και ο τόπος τότε γεμάτος άγρια μελίσσια, σε κουφάλες, σε βράχια, παντούν βούιζαν μελίσσια.


Με τις οδηγίες του έμπειρου σε αυτά τα πράγματα Τάσου Στούμπου γίνονται το άνοιγμα των μελισσιών και η προετοιμασία κάθε στοιχείου για να μπει στο μηχάνημα που θα βγάλει το μέλι χωρίς να χαλάσει την κηρήθρα.
Εκείνη η εποχή πέρασε και όσοι συνέχισαν να ασχολούνται με την μελισσοκομία σαφώς και βελτίωσαν την υποδομή και άλλαξαν τον τρόπο που συλλέγουν το μέλι χωρίς να καταστρέφουν τα μελίσσια. Ανάμεσά τους η Σοφία Αποστόλη Στούμπου η οποία αν και ζει και εργάζεται στη Βοιωτία έχει αναλάβει τη συνέχεια της οικογενειακής παράδοσης στη μελισσοκομία και διατηρεί στην Κουστέσα ένα σημαντικό αριθμό κυψελών. Τούτες τις κυψέλες τρύγησε στις αρχές του Ιούνη με την βοήθεια της αδερφής της Ειρήνης και φυσικά του Τάσου Στούμπου ο οποίος μαζί με τον αδερφό του Κώστα και τους γονείς τους είναι και οι μόνιμοι κάτοικοι της Κουστέσας.  Ο Τάσος μάλιστα ο οποίος είναι και εξαιρετικός κυνηγός, γνωρίζει από όλες τις δουλειές και τα χέρια του πιάνουν κάθε εργαλείο βοήθησε στην εξαγωγή του μελιού κι έτσι τέλειωσαν μια ώρα νωρίτερα για να προλάβουν να γυρίσουν με φως ημέρας τις κυψέλες στη θέση τους και να τελειώσουν το έργο με την εγκατάσταση ενός σύρματος με ασθενές ηλεκτρικό ρεύμα για να αποτρέπει την επίσκεψη των αρκούδων που βρίθουν πλέον στην περιοχή και αποτελούν πονοκέφαλο για τους μελισσοκόμους.

Μπορεί να έχει πέσει στην απραξία ο μύλος αλλά ο Βασίλης Μουστάκας έχει έτοιμα όλα τα εργαλεία, τα περισσότερα φτιαγμένα από τα χέρια του για να λειτουργήσει πάλι.
Τέτοια ζητήματα όμως δεν φαίνεται να έχει ο κυρ Βασίλης Μουστάκας,ο οποίος ήταν κι αυτός από τους καλύτερους μελισσοκόμους της Κουστέσας αλλά λόγω ηλικίας και εγκατάστασης στην Βοιωτία δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει. Πηγαίνει κι αυτός και μένει στην Κουστέσα από τον Μάη ως τον Οκτώβρη αλλά ελάχιστα ασχολείται με τα μελίσσια. Διατηρεί όμως, εν είδει αγροτικού μουσείου, στην άκρη του κήπου του που κάθε χρόνο και συρρικνώνεται όλο το μελισσομάντρι και ανάμεσα στις κυψέλες αρκετά κουβέλια, ήτοι κυψέλες κατασκευασμένες με κούφιους κορμούς πλατάνων ή ελάτων. Αν και άδειες, τις αγαπάει αυτές τις κυψέλες και μπορεί να πει μια ιστορία διαφορετική για την κάθε μια και την παραγωγή κάθε μελισσιού τα χρόνια της ακμής του. Είναι δε και ο μόνος που μπορεί να πεί και να κατασκευάσει μια τέτοια κυψέλη αλλά δεν το κάνει, ούτε και το συνιστά σε κανέναν γιατί με αυτό τον τρόπο καταστρέφεται ένα ολόκληρο δέντρο.


Ο νερόμυλος του Βασίλη Μουστάκα δίπλα στον Κουστεσιώτη είναι ένα μνημείο της ζωής των ανθρώπων στην Κουστέσα.
Ο ίδιος, υπήρξε κάποτε και μυλωνάς και δούλευε ολοχρονίς το μικρό νερόμυλο κάτω από το σπίτι του μέχρι πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Τούτος ο μύλος ο οποίος αποτελεί και μνημείο γι’ αυτού του είδους τις κατασκευές είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και τον οποίο επισκεύασε κατόπιν με τη βοήθεια ενός ντόπιου μάστορα και εξυπηρετούσε λόγω του ότι είχε νερό όλο το χρόνο τις ανάγκες όχι μόνο των κατοίκων της Κουστέσας αλλά και πολλών άλλων χωριών γύρω. Ήταν τότε που όλος ο τόπος, σε όλες τις λογγές θρασομανούσε το καλαμπόκι και όλα τα ξάγναντα το σιτάρι και το κριθάρι.

Νοσταλγεί εκείνες τις εποχές ο κυρ Βασίλης, τόσο για την παραγωγή που ήταν αποτέλεσμα της εργατικότητας των συγχωριανών του και της προσπάθειάς τους να έχουν κάθε έτος επάρκεια αγαθών γιατί και δύσκολο ήταν να τα μεταφέρουν από άλλα μέρη λόγω του αποκλεισμού τους το χειμώνα από τα χιόνια στα Άγραφα αλλά και γιατί το χρήμα στις τσέπες τους ήταν πάντα μετρημένο και προέρχονταν αποκλειστικά από το ισχνό κοπαδάκι τους. Το στρωμένο με στάχυα αλώνι και το αμπάρι γεμάτο καλαμπόκι ήταν τα ευοίωνα για την πόρευση των ανθρώπων μετά την καλλιέργεια της χρονιάς σημάδια. Λίγοι ήταν που δεν κατάφερναν το στόχο αλλά και γι’ αυτούς είχε ο Θεός, είχαν και οι γείτονες.


Ο Βασίλης Μουστάκας δείχνει ένα κουβέλι, ένα κούφιο κορμό  πλατάνου που έβαζε κάποτε μέσα τα μελίσια του.
Εκείνο όμως που νοσταλγεί περισσότερο απ’ όλα είναι ο γλυκός ήχος του μυλολιθιού πάνω στα σπυριά των γεννημάτων και δηλώνει πως είναι έτοιμος να λειτουργήσει το μύλο αλλά χρειάζεται κάποιον να τον βοηθήσει να τον επισκεύασει και να συμμεριστεί τη δαπάνη για το άνοιγμα του αυλακιού και άλλα μικροέργα, δαπάνη την οποία δεν μπορεί να αναλάβει ο ίδιος. Δεν ξέρουμε αν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, δεν φαίνονται αυτή τη στιγμή διατεθιμένοι άνθρωποι που θα υποστηρίξουν και θα προβάλλουν μια τέτοια ιδέα, ιδέα που ναι μεν αναφέρεται και στην ανάγκη που ενδεχομένως προκύψει από επανακαλλιέργεια των χωραφιών της Κουστέσας και αλλού στα Άγραφα και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Το σημαντικότερο είναι ότι σαν φύγει για τους ουρανούς των Αγράφων ο κυρ Βασίλης, θα πάρει μαζί του και τη γνώση που έχει αποκτήσει τόσα χρόνια δουλεύοντας το μύλο, γνώση η οποία από τη φύση της δεν μπορούσε να περάσει στα χαρτιά και να την αφήσει να τη μελετούν οι κατοπινοί, αλλά ως βίωμα και αγώνας προσωπικό μπορούσε να αποκτηθεί μόνο αν κάποιος έβαζε πλάτη δίπλα του στο χωράφι, στο αλώνι και στο νερόμυλο.


Την τέχνη του και τη φήμη του ως καλού μελισσοκόμου διατηρεί ο Βασίλης Μουστάκας και τούτο επιβεβειώνουν τα λείψανα μιας εποχής που διατηρεί στην άκρη του κήπου του.
Σε αντίθεση όμως με το μύλο, η μελισσοκομία στην Κουστέσα μοιάζει να έχει και έχει μια καινούργια άνθιση. Δεν είναι μόνο τα κορίτσια του Αποστόλη Στούμπου, ο οποίος διατηρεί ένα μεγάλο κοπάδι στη Βοιωτία και τα ανεβάζει μαζί με τον ανηψιό του Δημήτρη κάθε καλοκαίρι στην Κουστέσα, η Στέλλα και η Ειρήνη που ξανάπιασαν την τέχνη των προγόνων τους από την αρχή αλλά και αρκετοί άλλοι στην περιοχή που ασχολούνται με τις μέλισσες. Φυσικά και δεν ακολουθούν τις παλιές μεθόδους και αντιμετωπίζουν πλείστα όσα προβλήματα αλλά με την ιδέα πως πήραν τη σκυτάλη από λαμπρούς μελισσοκόμους της προηγούμενης εποχής, προχωρούν και αν τους πάει καλά ο καιρός τη χρονιά έχουν ένα πλούσιο τρύγο που τους κάνει να ξεχάσουν τον κόπο και τις λαχτάρες. 


"ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ"06082014

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΦΛΟΥΡΙ ΣΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ






Η «Πίτα του Ηπειρώτη» είναι το μεγαλύτερο πολιτιστικό γεγονός και η κορυφαία οργάνωση των αποδήμων Ηπειρωτών που γίνεται κάθε χρόνο στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ) και για τη γιορτή αυτή συγκεντρώνονται εκεί εκατοντάδες και χιλιάδες Ηπειρώτες απ’ όλη την Αττική αλλά και από άλλα μέρη να ακούσουν τα τραγούδια του τόπου τους, να καμαρώσουν τα νειάτα αλλά και τους τρανότερους να χορεύουν και τέλος, ως μια συμβολική κίνηση που δηλώνει τη θέλησή τους να κρατήσουν άσβεστη τη μνήμη με τον γενέθλιο τόπο και να μη ξεχάσουν τις ρίζες τους,  να μπούνε και οι ίδιοι στο χορό. 


Η «Πίτα του Ηπειρωτη» είναι ένας καθιερωμένος θεσμός, αλλά σαφώς τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται κι αυτός σκληρά από την οικονομική κρίση και από τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι φορείς και η χορηγοί. Έτσι, προς παράπονο των διοργανωτών αλλά και των συμμετεχόντων, δεν γέμισαν από άκρη σε άκρη οι κερκίδες του ΣΕΦ όπως γινόνταν τα παλιότερα χρόνια. Τούτο όμως δεν στάθηκε ικανό να υπονομεύσει την εορταστικη διάθεση και τη χαρά του ανταμώματος για όσους Ηπειρώτες και φίλους της Ηπείρου έκαναν τον κόπο να φτάσουν προχθές εκεί, αψηφώντας τις προκλήσεις μιας ανοιξιάτικης ημέρας η οποία μάλιστα κυλούσε σε αποκριάτικους ρυθμούς στην πόλη και στις κοντινές εξοχές.
Η μεγάλη γιορτή, εκτός από την κοπή της πίτας την οποία ευλόγησε ο μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος ο οποίος έχει ηπειρωτικές ρίζες, περιελάμβανε επίκαρη ομιλία από τον πρόεδρο της «Πανηπειρωτικής» Γεώργιο Δ. Οικονόμου καθώς και βραβεύσεις Ηπειρωτών που διακρίθηκαν σε διάφορους τομείς. Φέτος βραβεύτηκαν το «Θερινό σχολείο Τζουμέρκων και Νοτιανατολικής Πίνδου», η Ένωση Βασιλικιωτών Πωγωνίου «Η Υπαπαντή» και η ΕΡΑ Ιωαννίνων.


Το πρόγραμμα ξεκίνησε με την παρουσίαση παιδικών χορευτικών και στη συνέχεια ακολούθησαν περί τα 80 χορευτικά ηπειρωτικών Συλλόγων και Αδελφοτήτων καθώς και χορευτικών από τη Θράκη η οποία φέτος ήταν η «ηπειρώτικη γέφυρα» με την Ελλάδα και τον κόσμο και καταχειροκροτήθηκαν. 


Στην μεγάλη αυτή εκδήλωση έπαιξαν οι κομπανίες του Ηλία Πλαστήρα, του Θοδωρή Γεωργόπουλου, του Τάσου Μαγκλάρα, του Θωμά Λώλη, του Λευτέρη Γκιώκα, η κομπανία «Λαλητάδες» και για τους Θρακιώτες τραγούδησε ο Βαγγέλης Δημούδης και έπαιξαν ο Σωτήρης Ιντζούδης γκάϊντα, ο Δημήτρης Αρβανίτης έπαιξε λύρα και ο Μάκης Κούτρας νταούλι. Τραγούδησαν επίσης το Εργαστήρι Ηπειρωτικου Πολυφωνικού Τραγουδιού ΠΣΕ, το Πολυφωνικό Σύνολο «Χαονία», το Πολυφωνικό Σχήμα Ηπειρου (Β. Κώτσου) και το Πολυφωνικό Σχήμα «Τα’ Αϊτάρια». Σημειώνουμε πως την σκηνοθετική επιμέλεια είχε ο Αλέξανδρος Λαμπρίδης ο οποίος μαζί με την ηθοποιό Παρασκευή Κατσάνη παρουσίασαν το πρόγραμμα ενώ πολύτιμη ήταν και η συνεισφορά της ΕΡΑ Ιωαννίνων, των εργαζόμενων στην ΕΡΤ, των εθελοντών κινηματογραφιστών και βεβαίως του Κώστα Μπατσή ο οποίος έχει αφιερώσει μια ζωή στα ηπειρώτικη αποδημία και την ιδιαίτερη πατρίδα του. 














ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Θα ήθελα πάρα πολύ να έβαζε λεζάντες στις φωτογραφίες που τράβηξα χθες στο ΣΕΦ αλλά όπως καταλαβαίνετε κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατον. Γι’ αυτό και παραθέτω όσες περισσότερες μπορώ στο ειδικό άλμπουμ «Η ΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ» ΤΟΥ 2014 και έτσι είναι στη διάθεση όπου θέλει να βάλει ονόματα και επισημάνσεις. Νομίζω πως κάτι τέτοιο θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και θα αποτελέσει ένα βήμα γνωριμίας μεταξύ μας.