Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΖΩΗ ΞΩΜΑΧΟΙ ΣΤΑ ΣΦΟΛΙΑΝΑ

Η καλύβα των Φουκαίων είναι από τις τελευταίες με πέλες στον Απεράντιο
Ένας στεγνός, γδαρμένος λόφος είναι τα Σφολιανά, ο συνοικισμός της Βούλπης που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το ανοιχτό μουσείο της ζωής των ξωμάχων του Απεραντίου και κατοικείται σήμερα μόνο από το μνημειακό ζευγάρι του Γιαννακού και της Σταθούλας Φούκα, χωρίς την παρουσία των οποίων κι αυτός θα ήταν σωροί ερειπίων. 

Τα χρόνια πέρασαν αλλά η τρυφερότητα μένει η ίδια...
Νύφη από το κεφαλοχώρι της περιοχής, το Κερασοχώρι, πήγε το 1951 εκεί η Σταθούλα και με και τον αγώνα της εγκαινίασε μια καινούργια εποχή για τα Σφολιανά, χωρίς βεβαίως να παρακούσει τίποτα απ’ όσα η αυστηρή πεθερά της και ο Γιαννακός ήταν μαθημένοι. Με σύμμαχο την υπομονή έσκαψε χωράφια, έφτιαξε μαντριά, φρόντισε κοπάδια και μεγάλωσε τέσσερα παιδιά που έφυγαν αναζητώντας την τύχη τους σε ζουν τώρα σε άλλους τόπους. 

Μέχρι πριν από 15 χρόνια οι Φουκαίοι αλώνιζαν τη σοδειά τους στο πέτρινο αλώνι
Από τότε μέχρι σήμερα, ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στα Σφολιανά και ο γέροντας είναι ο μόνος που μπορεί να καμαρώνει ακόμη πως μπορεί να πλέξει με κλαδιά όχι μόνο τον περίγυρο μιας καλύβας, αλλά και τη σκεπή της με σάλωμα από σίκαλη. Ο ίδιος πάλι μπορεί να φτιάξει και καλύβα με ξύλινη στέγη και τα σανίδια να μην σαπίσουν ποτέ! Λόγω όμως μιας περιπέτειας που είχε με τη φωνή του δεν μπορεί να εξηγήσει πως τα καταφέρνει και είναι πολύ κουρασμένος πλέον να κάνει αναπαράσταση του έργου. Αντ’ αυτού όμως η δοκιμασμένη στα βάσανα Σταθούλα, με το νι και το σίγμα, όλα μπορεί να τα μολογήσει. Αυτό όμως που αποτελεί τον θρίαμβο στη ζωή της και ποτέ δεν κουράζεται να το επαναλαμβάνει, είναι ότι ή ίδια διάλεξε από το ρέμα και κουβάλησε τις πέτρες και μ’ αυτές έστρωσε το αλώνι τους που εδώ και 15 χρόνια έχει να δει καρπό στην πλάτη του. 

Ο μπάρμπα Γιαννακός είναι ο μόνος που ξέρει να πλέκει καλύβες από κλαριά
Θα ήθελαν πολύ να σπείρουν, να θερίσουν και να αλωνίσουν πάλι οι Φουκαίοι, αλλά γι’ αυτούς πάει, έγειρε η ζωή, στέρεψαν οι αντοχές τους. Το μόνο που τους μένει πλέον είναι αγναντεύουν όλη την ημέρα τον έρημο τόπο γύρω τους και να περιμένουν τα παιδιά τους - ο Νίκος μάλιστα που είναι αστυνομικός στην κοντινή Γρανίτσα έχει διαρκώς το νου του στα Σφολιανά ενώ με τα υπόλοιπα, καθώς έρχεται το Πάσχα πλησιάζει και η στιγμή που θα ανταμώσουν όλοι μαζί και θα γιορτάσουν άλλη μια φορά κι εφέτος στη γη τους. 

ΑΘΗΝΑ, 21042009

ΥΓ. Ο Γιαννακός και η Σταθούλα αποχαιρέτησαν για πάντα τα Σφολιανά πριν από δυο χρόνια αλλά η μνήμη τους παραμένει ζωντανή στον τόπο και σε όσους τους γνωρίσαμε...

ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΣΤΟ ΜΑΡΙΝΟ



Ήταν η μοναδική ψυχή που ζωντάνευε τα τελευταία χρόνια τον απόμακρο συνοικισμό της Δομνίστας πάνω από τον Κρικελοπόταμο, Μαρίνος, η κυρά Γεωργίτσα Μπούρα (1924 - 2014) μια γυναίκα που όταν την έβλεπες θαρρείς ενσάρκωνε στο αχαμνό κορμί της τη μάννα Ευρυτάνισα και τα σημάδια του χρόνου στο πρόσωπό της το επιβεβαίωναν. Κι ακόμα, η στάση της απέναντι στη ζωή σε συνδυασμό με το συζυγικό χρέος την έκαναν ακρίτα της μνήμης σε ένα τόπο όπου τα στοιχεία της ιθαγένειας, σβήνουν μαζί με τη γενιά της. 

Όντως ακριτικός ο τρόπος της ζωής της καθώς ουδέποτε εκτός από τα τρία χρόνια που υποχρεώθηκε μαζί με τη χήρα μητέρα της να μετακινηθούν στο Αιτωλικό για να μην υποστηρίζουν τους αντάρτες, απομακρύνθηκε από το γονικό της σπίτι που έχτισε ο πατέρας της όταν αυτή ήταν δυο χρονών και εκτός της αλλαγής της στέγης, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Εκεί στην εσωτερική εξορία παντρεύτηκε –ένα γαλάζιο φουστανάκι που είχε αγοράσει με τα μεροκάματα που έκανε στα χωράφια – τον κατά 15 χρόνια μεγαλύτερό συγχωριανό της Νίκο Μπούρα, τον οποίο τον είχε δάσκαλο στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και σαν τους επέτρεψε ο στρατός να γυρίσουν στο χωριό τους το καλοκαίρι του 1950 άρχισαν μια καινούργια ζωή με τη χαρά μάλιστα του πρώτου τους παιδιού Αλέκου. 

Άλλαξαν όμως τα πράγματα, ο δάσκαλος δεν μπόρεσε να συνεχίσει τα μαθήματα. Πάλεψαν στα χωράφια και πρόκοψαν, ο μόχθος τους έδεσε με τον τόπο και δεν παραπονέθηκαν ποτέ για τη γη τους. Πάνε πολλά χρόνια όμως από τότε που ο Νίκος είναι κάτω από το χώμα του κοιμητηρίου – εκατό μέτρα και απέναντι ακριβώς από το σπίτι τους και η Γεωργίτσα πάντα προλάβαινε σαν τέλειωνε τις δουλειές να πάει να του ανάψει το καντήλι και να του διηγηθεί της μέρας της, τους καημούς και τα παράπονα. Σαν γύρναγε, κάθονταν λίγο στο κατώφλι κι αγνάντευε τη φλογίτσα και μετά έπεφτε μόνη της για ύπνο δίπλα στο τζάκι. 

Έτσι έκλεινε κάθε ημέρα η ζωή της μέχρι πέρσι που οι δυνάμεις της δεν τη βοηθούσαν και ξεχειμώνιασε στην Αθήνα κοντά στην κόρη της, αλλά μετρούσε μια μία τις ώρες να γυρίσει αυτές τις ημέρες στο Μαρίνο γιατί ο Νίκος της έμεινε χωρίς συντροφιά όλο το χειμώνα και ο κήπος μπροστά στο σπίτι απεριποίητος. Στο δρόμο της κι ένα άλλο καντηλάκι, του γιου της Αλέκου στο κοιμητήριο του Κρικέλου, περιμένει κι αυτό μια καλησπέρα από τη μάννα… 

ΑΘΗΝΑ, 21042009

ΥΓ. Η κυρά Γεωργίτσα δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο της και ούτε πέταξε στον ουρανό καθώς μια μέρα ξεκίνησε και πήγε και κοιμήθηκε για πάντα δίπλα από τους δικούς της στο κοιμητήριο με τις αρχαίες βελανιδιές απέναντι από το σπίτι της...

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΑΒΔΕΛΑΣ

Ο Τέλης Παπαχατζής και ο Πάτροκλος Δαμασιώτης οι φύλακες του χωριού.

Από τα ψηλότερα βλαχοχώρια της Πίνδου η Αβδέλα των Γρεβενών, στα 1.300 – 1.400 μέτρα ήταν ένα χωριό που κάθε χειμώνα άδειαζε από τους ανθρώπους της που ακολουθούσαν τα τσελιγκάτα στον κάμπο της Θεσσαλίας και ζωντάνευε μετά το Πάσχα όταν επέστρεφαν τα κοπάδια στη Βασιλίτσα. Δεν υπήρχε όμως ποτέ περίπτωση να αφήσουν έρημο το χωριό και γι’ αυτό τοποθετούσαν φύλακες να το προσέχουν και οι οποίοι μπορούσαν να ζήσουν εκεί χωρίς να δούνε άνθρωπο ακόμα και τρεις μήνες!

Ο Τάκης Μπαζούκης μπροστά στην πόρτα του μαγαζιού "Το αγόρι του βουνού"
Τα χρόνια πέρασαν, τα κοπάδια διαλύθηκαν και οι Αβδελιώτες ρίζωσαν στον κάμπο και τις πόλεις αλλά το χωριό και τα σπίτια τους δεν τα άφησαν στην τύχη τους. Τελευταία μάλιστα που παρατηρείται σοβαρή ανοικοδόμηση η ανάγκη για φύλακες είναι πιο έντονη. Έτσι ακολουθώντας την παράδοση και εξυπηρετώντας νέες ανάγκες, ξεχειμάζουν πλέον δυο φύλακες, ο Τέλης Παπαχατζής με τον Πάτροκλο Δαμασιώτη, ενώ ανοιχτή παραμένει και η ταβέρνα του Τάκη Μπαζούκη με το βλάχικο όνομα «λα φιτσιούρλου ντε λα μούντι» που σημαίνει «το αγόρι του βουνού». Ο Τάκης ή Μαλλιάς όπως τον ξέρουν όλοι παλαιότερα είχε διατελέσει και αυτός φύλακας του χωριού, αλλά σταμάτησε και ασχολείται μόνο με την ταβέρνα του και είναι ανεξάντλητος στις ιδέες για να περιποιείται τους επισκέπτες.

Ο πρόεδρος της Κοινότητας Αβδέλας Κώστας Φούντας με τον Τέλη Παπαχατζή
Το πώς περνούν την ημέρα τους οι σημερινοί φύλακες, έχει κατά πολύ αλλάξει και η αιτία είναι κυρίως οι ηπιότεροι χειμώνες που επικρατούν, η διάνοιξη δρόμων και ο τακτικός εκχιονσιμός τους και βεβαίως ο εκσυγχρονισμός των σπιτιών. Στο παρελθόν για παράδειγμα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με τον πάγο, αλλά από τη στιγμή που όλα τα σπίτια έχουν συνδεθεί με το κεντρικό δίκτυο ύδρευσης, έχουν συνέχεια το νου τους μη και κανένας έχει ξεχάσει να τραβήξει τα νερά από το σπίτι του και σπάσουν οι σωλήνες. Άλλη μια δουλειά, που γίνεται σχεδόν καθημερινά είναι το άναμμα των κανδηλιών της εκκλησίας και φυσικά η υποδοχή των επισκεπτών που κάθε Σαββατοκύριακο όλο και πληθαίνουν.

Όταν βρεθεί τέταρτος, συμπληρώνεται το καρέ για μια παρτίδα δηλωτής!
Καθώς όπως είπαμε έχει ξεπεραστεί ο κίνδυνος του αποκλεισμού, κάτι για το οποίο αγωνίζεται ο δραστήριος πρόεδρος της Κοινότητας Αβδέλλας, Κώστας Φούντας, όλο και περισσότεροι είναι αυτοί που ανεβαίνουν στο χωριό. Από την Αβδέλλα οι επισκέπτες μπορούν να φτάσουν σε λίγη ώρα στο χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας καθώς και προς τα υπόλοιπα βλαχοχώρια, τη Βάλια Κάλντα και σε άλλα ενδιαφέροντα σημεία της Πίνδου.


ΑΘΗΝΑ, 12042009

ΟΙ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ



Πάει, τέλειωσε και τούτος ο χειμώνας. Όσοι τον διάβηκαν, πιστεύουν πως κέρδισαν μια χρονιά ζωής – έτσι λογάριαζαν παλιά στην ύπαιθρο, τότε που ο κύκλος της ετήσιας παραγωγής ξεκινούσε με το αισθητό αυγάτεμα της ημέρας το Φλεβάρη κι έκλεινε με τα πρώτα δυνατά κακοκαίρια του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το σκοτεινό, ανάμεσα στις δυο εποχές μεσοδιάστημα το είχαν γεμίσει με πολλές γιορτές, να χαίρονται οι άνθρωποι και να παίρνουν δυνάμεις να φορτώσουν άλλο ένα χρόνο στην πλάτη τους.  Φυσικά και δεν θα αποτιμήσουμε τις αλλαγές που έφερε ένας άλλος τρόπος ζωής στην ύπαιθρο χώρα, αλλά Μεγάλη Παρασκευή που είναι σήμερα, μέρα κατά κανόνα μελαγχολική που δίνει όμως τη σειρά της αύριο το βράδυ στη χαρά της ανάστασης, ο νους μας πήγε σε κάποιους ανθρώπους που ξεχειμώνιασαν φέτος στα χωριά τους μέσα στην ερημιά και στις μοναχικές μνήμες. Εξάλλου, δεν είναι και πολλοί αυτοί που από μια πηγαία θέληση δεν κουνάνε ούτε μια στιγμή από τον τόπο που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, δούλεψαν και ώριμοι πλέον γέρνουν προς το μεγάλο βράδυ που θα τους σκεπάσει για πάντα κάτω από τη γενέθλιο γη. 

Είναι πολύ λίγοι αυτοί οι άνθρωποι, συνήθως δεν έχουν απογόνους ή δεν αποκλείεται αυτοί να τους έχουν για κάποιο λόγο ξεχάσει ή απλά, να μην μπορούν να τους πείσουν να τους ακολουθήσουν στον κάμπο ή στην πόλη όπου ζουν.  Ο φόβος του εγκλεισμού σε ένα διαμέρισμα κι ακόμα περισσότερο, ο φόβος του γηροκομείου μεγαλύτερος από το φόβο του μανταλωμένου υπογείου, κάνει τους γέροντες πολύ διστακτικούς και δεν παίρνουν με τίποτα την απόφαση να κλειδώσουν το σπιτικό τους και να πάνε στην πόλη. Έπειτα, όλοι έχουν και μια υποχρέωση και δεν θέλουν ούτε μια ημέρα έστω να υποληφθούν στη συνείδησή τους και να λείψουν από το νεκροταφείο όπου αναπαύεται ο ή η σύντροφος της ζωής τους. Είναι μάλιστα τόσο ισχυρή αυτή η μεταθανάτιος αφοσίωση στον άντρα που για κάποιες γερόντισσες ο θάνατος μοιάζει με την ανάσταση που αργεί βασανιστικά να έρθει.

Οι υπόλοιποι που ξεχειμάζουν στα χωριά τους, όλοι έχουν το δικό τους λόγο και ο καθένας φυσικά εισπράττει διαφορετικά από τον άλλο τις συνέπειες αυτής της στάσης. Εξυπακούεται πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που αναφερόμαστε, είναι συνταξιούχοι του ΟΓΑ κυρίως, αλλά και άλλων ταμείων, όπως του ΙΚΑ ή του ΤΕΒΕ και άρα σχετικώς ευκατάστατοι αφού οι υποχρεώσεις τους απέναντι σε οτιδήποτε είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες.  Κάποιοι κάνουν καθυστερημένα την επανάστασή τους απέναντι σε ένα σύστημα για το οποίο πιστεύουν πως τους ξερίζωσε από τις εστίες τους και τους έστειλε εργάτες σε  άλλα μέρη, άλλοι πιο ειλικρινείς αποτίουν ένα ελάχιστο φόρο τιμής στη γενέτειρα την οποία δεν χάρηκαν για τους ίδιους, με τους πρώτους, λόγους, άλλοι από πραγματική αδυναμία να ζήσουν στις πόλεις και άλλοι απλά να κάνουν το κομμάτι τους καθώς θεωρούν πως είναι μέσα στην τάση που μας θέλει να έχουμε σπίτι σε κάποιο ορεινό χωριό. Όλοι αυτοί μπλέκονται αλλά κρατάνε τις αποστάσεις με τους πραγματικούς χειμωνιάτες, αυτούς που όπως προαναφέρθηκε δεν έφυγαν ποτέ από τα χωριά τους και ειλικρινά, θεωρώ πως αποτελούν τα πραγματικά, τελευταία ανθρώπινα μνημεία της ελληνικής υπαίθρου.  

Έτσι είπαμε να κάνουμε ένα αφιέρωμα σε αυτούς ανθρώπους σήμερα που οι περισσότεροι από εμάς, ως εκδρομείς θα επισκεφτούμε τα χωριά να γιορτάσουμε το Πάσχα, θα τους ταράξουμε για λίγες ώρες τη ζωή και θα τους αποχαιρετήσουμε  αφήνοντάς τους να πορευτούν ανεπηρέαστοι τον κύκλο τους μέχρι την επόμενη γιορτή που θα ξαναπάμε…

- Το κείμενο αυτό είναι σαν εισαγωγή μιας σειράς φωτογραφιών με τις λεζάντες τους που παρουσιάζουν αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους. Πρόκειται για πρόσωπα από διάφορες ορεινές περιοχές που κοινό τους γνώρισμα είναι ότι ξεχειμώνιασαν  στα χωριά τους, είτε από ανάγκη είτε από πεποίθηση.

ΕΧPLORE NATURE, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2009