Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΟΥ


Μια ποικιλία ενδιαφερόντων έχει κάνει τα Κουφονήσια τον πιο δημοφιλή προορισμό των Μικρών Κυκλάδων, τόσο μάλιστα που παλιοί και νέοι λάτρεις τους να μην βρίσκουν χώρο τον Αύγουστο να απλώσουν την πετσέτα τους σε καμιά παραλία.

Αντίκρυ όμως από το μικρό νησί, ένα άλλο, η γλυκειά Κέρος προκαλεί μεν με την λεπτή θωριά του την επίσκεψη αλλά δυστυχώς δεν διαθέτει ούτε μια παραλία με άμμο για να απολαύσει κάποιος την εξίσου με τα Κουφονήσια διάφανη θάλασσα. Αυτό βέβαια δεν αποτρέπει όποιον θέλει να κάνει με σκάφος το γύρο της και να ρίξει άγκυρα είτε στο πίσω μέρος όπου υπάρχει ένα πηγάδι με βρώμικο για τα κατσίκια είτε μπροστά στο αυλάκι του Αϊ – Γιώργη. Εκεί χωρίς πολλές μανούβρες μπορεί να δέσετε ένα σκάφος και να αποβιβαστήτε στο νησί το οποίο είναι ακατοίκητο και ακαλλιέργητο παραπάνω από εξήντα χρόνια.

Όντως, σε όλο το νησί το οποίο ως γνωστόν είναι κηρυγμένο ως αρχαιολογικός χώρος φυσάει μόνιμα ένας αέρας βαριάς ερημιάς – τίποτα εκτός από τα κατσίκια που λυμαίνονται τη λιγοστή βλάστησή του δεν κινείται, τίποτα εκτός από κάποιες διαλυμένες ξερολιθιές και τα ερείπια από ένα οικισμό δεν θυμίζει το πέρασμα των ανθρώπων. Μόνο στην πλαγιά ενός λόφου πάνω από τον προαναφερόμενο οικισμό στο στεγνό τοπίο υψώνονται μερικές ελιές απομεινάρια πιθανόν ενός πανάρχαιου ελαιώνα. Αχρονολόγητες και ατρύγητες για χρόνια αυτές οι γερασμένες ελιές είναι ο αψευδής μάρτυρας μιας οργανωμένης κοινωνίας ανθρώπων που έζησαν εκεί και περπατούσαν πάνω από τη γη που στα σπλάχνα της κοιμόνταν τα μοναδικά εδώλια του κυκλαδικού πολιτισμού.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, τον Αύγουστο το 2008

ΑΘΗΝΑ, 04072017

αθ

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

AYTO TO ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΟΛΟΚΥΘΙ…


Να μη βλέπουμε όμως όλο μαύρα τα πράγματα της πόλης και να κρίνουμε μόνο από την επιφάνεια και τον καιρό, σας αφιερώνω για το αποψινό Σαββατόβραδο την πιο όμορφη, πιο ζουμερή, πιο γλυκιά και πιο καλοκαιρινή φωτογραφία που μπόρεσα να κάνω σήμερα το μεσημέρι στη λαϊκή της Καλλιδρομίου.

Με την υποσημείωση βεβαίως ότι για ορισμένα πράγματα στη ζωή μας πρέπει να βάζουμε το μαχαίρι βαθιά, ως την καρδιά γιατί αλλιώς συνέχεια θα παραπονιόμαστε ότι το καρπούζι που διαλέξαμε ήταν ένα ωραίο κολοκύθι. Κι ακόμη, ότι το καρπούζι δεν το καταλαβαίνουμε αν είναι καλό με το χάιδεμα με τα ακροδάκτυλα, αλλά θέλει που και που και καμιά γερή σφαλιάρα ν’ ακουστεί ο κούφιος ήχος από το εσωτερικό του που δηλώνει πως είναι ώριμο.

Κι αν για κάποιους λόγους δεν σας πάει να αρχίσετε να βαράτε ένα καρπούζι στη μέση του δρόμου, μη διστάσετε να πείτε να το κάνει για λογαριασμό σας ο μανάβης. Θα του αρέσει και θα κάνει και ανέξοδη διαφήμιση με τη σκηνή και την πλάκα που θα ακολουθήσει. Εξάλλου, όπως έχουν έρθει τα πράγματα και οι τιμές έχουν πέσει αρκετά ακόμη και στη λαϊκή της Καλλιδρομίου, κανένας από τους μανάβηδες όπως κατάλαβα σήμερα δεν θέλει να χάνει πελάτη γιατί που να ξαναφορτώνει σαββατιάτικα τόσο εμπόρευμα.

Η ΑΘΗΝΑ ΤΩΝ ΤΡΟΠΙΚΩΝ


Το είπαμε για τις βροχές τον περασμένο μήνα και σήμερα νομίζω το εμπεδώνουμε. Χωρίς να το καταλάβουμε η Αθήνα έγινε μια πόλη με τροπικό πλέον κλίμα και τίθεται σοβαρά το ζήτημα αν πρέπει να βγαίνουμε πλέον από το σπίτι με ομπρέλα ή αδιάβροχο ακόμα και μέσα στο κατακαλόκαιρο...

Η μεσημεριάτικη μπόρα πάντως έκανε ποτάμι την Ασκληπιού και την Ακαδημίας αδιάβατη, τόσο που όπως βλέπετε στη φωτογραφία η οποία είναι τραβηγμένη από τα τραπεζάκια του καταστήματος «Προδόρπιον» που κάνει τα καλύτερα σουβλάκια στην πόλη και η τέντα του δεν μας άφησε να γίνουμε μούσκεμα, για κάθε ενδεχόμενο κάποιοι ανέβηκαν προληπτικά πάνω στις θέσεις της στάσης των αστικών. Μπορεί να μην διακρίνονται καθαρά ποιοι είναι, αλλά για την αλήθεια της στιγμής πρέπει να πω πως η καταγωγή των τριών αντρών πρέπει να είναι από εκείνες τις χώρες της Ασίας που όταν αρχίζουν οι μουσώνες, κανένας δεν ξέρει πόσους πνιγμένους μετράνε. Άρα κάτι μυρίζονται αυτοί ότι γίνεται με τον καιρό στην Αθήνα και παίρνουν τα μέτρα τους.


Αν ακολουθήσει λοιπόν η ίδια κατάσταση με τις βροχές δεν αποκλείεται να μάθουμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο γιατί μπορεί εύκολα να πνιγούμε εξαιτίας των ακαθάριστων εδώ και πολλά χρόνια φρεατίων του δικτύου της αποχέτευσης.

Η ΑΘΗΝΑ ΜΑΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ…


Ακούω από το πρωί σε ένα ραδιόφωνο για τις προετοιμασίες που πρέπει να κάνει κάποιος για τις διακοπές με ιδιαίτερη έμφαση στις οδηγίες τι πρέπει να κάνετε ως προς τη μετακίνηση γενικώς, τι κάνετε τα παιδιά, τους γέροντες, τα ζώα, τα λουλούδια, τις σχέσεις…

Σα να ξεφυλλίζει ο συνάδελφος περιοδικό της δεκαετίας του ’80 που οι διακοπές έπρεπε να γίνουν θεσμός προκειμένου να αναπτυχθεί η ύπαιθρος χώρα και ιδιαίτερα τα νησιά για να φτάσουμε στο σημερινό κατάντημα με την πλήρη διάλυση των κοινωνιών τους και την απόλυτη υποβάθμιση του περιβάλλοντός τους και φυσικά της αισθητικής τους. Ουρά σε όλα αυτά ήταν η εκρηκτική αύξηση του κόστους των διακοπών και να μη πολυλογούμε, φτάσαμε στο σημείο οι διακοπές να γίνουν για τους Έλληνες, προϊόν σε μια αγορά άπληστη για κέρδος που το επιτύγχανε κυρίως με την απίστευτη υποβάθμιση των υπηρεσιών που παρείχαν όλοι οι εμπλεκόμενοι στο κύκλωμα που λέγεται «καλοκαιρινές διακοπές».

Από την άλλη και αυτό θέλει να σχολιάσει εν συντομία τούτο το σημείωμα, κατά την περίοδο των διακοπών οι πόλεις και ιδιαίτερα η Αθήνα που όπως και να έχει αποτελεί τον κύριο προορισμό για χιλιάδες ξένους που έρχονται στην Ελλάδα αφήνονται στην τύχη τους. Ακόμη και ο Δήμος Αθηναίων, μοιάζει να μισεί περισσότερο από κάθε άλλη εποχή την πόλη που διοικεί και την απαξιώνει ακόμη περισσότερο απ’ ότι τον υπόλοιπο χρόνο με τη δικαιολογία ότι οι εργαζόμενοι παίρνουν τις άδειές τους και δεν επαρκεί το προσωπικό για να γίνουν οι δουλειές που συντηρούν την όποια ευπρέπεια και την καθαριότητα.

Θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα σωρό πράγματα γι’ αυτό αλλά θα σταθούμε μόνο στο Σύνταγμα, τον ομφαλό όπως θα λέγαμε της πρωτεύουσας και το σημείο που αναγκαστικά περνάνε όλοι οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα. Δεν ξέρω πως το βλέπετε εσείς αλλά εμένα χθες μου φάνηκε σαν αυλή ειδικού ιδρύματος με μεγάλες άδειες επιφάνειες που πυρώνουν τον αέρα από τη ζέστη, τον ανεπαρκή ίσκιο που προσπαθούν να ρίξουν τα ψωραλέα δέντρα, τα ευτελούς αισθητικής παγκάκια και ανεπαρκή πανάκριβα καταστήματα που βρίσκονται χωμένα στη γωνία προς τη μεριά της «Μεγάλης Βρεττανίας».

Έτσι λίγο πολύ ο κόσμος που θα ήθελε να σταθεί έστω για λίγο στο Σύνταγμα ούτε καν το σκέφτεται. Βγαίνει κατά κύματα από την είσοδο του μετρό και απλά στρίβει και ανεβαίνει τα σκαλιά προς τη Βουλή ή διασχίζει αδιάφορα την πλατεία και χωρίς μάλιστα τον κίνδυνο να βραχεί από το πιο κεντρικό σιντριβάνι της πόλης που επιδεικτικά μάλλον δεν λειτουργεί. Όπως τίποτα εξάλλου σε αυτή την πόλη που όσο εμείς επιμένουμε να αγαπάμε τόσο αυτή περισσότερο προσπαθεί να μας κάνει να φύγουμε μακριά της και να πάμε διακοπές…

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

ΜΙΑ ΙΠΤΑΜΕΝΗ ΚΑΤΣΙΚΑ…


Η φωτογραφία είναι μια τέχνη που βεβαίως και στηρίζεται πάνω σε γνώσεις και κανόνες αλλά εκεί που όμως αποθεώνεται είναι όταν ο φωτογράφος, επαγγελματίας ή ερασιτέχνης δεν έχει καμιά σημασία, βρεθεί μπροστά στο μοναδικό γεγονός!!!

Έτσι έγινε σαν ο φίλος Κώστας Πανουργιάς, επιχειρηματίας στη Νέα Υόρκη, ένα καλοκαίρι πριν από μερικά χρόνια που βρίσκονταν για διακοπές στο χωριό του, την όμορφη Ανατολική Φραγκίστα έκανε μια φωτογραφία που κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να πάρει το πρώτο βραβείο απροόπτου γεγονότος αν υπάρχει τέτοιος διαγωνισμός.

Τι φωτογράφισε όμως ο Κώστας; Μια γίδα του αείμνηστου Σωτήρη Λάμπρου που είχε το «καφενείο των κυνηγών» στο δρομάκι κάτω από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, βοσκούσε σε ένα όχτο δίπλα από το δρόμο προς τη μεριά της Σωτήρας στην κορυφή του οποίου σχεδόν ακουμπούσαν τα σύρματα του δικτύου του ΟΤΕ. Εκεί το ζωντανό, πήγε και έμπλεξε το κεφάλι του ανάμεσα στα σύρματα με αποτέλεσμα να κρεμαστεί από τα κέρατά και να πετάξει κυριολεκτικά από τη μια κολώνα ως την άλλη χαμηλότερα. Εκεί την πήραν είδηση από τα βελάσματα και ο Σπύρος πήρε μια σκάλα, τη στήριξε στην κολώνα και με πολύ κόπο κατάφερε να πλησιάζει την ιπτάμενη γίδα που είχε παραλύσει από το φόβο κρεμασμένη στον αέρα και να την κατεβάσει στη γη μέσα στην αγκαλιά του.

Αυτό το σπάνιο γεγονός, που αποκλείεται να επαναληφθεί ποτέ ή ακόμα και να σκηνοθετηθεί από κάποιο φωτογράφο, κατάφερε να αποτυπώσει με τη συμβατική του μηχανή ο Κώστας Πανουργίας και η ωραία φωτογραφία που ελάχιστοι μέχρι σήμερα την έχουν δει, βρίσκεται μαζί με άλλες εξίσου ενδιαφέρουσες σε ένα όμορφο άλμπουμ στο «Πνευματικό Ίδρυμα Γεώργιος Καφαντάρης» στην Ανατολική Φραγκίστα.

ΣΗΜΑ ΚΑΤΑΘΕΝ Ο ...ΦΟΙΝΙΚΑΣ


Ο Δημήτρης Μαύρος περιμένει πάντα με τον «Φοίνικα» στο λιμάνι.

Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τότε που ο Δημήτρης Μαύρος είδε τους καιρούς να αλλάζουν για το Κουφονήσι των ψαράδων και έφτιαξε τα πρώτα ενοικιαζόμενα δωμάτια στην άκρη του πατρικού του χωραφιού, λίγο έξω από το χωριό, στην πλατιά αμμουδιά που την έλεγαν Χαροκόπου.

 Εκεί λοιπόν, κοντά στο μικρό πηγάδι και κάτω από τον ψηλόλιγνο φοίνικα θεμελιώθηκε στα 1975 μια από τις πιο γνωστές σήμερα τουριστικές επιχειρήσεις των Μικρών Κυκλάδων η οποία σιγά – σιγά ονομάστηκε «Φοίνικας» εξαιτίας του δέντρου που ήταν το σήμα αναγνώρισης για τους πρώτους που κατέφθαναν τότε εκεί. Στην αρχή όλοι έμειναν σε σκηνές και κατόπιν στα δωμάτια του Δημήτρη τα οποία πλήθαιναν χρόνο με το χρόνο, μέχρι που γέμισαν το παλιό χωράφι καθώς και τα διπλανά.

Παρά τα χρόνια που πέρασαν κι ενώ σε όλο τον όρμο του Χαροκόπου πολλά έχουν αλλάξει, δυο – τρία πράγματα έχουν μείνει όπως όταν δημιουργήθηκε το συγκρότημα. Το ωραίο δέντρο φυσικά, το εστιατόριο με τα καλάμια που έχουν γίνει ανεπανάληπτα γλέντια ανήμερα της Παναγίας που γιορτάζει η γυναίκα του Δημήτρη, η Γιώτα, και το παλιό λεωφορείο με το οποίο ο Δημήτρης μεταφέρει τους πελάτες του. Πρόκειται για ένα όχημα με το οποίο έχουν μετακινηθεί όλοι όσοι έχουν πάει έστω και για μια φορά στο Κουφονήσι και για το οποίο άπαντες έχουν τις καλύτερες αναμνήσεις καθώς στα σκονισμένα καθίσματά του ξεκινούσαν ή τέλειωναν τις πιο όμορφες διακοπές της ζωής τους.

Αν και πέρασαν τα χρόνια και οι πελάτες δεν χωράνε πλέον στο «Φοίνικα», ο Δημήτρης δεν έχει αποσύρει το παλιό αυτοκίνητο γιατί το θεωρεί ως σημείο κατατεθέν του νησιού και την άποψή του επικροτούν όλοι, παλιοί και νέοι εραστές του Κουφονησίου.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό "Σκάφος - Φουσκωτό" της εφημερίδας 'Εθνος, τον Αύγουστο του 2009.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

ΟΤΑΝ Η ΣΟΔΕΙΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΑΛΩΝΙ

Ο Βούλης Θεολογίτης ξεκινά το αλώνισμα με  έξι γαιδουρομούλαρα στα Θολάρια

Η μικρή φάλαγγα με τα τέσσερα υποζύγια και τον Βούλη (Παρασκευά) Θελογίτη να την οδηγεί, κατηφόριζε με δυσκολία, εκείνο το θαμπό μαγιάτικο πρωινό, το χερσωμένο μονοπάτι στο Αγριάχλαδο που συνέδεε, την εποχή που όλα τα βουνά πάνω από την Αιγιάλη καλλιεργούνταν συστηματικά και ήταν γεμάτο αιγοπρόβατα, την εξοχική τοποθεσία Αϊ - Στράτιος με ένα από τα πιο ζωντανά χωριά της Αμοργού, τα Θολάρια.


Αυτή η πρωϊνή έξοδος, για το 17χρονο μουλάρι Γύφτο, τον ταλαιπωρημένο 30χρονο γάϊδαρο Μάρκο και τους άλλους δυο σχετικά νεώτερούς γαιδάρους, τον Μουζάλη και τον Πασχάλη του Μιχάλη Γαβαλά, ήταν ένα συνηθισμένο δρομολόγιο που κάνουν παρέα κάθε χρόνο αυτό τον καιρό και μεταφέρουν δεμάτια αρακά από το χωράφι του Θεολογίτη στο αλώνι του Ηλία Σιμιγδαλά.

Ο Μάρκος πρέπει να θυμάται πως εκτός από αυτό το δρομολόγιο, το οποίο δεν είναι και το πιο δύσκολο, στα χρόνια του κάθε Νοέμβρη, μόλις χόρταιναν τα χωράφια νερό από τη βροχή, τον έζευαν μαζί με ένα άλλο σύντροφο και για μερικές ημέρες τραβούσε το αλέτρι στα ζωνάρια του Αϊ - Στράτιου. Το ίδιο έκαναν και τις ημέρες γύρω από τα Χριστούγεννα που έσπερναν τον αρακά και μετά έρχονταν η γλυκιά για τους γαϊδάρους εποχή του χειμώνα που κλεισμένοι στα αχούρια τους ξαπόσταιναν μέχρι την εποχή που άρχιζε ο θερισμός. Τη μακαριότητα του χειμώνα χάλαγε καμιά φορά μόνο η ανάγκη για καμιά μικρομεταφορά, αλλά πάντα ήταν σύντομη.

Πιάσαμε να λέμε για τον Μάρκο και την παρέα του, που φόρτωσε ο Βούλης εκείνο το πρωί από δυο μεγάλα δεμάτια αρακά και τα κουβάλησαν μέχρι το αλώνι, γιατί χωρίς αυτόν και τα άλλα ζωντανά, η οικογένεια Θεολογίτη θα σταματούσε την καλλιέργεια αυτού του πολύτιμου φυτού στην Αμοργό. Και δεν είναι μόνο η έλλειψη δρόμου στον Αϊ _ Στράτιο που τους δυσκολεύει αλλά και η φυσιογνωμία της αμοργινής γης που δεν «πατιέται» παντού από μηχανήματα και έτσι αναγκαστικά κάποιες οικογένειες που ασχολούνται ακόμη με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, υποχρεωτικά συντηρούν κάποια γαιδουρομούλαρα. Σε καμιά 30αριά υπολογίζονται αυτά στα Θολάρια και άλλα τόσα στη Λαγκάδα και λίγα ακόμα στον Ποταμό και στον Όρμο και εκτός από τη βοήθεια στα χωράφια χρησιμοποιούνται από τους γέροντες και τις γερόντισσες για τη μεταφορά τους στους εσπερινούς και στα πανηγύρια στα απόμακρα εκκλησάκια.

Η μεταφορά αρακά από το χωράφι για την παρέα των τετράποδων είναι η τελευταία αγροτική εργασία ουσίας που κάνουν πλέον στην Αμοργό ενώ κάποιες φορές μπαίνουν και στο αλώνι, σπάνια όμως γιατί από εκεί τα έχουν βγάλει οι φρέζες. Έτσι η παλιά σχέση που είχαν τα γαιδαρομούλαρα με το αρακά, όσο πάει και διαλύεται και όπου νάναι, θα σβήσει.

Ο αρακάς (κατσούνι) είναι ένα πανάρχαιο φυτό, καλλιεργείται στις Κυκλάδες από την αυγή της ιστορίας και αποτελούσε τη βάση της διατροφής των νησιωτών που διέθεταν αρδεύσιμες, γόνιμες εκτάσεις. Τον φύτευαν συνήθως σε χτιά – έτσι λένε τις πεζούλες στην Αμοργό σε καλοοργωμένο χωράφι που την προηγουμένη χρονιά είχαν καλλιεργήσει σιτάρι ή κριθάρι για να έχουν καλύτερη παραγωγή. Η ευόδωση όμως των κόπων του αγρότη και ο πολλαπλασιασμός του σπόρου ήταν στις καιρικές συνθήκες και ιδανικές για τον αρακά, ήταν πάντα οι κρύες ημέρες που φυσάει βοριάς. Ο υγρός νοτιάς ήταν ο μεγάλος εχθρός του και υπήρξαν χρονιές που εξαιτίας των παρατεταμένων νοτιάδων, πείνασαν και δυστύχησαν πολλές οικογένειες.

Αν έχει λοιπόν κατάλληλες καιρικές συνθήκες το κατσούνι αναπτύσσεται κανονικά και το πρώτο δεκαήμερο του Μάη είναι έτοιμος για θερισμό ο οποίος γίνεται με δρεπάνι και τα φυτά μένουν στο έδαφος μέχρι να στεγνώσουν. Κατόπιν δένονται σε μεγάλα δεμάτια και για να μεταφερθούν στο αλώνι, τότε επιστρατεύεται η παρέα…

Η περιοχή Αϊ – Στράτιος όπου η οικογένεια Θεολογίτη καλλιεργεί ακόμα αρακά, λαχανικά που ποτίζονται από μια στέρνα και έχει αμπέλια, συκιές και βερυκοκιές, είναι ένα μικρό οροπέδιο στα βουνά της Αιγιάλης, ένα τέταρτο περίπου από τα Θολάρια και έχει πάρει το όνομά της από ένα λευκό παλιό εκκλησάκι το οποίο είναι χτισμένο δίπλα από ένα ερειπωμένο κτίσμα ελληνιστικών χρόνων. Η περιοχή η οποία φαίνεται πως καλλιεργείται επί σειρά αιώνων, βρίσκεται σε υψόμετρο τέτοιο που δεν βασανίζεται από το νοτιά καθώς προφυλάσσεται από το ύψωμα Χοντριά από δυτικά και το ορεινό τείχος του Κρίκελου στην πλάτη της, περιορίζει τη δύναμη του βοριά.

Όλη δε η περιοχή, από το μονοπάτι που συνδέει τα Θολάρια με τη Λαγκάδα, μέχρι τα βράχια του Κρίκελου παλιότερα ήταν καλλιεργημένη με σιτάρια, κριθάρια, αρακά, είχε συκιές, αμπέλια, μελίσσια και ανάμεσα τους, μπορούσαν να ζήσουν και κοπάδια. Σήμερα, το μόνο που θυμίζει εκείνο τον κόσμο είναι το χωράφι του Θεολογίτη στον Αϊ – Στράτιο.

Ο Νικόλας Θεολογίτης φυσικά και δεν θα μπορούσε να απουσιάσει από το αλώνι!

Στο αλώνι που βρίσκεται πάνω από τον παλιό οικισμό των Θολαρίων, άρχισε το αλώνισμα του αρακά με όλα τα ζωντανά στο ζυγό. Έπρεπε να σηκωθεί λίγο ψηλά ο ήλιος για να αρχίσει το ατέλειωτο γύρισμα μέχρι που να θρυμματιστούν όλα τα κλαριά και να μείνει σπυρί – σπυρί ο καρπός στο πάτωμα του αλωνιού. Προεξάρχων ο Νικόλας Θεολογίτης, που η εμπειρία του κάθε χρόνο συμπληρώνεται με καινούργιες παρακολουθούσε συνέχεια τις στροφές και είχε το νου του να προλάβει την «ανάγκη» τους με μια παλιά κατσαρόλα. 

Ο Βούλης έσπρωχνε με γλυκό τρόπο τα ζωντανά και τα παιδιά του χωριού παρακολουθούσαν. Όχι πως δεν είχαν ξαναδεί τέτοια σκηνή, αλλά με μια εντύπωση πως μπορεί να μην επαναληφθεί ξανά. Τέτοιος κίνδυνος, είπε ο Βούλης δεν υπάρχει γιατί ο αρακάς άρχισε να γίνεται περιζήτητος και έχει καλή τιμή στην αγορά. Έτσι, δεν θα πάψει να γίνεται αλώνισμα στα Θολάρια.

- Το κείμενο είναι απόσπασμα από ένα μεγάλο αφιέρωμα στα αλώνια του Αιγαίου που δημοσιεύτηκε πέρσι τον Ιούλιο το 2010 στο περιοδικό EXPLORE NATURE της εφημερίδας Έθνος.

ΑΘΗΝΑ, 01072010