Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

ΓΙΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥΣ

 

 Ημέρα των βουνών η χθεσινή και εκατοντάδες διαδηλωτές πραγματοποίησαν το απόγευμα συγκέντρωση στο Μοναστηράκι και πορεία προς το Σύνταγμα, με στόχο να υπενθυμίσουν στους συμπολίτες μας και κυρίως στο Κοινοβούλιο ότι η χώρα από άκρη σε άκρη βρίσκεται σε κίνδυνο και ήρθε η ώρα να δούμε τα πράγματα κατάματα.

 










 Η «πράσινη» λεγόμενη προσχηματικά ανάπτυξη διαλύει το σώμα της Ελλάδας, παραδίδει τεράστιες εκτάσεις γης σε αλλότρια και ύποπτα συμφέροντα, υποβαθμίζει περιοχές μοναδικού και ιστορικού κάλλους, ταπεινώνει τις κορυφές των μοναδικών βουνών μας με φαραωνικά έργα και φράζει τους ποταμούς αδιαφορώντας παντελώς για τις συνέπειες που θα υποστούν οι τοπικές κοινωνίες - όσες έχουν απομείνει μετά από αυτή την πρωτοφανή επίθεση των κερδοσκόπων εναντίον της ίδιας της χώρας.

 






Τα βουνά είναι η κορυφή του ζητήματος και η σωτηρία τους μπήκε στην πρωτοπορία εξαιτίας της ασυδοσίας του επενδυτικού συμπλέγματος ντόπιων και ξένων συμφερόντων για την ανάπτυξη αιολικών πάρκων, ήτοι ανεμογεννητριών καθώς και μικρών και μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων προς παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η υπόθεση, εξαιτίας της παθητικής, να μη πω αυτή τη στιγμή άλλο, στάσης των πολιτικών όλων δυστυχώς των παρατάξεων δεν προοιωνίζει τίποτα καλό.

 





Από την άλλη, οι αγώνες ενός μεγάλου αριθμού συμπολιτών μας έχει κατορθώσει να αποτρέψει βιομηχανικές εγκαταστάσεις σε πολλά βουνά και συνεχίζει μέχρι να σταματήσει αυτό το αίσχος αλλά η Πολιτεία, με διάφορα νομικά τεχνάσματα και με την συνεπικουρία αδίστακτων μηχανισμών καθώς και των ανυπόληπτων ΜΜΕ κατορθώνει να βρίσκει καινούργιους τρόπους να παρακάμπτει το δίκαιο της Φύσης και υποσκάπτει την συνέχεια του κόσμου.

 









Γι’ αυτό και η πορεία στην οποία συμμετείχαν οργανώσεις και ομάδες απ’ όλη την Ελλάδα - χαρακτηριστικό ήταν ότι πολλοί κρατούσαν πλακάτ με τα ονόματα των βουνών και ήταν σαν να έδιναν το παρόν τους αυτά στους δρόμους της Αθήνας. Φυσικά και καμαρώνουμε γι’ αυτό όσοι αγωνιζόμαστε για την σωτηρία των Αγράφων, το πανό ήταν στην κεφαλή της πορείας. Αγώνας που θα συνεχίσουμε μέχρι να αφεθούν τα Άγραφα και όλα τα βουνά όπως τα έφερε μέχρι τις ημέρες μας η Ιστορία…

 






















ΥΓ. Το φωτορεπορτάζ (πρώτο μετά από χρόνια απομάκρυνσης από τα κοινά της πόλης) έχει ως στόχο να καταδείξει τον τρόπο που πολίτες απ’ όλη την Ελλάδα ενώθηκαν προς σε ένα σκοπό και την ανάγκη να υποστηριχθούν οι κινήσεις και οι πρωτοβουλίες τους. Πράγμα που μέσω αυτής της σελίδας καθώς και από το actimon.blogspot. com θα υποστηριχθεί με κάθε τρόπο. Ελάτε μαζί μας να σώσουμε τα βουνά και τα νησιά μας.  

 

ΑΘΗΝΑ, 12122023 


Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

Ο ΜΠΙΝΤΕΣ, ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΑ





 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ (ΜΑΚΡΑΚΩΜΗ 10/10/1931 – ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ 02/07/1972)

«Ο μπιντές»
Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.
Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ' έπιασε κόψιμο, τα 'κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ώς και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ' άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ' ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια.
Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τί να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ' αυτά και μ' αυτά, βρέθηκα μ' όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τί σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τί καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.
Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη.
Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ' έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι.
Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων.
«Κάποτε θα 'ρθει και της τουαλέτας η ώρα», έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τί ήταν πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ' απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.
Τ' άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ' άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το 'να μάτι μπλε τ' άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τί λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή — ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π' ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.
Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν' αναπνεύσω λιγάκι, ν' ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ' τ' αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. Έστησα το αυτί και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ' ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.

[πηγή: Μάριος Χάκκας, Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 1978, σ. 259-263]
Όλες οι αντιδράσεις:
Εσείς, Katia Kallitsounaki, Tula Theo και 46 ακόμη

Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΑΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 


Καθώς κοντεύουμε να τελειώσουμε από με την «Καλή Παναγιά» σήμερα, τις λιτανείες, τους ασπασμούς, τις γονυκλισίες και τα πανηγύρια και να αρχίσουμε από αύριο να κάνουμε τους υπολογισμούς του χειμώνα, ας σταθούμε σε κάτι τελευταίο, επίσης σημαντικό που δένει με την ημέρα. Τα αλογάκια της παναγίας  (mantis religioza – προσευχόμενος μάντης) που αυτό καιρό είναι στο απόγειο της ύπαρξής τους δεν είδα να αναφέρονται από κανέναν και τούτο δεν είναι παράξενο καθώς μπορεί να γέμισαν τα χωριά από κόσμο, αλλά στα χωράφια όπου ζουν και κινούνται αυτά, αμφιβάλλω αν πήγε κανένας. Χώρια δε που λίγοι ξέρουν τι κάνει το θηλυκό στο αρσενικό την ώρα του ζευγαρώματος. Του κόβει το κεφάλι…

Στη φωτογραφία, η Collin Maggie (Nebraska through the lens) έπιασε με τον φακό της ένα αλογάκι, δεν ξέρουμε αν είναι αρσενικό ή θηλυκό να αρχίζει να τρώει μια πεταλούδα.

ΑΘΗΝΑ, 15082023 

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

ΕΝΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ...

 


Ότι με το καρπούζι δεν χορταίνεις, είναι γνωστό τοις πάσι. Την γλύκα του μόνο απολαμβάνεις και έτσι αφουγκράζεσαι ως τα βάθη της ψυχής καλοκαίρι. Έτσι μάθαμε όλα αυτά τα χρόνια: Ότι χωρίς καρπούζι δεν νιώθεις ότι είναι καλοκαίρι και αξίζει, όσο βάρος κι αν έχει να το κουβαλήσεις από το μανάβικο ως το σπίτι, να το σφάξεις τελετουργικά, να τσιμπήσεις λίγη από την καρδιά του και μετά να μπει στο ψυγείο να κρυώσει.

Παλιά θυμάμαι πριν βγουν τα ψυγεία στα ορεινά χωριά όπου τα έφερναν μέσα σε τσουβάλια στις γιορτές, τα βάζαμε στις βρύσες να κρυώσουν και συμπλήρωναν με μεγαλοπρέπεια το τραπέζι. Επειδή για τότε ήταν κάπως σαν είδος πολυτελείας, η μάνα έκρυβε κάποιες φέτες και με τις οποίες εξυπηρετούσε όποιες αγγαρείες ήθελε.  

Τέλος πάντων πέρασαν εκείνα τα χρόνια, καρπούζια βγαίνουν από τον Μάιο και είναι παντελώς άνοστα  και οι γύφτοι καταφέρνουν να τα πηγαίνουν παντού και μάλιστα φτηνά. Πέρσι τα είχαν δυο ευρώ το κομμάτι, φέτος τα πήγαν τρία λόγω του κόστους που λένε οι παραγωγοί ότι αυξήθηκε. Δεν είναι και λίγα τα τρία ευρώ αλλά με τίποτα δεν συγκρίνονται με τις τιμές που τα πουλάνε τα σούπερ μάρκετ. Αυτό που κρατάω στα χέρια μου, το πλήρωσα 9.30 ευρώ στα Σεπόλια και  φυσικά δεν θα το ξανακάνω. Μου φτάνει μια φορά που ένιωσα πως είναι καλοκαίρι, θα συμπληρώσω την αίσθηση με άλλα σχετικά.

ΥΓ. Πάντως αξίζει κάποιος απ’ αυτούς τους ειδικούς, στις υπηρεσίες και τα υπουργεία να κάτσει να μελετήσει σοβαρά πως ο γύφτος καταφέρνει και το έχει 30 λεπτά το κιλό και η συντεχνία των σουπερμάρκετ ένα σχεδόν ευρώ. Σημειωτέον, ότι ούτε ο γύφτος ξέρει πως είναι μέσα τα καρπούζια, ούτε ο έμπορος αν δεν τα σφάξουν. Από τον σωρό τα παίρνουν. Παρ’ αυτά τα πουλάνε με 70 λεπτά διαφορά ο ένας από τον άλλον.  

ΑΘΗΝΑ (Κολωνός) 14082023