Σάββατο 30 Απριλίου 2022

ΟΙ ΝΕΡΑΝΤΖΙΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ

 


Η νέα μου γειτονιά στο λόφο Σκουζέ χθες μύριζε Πάσχα· από τις κουζίνες έβγαινε η μυρωδιά του ψητού, από κάποιες αυλές της ψησταριάς και από παντού, το άρωμα από τις ανθισμένες νεραντζιές απλώνονταν στο αέρα. Ένα άρωμα που κάνει την Αθήνα μοναδική και η οποία κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να ονομαστεί η πρωτεύουσα της νεραντζιάς…

Είναι τα Σεπόλια μια παλιά γειτονιά της Αθήνας στην οποία για κάποιους λόγους οι νεραντζιές έχουν διατηρηθεί και οι δεντροστοιχίες τους παραμένουν σχεδόν ακέραιες στους δρόμους και στις πλατείες. Τούτο μπορεί να ερμηνευτεί ότι μεγάλο μέρος των Σεπολίων δεν έχει ανοικοδομηθεί, όπως άλλες γειτονιές της πόλης και έτσι γλίτωσαν και οι νεραντζιές. Σε ορισμένους δε μικρούς δρόμους είναι σε πολύ καλή κατάσταση και σε αυτό φαίνεται πως συμβάλλουν και οι γείτονες με την προσοχή που τους δίνουν. Αυτές μοιάζουν να ανταποκρίνονται και δίνουν όλο τον εαυτό τους να ομορφύνουν τα κτίρια, ιδιαίτερα δε εκείνα που θυμίζουν τα παλιότερα χρόνια και με τα οποία έχουν φαίνεται αναπτύξει μια ιδιαίτερη, αγαπητική σχέση καθώς μεγάλωσαν δίπλα τους και είναι δεμένες με την ιστορία κάθε σπιτιού και των προσώπων που τα κατοίκησαν για πολλές – πολλές δεκαετίες.






Η έκπληξη, αναμενόμενη εξάλλου, ήταν ότι στη μικρή αυτή περιπλάνηση ανακάλυψα πολλές μικρές αυλές που φιλοξενούν ακόμη λεμονιές, συκιές, κλήματα και ένα σωρό μυριστικά και οι οποίες ανήκουν σε σπίτια που μετράνε πολλές δεκαετίες κατοίκησης, άλλα πριν από τον πόλεμο και άλλα κατοπινά, καθένα με την δική του προσωπικότητα. Εκείνοι που τα έχτισαν, σίγουρα έχουν πάει στον ουρανό αλλά στα περισσότερα οι απόγονοι τα φροντίζουν και τα κρατάνε ζωντανά ενώ είναι και άλλα πολλά που η εγκατάλειψη είναι φανερή ή οι νέοι ένοικοί τους δείχνουν γι’ αυτά προκλητική αδιαφορία. Η εικόνα θυμίζει την αρχή που έγινε σε άλλες κοντινές γειτονιές με απογοητευτικά σήμερα αποτελέσματα.






Όλη αυτή η ανοιξιάτικη βλάστηση (αστική χλωρίδα τη λένε οι ειδικοί) δίνει ένα διαφορετικό χρώμα στα Σεπόλια και σε αυτή οφείλονται οι μυρωδιές της άνοιξης που είναι γεμάτη. Μια περιήγηση στους δρόμους αλλά και στους λόγους, Σκουζέ όπου δεσπόζει ο μεγάλος ναός του Αγίου Αιμιλιανού και ο λόφος του Ιππείου Κολωνού, κατάφυτοι και οι δυο προσφέρουν μια ωραία αίσθηση και εξάπτουν φυσικά την περιέργεια για την ιστορία αυτού του τόπου. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι Πάσχα να περπατήσετε στα Σεπόλια, οποιοδήποτε πρωί ή απόγευμα τα βήματά σας παρακινούμενα από τις μυρωδιές των νεραντζιών θα σας οδηγήσουν σε πολύ όμορφα και ενδιαφέροντα σημεία και θα τα αγαπήσετε…









ΑΘΗΝΑ, 30042022

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

ΟΙ ΟΒΕΛΙΕΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

 


Επειδή εγώ έχω χωριό που θυμίζει έστω λίγο εκείνο που μεγάλωσα πριν από πολλά χρόνια συνήθιζα να πηγαίνω πάντα σε αυτό το Πάσχα αλλά κάποιες χρονιές θέλησα να γνωρίσω πως γιορτάζουν σε άλλα μέρη, κυρίως σε νησιά ενώ ορισμένες άλλες έμεινα στην Αθήνα όπου η εμπειρία είναι μοναδική – αρκεί να γνωρίζει πως θα κινηθεί και να επιλέξει, αν δεν τον ενθουσιάζει η εκκλησία της ενορίας του, κάποια από τις παλιές ιστορικές της πόλης.

Φέτος, όσο και αν φαίνεται παράξενο σε πολλούς επέλεξα να μείνω στην Αθήνα κι αυτό για διάφορους λόγους κι έτσι παρακολούθησα τις ακολουθίες των Παθών και της Ανάστασης στον Άγιο Αιμιλιανό, στο λόφο Σκουζέ και μου έκανε εντύπωση ο κόσμος που παρέστη. Εκατοντάδες, πλημμύρισαν τους δρόμους γύρω απ’ όλο το λόφο. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, οικογένειες και πάρα πολλά παιδιά, σημάδι πως η αυτή η ενορία είναι ζωντανή και έχει μέλλον όπως εξάλλου ζωντανή είναι όλη η γειτονιά και τούτο οφείλεται, όπως φαίνεται και από τα σπίτια, στο γεγονός ότι λίγοι φύγει να ζήσουν σε άλλα μακρινά προάστεια και πολλές επιχειρήσεις και καταστήματα λειτουργούν με το οικογενειακό όνομα ακόμη.  

Πέρα απ’ αυτό με ενδιάφερε να περπατήσω, μετά από χρόνια στην πασχαλιάτικη Αθήνα, πράγμα που κατόρθωσα εν μέρει στο λεγόμενο ιστορικό κέντρο όπου υπήρχαν ανοιχτά αρκετά καταστήματα, κυρίως εστίασης. Κι εκεί, στην πλατεία Μοναστηρακίου είδα τα γνωστά καταστήματα να έχουν στήσει και ψησταριές όπου με μοτεράκια γύριζαν  οβελίες, κοκορέτσια και κοντοσούβλια. Ήταν ένα ενδιαφέρον θέαμα που τράβαγε τους τουρίστες και το φωτογράφιζαν με ότι μέσο είχαν αλλά ελάχιστους απ’ αυτούς είδα στα τραπέζια και πιθανόν ήταν αυτοί που γνώριζαν κάπως για τα έθιμα του Πάσχα στην Αθήνα και έδειχναν και ενθουσιασμένοι. Οι υπόλοιποι θαμώνες ήταν ντόπιοι και οι οποίοι έδειχναν να απολαμβάνουν αυτή τη γωνιά της πόλης με την ευκαιρία της απουσίας εκείνων που έρχονται στο Μοναστηράκι και τα πέριξ για ψώνια και γεμίζουν τα τραπέζια όλη την ημέρα.



Το Πάσχα γι’ αυτούς είναι μια ευκαιρία να απολαύσουν πιθανόν την παλιά τους γειτονιά ή να νιώσουν τον αέρα του κέντρου χωρίς την εμπορική κίνηση αλλά και χωρίς τον κυριακάτικο συνωστισμό που παρατηρείται όλες τις εποχές του χρόνου. Οι οβελίες και τα κοντοσούβλια τους έδιναν ένα επί πλέον επιχείρημα να κλείσουν τραπέζι να απολαύσουν αυτό που επιθυμούσαν για την ημέρα. Το όνομα δε των καταστημάτων εγγυάτο και την ποιότητα τόσο των εδεσμάτων όσο και της περιποίησης από μέρους των υπευθύνων οι οποίοι από την πλευρά τους εκτιμούν ιδιαίτερα την παρουσία τους αυτές τις ημέρες. Είναι σαν κατά κάποιο τρόπο να ανασυντάσσεται η πόλη στις παλιές της συνήθειες και όσοι την αγαπούν, όχι μόνο δεν φεύγουν αλλά δίνουν το παρών σε αυτή την ευκαιρία που δεν τους δίνεται πολλές φορές το χρόνο και ιδιαίτερα το καλοκαίρι εξαιτίας των τουριστών.

Οι οβελίες στο Μοναστηράκι θύμισαν σε πολλούς, σε όσους το έχουν ζήσει και σε όσους ακόμη το έχουν ακούσει ψησταριές το Πάσχα στις παλιές γειτονιές της Αθήνας, στις αυλές, στους δρόμους και στις πλατείες, εκεί όπου όλος ο κόσμος γίνονταν μια παρέα και γλεντούσε το Πάσχα με τον αθηναϊκό τρόπο. Σήμερα που οι γειτονιές αυτές έχουν διαλυθεί και μόνο στη νοσταλγία των ωριμότερων ανιχνεύονται, τέτοιες κινήσεις, έστω και από καταστήματα δίνουν ένα χρώμα που λείπει από την Αθήνα.

Θα μπορούσε να γίνει αυτό και σε άλλες παλιές γειτονιές αλλά δεν είναι πλέον εφικτό αφού οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί σε αυτές είναι μεγάλες και κυρίως στην σύνθεση του κόσμου και τις προτεραιότητες που δίνει ο καθένας. Άλλος γιατί θέλει να πάει στο χωριό του, άλλος σε κάποιο προβεβλημένο μέρος, άλλος γιατί δεν πιστεύει σε διαφορετικό θεό κι ένα σωρό άλλα ζητήματα, δεν επιτρέπουν τέτοια πράγματα. Πόσο μάλιστα ψησταριές γιατί θα βρεθούν ένα σωρό που θα διαμαρτυρηθούν, άλλος για τον καπνό, άλλος για την τσίκνα, κάποιοι για τα δικαιώματα των ζώων οπότε όποιος σκεφτεί να κάνει κάτι τέτοιο, ζυγίζει τα πράγματα και το αφήνει να περάσει. Αφού η συμμαχία των γειτόνων δεν υπάρχει πια, κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη.  


 

ΑΘΗΝΑ, 25042022 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

 



Όποιος κατηφορίζει από την Ομόνοια αριστερά, Σατωβριάνδου ή Βίκτωρος Ουγκώ με κατεύθυνση προς την πλατεία Βάθης γνωρίζει πολύ καλά τι θα συναντήσει στη
μαύρη τρύπα» της πόλης. Τα έσχατα χυμένα  στα πεζοδρόμια και την αγωνία ζωής και θανάτου σκόρπια παντού. Σκουπίδια, θλίψη, απόγνωση, φόβος και ζωή χωρίς ορίζοντες…

Εκεί λοιπόν, σήμερα το απόγευμα άρχισε κάποια στιγμή από ένα  ξενοδοχείο να βγαίνει ένα ολόκληρο ποτάμι κορίτσια – κανένα δεν έμοιαζε με αυτά που συχνάζουν ή επιβιώνουν στην περιοχή και ήταν τόσο πολλά που δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουν απαρατήρητα. Ξανθά, ψηλά, καλοντυμένα, με προτίμηση το άσπρο στα ρούχα, με κοντές φούστες τα περισσότερα, φρεσκοπλυμένα σκορπούσαν την ευωδιά τους στο δρόμο μπροστά από το Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας και έμπαιναν με σειρά στα λεωφορεία που τα περίμεναν και κάθονταν ο κόσμος και τα χάζευε. Κάθε ένας έλεγε το μακρύ και το κοντό του γι’ αυτή την απροσδόκητη εικόνα με τα κορίτσια στην «μαύρη τρύπα» της πόλης και όλοι συμφωνούσαν πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να έρθει η άνοιξη. Κάποιοι περίεργοι ρώτησαν τους οδηγούς που τα πάνε τα κορίτσια αλλά κι αυτοί δεν ήξεραν πολλά. Από πρακτορείο μοντέλων είπαν είναι, πήγαιναν κάπου σε μια επίδειξη και θα επέστρεφαν αργά το βράδυ…  

ΑΘΗΝΑ, 28042022   

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΣΧΑ ΧΩΡΙΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ;

 


Όταν παλιότερα η καλλιέργειες συμβάδιζαν με τον καιρό και κάθε εποχή έστελνε τα δικά της προϊόντα στην αγορά και στο τραπέζι του κόσμου, το Πάσχα ήταν κρεμμυδάκια, κανένα σκόρδο, κουκιά ίσως και αυτά στα πεδινά μέρη άντε και στα νησιά. Στα ημιορεινά, αυτό το έβλεπαν αν τύχαινε το Πάσχα τον Μάϊο. Όσο για φρούτα, ότι πορτοκάλια είχαν απομείνει στα περιβόλια και είχαν γλιτώσει από τους πάγους, που και που κανένα στόλιζε το τραπέζι.

Ήταν η εποχή ακόμα που δεν είχαν αναπτυχθεί τόσο πολύ τα ψυγεία που κρατάνε φρούτα από την εποχή της συγκομιδής ως την αρχή της άλλης, ούτε και οι αεροπορικές μεταφορές που να φέρνουν Απρίλη μήνα στην αγορά της Αθήνας σταφύλια για παράδειγμα από το νότιο ημισφαίριο στα μανάβικα της Ελλάδας αλλά ούτε και τα θερμοκήπια που παράγουν κηπευτικά και λαχανικά όλες τις εποχές του χρόνου. Ούτε και ο κόσμος είχε τον νου του σε αυτά αλλά σιγά – σιγά ακολούθησε τις προκλήσεις της αγοράς, συνήθισε και δυσανασχετεί μάλιστα όταν δεν βρίσκει ντομάτες για τη Σαρακοστή. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο από την υπερπροσφορά των προϊόντων του καλοκαιριού και στην καρδιά του χειμώνα να ζητάμε ειδικά πράγματα, όπως βιολογικές ντομάτες ή αγγούρια και πάει λέγοντας…

Έτσι λοιπόν φτάσαμε να μην μπορούμε να κάνουμε Πάσχα χωρίς φράουλες. Παντού φράουλες, μεγάλες, άκαμπτες αλλά άνοστες. Δεν θα περίμενε κανένας τίποτα καλύτερο, καθώς στο ρυθμιζόμενο για θερμοκρασία, υγρασία, άρδευση και προστασία από αρρώστιες θερμοκήπιο, όλα πρέπει να ακολουθήσουν τον κύκλο άνθισης, ωρίμανσης και συλλογής αυτού του προϊόντος που δεν έχει δει ούτε μια στιγμή ήλιο, ούτε ένιωσε να το φυσάει καθόλου αέρας. Ούτε και το νερό που ποτίζεται έχει έρθει κατευθείαν από μια πηγή ή ρυάκι αλλά από τη δεξαμενή αφού γεμίσει λίπασμα και φάρμακα. Ένα προϊόν που δεν ξέρει τι θα πει έντομο – δεν άκουσε ποτέ το βόμβο μιας μέλισσας, ούτε της πασχαλιάς το ψείρισμα των βακτηρίων ένιωσε, ούτε της ακρίδας το πήδημα το λαχτάρισε. Πόσο μάλιστα που δεν ξέρει τι θα πει πουλί και ούτε έχει ακούσει ποτέ του κελάηδημα. Ακόμη, ούτε της σαύρας το περπάτημα ένιωσε στη ρίζα του, ούτε και του φιδιού το σύρσιμο στα φύλλα του.    

Το ίδιο πάνω κάτω γίνεται και με τις ντομάτες, για την τιμή των οποίων τόσοι καυγάδες γίνονται και στο καταχείμωνο. Με την ίδια μέθοδο ανθίζουν, ωριμάζουν και συλλέγονται για να βρεθούν στο κέντρο του πασχαλινού τραπεζιού. Συνήθισε ο κόσμος σε αυτά τα κόκκινα αγαθά που δεν έχει δει ποτέ ο ήλιος και θέλει το Πάσχα να τα έχει μπροστά του και να τα απολαμβάνει ως συμπλήρωμα του οβελία. Συνήθισε και ούτε καν σκέφτεται πως αν συμβεί κάτι, μια κακοκαιρία, ένα ανακάτωμα στον κόσμο, ένας πόλεμος που πολλοί τον συζητάνε τον τελευταίο καιρό με αφορμή την Ουκρανία, πως θα μπορέσει να κάνει Πάσχα χωρίς ντομάτες και φράουλες. Για σπαράγγια δεν πολυνοιάζεται αν έχει γιατί όσο και να’χει δεν είναι κόκκινα να ταιριάζουν με τα αυγά που θα τσουγκρίσει…

NEXTDEAL, 21042022 

ΤΑ ΔΑΚΡΑΚΙΑ ΑΨΗΦΗΣΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

 


Ο Τυμφρηστός ή Βελούχι (όπως το λένε οι γείτονες Καρπενησιώτες κυρίως) είναι από τα ψηλότερα βουνά της Ρούμελης και φημίζεται για την ομορφιά του η οποία μόνο από την πλευρά της Φθιώτιδας διακρίνεται σωστά και την οποία συμπληρώνει ο ήμερος ποταμός Σπερχειός που πηγάζει από τα σπλάχνα του και μαζεύει όλα τα νερά από τις βορειοανατολικές πλαγιές του σώματός του να τα πάει στο Μαλιακό κόλπο.

 Ο Τυμφρηστός είναι όμορφος όλο το χρόνο και πιο πολύ θα έλεγα κατά το μήνα Ιούνιο που ολόκληρο το βουνό μοσχομυρίζει από τα άπειρα λουλούδια και φυτά. Κάποια δε από αυτά είναι μοναδικά και τον καθιστούν ένα παράδεισο της βοτανικής.

Απ’ όλα τα λουλούδια του Τυμφρηστού, το πιο ωραίο που ανοίγει και τον κύκλο της ανθοφορίας στο βουνό αμέσως μόλις λιώσουν τα χιόνια, είναι τα δακράκια (ένα είδος κίτρινου ηράνθεμου) που το λένε έτσι γιατί πολλοί πιστεύουν επειδή τυχαίνει να ανθίζει την περίοδο του Πάσχα, ότι είναι τα δάκρυα της Παναγίας για τη σταύρωση του Χριστού που έπεσαν στη γη και έγιναν λουλούδια.

 Τα δακράκια φυτρώνουν σε χωματώδη εδάφη, στα σύνορα των ελατοδασών με την αλπική ζώνη σε πυκνούς σχηματισμούς και καλύπτουν το έδαφος με ένα κατακίτρινο χαλί και μοσχομυρίζει ο τόπος απ’ αυτά όταν φυσάει αεράκι από τις κορυφές.

Με αυτά συνήθιζαν τα παλαιότερα χρόνια να στολίζουν τους επιταφίους στα χωριά του Τυμφρηστού και γι’ αυτό πήγαιναν την Μεγάλη Πέμπτη με τα πόδια στο βουνό ομάδες παιδιών να τα μαζέψουν και να κάνουν τα κορίτσια του χωριού στεφάνια.

Η ωραία αυτή εκδρομή σταμάτησε να γίνεται αφού τα λουλούδια από τα ανθοπωλεία είναι πιο φανταχτερά και δεν θέλουν κόπο, χώρια δε που μέσω αυτών κάποιος μπορεί να δείξει και πλούτο.  

 Φέτος όμως που η άνοιξη έχει καθυστερήσει να έρθει σε όλη την Ελλάδα κατά δέκα μέρες περίπου και στον Τυμφρηστό χιόνισε πάλι μόλις προχθές, κανένας δεν περίμενε να τα δει να ανθίζουν αυτές τις μέρες γιατί κάνει ακόμα κρύο. Κι όμως, στη μεγάλη μεσημβρινή πλαγιά στο Πικροβούνι, απέναντι ακριβώς από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων που ο αέρας δεν αφήνει ακόμα και το καταχείμωνο ούτε ένα χιλιοστό χιόνι να μείνει εκεί που έπεσε και χάρη στο λαμπερό ήλιο των τελευταίων ημερών που ζέστανε κάπως το έδαφος και φέτος τα δακράκια άνθισαν στο τέλος όμως της Μεγάλης Εβδομάδας χωρίς να προλάβουν να στολίσουν κανένα επιτάφιο…

Ήταν ένα παλιό συνήθειο, την Μεγάλη Πέμπτη τα αγόρια και τα κορίτσια του χωριού να πηγαίνουν ψηλότερα στο βουνό μας, εκεί που τελειώνουν τα έλατα και αρχίζει το σπανό, στο λεγόμενο Πικροβούνι και να μαζεύουν δακράκια. Με αυτά έφτιαχναν το στεφάνι της Σταύρωσης και στόλιζαν τον Επιτάφιο, μαζί με κισσό ο οποίος ήταν και η μόνη ακμαία πρασινάδα της εποχής που μπορούσε να υπάρχει σε ένα ορεινό χωριό. Μοσχοβολούσε όλη εκκλησία από τα δακράκια και το πλέξιμό τους σε στεφάνια ήταν μια τέχνη η οποία διέκρινε περισσότερο κάποιες κορίτσια του χωριού.


Το έθιμο ασφαλώς και κρατάει ως τα σήμερα, αλλά δεν αποτελεί πλέον εκδρομή με τα πόδια στο δάσος αλλά επίσκεψη με το αυτοκίνητο στο Πικροβούνι ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν ήταν νωρίς το Πάσχα, αντί για δακράκια τα οποία δεν είχαν ανθίσει ακόμη, καλλιεργημένα λουλούδια από την αγορά έβρισκαν θέση στον Επιτάφιο. Τούτο είχε να κάνει κάπως και με τον προβολή ορισμένων εκ των συγχωριανών, οι οποίοι προκειμένου να δείξουν πως ευημερούσαν, δεν δίσταζαν να πληρώσουν το ανθοπωλείο αντί να πάνε στο βουνό να μαζέψουν δακράκια. Οι ίδιοι πάλι ήταν εκείνοι που πλήρωσαν τον λουστραρισμένο καινούργιο Επιτάφιο για να πεταχτεί ο παλιός ξύλινος.

Τέλος πάντων, όλα αυτά πέρασαν και αποτελούν ένα μικρό παράδειγμα για το πώς αντιλαμβάνονταν ο καθένας τα πράγματα μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί αλλά το χωριό δεν έχει πλέον παιδιά να πάνε να μαζέψουν δακράκια στο Πικροβούνι και ο παλιός όμορφος Επιτάφιος, έχει σαπίσει στο χωράφι με τους βάτους δίπλα στην εκκλησία…

NEXTDEAL, 20042022

Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟ ΧΥΤΗΡΙΟ

 


Ο Τάκης Σινόπουλος (1917 – 1981) υπήρξε ένας από τους σημαντικούς ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. Ως γιατρός (παθολόγος) έζησε στην πρώτη γραμμή όλη την δεκαετία 1940 – 1950, από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως στα μέτωπα του Εμφυλίου και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1951.  Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τους Τ.Σ. Έλιοτ, Γιώργο Σεφέρη και Έζρα Πάουντ. Έργα του που κυκλοφόρησαν: «Μεταίχμιο», «Άσματα», «Η νύχτα και η Αντίστιξη», «Το Άσμα της Ιωάννας Κωνσταντίνου», «Η ποίηση της ποίησης», «Πέτρες», «Νεκρόδειπνος», «Το Χρονικό», «Συλλογή I», «Ο Χάρτης», «Νυχτολόγιο» (πεζό). Απεβίωσε στον Πύργο στις 25 Απριλίου 1981, παραμονή του Πάσχα. Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Ντότα, η οποία το 1995 δώρισε το σπίτι που έμενε στον δήμο Νέας Ιωνίας με σκοπό την στέγαση του ιδρύματος «Τάκης Σινόπουλος – Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης» που αποτελεί οργανισμό ο οποίος σύμφωνα με τους σκοπούς του είναι αφιερωμένος στην ελληνική και ξένη ποίηση και στην διάδοσή της στην κοινωνία. Προτομή του ποιητή φιλοτεχνημένη από τον Δημήτρη Αρμακόλα (1939-2009) υπήρχε στην πλατεία, έξω από το σπίτι του, στην οδό Τάκη Σινόπουλου στον Περισσό.

Είναι λίγα αυτά που αναφέρονται σε τούτο το σημείωμα για τον Τάκη Σινόπουλο και προτάσσονται περισσότερο να ξέρουμε για το σε ποιόν ανήκε η προτομή που ξεκόλλησαν και άρπαξαν άγνωστοι προχθές το βράδυ από το σημείο που βρίσκονταν στη Νέα Ιωνία. Η περίπτωση δε του Τάκη Σινόπουλου δεν είναι η μοναδική αλλά χάρη σε αυτή τη νέα αρπαγή και με τον τρόπο που έγινε έρχεται πάλι στην επικαιρότητα και θα σταματήσει να επαναλαμβάνεται υποθέτω όταν σαρωθεί και από την πλατεία Κολοκοτρώνη μπροστά από την Παλαιά Βουλή στη Σταδίου και ο έφιππος ανδριάντας του Αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Λάζαρου Σώχου. Παράδοξο δε είναι πως βρίσκεται ακόμη στη θέση του στην πολύπαθη πλατεία Βικτωρίας το εξαιρετικό σύμπλεγμα «Ο Θησεύς σώζει την Ιπποδάμειαν», έργο του Γερμανού γλύπτη Γιοχάνες Πφουλ. Όλα τα άλλα «ψιλά», τις προτομές του Τρίτση και του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων και κάτι άλλα έργα σε διάφορες γωνιές της πόλης ξηλώθηκαν και οδηγήθηκαν είτε αυτούσια, είτε διαλυμένα στα χυτήρια όπου πουλήθηκαν με το κιλό ως παλιοσίδερα.

Ποιοι κάνουν αυτή τη δουλειά δεν είναι ανάγκη να το συζητήσουμε. Συνήθως στοχοποιούνται και όχι αδίκως οι Ρομά (Τσιγγάνοι ή γύφτοι λέγονταν παλαιότερα πριν επικρατήσει το δόγμα της πολιτικής ορθότητας) και τούτο μπορεί να καταλάβει κάποιος από το δελτίο συμβάντων της Αστυνομίας. Την φήμη αυτή εκμεταλλεύονται όμως και άλλοι πολλοί, κάποιοι από τους οποίους δεν αρκούνται στο ψιλό ψάρεμα των παλιοσίδερων και των άδειων κουτιών αναψυκτικών από τους κάδους και πιάνουν και χοντρά αντικείμενα. Από μεταλλικά πορτοπαράθυρα εγκαταλελειμμένων κτηρίων μέχρι και σωλήνες ύδρευσης ακόμα και καλώδια ηλεκτροδότησης των τρένων έχουμε ακούσει πως μπαίνουν στο στόχο τους. Σε μια προτομή θα κόλωναν;

 Έχει μια πρακτική αυτό το πράγμα που ούτε οι περίοικοι την παίρνουν είδηση πόσο μάλλον οι διωκτικές αρχές οι οποίες καλούνται όταν γίνει η αφαίρεση κάποιου αντικειμένου. Οι ενδιαφερόμενοι για την αρπαγή γυροφέρνουν δήθεν αδιάφορα πολλές φορές και σε διάφορες στιγμές της ημέρας και ιδίως της νύχτας εκεί που πρόκειται να δράσουν, χαρτογραφούν την περιοχή, σημειώνουν τα σημεία από τα οποία ενδεχομένως μπορεί να γίνουν αντιληπτοί, σχεδιάζουν την διαφυγή τους σε περίπτωση που χρειαστεί, διαλέγουν τον πιο ασφαλή γι’ αυτούς δρόμο προς το χυτήριο ή την αποθήκη. Σε αποθήκη σπάνια πηγαίνουν αυτά τα αντικείμενα γιατί υπάρχει περίπτωση να τους πιάσουν και αυτά να τους ενοχοποιήσουν ή ακόμα να γίνουν αιτία διαμάχης με άλλους «συναδέλφους». Γι’ αυτό και τα πηγαίνουν αμέσως στα χυτήρια, τα οποία κανένας δεν ελέγχει και τα λιώνουν αμέσως. Έτσι όπως λέει και ο φίλος Θανάσης Γαλανάκης, μια προτομή ταχύτατα καταλήγει να γίνει  λίγα κιλά μπρούντζος.   


 
Το σημείωμα δεν έχει στόχο να επικρίνει τους πολίτες γιατί δεν «βλέπουν» και να είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τηλεφωνήσουν στην Αστυνομία να επέμβει και να ελέγξει  τον κάθε που λογίζεται ως ύποπτος. Τούτο είναι μια ζοφερή προοπτική για όλους και με άσχημο σίγουρα τέλος – αν έχει. Θέλει όμως να θυμίσει πως σε όλο αυτό το ζήτημα, του δημοσίου χώρου να πούμε δίνοντάς του μια ευρύτερη προοπτική είναι πολλά που έχουν να κάνουν με την κοινωνικότητα που αναπτύσσεται μεταξύ ημών και αλλήλων και στην οποία βάση είναι η παιδεία, ατομική, δημόσια, κοινοτική, πολιτική, σε όλες τις εκφράσεις της ζωής στην πόλη ή στο χωριό. Μια παιδεία που ξεκινάει από το σπίτι, μετά το σχολείο, το πανεπιστήμιο αλλά εκεί που δοκιμάζεται περισσότερο είναι ο δρόμος και η ανοιχτή πόλη που όλα είναι ενδεχόμενα.

 Μια ανοιχτή πόλη ή μια γειτονιά επί του προκειμένου δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτα και από κανέναν γυρολόγο άρπαγα ο οποίος αν συλληφθεί, μπορεί να καταδικαστεί για την αρπαγή και ότι άλλο. Για εκείνο όμως που δεν μπορεί να κατηγορηθεί και να αυξηθεί η ποινή του είναι αν γνώριζε ποιος ήταν ο Τάκης Σινόπουλος και βεβαίως αν έχει διαβάσει ποτέ ποιήματά του. Άλλοι μπορεί να κατηγορηθούν γι’ αυτό κι ακόμη περισσότερο γιατί εξόρισαν τους ποιητές από την πόλη. Η αρπαγή της προτομής του Τάκη Σινόπουλου είναι μια ευκαιρία να το ξανασκεφτούμε…

ΑΘΗΝΑ, 19042022 

ΤΟ ΑΥΣΤΗΡΟ ΚΟΥΡΕΜΑ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ

 


Τις τελευταίες ημέρες παρατηρήθηκε ένα κύμα διαμαρτυριών από δεκάδες πολίτες, οργανώσεις και συλλόγους αναφορικά με τον τρόπο που κλαδεύονται τα αστικά δέντρα στην Αθήνα αλλά όπως διαπιστώθηκε το ίδιο γίνεται και σε άλλες πόλεις με πολλές παραλλαγές και φυσικά ανάλογα με το είδος του δέντρου και το κλίμα που επικρατεί.

Έτσι αποδεικνύεται πως δεν υπάρχει πουθενά ένας κανονισμός, αν μπορούμε να πούμε για την εκπαίδευση που προαπαιτείται και την πείρα των συνεργείων που κλαδεύουν τα δέντρα.  Οι εργολάβοι που παίρνουν τις δουλειές, φαίνεται πως δεν χρησιμοποιούν ειδικούς γεωπόνους ή δασολόγους που θα επιβλέπουν το κλάδεμα και θα δίνουν οδηγίες για κάθε περίπτωση και οι κλαδευτές εντελώς άσχετοι – ανειδίκευτοι για όλες τις δουλειές και τη μια μέρα κλαδεύουν και την άλλη μπορεί να κάνουν κάτι άλλο άσχετο. Με λίγα λόγια οι εργολάβοι με αυτόν τον τρόπο περιορίζουν όσο μπορούν το κόστος ενώ ακούγεται πως τα κλαδεύουν έτσι για να βγάλουν περισσότερο υλικό που προορίζεται για πέλετ! Όλα είναι πιθανά σε αυτή την φαιδρή χώρα που αναγκάζει τους πολίτες της να την μισούν…


Το κακό δεν είναι τωρινό, έχει αρχίσει από χρόνια, ειδικά από τότε που αρκετοί εργολάβοι πήραν τα γνωστά γερανοφόρα οχήματα που ανεβάζουν ψηλά τους εργάτες και αρχίζουν το πριόνισμα από την κορυφή των δέντρων. Η μεγάλη φετινή κακοκαιρία με τις πολλές καταστροφές και καταπτώσεις δέντρων τους έδωσε ένα ισχυρό άλλοθι να ρημάξουν τα δέντρα σε όλους τους δρόμους και τις πλατείες. Ευκαιρία ήθελαν και οι δήμαρχοι να απαλλαγούν απ’ αυτές τις γρίνιες των δημοτών που έχτισαν σπίτια μέσα στα δάση και από εκεί που καμάρωναν το πράσινο (το πλήρωσαν αδρά αυτό είτε νόμιμα, είτε παράνομα) άρχισαν αν βλέπουν εφιάλτες με φωτιές και χιόνια και τα δέντρα σαν τρομοκράτες.

Οι εργολάβοι άλλο που δεν ήθελαν. Ξέρουν πολύ καλά ότι κανένας δεν θα τους κάνει έλεγχο για ότι κάνουν και πήραν σβάρνα τους δρόμους και αλλοίμονο στα δέντρα που βρήκαν μπροστά τους. Δεν πάει να φώναζαν οι δημότες, οι περαστικοί, οι επισκέπτες. Το βαθύ κλάδεμα ή καρατόμηση (tree topping) εφαρμόστηκε αδιακρίτως σε όλα τα φυλλοβόλα και σε πολλά αειθαλή χωρίς βέβαια να βάλουν πάνω στις τομές (για να μην ξοδεύονται) αλοιφές που να εμποδίζουν το σάπισμα. Στο σάπισμα οφείλονται και τα περισσότερα σπασίματα των κλαδιών από το χιόνι καθώς επειδή ποτέ δεν φροντίζουν τις τομές διαβρώνεται το εσωτερικό τους και σπάνε εύκολα. Αυτή η πρακτική, σωτήρια για το ακρωτηριασμένο δέντρο στην Ελλάδα είναι άγνωστη γιατί κοστίζει. Έκοψαν και πολλά, με έναν περίεργο τρόπο που μάλλον αποτελεί πατέντα. Δεν το κόβουν στη βάση αλλά πολύ ψηλότερα, όχι με την ελπίδα ότι μπορεί να βλαστήσει, αλλά γιατί τους βολεύει και αφήνουν τους κορμούς εκεί, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες να σαπίσουν όποτε σαπίσουν χωρίς να νοιάζονται αν εμποδίζουν ή δημιουργούν πρόβλημα. Το χειρότερο είναι ότι δεν μπαίνουν στον κόπο να τους ξεριζώσουν να φυτέψουν ένα καινούργιο δέντρο στη θέση του προηγούμενου. Κοστίζει αυτή η δουλειά σε χρήμα και είναι και οχληρή για όλους.

Τώρα ποια λογική τους υπαγορεύει αυτού του είδους το κλάδεμα, είναι άγνωστο. Σε μια πόλη με ασφυκτικούς δρόμους και η οποία δοκιμάζεται τόσο από τον ήλιο όσο και από τις υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι, η ελάχιστη υποστήριξη των δέντρων στους κατοίκους της εξανεμίζεται. Τα καινούργια βλαστάρια δεν προλαβαίνουν να δημιουργήσουν δυνατά και ανθεκτικά κλαριά και τα φύλλα τους τσουρουφλίζονται με τον πρώτο καύσωνα και δεν μπορούν να αποδώσουν ούτε στο ελάχιστο σκιά.

Το ζήτημα με το κλάδεμα των δέντρων στις αστικές περιοχές είναι ανεξάντλητο και θα απασχολεί τις τοπικές κοινωνίες κάθε άνοιξη, χωρίς φυσικά να βρίσκεται ποτέ κοινός τόπος μεταξύ υπηρεσιών και διαμαρτυρομένων. Τούτο ανησυχεί περισσότερο τα δέντρα που από τότε που φύτρωσαν ή τα φύτεψαν δεν περίμεναν πως θα έρχονταν κάποια μέρα που το αυτονόητο, η σκιά τους και η δροσιά τους θα γίνονταν εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.  Για τούτο δε ουδόλως φταίνε τα ίδια, αλλά οι άνθρωποι που ήρθαν να κατοικήσουν από κάτω σε όσα βρήκαν ή κατόπιν εορτής διαμαρτύρονται γι’ αυτά που οι ίδιοι φύτεψαν…



Περισσότερο απ’ όλα συμμερίζομαι την αγωνία των πλατάνων που φύτεψαν σε διάφορα σημεία της πόλης (στη φωτογραφία η Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Διάκου) τα οποία τυχαίνουν να είναι πολυσύχναστα και καμιά φορά να κινδυνεύουν από τα κλαδιά τους άνθρωποι και αυτοκίνητα. Ούτε στο πιο κακό όνειρό τους δεν είχαν δει κάτι τέτοιο… 

ΑΘΗΝΑ, 19042022