Google+ Badge

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΟΔΥΝΗΡΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ



Λιγοστεύουν απελπιστικά οι άνθρωποι που έζησαν τον πόλεμο του ‘40, την Κατοχή μετά και την Εθνική Αντίσταση αργότερα και καθώς αποσύρονται πια υποχρεωτικά στους ουρανούς, μας αφήνουν παρακαταθήκη μνήμες· άλλοι πολλές, άλλοι λίγες καιανάλογα με τα έργα και τις δυνατότητες που είχε ο καθένας να αντιμετωπίσει τον εχθρό και τον κατακτητή.

Ένας από αυτούς που γνώρισα μόλις χθες, είναι ο Γιάννης Επαμ. Τσιώρης (1919) τον οποίο συνάντησα στο χωριό του, τους Πενταγιούς Δωρίδας. Ο κυρ Γιάννης, είναι ο μεγαλύτερος στην ηλικία από όλους τους Πενταγιώτες και φίλους των Πενταγιών που βρέθηκαν χθες εκεί και έγινε από όλους το πρόσωπο της ημέρας καθώς είχε αρκετά να πει γι’ αυτήν την τραγική περίοδο της χώρας μας και όσο τον βοηθούσε η μνήμη ανταποκρίνονταν.
Μας είπε πολλά· για τους χωριανούς που χάθηκαν στην Αλβανία αλλά κυρίως και για τη ζωή στην Αθήνα καθώς αυτόν ο πόλεμος τον βρήκε σπουδαστή στην Σιβιτανίδειο Σχολή και δεν πρόλαβε να πάει στο μέτωπο. Η Κατοχή τον βρήκε στην Καλλιθέα και μάλιστα δούλευε στην «Πειραϊκή - Πατραϊκή». Όταν έκλεισε το εργοστάσιο εξαιτίας της έλλειψης πρώτων υλών, η ειδικότητά του τον βοήθησε και έπιασε δουλειά σε ένα εργαστήριο πλαστικών και σαν δεν είχε δουλειά σύχναζε στο ζαχαροπλαστείο «Πικαντίλυ», στη γωνία Πανεπιστημίου και Κοραή που είχε ανοίξει από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο αδερφός της μητέρας του, Κώστας Ψιμάρας με λεφτά που είχε φέρει από την Αμερική. Το ζαχαροπλαστείο αυτό παρά τις δύσκολες ημέρες που περνούσε η Αθήνα, παρέμεινε εντούτοις ένας χώρος που περνούσαν τις ώρες τους και συναντιούνταν πολλοί άνθρωποι, ακόμη και Γερμανοί.

Στο «Πικαντίλυ» δούλεψε κάποιον καιρό και ο αδερφός του Κώστας, φοιτητής της Νομικής ο οποίος μετά έπιασε δουλειά σε ένα περίπτερο που είχε ένας άλλος συγγενής τους, ο Σπύρος Μαραζιάρης, στην πλατεία Βάθη. Ο Κώστας έμεινε στη Γούβα, στο σπίτι της αδερφής τους Αθανασίας  Μαραζιάρη και καθώς ήξερε γράμματα, όταν δεν δούλευε βοηθούσε τον ανηψιό τους, στα μαθήματα.
Από αυτό το σπίτι έφυγε ένα απόγευμα και στον δρόμο τον έπιασαν οι «ράλληδες» και τον πήγαν στην Αστυνομία για «εξέταση» και δεν τον ξανάειδαν ζωντανό. Μετά από την «εξέταση» που έκαναν στον Κώστα οι «αστυνομικοί» τον έκλεισαν στις φυλακές Χατζηκώστα και από εκεί τον πήραν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν, μαζί με πολλούς άλλους στους Αγίους Θεοδώρους την άνοιξη του 1944. «Μας είπαν πως τους σκότωναν και τους πέταγαν μέσα στους τάφους που τους έβαλαν να ανοίξουν οι ίδιοι», λέει ο κυρ Γιάννης ο οποίος ανέλαβε να μεταφέρει το πένθιμο μαντάτο στους γονείς του, Παρασκευή και Επαμεινώντα ο οποίος είχε γυρίσει στο μεταξύ από την Αμερική και ζούσαν εκεί χωρίς να ξέρουν τίποτα για τα παιδιά τους και χωρίς καμιά επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

Έτσι ξεκίνησε περί τα μέσα Ιουλίου και έφτασε στην Άμφισα με ένα γκαζοζέν (αυτοκίνητο που κινούνταν με ατμό που έβγαινε από το κάψιμο ξύλων) και πήγε στο Γερμανικό Φρουραρχείο να πάρει άδεια να πάει στο χωριό. Του δόθηκε η άδεια αλλά έπρεπε να υπογράψει και ο γερμανός διοικητής της μονάδας που έδρευε στο Λιδωρίκι όπου πήγε με τα πόδια και στη μέση της διδρομής, στις Καρούτες συνάντησε πολύ κόσμο που είχαν υποχρεώσει οι Γερμανοί να φτιάξουν αμαξιτό δρόμο. Σαν έφτασε στο Λιδωρίκι, πήγε στους Γερμανούς και αφού τον εξέτασαν και τον ρώτησαν γιατί ήθελε να πάει στους ανταρτοκρατούμενους Πενταγιούς, ένας αξιωματικός που ήξερε λίγα ελληνικά, του έδωσε την άδεια. Εκεί είπε το τραγικό γεγονός στη μάνα και στον πατέρα του, έκαναν το μνημόσυνο του αδερφού του και έμεινε στο χωριό να τους κάνει συντροφιά.

Στο μεταξύ, στις 5 Αυγούστου ο ΕΛΑΣ έδωσε νικηφόρα μάχη με τους Γερμανούς στις Καρούτες και έπιασε 120 αιχμαλώτους τους οποίους έδεσε και καθώς είχαν  προορισμό την Ευρυτανία, πέρασαν από τους Πενταγιούς όπου στην πλατεία είχαν μαζευτεί όλοι οι χωριανοί και τους έβλεπαν. Τότε από ανάμεσά τους, ο γερμανός αξιωματικός που του έδωσε την άδεια στο Λιδωρίκι, σηκώθηκε και ζήτησε να του μιλήσει. Του είπε, «θυμάσαι, εγώ σου έδωσα την άδεια να έρθεις στο χωριό σου. Εσύ πρέπει τώρα να πεις να με αφήσουν ελεύθερο». «Είχαν ακούσει πως θα τους εκτελούσαν στο Καρπενήσι» λέει ο κυρ Γιάννης ο οποίος είχε νωπή την ανάμνηση της εκτέλεσης του αδερφού μου και το μόνο που είχε να του πει ήταν «ότι τώρα ο πόλεμος τέλειωσε για σένα». Θυμάται πως ο Γερμανός, ακούγοντάς τον δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε.
Και έτσι ήταν. Μετά από δυο μήνες, οι Γερμανοί αφού έπνιξαν την Ελλάδα στο αίμα, αποχώρησαν αφήνοντας τραγικές μνήμες σε όλους και σε οριασμένους,όπως στην οικογένεια του Τσιώρη, ακόμη πιο τραγικές με την εκτέλεση του Κώστα.


Τα όσα μας είπε ο κυρ Γιάννης για την Κατοχή και την εκτέλεση του αδερφού του Κώστα, τα είπε στην πλατεία των Πενταγιών, απέναντι από το Ηρώο με τους πεσόντες σε όλους τους πολέμους και τελειώνοντας την κουβέντα, φανερά συγκινημένος έβγαλε από το πορτοφόλι του μια παλιά φωτογραφία με την μάνα του και τον Κώστα πριν από τον πόλεμο, την οποία κουβαλάει από τότε πάντα μαζί του για να τον θυμάται και να μνημονεύει τη θυσία του.

ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ, 29102013