Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΗΜΜΥΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΗΜΜΥΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΔΕΝ ΣΒΗΝΕΙ ΠΟΤΕ


Ο αρχαίος πρόγονος κουβαλούσε μέσα στην ψυχή του όλο το φόβο για τη φύση: Τα νερά, τον αέρα, τη φωτιά, και με την εμπειρία από τον κατακλυσμό που έπνιξε τον κόσμο και την αποκοτιά του Φαέθοντα που πυρπόλησε τη γη να βαθιά αποτυπωμένη μέσα του,  φρόνιμα διάλεγε το μέρος που θα φώλιαζε και θα έσπερνε τη γενιά του και πάνω απ’ αυτά τα θεμέλια από τη μια γενιά ως την άλλη φτάσαμε κι εμείς να ζούμε σε κάθε τόπο.  

Αυτός διάλεγε πάντα ένα μέρος που η μορφολογία του εδάφους θα εμπόδιζε τα νερά να του παρασύρουν το καλύβι, να του χαλάσουν το μαντρί και τις καλλιέργειες και φρόντιζε πάντα να καθαρίζει τα αυλάκια ώστε να τρέχουν στα ρέματα τα οποία μη μπορώντας να τα υποτάξει, τα σέβονταν και τα τιμούσε. Πολύ περισσότερο σέβονταν τα ποτάμια και τα καλόπιανε κάνοντάς μάλιστα θεούς και ήρωες για να τα προσκυνάνε και να τα προσέχουν και οι περαστικοί. Ένα εικόνισμα στην άκρη των γεφυριών ημέρωνε την ερημιά της νύχτας για τον διαβάτη, τον ξένο, τον περιπλανώμενο και φώτιζε τις διαθέσεις τους.   

Έτσι πορεύτηκαν αιώνες τώρα οι άνθρωποι φιλιωμένοι με τη φύση και σεβόμενοι τις διαθέσεις της φρόντιζαν πάντα να μην ξεπερνάνε το μέτρο που τους υπαγόρευε η ανάγκη. Μέχρι που η ύβρις τους θόλωσε τα μυαλά, το ξεπέρασαν με προκλητική ασέβεια και όλο και συχνότερα πλέον υφίστανται τις συνέπειες και θα μετράνε μικρές και μεγάλες τραγωδίες μέχρι που πια δεν θα υπάρχει κανένας να τις σημειώνει και είναι αμφίβολο αν θα βρεθούν πάλι ένας Δευκαλίωνας και μια Πύρρα ν’ αρχίσουν, μετά τον μεγάλο κατακλυσμό να ρίχνουν πέτρες πίσω τους και να φυτρώνουν άνθρωποι στη γη. 


ΥΓ. Η φωτογραφία από μια άλλη πλημμύρα, στην Ευρυτανία πριν από λίγε χρόνια  που μέσα σε λίγη ώρα φούσκωσαν όλα τα ρέματα και τα ποτάμια χωρίς όμως να αναφερθούν καταστροφές γιατί δίπλα τους δεν υπάρχουν πια ανθρώπινες δραστηριότητες. 

ΑΘΗΝΑ, 16112017

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

ΟΤΑΝ Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΘΗΡΙΟ


Είχε χρόνια να δει τόσα νερά η κοίτη του ποταμού. Ικανοποιημένος από τη συνέπεια του χειμώνα, ο Άσπρος είχε φορέσει εκείνη την ημέρα τη λασπωμένη στολή του θηρίου, μούγκριζε βαριά και ορμούσε ακάθεκτος να διαλύσει τα βράχια που τον εμπόδιζαν, ενώ κομμάτιαζε τα πλατάνια που –ξεθαρρεμένα από την απραξία του- είχαν πλημμυρίσει το γιαλό.


Σε ένα μέτωπο, θαρρείς, τα θολά νερά του ορμούσαν μπροστά και με αφρούς, μαύρες δίνες και ριπίδες προσπερνούσε το ένα το άλλο σε εκείνον τον χαλασμό, σέρνοντας λιθάρια απ’ όλες τις πλαγιές των βουνών και κορμούς από δέντρα ολόκληρα που γλίστρησαν στους γκρεμούς και τους πήραν τα ρέματα μαζί τους. Όλης της γης τα υλικά κουβαλούσαν ο ποταμός και τα μικραδέρφια του στην πλάτη τους. Φύλλα από οξιές, βελανίδια και σκούρα λάσπη από την Παχτουρνάτσα και το Τσιγκόρι έφερνε ο Κόκκινος, φύλλα από σφεντάμια και χαλίκια από την Τούρλα το Δοβρόρεμα, μαύρο χώμα και χαλίκια από τα πίσω βουνά –τη Λέουσα και το Βαθύρεμμα- ο Σιμιώτης, πέτρες και ό, τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου είχαν ρίξει στον Άσπρο τα Τρία Ποτάμια και όλα τα μικρά και τα μεγάλα ρέματα από το Αρματολικό και πάνω, μέχρι το Χαλίκι – το λίκνο του ποταμού στις κορυφές της Πίνδου.


Είχε περάσει από τα συνεργεία που βασανίζουν ολοχρονίς το γιαλό του και άρπαξε βαρέλια, τενεκέδες, ελαστικά, βίδες, καλούπια, σκουπίδια, ό, τι έβρισκε μπροστά του, και τα άλεθε μαζί με τα ξύλα και τις πέτρες. Ήταν άτυχος· τα μηχανήματα που τόσο καιρό είχε βάλει στο μάτι, τα μηχανήματα που έγδερναν με βάρβαρο τρόπο το κορμί του και τον κόσμο του, οι εταιρείες είχαν προνοήσει για την κατεβασιά και τα είχαν αποσύρει. «Την επόμενη φορά», σκέφτηκε, και πήρε το δρόμο για τη θάλασσα.


Την επομένη, την μεθεπομένη… Δεν βιάζεται· ξέρει πως θα ‘ρθει κάποια μέρα που θα ξηλώσει τα πάντα στο πέρασμά του και θα τα ξεβράσει στη θάλασσα, σαν σκουπίδια μιας εποχής που οι άνθρωποι είχαν «βαφτίσει» την καταστροφή της φύσης πολιτισμό…