Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ…

 


Η είδηση από το LAMIANOW και την συνοδεύει μια φωτογραφία που δείχνει σακούλες με ψώνια κρεμασμένες στον τοίχο ενός φτωχικού σπιτιού, βάζει σε πολλές σκέψεις για το παρόν αλλά και το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου και των λιπόθυμων κοινοτήτων της..  

Ένας άνδρας 78 ετών βρέθηκε νεκρός μέσα στο σπίτι του στο χωριό Τσούκα του Δήμου Μακρακώμης. Πρόκειται, όπως διαβάσαμε στο ρεπορτάζ  για έναν αδύναμο, χωρίς οικογένεια, μοναχικό και ήσυχο άνθρωπο, αγαπητό στους χωριανούς και τον οποίο στήριζαν διακριτικά.  Αυτός είχε να δώσει σημάδια ζωής κάποιες ημέρες και όταν τον αναζήτησαν είδαν πως τις σακούλες με τα ψώνια που κρεμούσαν δίπλα από την πόρτα του ήταν απείραχτες στη θέση τους. Του φώναξαν πολλές φορές, δεν αποκρίθηκε. Ο νους τους πήγε αμέσως στο κακό, κάλεσαν την Αστυνομία και έτσι τον βρήκαν πεθαμένο.  

Το θλιβερό γεγονός δεν είναι καινούργιο και φυσικά δεν αφορά μόνο την Τσούκα. Συχνά – πυκνά και ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες που το κρύο στα ορεινά χωριά και όχι μόνο υποχρεώνει τους ανθρώπους να μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, κάποιοι δεν βγαίνουν απ’ αυτά ποτέ. Αυτοί είναι συνήθως μοναχικοί άνθρωποι και τέτοιοι είναι και η πλειονότητα των κατοίκων στα χωριά. Συνταξιούχοι του ΟΓΑ οι περισσότεροι βιώνουν το λυκόφως της ζωής τους μέσα σε ποικίλες στερήσεις και κυρίως χωρίς φυσική επικοινωνία με τους συγχωριανούς ή τους οικείους τους. Αρκετοί απ’ αυτούς έχουν παιδιά στις πόλεις αλλά για διάφορους λόγους δεν θέλουν να πάνε να ζήσουν μαζί τους. Μένουν στα σπίτια τους των οποίων οι ανέσεις, όπως η θέρμανση και η καθαριότητα συζητούνται και αν έρθει το τέλος θέλουν να τους βρει εκεί. Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη απάντηση σε όποιον τους ρωτά για αυτή την επιλογή τους ενώ όλες τις περιπτώσεις χαρακτηρίζει και μια περηφάνια  που στηρίζεται στην νιότη που πέρασε ο καθένας μια εποχή που πια δεν υφίσταται.  

Άλλοι απ’ αυτούς έχουν κάποια επικοινωνία με τους δικούς τους, άλλοι καθόλου και υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό. Άλλοι πάλι δεν έχουν κανέναν και η προσοχή σ’ αυτούς επαφίεται στην καλοσύνη των συγχωριανών η οποία εκφράζεται με διάφορους τρόπους και κυρίως με την προμήθεια κάποιων απαραίτητων αγαθών επιβίωσης και φυσικά φαρμάκων. Υποτίθεται πως σε αυτούς τους ανθρώπους έχουν την προσοχή τους και κάποιες υπηρεσίες των Δήμων, όπως η «Βοήθεια στο Σπίτι» αλλά αυτή είναι μια πονεμένη υπόθεση και λίγοι Δήμοι μπορούν να πουν ότι λειτουργεί ικανοποιητικά και δημοκρατικά. Τέλος, η προσοχή που δίνει  το χωριό σε αυτούς τους ανθρώπους, έχει να κάνει και με τον πρότερο βίο και την πολιτεία καθενός και αυτό επηρεάζει εν πολλοίς και την ανταπόκριση σε διάφορα ζητήματα και η οποία σκοντάφτει σε άλλοτε σε μικρότητες κι άλλοτε στην ιδιοτέλεια.

Είναι μεγάλο ζήτημα η επιβίωση αυτών των μοναχικών ανθρώπων σε μια χώρα που οι κοινότητες των ανθρώπων όπως ξέραμε μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν υφίστανται και τις περισσότερες φορές υπάρχουν σαν παρωδία. Η πληθυσμιακή αποψίλωση έχει φτάσει στο απόγειό της ενώ  η οικονομική δυσπραγία αντανακλάται και στην κοινωνική συμπεριφορά. Αποτέλεσμα είναι η προσοχή που δίνει ο ένας στον άλλο να μειώνεται στο ελάχιστο και οι απουσίες των συγχωριανών να γίνονται αισθητές αφού έχουν περάσει κάποια 24ώρα…    

ΑΘΗΝΑ, 09122021

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΣΙΤΟΒΟΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΠΟΧΉΣ



Το χωριό μου, η Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας, είναι χτισμένο σε τέτοιο υψόμετρο που μπορεί να βλέπει, έστω και αν της κρύβει το μεγαλύτερο μέρος της κοιλάδας του Σπερχειού το δασωμένο μπροστά της βουνό το οποίο καλείται Μαυρογιάννη, ένα μεγάλο μέρος από τις πλαγιές των χαμηλών χωματόβουνων που την ορίζουν την Δυτική Φθιώτιδα…



Σε αυτές τις πλαγιές θυμάμαι πως σε πολλά σημεία υπήρχαν ξέφωτα τα οποία είχαν κερδηθεί κάποτε από το δάσος προς χάρη της γεωργίας και της εγκατάστασης των ανθρώπων που η παρουσία τους πλέον εκεί απομάκρυνε τα αγρίμια στις πιο απόκρημνες κα δύσβατες περιοχές των βουνών όπου και διατηρήθηκαν ως τα σήμερα. Στις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως μετά την δεκαετία του ’60 αυτά τα ξέφωτα εγκαταλείφθηκαν για λόγους που όλοι γνωρίζουμε και το δάσος σιγά – σιγά στην αρχή και δυναμικά στη συνέχεια κατάκτησε πάλι το χαμένο του έδαφος και εδραιώθηκε όπως την παλιά εποχή.



Αυτά τα ξέφωτα, είναι άγνωστο πότε τα κέρδισε ο άνθρωπος από το δάσος και χωρίς υπερβολές πολλά θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργήθηκαν στην αυγή της γεωργίας και διατηρήθηκαν λειτουργικά σε μια σειρά αιώνων μιας και ποτέ δεν φαίνεται πως ερήμωσε για μεγάλο διάστημα ο τόπος. Σε αυτά λοιπόν τα ξέφωτα, ο άνθρωπος είχε τα χωράφια του, τα κήπια του, το σπίτι του και τα μαντριά του και διακρίνονταν από μακριά από τα χρώματα που έπαιρναν τα σπαρτά στην εναλλαγή των εποχών και τον καπνό που ανέβαινε από το τζάκι του σπιτιού ή το παραγώνι της καλύβας και του μαντριού.



Πρόλαβα να τα δω αυτά τα πράγματα και να επισκεφτώ πολλές εγκαταστάσεις όταν αυτές ήταν ζωντανές και είχαν κόσμο αλλά είμαι και μάρτυς μισού αιώνα πάλι της σταδιακής εγκατάλειψής τους και της πλήρους ερήμωσής τους τις τελευταίες δεκαετίες. Το γεγονός εκτός από το συναισθηματικό κόμπιασμα που προκαλεί πια η οργιώδης επιστροφή του δάσους, αν εκτιμηθεί με οικονομικά κριτήρια, τότε μπορούμε να μιλούμε για μια πλήρη, ολοκληρωτική καταστροφή της τοπικής παραγωγής στη γεωργία, κτηνοτροφία και δασοπονία στη Δυτική Φθιώτιδα της οποίας οι συνέπειες διακρίνονται στις μαραζωμένες μικρές κοινότητες που διασώζονται ακόμη και στις δυο πλευρές του Σπερχειού.  



Με αυτές τις σκέψεις πήγα πριν από λίγες ημέρες στην Τσούκα, ένα χωριό πάνω από τη Μακρακώμη το οποίο όπως μου είπαν οι φίλοι εκεί έχει παραπάνω από 350 μόνιμους κατοίκους και μια μεγάλη γεωργοκτηνοτροφική δραστηριότητα για την οποία θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα. Από την Τσούκα λοιπόν με τον Γιώργο Καραλή, πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου «Όρειος Μείραξ» και τον εξαιρετικό οδηγό Παναγιώτη Κωνσταντέλλο ή Dell για τους γνωστούς ξεκινήσαμε να γνωρίσουμε την περιοχή πάνω από το χωριό ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί στο Ζαχαράκη και τη 
Ρεντίνα.



Εκεί λοιπόν είδα πως η μάχη του ανθρώπου με το δάσος δεν έχει σταματήσει και σε πολλά σημεία διατηρείται ακόμη η ισορροπία αυτού με τη γεωργία. Τούτο βεβαίως οφείλεται στο ότι τα χωράφια της Τσούκας καθότι σχετικά επίπεδα μπορούν να οργωθούν με μηχανήματα αντί της παραδοσιακής μεθόδου με μουλάρια και βόδια και το προϊόν που παράγεται να αποτελεί τροφή, έστω και χλωρή για τα κοπάδια από τα αιγοπρόβατα που διατηρούν εκεί.



Το γεγονός, όπως αναφέρεται και στις αφηγήσεις των παλαιότερων αλλά και στην γραπτή ιστορία της περιοχής, πρέπει να είναι αποτέλεσμα της διαρκούς, ανά τους αιώνες καλλιέργεια αυτών των ημιορεινών σιτοβολώνων και το μαρτυρούν ακόμη και οι μεγάλες βελανιδιές που υπάρχουν στα σύνορα των χωραφιών και σε αρκετά σημεία μέσα σε αυτά. Για κάποιους λόγους, πρακτικούς αλλά και συμβολικούς, οι άνθρωποι που ξεχέρσωσαν τα αρχαία δάση για να τα καλλιεργήσουν άφηναν κάποια δέντρα να έχουν σκιά για το κοπάδι και τον θεριστή ή να βρίσκουν καταφύγιο όταν έπιανε καμιά ξαφνική μπόρα και για να τα προστατεύσουν από κανένα ασεβές τσεκούρι, τα περιέβαλλαν με μύθους και δοξασίες.



Από αυτή την μικρή διαδρομή σας παρουσιάζουμε σήμερα λίγες φωτογραφίες και θα επανέλθουμε σύντομα με περισσότερα για την περιοχή, τους ανθρώπους και τα έργα τους.


ΑΘΗΝΑ, 28112016

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΕΛΟΥΧΙ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΟΥΚΑ




Λίγο μετά την Μακρακώμη, μια πινακίδα δεξιά στο δρόμο δείχνει πως αυτός οδηγεί στο χωριό Τσούκα, τη Φουρνά Ευρυτανίας μέσω Ζαχαράκι, τη Ρεντίνα και την Καρδίτσα. Πρόκειται για ένα ιστορικό δρόμο ο οποίος ξεκίνησε για να ενώνει την Φθιώτιδα με τη Θεσσαλία αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και μόνο μέχρι την Τσούκα έχει άσφαλτο και μπορεί να πάει ένα συμβατικό αυτοκίνητο. Από εκεί κει πέρα είναι ένας απρόοπτος χωματόδρομος και μπορούν να τον περάσουν μόνο αγροτικά και ειδικά οχήματα!

Από αυτόν τον χωματόδρομο μπήκαμε χθες μαζί με τον Γιώργο Καραλή, πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Τσούκας «Όρειος Μείραξ» στο δυνατό αγροτικό του Παναγιώτη Κωνσταντέλλου (Ντελ για τους φίλους του) και πήγαμε ως τη διασταύρωση με το Ροβολιάρι και τη Ρεντίνα. Σκοπός τους ήταν και τους ευχαριστώ να γνωρίσω αυτόν τον υπέροχο τόπο τον οποίο βλέπω από το Βελούχι αλλά ποτέ δεν είχα αξιωθεί να τον περπατήσω.

Είδαμε πολλά και ωραία, κυρίως χωράφια οργωμένα, δάση και μεγάλες βελανιδιές ντυμένες με το χαλκό χρώμα του Νοέμβρη, καλύβες παλιές κτηνοτρόφων αλλά και καινούργιες, μιλήσαμε για πολλά και κανονίσαμε να ξανακάνουμε τη διαδρομή. Εγώ έκανα κάποιες φωτογραφίες γι’ αυτά που θέλω να γράψω τις επόμενες ημέρες αλλά δεν μπορώ να μην σας δείξω πως φαίνεται, παρά την ελαφρά ομίχλη που κάλυπτε όλη τη Δυτική Φθιώτιδα,  το μοναδικό, το τεράστιο Βελούχι από ένα σημείο αυτού του δρόμου!


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 21112016