Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

ΠΩΣ Ο ΑΚΤΗΜΟΝΑΣ ΕΓΙΝΕ ΓΑΙΟΚΤΗΜΟΝΑΣ!




Μια σειρά πάσσαλοι στη σειρά και ένα ρολό πλέγματος σε μεταμορφώνουν
 μέσα σε λίγες ώρες από Ακτήμονα σε Γαιοκτήμονα.

Κατά κάποιο τρόπο έμεινα κι εγώ σπίτι όλο αυτό το διάστημα των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία. Λέω κατά κάποιο τρόπο γιατί «σπίτι» στο χωριό εννοούμε και την αυλή, τον κήπο, το χωράφι, την κοντινή εξοχή όπου είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται να συναντήσουμε κανέναν άνθρωπο και κανένας φυσικά δεν θα έρθει να μας ελέγξει…

 Τα μέτρα με βρήκαν ήδη στο χωριό όπου είχα πάει από τα μέσα του Φεβρουαρίου για να ασχοληθώ με τον καθαρισμό των χωραφιών. Έτσι αφοσιώθηκα σε αυτό το έργο και μέχρι σήμερα δεν σήκωσα κεφάλι ενώ όπως φαίνεται με τη φόρα που έχω πάρει θα αρχίσω να καθαρίζω και να περιποιούμαι και τα χωράφια των γειτόνων υπενθυμίζοντάς τους με αυτό τον τρόπο ότι πρέπει ασχοληθούν κι αυτοί.  Όχι για να κάνουν καλλιέργειες αλλά κυρίως να δημιουργήσουμε όλοι μαζί έναν κύκλο ασφαλείας γύρω και μέσα στο χωριό για τις πυρκαγιές. Αυτό είναι ένα θέμα που με απασχολεί πολύ και θα επανέλθω πολλές φορές.

Παράλληλα με τη δουλειά στα χωράφια άρχισα να γράφω και το λεγόμενο «Ημερολόγιο εκουσίου εγκλεισμού» στο οποίο θα διαβάσατε διάφορες σκέψεις και ιδέες για την επιστροφή στο χωριό, πράγμα που πολλοί συζητάνε και λίγοι αποφασίζουν αλλά την επάρκεια των παραγόμενων από τη γη προϊόντων συμβάλλοντας έτσι στο διάλογο που γίνεται για το ενδεχόμενο μετά το λοιμό να μπούμε σε μια απρόβλεπτη περίοδο λιμού. Έχω εστιάσει το ενδιαφέρον μου πάνω σε αυτό το ζήτημα και μάλιστα έχω αρχίσει να κάνω δοκιμές, γιατί δεν ήταν καθόλου στο μυαλό μου, ως προς την πρακτική διάστασή του.



Ο λοστός, ένα πανάρχαιο εργαλείο που ποτέ δεν θα πάψει η χρήση 
είναι αυτός που θεμελιώνει βαθιά στη γη την περίφραξη,


Άρχισα να φυτεύω δηλαδή πολύ περισσότερα κηπευτικά απ’ ότι συνήθιζε η μάνα μου τελευταία έχοντας στο μυαλό την περίοδο που στο σπίτι ήμασταν πέντε άτομα και το 80% της διατροφής μας στηρίζονταν στα αγαθά που παράγαμε οι ίδιοι στα χωράφια μας και φυσικά τότε είχαμε και όλων των ειδών τα ζώα που μας παρείχαν κτηνοτροφικά προϊόντα. Αυτά γίνονταν πριν από 40 – 50 χρόνια που ήταν γεμάτο κόσμο ακόμη το χωριό και οι διαρροές προς τις πόλεις ήταν περιορισμένες. Ήρθαν όμως άλλοι καιροί και σήμερα σε κάθε χωριό μετριούνται στα δάχτυλα όσοι ασχολούνται με την πρωτογενή παραγωγή.

Μέσα σε αυτές τις 40 ημέρες των περιοριστικών μέτρων έζησα και μια μεγάλη αλλαγή. Από Ακτήμων εξελίχθηκα σε Γαιοκτήμονα, κάτι που πού πήρα είδηση βλέποντας κάποιες φωτογραφίες που μου έκανε η Άρτεμη για να θυμόμαστε τις δουλειές του χωραφιού. Κάποιες απ’ αυτές ήταν στην περίφραξη του μικρού κομματιού που όργωσα για να φυτέψω πατάτες και άλλα κηπευτικά. Μια περίφραξη που κρίθηκε αναγκαία γιατί μπορεί να μην μπουν ήμερα ζώα στον κήπο γιατί είναι λίγα και ελέγχονται αλλά δεν μπορείς να πεις το ίδιο για τα αγριογούρουνα που κυκλοφορούν σε κοπάδια και φυσικά τα ζαρκάδια που μπορούν να καταστρέψουν μέσα σε λίγα λεπτά τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς.

Έτσι στο εξής μπορεί να χαμογελούν όσοι γνωρίζουν πως το Ακτήμων έμεινε σαν υπογραφή και σαν τίτλος στο γνωστό μπλόγκ που έβγαλε το Facebook απ’ όλες τις αναρτήσεις. Σαν Γαιοκτήμων λοιπόν θα συνεχίσω το ημερολόγιο της υπαίθρου, ελεύθερος πλέον να κινούμαι και στις πόλεις όπου όπως δείχνουν τα πράγματα οι δυσκολίες της μετά κορωνοϊό εποχής άρχισαν ήδη να διαφαίνονται και κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει τι θα γίνει μετά από πέντε μήνες και ένα χρόνο.  


Όταν δεν φτάνουν οι σιδερένιοι πάσσαλοι, τότε επιστρατεύονται τα παλούκια από καστανίσια ξύλα αλλά θέλουν κι αυτά τη φροντίδα της κλαδευτήρας. 

Χωρίς τους περιορισμούς λοιπόν στις μετακινήσεις του ο Ακτήμων, που σημαίνει σχετικές εμπειρίες και από άλλους τόπους, όπως ο Αμάραντος Καρδίτσας ή ο Πρόδρομος στην Πρασιά Ευρυτανίας, η Αμοργός και η Μήλος για να τελειώσω και κάτι βιβλία που έχω αφήσει στη μέση αλλά και η Έδεσα για να βλέπω και την Έλενα που την έχω τελευταία παραμελήσει, θα αφήνει τον ίσκιο του Γαιοκτήμονα να επιβλέπει τον κήπο που η περίφραξη που μου έφαγε δυο μέρες να την φτιάξω!   

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 29042020  

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

ΜΕΝΟΥΜΕ… ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΙ ΦΥΤΕΥΟΥMΕ ΒΙΣΣΥΝΙΕΣ!




Είχα φύγει από την Αθήνα από τον Φεβρουάριο, πριν ακόμη αρχίσει ο κορωνοϊός να εισβάλλει στη χώρα μας και παραμένω ακόμη στο χωριό (Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας) όπου ενημερώνομαι για όσα συμβαίνουν μόνο από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Με όσα βλέπω, ακούω και διαβάζω ανησυχώ όπως κάθε Έλληνας, αναλογίζομαι την κατάσταση και πιο πολύ αυτά που θα ακολουθήσουν, όταν θα περάσει ή θα μετριαστεί το κακό που μας βρήκε. Την ίδια ανησυχία μοιράζομαι με τους λίγους γείτονες που ζουν ολοχρονίς στο χωριό και σκεφτόμαστε τους δικούς μας όπου κι αν αυτοί βρίσκονται.

Μια άλλη εποχή που δεν θα υπήρχε τηλεόραση και διαδίκτυο βεβαίως, ελάχιστοι από τους χωριανούς θα είχαν πάρει είδηση την επιδημία και αυτή μάλιστα την περίοδο που έχουν αρχίσει οι εργασίες στα χωράφια ούτε καν θα τους ενδιέφερε ακόμη και για συζήτηση. Καθώς ο Μάρτιος είναι ο μήνας που αρχίζει ο νέος κύκλος της παραγωγής, ο χρόνος είναι πολύτιμος και τρέχει γρήγορα ενώ πάντα υπάρχει και ο φόβος του καιρού δεν το έχει σε τίποτα να νυχτώσει μια μέρα σαν καλοκαίρι και η επόμενη να ξημερώσει με παγωνιά. Έτσι, καθώς δεν πρέπει να πάει ούτε ένα λεπτό, οι συζητήσεις ήταν πάντα χασομέρι.



Αυτά γινόντουσαν πριν από πολλά χρόνια· τώρα ελάχιστοι είμαστε που ασχολούμαστε με τα χωράφια και μάλλον είμαι ο μόνος που κάνω συστηματική αποψίλωση του άρρωστου δάσους καστανιάς στο μεγάλο χωράφι και ξεχερσώνω ορισμένα σημεία που έχουν εγκαταλειφθεί από πολύ καιρό να ημερώσει ο τόπος. Εννοείται πως όλη αυτή την εργασία την κάνω μόνος και το χειρότερο, εκεί που είναι το χωράφι δεν βλέπω και δεν ακούω κανέναν συγχωριανό αφού εδώ και είκοσι χρόνια κανένας πια δεν ασχολείται με τα χωράφια και έχουν αφεθεί να τα καταπιεί το δάσος. Έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να δώ κάποιον σε διπλανά χωράφια ή να περάσει κάποιος από το δικό μου.
Έτσι όλη την ημέρα στο χωράφι είμαι εντελώς μόνος και το απόγευμα που επιστρέφω στο σπίτι βλέπω μόνο την μάνα μου και την κόρη μου που με πληροφορούν με ότι βλέπουν στην τηλεόραση και αλλάζουμε καμιά κουβέντα για την κατάσταση. 

Πρακτικά στο χωριό δεν είμαστε καθόλου εκτεθειμένοι στον κορωνοϊό και σε κανέναν άλλο ιό καθώς ούτε επισκέπτες έχει αυτό τον καιρό, ούτε και ο καιρός βοηθάει για συναντήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε περιπέτειες. Με όσα ακούμε όμως από τους ειδικούς, ακολουθούμε κι εμείς τις οδηγίες τους σαν να είμαστε στην πρώτη γραμμή του πολέμου με την επιδημία.

Στην ουσία όμως ελάχιστα έχουν αλλάξει όσα αφορούν την συνεργασία με τον γείτονα Νίκο Σαρόγλου που βρήκαμε την ευκαιρία, μιας και λόγω κορωνοϊού ανέβαλλα επ’ αόριστον την επιστροφή μου στην Αθήνα και αρχίσαμε να κόβουμε και να μεταφέρουμε από τώρα τα ξύλα του ερχόμενου χειμώνα. Έτσι ελπίζουμε όταν θα περάσει το κακό δεν θα έχουμε αυτόν τον μπελά στο κεφάλι μας και θα μπορούμε να απολαμβάνουμε άλλα πράγματα.

Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι δουλειές. Ο καιρός (αν και ύποπτα στεγνός) είναι κατάλληλος για τη περιποίηση των καρποφόρων δέντρων αλλά και για μεταφυτεύσεις. Ήδη φύτεψα πέντε κερασιές που πήρα από την Έδεσσα για να μεταφέρω την ποιότητα των κερασιών της στο χωριό και δυο βυσσινιές (φωτογραφία) και ακολουθούν σήμερα λωτοί, ροδιές, μηλιές, κορομηλιές και άλλα είδη καθώς και δυο δέντρα τίλιο. Κάποιοι που το έμαθαν με ρωτάνε που βρίσκω την αισιοδοξία να κάνω αυτά τα πράγματα και το κυριότερο αν θα ζήσω να απολαύσω τους καρπούς τους.



Για το πρώτο η απάντησή μου είναι ότι η ενασχόληση με τα χωράφια είναι το καλύτερο αντίδοτο για την κατάσταση που ζούμε και ότι η απόσταση που πρέπει να πάρω από τον κόσμο είναι τουλάχιστον παραγωγική. Για το δεύτερο λέω ότι κάτι τέτοιο, αφενός μεν με βάζει στην διαρκή προσμονή της μελλοντικής απόλαυσης των καρπών αλλά και στο γεγονός ότι αυτά τα δέντρα που θα αφήσω πίσω μου όταν φύγω θα είναι η αιτία να με μνημονεύουν κάποιοι λίγοι που θα βρίσκονται ακόμη στο χωριό…    

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 14032020       

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΣΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ...


Αλποπορδές ή λυκοπορδές, λένε τούτα τα στρογγυλά μανιτάρια που φυτρώνουν αυτό τον καιρό σε απίθανα μέρη οι άνθρωποι στα χωριά και τούτο γιατί όταν ωριμάζουν το εσωτερικό τους μετατρέπεται σε μια καφετιά σκόνη και άμα τα σπάσουν γεμίζουν τον αέρα -έτσι φαντάζονται τις πορδές των αγριμιών- και υποκλίνομαι στη φαντασία τους. Αν αυτά σας θυμίζουν κάτι άλλο, τα λόγια των πολιτικών ας πούμε, τα προγράμματα των κομμάτων ή διάφορες ρηχές θεωρίες και επιπόλαιες απόψεις γυρολόγων της εξουσίας, εγώ δηλώνω οπαδός της λαϊκής σοφίας των χωριατών όλης της Ελλάδας.


Από την άλλη τώρα, η επιστημονική ονομασία αυτών των μανιταριών είναι Lycoperdon. Τα λυκόπερδα συναντώνται σε λιβάδια, καλλιεργημένους αγρούς και δάση, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου. Τα περισσότερα είδη του γένους αυτού τρώγονται πριν ωριμάσουν, όσο η σάρκα του μανιταριού είναι ακόμα λευκή και στερεή. Δεν παραγνωρίζω την επιλογή αυτή, αλλά την αφήνω στις γαστριμαργικές διαθέσεις σας. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16092017 

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΔΙΧΤΥ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ


Η μεγάλη αράχνη των δασών για να ζήσει απλώνει ένα τεράστιο για το μέγεθός της δίχτυ που φτιάχνει με ένα είδος εκκρίσεων που βγάζει από το στόμα της, γύρω από τη φωλιά της. Η αράχνη παραμονεύει αόρατη και μόλις νοιώσει, από την κίνηση του δικτυού που δημιουργεί το θύμα που ματαίως προσπαθεί να ξεφύγει, ότι έρχεται το γεύμα της βγαίνει και με αργές, τελετουργικές κινήσεις το ξεμπλέκει και το οδηγεί στη φρικτή τρύπα της και το καταβροχθίζει. Ίδια με αυτά της αράχνης είναι και τα δίχτυα που έχουν στήσει αόρατα γύρω μας διάφοροι επιτήδειοι και αδίστακτοι μηχανισμοί εξουσίας και λίγο - πολύ λειτουργούν ως προς το αποτέλεσμα, το ίδιο με αυτά της μεγάλης αράχνης των δασών. 
(Η φωτογραφία από ένα παρατημένο μονοπάτι στα χωράφια της μικρής πατρίδας).

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 13082017

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

ΔΕΝ ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ...


Με λίγη καθυστέρηση ομολογώ, άρχισα κι εφέτος να παλεύω με τη ζούγκλα που δημιουργεί η βλάστηση στα χωράφια στο χωριό. Άργησα γιατί οι βροχές που έπεσαν τους προηγούμενους μήνες και δίνουν την αίσθηση κάπως του τροπικού κλίματος καθώς ότι κόβεις σαν περιττό στο χωράφι σε λίγες μέρες φυτρώνει πάλι και μάλιστα πιο δυνατό και ψηλό. Καλού – κακού πάντως θα το πάω συντηρητικά φέτος για να μην αναγκαστώ το φθινόπωρο που πρέπει να είναι καθαρός ο τόπος για να μαζευτούν καρύδια και κάστανα να ξαναπιάσω το χορτοκοπτικό και τα κλαδευτήρια τα οποία πήγα σήμερα στο Καρπενήσι για επισκευές. Έπειτα δεν έχω και τον χρόνο που διέθεσα πέρσι αλλά είναι αρκετός για να μπορώ να μαζέψω τούτες τις ημέρες μελισσόχορτο, τσουκνίδες, μέντα και βάλσαμο. Αργότερα που θα πέσουν κάπως και θα περιοριστούν τα αγριόχορτα θα μαζέψω και ρίγανη που θεωρώ πως είναι η καλύτερη του κόσμου και πιστεύω πως θα με επιβεβαιώσετε…

ΥΓ. Περσινή η φωτογραφία γιατί η Άρτεμη δεν με ακολούθησε ακόμη στο χωριό και με τα χέρια δεν φτάνουν και για τα χορτάρια και για τη μηχανή για μια selfie!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 06072017

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

ΤΑ ΜΥΡΩΔΑΤΑ ΧΑΜΟΚΕΡΑΣΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ


Παλεύω με το δάσος – ήτοι τα αγριόδεντρα και τα αγριοχόρταρα που έχουν πνίξει τις καστανιές του κτήματος και τα χωράφια που καλλιεργούσαν οι πρόγονοι. Χθες είχα να κάνω με κάτι γιγάντιες φτέρες, δυο μέτρα σχεδόν ύψος και με εξάντλησε ο αγώνας και η προσοχή που έπρεπε να έχω γιατί είναι ο καιρός που όλα τα φίδια έχουν σκαρίσει και κυκλοφορούν οπουδήποτε. Μέσα σε αυτή μάχη είχα να προσέξω μη και πατήσω τα χαμοκέρασα όπως λέμε εδώ στο χωριό τις άγριες φράουλες που φυτρώνουν σε ένα κομμάτι του χωραφιού και τούτες τις ημέρες είναι στην ωρίμανσή τους. Κρυμμένα κάτω από τις φτέρες γιατί δεν αγαπούν ιδιαίτερα τον ήλιο αυτά τα μικρά φυτά κάνουν έναν εξαιρετικό μικρό καρπό που μοσχοβολάει αν τον βάλεις στο στόμα σου αλλά η λαχτάρα για να τα μαζέψεις μπορεί να κρύβει εκπλήξεις γιατί τα χαμοκέρασα αγαπούν πολύ και τα πουλιά και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και τα φίδια κι εκεί κοντά στήνουν καρτέρι…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 22062017

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

ΕΝΑ ΧΩΡΑΦΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΕΙ ΤΙΠΟΤΑ


Σαν σήμερα, το προμνημονιακό έτος 2009 είχα πάει με τον καλό φίλο Αντώνη Παπαδάκο από την Καρδίτσα, στα Γρεβενά· περιοχή που μια φορά άλλοτε είχα προσπεράσει πηγαίνοντας στην Πίνδο και μέχρι σήμερα δεν αξιώθηκα να την επισκεφτώ πάλι. Τελειώσαμε ότι είχαμε να κάνουμε εκεί και πήραμε το δρόμο της επιστροφής πηγαίνοντας σιγά - σιγά για να δούμε τον τόπο που μόλις ξυπνούσε από τον χειμώνα.

Αυτό που μας έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση τότε, ήταν τα χωράφια που βλέπαμε με φυτρωμένο το φρέσκο σιτάρι και απλώνονταν όμορφα στο κυματιστό υψίπεδο και η διαφορά που δημιουργούσε στο τοπίο ένα μεγάλο ακαλλιέργητο κομμάτι γης ανάμεσα στα καλλιεργημένα. Το θυμήθηκα σήμερα, που ως φαίνεται θα ζήσουμε μια ωραία «ημέρα πανηγυρισμών» από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για όσα έγιναν χθες στις Βρυξέλλες χωρίς βέβαια να ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς αποφασίστηκε μεταξύ των δανειστών και των δικών μας και φοβούμαι, πως αυτό το «τέλος στη λιτότητα» που ακούγεται από χθες το βράδυ από πολλούς πρόθυμους πανηγυριστές στα φίλια προς την κυβέρνηση ΜΜΕ θα το πληρώσουμε σύντομα και πολύ ακριβά!


Μια λιτότητα που στοιχειώνει τη χώρα τόσα χρόνια και δεν θα την κουβεντιάζαμε σήμερα αν ο νοικοκύρης του παρατημένου χωραφιού (και κάθε παρατημένου χωραφιού σε όλη την Ελλάδα) έκανε ότι κάνουν πριν από το χειμώνα οι διπλανοί του και το έσπερνε, ο ίδιος ή το έδινε σε κάποιον άλλο που θα ενδιαφέρονταν να έχει λίγο περισσότερη παραγωγή και έτσι λίγοι κόκκοι του πολύτιμου σιταριού κι απ’ αυτό θα συμπλήρωναν κάπως το διαρκές έλλειμμα στο τρύπιο αμπάρι της χειμαζόμενης οικονομίας της Ελλάδας… 

ΑΘΗΝΑ, 21022017

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΣΙΤΟΒΟΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΠΟΧΉΣ



Το χωριό μου, η Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας, είναι χτισμένο σε τέτοιο υψόμετρο που μπορεί να βλέπει, έστω και αν της κρύβει το μεγαλύτερο μέρος της κοιλάδας του Σπερχειού το δασωμένο μπροστά της βουνό το οποίο καλείται Μαυρογιάννη, ένα μεγάλο μέρος από τις πλαγιές των χαμηλών χωματόβουνων που την ορίζουν την Δυτική Φθιώτιδα…



Σε αυτές τις πλαγιές θυμάμαι πως σε πολλά σημεία υπήρχαν ξέφωτα τα οποία είχαν κερδηθεί κάποτε από το δάσος προς χάρη της γεωργίας και της εγκατάστασης των ανθρώπων που η παρουσία τους πλέον εκεί απομάκρυνε τα αγρίμια στις πιο απόκρημνες κα δύσβατες περιοχές των βουνών όπου και διατηρήθηκαν ως τα σήμερα. Στις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως μετά την δεκαετία του ’60 αυτά τα ξέφωτα εγκαταλείφθηκαν για λόγους που όλοι γνωρίζουμε και το δάσος σιγά – σιγά στην αρχή και δυναμικά στη συνέχεια κατάκτησε πάλι το χαμένο του έδαφος και εδραιώθηκε όπως την παλιά εποχή.



Αυτά τα ξέφωτα, είναι άγνωστο πότε τα κέρδισε ο άνθρωπος από το δάσος και χωρίς υπερβολές πολλά θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργήθηκαν στην αυγή της γεωργίας και διατηρήθηκαν λειτουργικά σε μια σειρά αιώνων μιας και ποτέ δεν φαίνεται πως ερήμωσε για μεγάλο διάστημα ο τόπος. Σε αυτά λοιπόν τα ξέφωτα, ο άνθρωπος είχε τα χωράφια του, τα κήπια του, το σπίτι του και τα μαντριά του και διακρίνονταν από μακριά από τα χρώματα που έπαιρναν τα σπαρτά στην εναλλαγή των εποχών και τον καπνό που ανέβαινε από το τζάκι του σπιτιού ή το παραγώνι της καλύβας και του μαντριού.



Πρόλαβα να τα δω αυτά τα πράγματα και να επισκεφτώ πολλές εγκαταστάσεις όταν αυτές ήταν ζωντανές και είχαν κόσμο αλλά είμαι και μάρτυς μισού αιώνα πάλι της σταδιακής εγκατάλειψής τους και της πλήρους ερήμωσής τους τις τελευταίες δεκαετίες. Το γεγονός εκτός από το συναισθηματικό κόμπιασμα που προκαλεί πια η οργιώδης επιστροφή του δάσους, αν εκτιμηθεί με οικονομικά κριτήρια, τότε μπορούμε να μιλούμε για μια πλήρη, ολοκληρωτική καταστροφή της τοπικής παραγωγής στη γεωργία, κτηνοτροφία και δασοπονία στη Δυτική Φθιώτιδα της οποίας οι συνέπειες διακρίνονται στις μαραζωμένες μικρές κοινότητες που διασώζονται ακόμη και στις δυο πλευρές του Σπερχειού.  



Με αυτές τις σκέψεις πήγα πριν από λίγες ημέρες στην Τσούκα, ένα χωριό πάνω από τη Μακρακώμη το οποίο όπως μου είπαν οι φίλοι εκεί έχει παραπάνω από 350 μόνιμους κατοίκους και μια μεγάλη γεωργοκτηνοτροφική δραστηριότητα για την οποία θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα. Από την Τσούκα λοιπόν με τον Γιώργο Καραλή, πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου «Όρειος Μείραξ» και τον εξαιρετικό οδηγό Παναγιώτη Κωνσταντέλλο ή Dell για τους γνωστούς ξεκινήσαμε να γνωρίσουμε την περιοχή πάνω από το χωριό ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί στο Ζαχαράκη και τη 
Ρεντίνα.



Εκεί λοιπόν είδα πως η μάχη του ανθρώπου με το δάσος δεν έχει σταματήσει και σε πολλά σημεία διατηρείται ακόμη η ισορροπία αυτού με τη γεωργία. Τούτο βεβαίως οφείλεται στο ότι τα χωράφια της Τσούκας καθότι σχετικά επίπεδα μπορούν να οργωθούν με μηχανήματα αντί της παραδοσιακής μεθόδου με μουλάρια και βόδια και το προϊόν που παράγεται να αποτελεί τροφή, έστω και χλωρή για τα κοπάδια από τα αιγοπρόβατα που διατηρούν εκεί.



Το γεγονός, όπως αναφέρεται και στις αφηγήσεις των παλαιότερων αλλά και στην γραπτή ιστορία της περιοχής, πρέπει να είναι αποτέλεσμα της διαρκούς, ανά τους αιώνες καλλιέργεια αυτών των ημιορεινών σιτοβολώνων και το μαρτυρούν ακόμη και οι μεγάλες βελανιδιές που υπάρχουν στα σύνορα των χωραφιών και σε αρκετά σημεία μέσα σε αυτά. Για κάποιους λόγους, πρακτικούς αλλά και συμβολικούς, οι άνθρωποι που ξεχέρσωσαν τα αρχαία δάση για να τα καλλιεργήσουν άφηναν κάποια δέντρα να έχουν σκιά για το κοπάδι και τον θεριστή ή να βρίσκουν καταφύγιο όταν έπιανε καμιά ξαφνική μπόρα και για να τα προστατεύσουν από κανένα ασεβές τσεκούρι, τα περιέβαλλαν με μύθους και δοξασίες.



Από αυτή την μικρή διαδρομή σας παρουσιάζουμε σήμερα λίγες φωτογραφίες και θα επανέλθουμε σύντομα με περισσότερα για την περιοχή, τους ανθρώπους και τα έργα τους.


ΑΘΗΝΑ, 28112016

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΔΕΝ ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Καλημέρα βουνίσια, από τα χωράφια όπου φυτρώνει άγριο, εξαιρετικής ποιότητας μελισσόχορτο καθώς και άλλα ωραία αρωματικά φυτά… 
Με λίγη καθυστέρηση ομολογώ, άρχισα κι εφέτος να παλεύω με τη ζούγκλα που δημιουργεί η βλάστηση στα χωράφια στο χωριό. Άργησα γιατί οι βροχές που πέφτουν τακτικά από το Πάσχα κι εδώθε, δίνουν την αίσθηση κάπως του τροπικού κλίματος καθώς ότι κόβεις σαν περιττό στο χωράφι σε λίγες μέρες φυτρώνει πάλι και μάλιστα πιο δυνατό και ψηλό. Καλού – κακού πάντως θα το πάω συντηρητικά φέτος για να μην αναγκαστώ το φθινόπωρο που πρέπει να είναι καθαρός ο τόπος για να μαζευτούν καρύδια και κάστανα να ξαναπιάσω το χορτοκοπτικό και τα κλαδευτήρια. Έπειτα δεν έχω και τον χρόνο που διέθεσα πέρσι αλλά είναι αρκετός για να μπορώ να μαζεύω τούτες τις ημέρες μελισσόχορτο, τσουκνίδες, μέντα και βάλσαμο με τα οποία στοχεύω να σας παρουσιάσω και μια ωραία έκπληξη πολύ σύντομα. Αργότερα που θα πέσουν κάπως και τα αγριόχορτα θα μαζέψω και ρίγανη…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 05072016

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ ΣΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ



Χθες  κυριολεκτικά «το κάψαμε» στη μικρή πατρίδα και να σας προλάβω - πριν πάει το μυααλό σας σε τίποτα ωραία γλέντια - το φοβερό κάψιμο έγινε στα χωράφια που επιτέλους καθαρίστηκαν από τις αγριάδες, τα βάτα, τις φτέρες και τα χαμόδεντρα που τα είχαν καταλάβει επί πολλά χρόνια και  έτοιμα πλέον περιμένουν πότε θα πάει το τρακτέρ να τα οργώσει έτσι ώστε να είναι έτοιμα την άνοιξη για τη σπορά.



Το κάψιμο δεν είναι πάντα απαραίτητο σε ένα χωράφι γιατί μαζί με τα αγριόχορτα καίγονται και ένα σωρό ωφέλιμοι μικροοργανισμοί και μύκητες που κρατούν ζωντανό το χώμα και την επιφάνειά του αλλά γίνεται όταν ξαναμπαίνουμε σε αυτό μετά από τριάντα και παραπάνω χρόνια εγκατάλειψης και πρέπει να γίνει με δραστικό τρόπο. Το καθάρισμά του ήταν εξαιρετικά επίπονο και για την έκταση κάποιων στρεμμάτων απαιτήθηκαν πολλές ημέρες δουλειάς με το χορτοκοπτικό, το αλυσοπρίονο και βέβαια με τα χέρια αλλά άξιζε τον κόπο γιατί πρόκειται για ένα χωράφι με μικρή κλίση και μπορεί να οργωθεί. Το μειονέκτημά του είναι ότι στο υπέδαφος έχει αρκετές πέτρες και δεν μπορεί να γίνει κήπος αλλά κάλλιστα μπορεί να φυτευτούν σε αυτά δέντρα, μηλιές για παράδειγμα γιατί είδα πως είχαν φυτρώσει μερικές άγριες και της κράτησα να της μπολιάσω με ντόπιες ποικιλίες. 


Σε αυτό το χωράφι οι γονείς παλιότερα έσπερναν σιτάρι, φακές ή ρεβύθια αλλά σιγά – σιγά παράτησαν τις καλλιέργειες και πριν καταντήσει δασωμένος χερσότοπος ήταν βοσκή. Καθαρίζοντάς το πόντο τον πόντο ήταν σαν να επαναλάμβανα κατά κάποιο τρόπο τις κινήσεις κάποιων μακρινών προγόνων που το κέρδισαν με τις αξίνες και τα χέρια πριν από άγνωστο αριθμό χρόνων από το δάσος σε μια πλαγιά του Τυμφρηστού και το έβαλαν στη δούλεψή τους όπως εξάλλου το ίδιο έκαναν και άλλοι συγχωριανοί σε διάφορες στιγμές της ιστορίας. Το γεγονός δηλώνει το ρίζωμα που επιχείρησαν να κάνουν σε αυτόν τον τόπο και οι δικές μου κινήσεις, τολμώ να πω, μνημόσυνο στον αγώνα που έδωσαν τότε και σαν έπιανα τίποτα πέτρες να τις βάλω στη διαλυμένη ξερολιθιά, καταλάβαινα πως πριν από μένα τις έχουν πιάσει μια ατέλειωτη σειρά προγόνων που έζησαν απ’ αυτό το χωράφι. 

    

Πρακτικά τώρα το κάψιμο ενός χωραφιού προϋποθέτει κατ’ αρχάς να είναι στεγνά τα υπολείμματα του καθαρισμού, να είναι ο καιρός κάπως υγρός ώστε να μην προκληθεί πυρκαγιά σε διπλανά χωράφια ή το δάσος. Γι’ αυτό και γίνεται συνήθως αργά το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη. Πρέπει επίσης τα υλικά που πρέπει να καούν να συγκεντρώνονται σε σωρούς ώστε να περιορίζεται το κάψιμο του εδάφους και βέβαια να μην φυσάει πολύς αέρας γιατί μπορεί να αρπάξει καμιά σπίθα και να την πάει στο δάσος. Με το μάζεμα του υλικού προς κάψιμο σε σωρούς την ίδια ημέρα επιτυγχάνεται επίσης και η απομάκρυνση τίποτα ζώων που κρύβονται μέσα σε αυτά, όπως χελώνες, φίδια, σαύρες κι έτσι γλυτώνουν από τη φωτιά ή οποία προκαλεί υψηλότατες θερμοκρασίες όταν πρόκειται για εντελώς ξηρή ύλη και για κάθε σωρό δεν διαρκεί παραπάνω από πέντε – δέκα λεπτά. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 17102015

Και στο http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.themata&id=3649

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

H ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΤΩΝ ΚΑΡΠΟΔΕΝΤΡΩΝ



Στα παλιότερα χρόνια, τα χωράφια της Μελίβοιας ήταν γεμάτα αμπέλια και συκιές και από τα πολύτιμα προϊόντα τους ήταν εκείνα που απέδιδαν κάποια έσοδα στους αγρότες εκείνης της εποχής. Στα ίδια χωράφια είχαν υπήρχαν και μηλιές που έβγαζαν ωραία φιρίκια καθώς και ορισμένες με άλλες ποικιλίες οι οποίες έχουν χαθεί γιατί υπέπεσαν της προσοχής των καλλιεργητών λόγω της εντατικής καλλιέργειας με νέα είδη. 





Στη θέση τους τώρα στα περισσότερα έχουν φυτευτεί καστανιές που παράγουν περισσότερο καρπό και ο οποίος έχει εξαιρετική ζήτηση καθώς και μηλιές που βγάζουν μήλα με μεγάλη εμπορική αξία. Έτσι σε ελάχιστα χωράφια πια έχουν απομείνει συκιές και μηλιές δίπλα στις καστανιές, όπως αυτό του Δημήτρη Δουβώρη και σπάνε την ομοιομορφία της καλλιέργειας της καστανιάς. Επί πλέον με την ποικιλία των φυλλώματών τους συνθέτουν και ωραίες εικόνες που είναι ακόμη πιο ωραίες όταν αυτά τα δέντρα είναι γεμάτα καρπούς όπως αυτή την εποχή.

ΑΘΗΝΑ, 21102014



Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

ΕΝΑ «ΑΠΕΙΡΑΧΤΟ» ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ







Αποτελεί παράδοξο για την ελληνική πραγματικότητα η οποία θέλει πλέον κανένα κομμάτι της ελληνικής γης να μην έχει «πειραχτεί» για καλό ή κακό σκοπό από τον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του. Έτσι φθάσαμε τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια και με τη βοήθεια των μηχανημάτων να μην έχουμε κανένα βουνό χωρίς να ανοιχτεί δρόμος, καμιά πλαγιά ακέραια, κανένα σημείο που να μην έχει χτιστεί κάτι που να προσβάλλει το τοπίο και να αλλιώνει την φυσική αισθητική του.


Είναι περισσότερο παράδοξο λοιπόν που στον θεσσαλικό κάμπο ο οποίος έχει περισσότερο προσβληθεί λόγω του κέρδους βεβαίως, με πλείστες όσες εγκαταστάσεις που ξεφύτρωσαν εδώ κι εκεί χωρίς κανένα σχέδιο και της «αξιοποίησης» ορισμένων σημείων του με εντελώς πρόχειρο τρόπο, να υπάρχει ένα μεγάλο συγκρότημα ομαλών γηλόφων που ξεκινάει δίπλα από το δρόμο που οδηγεί από το χωριό Νέο Περιβόλι προς το χωριά Μύρα και Σοφό και σβήνει δυτικά στην επαρχιακή οδό Ε65 που οδηγεί στα Φάρσαλα, προς τον κάμπο, στην οποία δεν διακρίνεται ούτε ένα υπόστεγο αντλητικού, ούτε κανένα άλλο κτίσμα, ούτε καν ένα εναέριο δίκτυο παρά μόνο χωράφια που καλλιεργούνται σιτηρά ή είναι βοσκήσιμες εκτάσεις.


Το γεγονός εξηγείται απλά, δεν έχει ούτε μια σταγόνα νερό ο τόπος και οι γεωτρήσεις πρέπει να κοστίζουν μια περιουσία για να φτάσει ως εκεί πάνω και να γίνουν αρδευτικές καλλιέργειες, όπως για παράδειγμα βαμβάκι. Γι’ αυτό και οι κάτοχοι αυτών των εκτάσεων σπέρνουν εκεί δημητριακά και τούτες τις ημέρες, καθώς έχουν τελειώσει και ήδη τα πρώτα φύτρα έχουν βγεί από το χώμα, άθελά τους δημιουργούν ένα εξαιρετικά μεγάλο αισθητικό τοπίο που όμοιό του δεν νομίζω πως υπάρχει πουθενά αλλού στην Ελλάδα και αξίζει να το δει κάποιος για να καταλάβει πως ήταν και ο υπόλοιπος κάμπως πριν τον «πατήσει» η ανάπτυξη.


Έτσι είναι σήμερα αυτό το τοπίο, οργωμένο με τάξη και σειρές που σβήνουν ομαλά στην κορυφή των λόφων και κυλάνε από την πίσω πλευρά μέχρι να συναντήσουν το σύνορο από το άλλο χωράφι. Ένα τοπίο που σίγουρα θα απέλπιζε τον καλλιεργητή (τον κολήγα μάλλον για να κυριολεκτούμε καθώς σε όλη την έκτασή του δεν έχει ούτε ένα δέντρο για να κάτσει κάποιος στη σκιά του. Ένα πάντως κυπαρίσι που διακρίνεται φοβισμένο μέσα στο εντελώς γυμνό αυτό τοπίο μας αφήνει να υποψιαστούμε πως κάποτε εκεί υπήρχαν περισσότερα δέντρα, πιθανόν να ήταν και ολόκληρα δάση εκεί, αλλά με το πέρασμα του χρόνου αυτά αφανίστηκαν από το υνί και το τσεκούρι προκειμένου να γίνουν χωράφια και να λέμε «να ένα απείραχτο τοπίο» που μοιάζει με περιοχές από άλλες χώρες του κόσμου χωρίς να σκεφτόμαστε τι φάσεις πέρασε στην ιστορία του μέχρι να γίνει έτσι...



ΑΘΗΝΑ, 21102014  

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ


Είναι αγώνας ζωής να βγάλεις από ένα τόπο τις πέτρες και να κάνεις σε αυτό το μέρος χωράφι τέτοιο που να μπορεί να χωθεί μια παλάμη βαθιά στο χώμα το υνί για να μπορέσει να κρυφτεί ο σπόρος, να βλαστήσει, να ρίξει τέτοιες ρίζες που να μπορούν να το κρατούν όρθιο όταν φυτρώσει.

Δεν γνωρίζουμε πότε άρχισαν οι άνθρωποι να βγάζουν τις πέτρες από το έδαφος και να φτιάχνουν χωράφια στον Ασφοντυλίτη. Σίγουρα από την αυγή της εγκατοίκησης του ανθρώπου στις Κυκλάδες και την εξέλιξη της γεωργίας κάποιοι από τους προπάτορες, με τα χέρια στην αρχή, με λίθινες αξίνες και ξύλινους μοχλούς κατόπιν, άρχισαν να βγάζουν τις πέτρες από τη γη, να τις σπρώχνουν να παραμερίσουν με πολύ κόπο και ιδρώτα να τις ανεβάσουν και να τις στεριώσουν σε τοίχους ξερολιθιές.

Έτσι δημιούργησαν τα πρώτα χωραφάκια και αυτά που βλέπουμε σήμερα δεν είναι παρά η συνέχειά τους. συνέχεια που έγινε εφικτή χάρη στο διαρκή αγώνα των ανθρώπων με τις πέτρες που κυριολεκτικά παραφύλαγαν κάτω από το λιγοστό χώμα να βγουν πάλι στην επιφάνεια και στο φως. Κάθε δυνατή μπόρα ήταν μια ευκαιρία γι’ αυτές να ανέβουν λίγο παραπάνω καθώς το νερό έπαιρνε το χώμα που τις σκέπαζε.

Η προφύλαξη των χωραφιών από το νερό ήταν ένας άλλος αγώνας που έδινε ο κάθε νοικοκύρης όλο το χρόνο με αυλάκια που έδιωχναν το νερό που περίσσευε στο παρακείμενο λαγκάδι της πλαγιάς με τρόπο τέτοιο που να μη παρασύρει και το χώμα. Τούτη η τέχνη δεν ήταν καθόλου εύκολη και είχε αποτέλεσμα μόνο αν υπήρχε συνεννόηση με τους γείτονες στα χωράφια.

Τώρα στον Ασφοντυλίτη δεν υπάρχουν οι παλιοί νοικοκυραίοι που να καλλιεργούν όπως τα περασμένα χρόνια τα χωράφια και από αυτά να περιμένουν να ζήσουν, αξιοποιώντας το παραμικρό τμήμα γης και εκμεταλλευόμενοι και την πιο μικρή σταγόνα της βροχής και δεν άφηναν να πάει χαμένο ούτε το παραμικρό χορταράκι που φύτρωνε εκεί

Κάποια χωράφια, όπως αυτά που βρίσκονται ακριβώς δίπλα από το δρόμο του οικισμού και κάτω από τα πηγάδια που το χώμα τους είναι αρκετά βαθύ και τούτο εύγλωττα μας δηλώνει πως για αιώνες γίνονταν το ξεψάχνισμα αυτής της γης από τις πέτρες και τα οποία είναι προσπελάσιμα στα μηχανήματα, οργώνονται και σπέρνονται, αλλά η σοδειά τους δεν φτάνει ποτέ στο θερισμό γιατί απλά προορίζονται μόνο για χλωρή βοσκή των ζωντανών. Έτσι ενώ συνεχίζεται το όργωμα με καινούργια μέσα ο θερισμός κοντεύει να ξεχαστεί.

Έπειτα, οι σπόροι που έβαζαν παλιά στα χωράφια, σπόροι που επί αιώνες εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν στο κλίμα αλλά και στο έδαφος των Κυκλάδων έχουν χαθεί γιατί κρίθηκαν κάποτε αντιπαραγωγικοί και αντικαταστάθηκαν από άλλους που είχαν μεγαλύτερη σοδειά αλλά είχαν άλλες ανάγκες για να καρπίσουν και να αντέξουν στα λιθοχώραφα.

Έτσι αν χρειαστεί να αρχίσει πάλι από την αρχή η καλλιέργεια στα νησιά θα πρέπει οι άνθρωποι οι οποίοι θα το τολμήσουν, είτε από συνέπεια προς τον τόπο τους είτε από ανάγκη, θα πρέπει να βγάλουν πάλι τις πέτρες που πλημμύρισαν τα χωράφια, να φτιάξουν τα χτιά και τις ξερολιθιές, να καθαρίσουν τα αυλάκια και τις στέρνες και βεβαίως να περάσουν πολλά –άγνωστο πόσα- χρόνια μέχρι να αποκτήσει πάλι ο σπόρος τη γόνιμη σχέση που είχε με το χώμα και τον καιρό.

ΑΜΟΡΓΟΣ, 11122010