Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

ΤΟ ΠΟΥΛΑΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΤΟΥ


Εκεί καμιά φορά που δεν το περιμένω, προβάλλουν συνήθως μπροστά μου οι πιο όμορφες στιγμές στην ελληνική ύπαιθρο κι εκεί πάντα δοκιμάζεται η ετοιμότητά μου να φωτογραφήσω το γεγονός. Γι’ αυτό δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις που χάνονται ως ποτέ να μην υπήρξαν πολλά ωραία πράγματα αλλά πολλές άλλες στιγμές προλαβαίνω να τις «παγώσω» με στόχο πάντα να τις συνοδέψω με ένα κείμενο που είτε δημοσιεύεται σε κάποιο από τα περιοδικά και τις εφημερίδες που συνεργάζομαι ή να το μοιραστώ μαζί σας μέσα από το διαδίκτυο, κάτι που με ευχαριστεί πολύ και πιστεύω πως αρέσει και σε σας.

Έτσι έγινε και προχθές λίγο έξω από τη Σπερχειάδα που το νου μας απασχολούσαν άλλα πράγματα και η Άντζελα δεν έβλεπε την ώρα να φτάσουμε στα Λουτρά Υπάτης να κάνουμε μια στάση για να πάρουμε ανάσα και να πιούμε καφέ με αληθινούς φίλους από εκεί. Εγώ όπως πάντα με το δεξί μάτι σάρωνα τον τόπο έξω από το παράθυρο και με το αριστερό παρακολουθούσα έναν άθλιο δρόμο χωρίς σωστή σήμανση και άλλες πολυτέλειες. Κι εκεί λοιπόν, βλέπω κάτω από μια τεράστια ανθισμένη κουτσουπιά μια σπάνια σκηνή για την Ελλάδα: Το πουλαράκι δεμένο με μια τριχιά από τον κορμό της κουτσουπιάς τόσο που να μην φτάνει και ενοχλεί με τη λαιμαργία του τη φοράδα η οποία κι αυτή επίσης ήταν δεμένη και βοσκούσε. Το πουλαράκι μάζευε δύναμη να τρέξει κοντά στη φοράδα αλλά άμαθο ακόμη από δεσμά μόλις νόμιζε πως έφτανε στη μητέρα του, απότομα το σκοινί το συγκρατούσε. Επειδή φαίνεται πως δεν γνωρίζει ακόμη τι είναι αυτή η δύναμη που το εμποδίζει γυρνούσε λίγο προς τα πίσω, έπαιρνε φόρα και ξεκινούσε πάλι να πλησιάσει τη φοράδα. Στα λίγα λεπτά που το παρακολουθούσαμε πρέπει να έκανε τρεις φορές την απόπειρα και πάντα αποτύγχανε. Την τελευταία φορά το είδαμε να απομακρύνεται απογοητευμένο προς τη βρύση που ήταν μέσα στην ακτίνα του τεντωμένου σκοινιού και να δείχνει πως λουφάζει. Τι απόγινε, δεν ξέρουμε γιατί μας καλούσε ο προορισμός μας και η επιστροφή στην Αθήνα θα ήταν λόγω επιστροφής των εξοδούχων προβληματική.

Το βέβαιο είναι πως το πουλαράκι θα χτυπιόνταν και θα ξαναχτυπιόνταν πολλές φορές να φτάσει τη μητέρα του, της οποίας ως αρμόζει η στάση της απέναντι στο βλαστάρι της ήταν αυστηρή και στο τέλος αποκαμωμένο θα παραιτούνταν από την προσπάθεια. Μόνο όταν θα έρχονταν η στιγμή που ο νοικοκύρης τους θα έκρινε πως πρέπει να λυθεί, τότε θα μπορούσε να πλησιάσει για λίγο τη μητέρα του, να θηλάσει και μετά πάλι θα υποχρεώνονταν να κινείται το υπόλοιπο της ημέρας μέσα στην ακτίνα του σκοινιού του που στο εξής, θα αποτελούσε κομμάτι της ζωής του και θα αποδεσμευτεί δε μόνο όταν μετά πολλά χρόνια και άπειρα φορτία κλείσει τον κύκλο της ζωής. Κανένα σκοινί τότε δεν θα είναι ικανό να το περιορίσει στην ακτίνα των δεσμών που βάζει ο νοικοκύρης σε ότι εξουσιάζει κι έστω για λίγο πριν το θάνατό του, σακατεμένο και άχρηστο για φόρτωμα, γευτεί λίγες στιγμές από την ελευθερία που δεν γνώρισε ποτέ στην άχαρη ζωή του υποζυγίου που πέρασε...

ΑΘΗΝΑ, 07042010

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

ΠΗΡΑΜΕ ΛΑΘΟΣ … «ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ»


Ωραία, τώρα που τέλειωσε κι αυτή η ανάσταση, να δούμε τι «προορισμό» θα μας προτείνουν για την Πρωτομαγιά, οι γνωστές εκπομπές των ΜΜΕ που αναζητούν, ανακαλύπτουν και προβάλλουν διάφορες ενδιαφέρουσες γωνιές της Ελλάδας…

Εγώ θα σας πρότεινα να έχετε υπ’ όψιν για του χρόνου το δικό μου χωριό, αλλά φοβάμαι πως πριν ακόμα διαβάσετε την πρότασή μου θα πείτε πως σας αντιγράφω. Χώρια που μπορεί να πέσει καμιά ιδέα να βάλουμε τις προτάσεις μας σε ψηφοφορία (στο FB επί του προκειμένου) ο καθένας τον τόπο του και να αφήσουμε να το κρίνει το κοινό, όπως λένε και στα μεγάλα ραδιόφωνα που κάνουν αυτές τις δουλειές να αποφασίσει για την καλύτερη.

Κάνω το πρώτο βήμα λοιπόν και σας παραθέτω ολίγα από την ανάσταση γιατί αυτή πρόλαβα λόγω υποχρεώσεων στην Αθήνα να ζήσω στο χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Τυμφρηστού. Η ανάσταση σε μας λοιπόν ήρθε στην ώρα της παρά το γεγονός ότι ο παπα Βαγγέλης που έχει οργανική θέση εφημερίου στο χωριό μας έκανε όλη την εβδομάδα υπερωρίες γιατί σε κάποια άλλα χωριά δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Ήρθε στην ώρα της ακριβώς σε μια εκκλησία φωτεινή και φροντισμένη από τους επιτρόπους, κατά την πλειοψηφία τους μόνιμοι κάτοικοι του αποψιλωμένου από κόσμο χωριό, γεμάτη με αγνώστους ανθρώπους - χωριανοί έμαθα οι περισσότεροι και μάλιστα νεαρής ηλικίας.

Πρόκειται για τα παιδιά των συνομηλίκων μας που ούτε καν οι περισσότεροι τα ξέρουμε λόγω της διασποράς μας σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και της φυσικής απομάκρυνσης μεταξύ μας. Καινούργια πρόσωπα λοιπόν με νεανικά ντυσίματα και στυλ εντελώς ίδιο μεταξύ τους πλημμύρισαν την εκκλησία με τις λαμπάδες τους στο χέρι (συνήθεια της αγοράς που εκνευρίζει τους επιτρόπους που περίμεναν να βγάλουν κανένα ευρώ από αυτές που είχαν στο παγκάρι), βρήκαν μια θέση όπως – όπως για να σταθούν και μόλις είπε ο παπάς το Χριστός Ανέστη, βγήκαν στο προαύλιο όπου ψάλθηκε η ανάσταση.

Εκεί αντάλλαξαν το «φιλί της αγάπης» με τους οικείους και τους φίλους του και πριν καλά – καλά τελειώσει ο παπάς τα τυπικά της στιγμής, εξαφανίστηκαν αφήνοντας στην εκκλησία μόνο τον παπά, τους ψάλτες και ελάχιστους άλλους ευλαβείς χωριανούς. Όλοι οι άλλοι κατευθύνθηκαν στα αυτοκίνητά τους και δημιουργήθηκε κυκλοφοριακό στο μικρό δρόμο. Ένα τέταρτο έκανε να ησυχάσει το χωριό από τα μαρσαρίσματα, τις στροφές και το ξεπαρκάρισμα και να πέσουν όλοι στα τραπέζια με τη μαγειρίτσα και να τυλιχτεί κατόπιν το χωριό στη σιωπή όπως συμβαίνει κάθε νύχτα εξάλλου. Οι λιγοστοί και ηλικιωμένοι κάτοικοί του κλείνονται από νωρίς στα σπίτια τους και κλειδώνονται από τον φόβο των κακοποιών κι έτσι όποιος περάσει απ’ αυτό και δεν γνωρίζει θα το θεωρήσει ως ακατοίκητο!

Η νύχτα κύλησε όπως όλες οι άλλες και το πρωί ξημέρωσε Λαμπρή! Τι θα ήταν αυτό που θα την ξεχώριζε από τις άλλες μέρες του χρόνου; Ψησταριές με αρνιά στη σούβλα, τραγούδια και χαρούμενες φωνές χωριανών, μια κίνηση από το πέρα – δώθε ανάμεσα στα σπίτια και τις αυλές, ακόμα και πυροβολισμοί στο αέρα που θέλει κάπως το έθιμο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε όπως παλιά. Σε κάποια σπίτια φάνηκε λιγάκι καπνός, κάπου ακούστηκαν λίγοι ψίθυροι, κάτι νότες από σουξέ της ημέρας υψώθηκαν για λίγο στο αέρα, έπεσαν και λίγες μπαταριές και γύρω στο μεσημέρι η σιωπή του εορταστικού τραπεζιού κάλυψε όλο το χωριό και αργά το απόγευμα σαν να περίμεναν σύνθημα, όλοι έβαλαν μπροστά τα αυτοκίνητά τους να πάνε για καφέ στα διπλανά χωριά ή στο Καρπενήσι. Τη λειτουργία της Αγάπης ο παπάς πρέπει να την έκανε μόνο με τους ψάλτες και κάνα δυο γριές! Το χωριό πλάκωσε τώρα άλλη σιωπή βαρύτερη και σαν να ήταν ακατοίκητο πέρασε όλο το βράδυ. Οι μόνοι θόρυβοι που ακούστηκαν και κάλυπταν τα κελαϊδίσματα των πουλιών ήταν από τα αυτοκίνητα που επέστρεφαν από κάποια πιθανόν διασκέδαση που γίνονταν σε άλλο μέρος.

Έτσι έγινε φέτος η ανάσταση και έτσι περάσαμε το Πάσχα σε ένα χωριό που πριν από δυο δεκαετίες δεν ήταν πασχαλινός προορισμός αλλά «το χωριό μας» κι έτσι το αντιλαμβανόμασταν όλοι καθώς η απόσταση μαζί του δεν είχε παγιωθεί. Σήμερα που έχουμε κυριολεκτικά ξεκόψει όλοι και οι ρίζες μας έχουν κοπεί, έγινε για όλους μας ένας απλός προορισμός, ίδιος με τόσους άλλους που προβάλλουν τα ΜΜΕ ως καταναλωτικά προϊόντα και θέλοντας ή μη πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα τους και τούτο φαίνεται στη συμπεριφορά μας έστω και απέναντι σε μια λειτουργία της εκκλησίας και το έθιμο της ημέρας που μόνο Λαμπρή δεν ήταν αλλά ρεσιτάλ υποκρισίας απέναντι στη γενέτειρα γη.

Στη φωτογραφία ένα σημείο του χωριού στη Χώρση λεγόμενο που έμεινε ως σήμερα αναλλοίωτο είναι το εικόνισμα δίπλα στον παλιό δρόμο που έρχονταν στη Μεγάλη Κάψη από τον κεντρικό Λαμίας – Καρπενήσι. Ούτε ποιος το έφτιαξε εκεί θυμάται κανένας πλέον, ούτε βέβαια πως και ο δρόμος έγινε το 1950 από τους χωριανούς με κασμάδες και φτυάρια και το μεροκάματο ήταν λίγα κιλά σιτάρι που ήρθε στην Ελλάδα με το περίφημο «Σχέδιο Μάρσαλ». Και να το ήξεραν σκέφτομαι οι νεώτεροι, τι θα ωφελούσε;

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΣΠΕΡΧΕΙΟ


Καθ’ οδόν προς την μικρή μας πατρίδα βλέπουμε την πρώτη ανάσταση. Στη φωλιά των πελαργών πάνω στο στύλο της ΔΕΗ στο χωριό Βίτωλη ήρθε πάλι το ζευγάρι των πελαργών που πέρσι ομόρφαινε τον ουρανό της Δυτικής Φθιώτιδας με πέντε απογόνους. Τη στιγμή που περάσαμε είδαμε μόνο έναν να χαίρεται τη ζεστή μέρα ενώ το ταίρι δεν φαίνονταν πουθενά. Πιθανόν ήταν στο ποτάμι αναζητώντας τροφή ή ακόμα να και να κλωσούσε αθέατο τη φετινή σπορά τους. Αναζητήσαμε στους άλλους στύλους μήπως από την περσινή γενιά είχαν φωλιάσει κάποιοι πελαργοί αλλά είδαμε όλες τις φωλιές άδειες Μπορεί να διάλεξαν άλλη περιοχή να φωλιάσουν, μπορεί και να χάθηκαν στην Αφρική ή στα μακρινά ταξίδια και όσοι περίσσεψαν ήρθαν να φέρουν την Ανάσταση στη Φθιώτιδα. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 14042009

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΡΘΕΙ;


Τσιμπιέμαι αλλά τίποτα, ξυπνητός είμαι και τα αυτιά μου καθαρά! Μετά τις πρωινές ειδήσεις για τα χάλια της οικονομίας, τα δάνεια που πρέπει να αναζητηθούν τον Μάϊο και το τσεκούρωμα των μισθών ακούω από το ραδιόφωνο πως το απόγευμα έρχεται στην Αθήνα το «άγιο φως» και θα το υποδεχθούμε με τιμές αρχηγού κράτους! Με λεπτομέρειες μάλιστα ανακοινώθηκε που θα συγκεντρωθούν οι πιστοί στο αεροδρόμιο και πως με ειδικές πτήσεις και μέσα σε ειδική συσκευασία (;) θα μεταφερθεί σε όλα τα σημεία της χώρας!

Ναι έτσι θα γίνει και απ’ ότι θυμάμαι έτσι γίνεται κάθε χρόνο αλλά αποτέλεσμα περί φωτισμού δεν είδαμε σε κανέναν. Πρόκειται απλά για μια ωραία επιχείρηση τα έξοδα της οποίας καλύπτονται μάλλον από το κράτος, η οποία αποφέρει αρκετό χρήμα σε πολλούς και σίγουρα αφορολόγητο όπως και πολλές άλλες της εκκλησίας. Πράγματα απίστευτα δηλαδή για τον κοινό νου που ψάχνει να δει τι έγινε τόσα χρόνια και πιάσαμε πάτο σε κάθε τι στη ζωή μας και βγαίνουμε τώρα ζητιάνοι στις διεθνείς αγορές χρήματος για να μη βουλιάξουμε την Πολιτείας μας για πάντα.

Πράγματα απίθανα για μια κοινωνία που δεν λέει ν’ ανοίξει τα μάτια της να δει το κανονικό φως του κόσμου και να σηκώσει το κεφάλι της ψηλότερα από το χώμα και περιμένει να προσκυνήσει ένα «άγιο φως» που το μεταφέρουν από πόλεις σε χωρία με αεροπλάνα για να μη χάσει κανένας πιστός την ευκαιρία της φώτισης…

ΥΓ. Η φωτογραφία από ένα ξημέρωμα στο Αιγαίο που ο ήλιος μοιάζει να κρύβεται στα σύννεφα για να μη βλέπει τι γίνεται κάτω στη γη…

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ


Ενοχλούσε εν ζωή τους «καθώς πρέπει» γενικώς, ο αείμνηστος Ηλίας Πετρόπουλος, ενοχλεί φαίνεται και μετά θάνατον αφού ουδείς εκ των σοβαρών δημοσιογράφων του Τύπου, σχολιαστών και παραγωγών του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης ανατρέχει στο μοναδικό έργο του, τον καθρέφτη της αληθινής μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.

Που τον θυμήθηκα τώρα; Περνώντας το μεσημέρι από τη γνωστή πλατεία Λαυρίου είδα πως το παζάρι της πορνείας με τα χιλιοταλαιπωρημένα κορίτσια από την Αφρική, την Καραϊβική και τα Βαλκάνια σήμερα ήταν στις δόξες του. Τούτο οφείλεται όπως κατάλαβα στη χαλάρωση της αστυνόμευσης και βεβαίως στην αργία που υποχρεωτικά κάνουν οι ξένοι λόγω της εξόδου των εργοδοτών τους στα χωριά και τα νησιά για τον εορτασμό του Πάσχα. Τούτο επίσης σημαίνει πως οι ξένοι είχαν εισπράξει και τα μεροκάματά τους και μπορούσαν να διασκεδάσουν και να πάνε, έστω επί πληρωμή, για λίγο με μια γυναίκα .

Τι σχέση έχει ο Πετρόπουλος με όλα αυτά; Έχει επειδή είναι ο μόνος εκ των μελετητών της νεοελληνικής κοινωνιας που ξεπέρασε τη σεμνοτυφία και ασχολήθηκε με τα μπουρδέλα, μικρά και μεγάλα, φτωχά και πλούσια και άφησε παρακαταθήκη ένα μεγαλειώδες έργο, το «Μπουρδέλο» που όντως όποιος δεν το έχει διαβάσει δεν ξέρει σε τι χώρα ζει!

Σε αυτό το βιβλίο ο Πετρόπουλος αναφέρει πως η μόνη ημέρα που δεν δούλευαν οι πουτάνες ήταν η Μεγάλη Παρασκευή και έσβηναν τα κόκκινα φωτάκια στη Βάθη, στη Λιοσίων και στη Μάρνη. Οι πουτάνες τη Μεγάλη Παρασκευή στολίζονταν και πήγαιναν στον Επιτάφιο με τέτοιο θάρρος που οι θρησκευόμενες γλωσοκοπάνες δεν μπορούσαν να ψελλίσουν λέξη για την παρουσία τους αφού τις τάπωναν με τη γενναία συνεισφορά τους στα έξοδα για τα λουλούδια του Επιταφίου και τα λαδοκάντηλα της εκκλησίας.

Και όταν λέμε εκκλησίες, δεν ήταν τότε σαν σήμερα που η Μεγάλη Παρασκευή και η περιφορά του Επιταφίου ειδικά σε κάποιες προσκυνήματα του κέντρου και της Πλάκας γίνεται κοσμικό event που παρελαύνουν τα πρόσωπα της show biz και γεμίζουν οι ώρες της τηλεόρασης και οι σελίδες των περιοδικών. Ήταν άλλες εποχές, πιο απλές, φτωχές και ανθρώπινες που το μέτρο ήταν αυτό που καθόριζε την επικοινωνία και όχι το «φαίνεσθαι».

Μας λείπει λοιπόν ένας Πετρόπουλος και ας μας ενοχλούν τα πράγματα που θα λέει και θα γράφει γιατί θα θίγουν τον μικροαστισμό μας ή την ψωρολεβεντιά μας που δεν θέλει να βλέπει τίποτα απ’ όσα γίνονται σε πραγματικό χρόνο δίπλα μας και κοντά στο σπίτι μας.

Αλλάζουν λοιπόν τα πράγματα της πόλης ραγδαία και εδώ χρειάζεται ένας Πετρόπουλος να τα μελετά και να τα διαβάζουμε γιατί σε λίγο δεν θα ξέρουμε ούτε σε ποια χώρα ζούμε. Μια χώρα που αν ήταν σωστό «μπουρδέλο» όπως λένε οι άσχετοι, όλα θα πήγαιναν καλά γιατί αυτά τα ιδρύματα έχουν αυστηρούς κανόνες και αρχές λειτουργίας…

ΥΓ. Εννοείται πως το κείμενο αυτό δεν συνοδεύεται με σχετική φωτογραφία η οποία ούτως η άλλως δεν τραβήχτηκε και γι’ αυτό το στόλισα με κάτι της ημέρας που δείχνει τη φροντίδα για ένα όμορφο κτίριο στην οδό Αθηνάς, πάνω από την Κρεαταγορά…

ΠΑΜΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΜΑΚΡΙΑ…


Μέρα της άστατης άνοιξης είναι πάντα η Μεγάλη Παρασκευή και ο ουρανός της πότε χαμογελά, πότε φέγγει σκυθρωπός και λίγο πολύ πάντα ο αέρας της είναι γεμάτος είτε με σκόνη από την Αφρική είτε με γύρη από τα λουλούδια των κήπων και των δέντρων.

Έτσι ενώ ξημερώνει συνήθως με λαμπερή αιθρία, εκεί προς το απόγευμα πάντα έρχονται λίγες σταγόνες και βρέχουν τους θρησκευόμενους χριστιανούς αλλά και τους απίστους και τους οπαδούς άλλων δογμάτων που απλά παρακολουθούν τις τελετές της ημέρας που γίνονται στις εκκλησίες με το στολισμό των επιταφίων και την περιφορά τους στους δρόμους της πόλης που της κόβεται η ψυχή από τον μονότονο πένθιμο ήχο των καμπάνων.

Μέρα είναι και περνά όπως όλες οι άλλες αλλά μετά από αυτή πάντα ξημερώνει το Μεγάλο Σάββατο με την πρώτη ανάσταση του Χριστού και ακολουθεί τα μεσάνυχτα η κανονική που σημαίνει και το τέλος της νηστείας που πολλοί φανατικοί κρατούν για σαράντα ημέρες.

Τα λέω αυτά σαν να μη τα ξέρετε αλλά μέσω αυτής της μικρής εισαγωγής αλλού θέλω να καταλήξω και ας με πάρετε σήμερα για παράξενο και με πείτε γκρινιάρη. Αλλού θέλω να σας οδηγήσω, στα ανθισμένα λιβάδια με τις παπαρούνες όπου εκεί συντελείται το αληθινό δράμα της ελληνικής άνοιξης. Εκεί που δεν φτάνουν ούτε οι εικόνες της πανάθλιας τηλεόρασης (δημόσια ή ιδιωτική το ίδιο κάνει) που προσέχει δήθεν την παράδοση χωρίς καν να τη νοιώθει και βάζει τον κόσμο να καμώνεται πως την διατηρεί και αυτός δυστυχώς το κάνει μπροστά στην κάμερα για λίγα δευτερόλεπτα δημοσιότητας. Εκεί που δεν ακούγονται οι αφιερωματικές εκπομπές από τα ραδιόφωνα που ανάμεσα στις διαφημίσεις του JUMBO και άλλων προκλητικών οίκων της κατανάλωσης, ποιητές, λογοτέχνες, διάφοροι «ευαίσθητοι» μιλάνε με δημοσιογράφους για τη σημειολογία της ημέρας (πένθος, χαρμολύπη, άδης, ανάσταση κλπ) με το ύφος δυστυχώς που παλαιότερα είχαν τα λαϊκά περιοδικά και οι φυλλάδες των εκκλησιαστικών οργανώσεων. Στο ίδιο κλίμα κινούνται επίσης και οι εφημερίδες και τα γυαλιστερά περιοδικά με σχετικά αφιερώματα τα οποία είναι ίδια και ίδια εδώ και πολλά χρόνια. Κι από κοντά, έρχεται η αγορά που πρέπει να ξεπουλήσει ως αύριο το απόγευμα τα αρνοκάτσικα, ντόπια ή εισαγόμενα, τις συκωταριές, τις σούβλες, τις λαμπάδες με τις παράξενες διακοσμήσεις πάνω τους και τα αυγά.

Όλα, μα όλα ακουμπώντας πάνω στο δράμα του ανθρώπου στοχεύουν μόνο σε ένα πράγμα και τελικά το καταφέρνουν. Πως θα καταναλώσουμε εμείς ο άθλιοι και αυτόν τον ίδιο το φόβο του θανάτου κι ακόμα την ελπίδα της ανάστασης που παράγινε ακριβή τελευταία.

Γι’ αυτό σας λέω πάμε μακριά. Στα λιβάδια με τις παπαρούνες και τα άγουρα στάχια, στις θάλασσες και στα νησιά να βρούμε μια γωνιά μακριά από αυτό το παζάρι που εκτός από την άδεια τσέπη, μας χαλάει και μας προσβάλει και τα πιο απλά πιστεύω της ζωής μας. Στα βουνά, στα δάση, στις λίμνες, οπουδήποτε δεν φτάνει ο απόηχος της άπληστης αγοράς και όσων προωθούν και προβάλλουν με κάθε τρόπο και το αζημίωτο βέβαια τις ιδέες της…

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Ο ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΡΝΑΡΙ


Πρωταπριλιά σήμερα και κατά κάποιο τρόπο με τα ψέματα που θα πούμε, θα ακούσουμε ή θα διαβάσουμε εδώ κι εκεί, όλοι θα προσπαθήσουμε να βρούμε μέσα τους την αλήθεια που σε κάθε έκφραση της ζωής μας αναζητούμε και ποτέ δεν τη βρίσκουμε…

Το έχει η μέρα λοιπόν να λέμε ψέματα αλλά εδώ σήμερα θα μιλήσουμε για μια αλήθεια που μοιάζει με ψέμα και αναφέρεται σε ένα μοναδικό δέντρο που αληθινά, σαν ψέμα βγαίνει ζωντανό κάθε χειμώνα από τα νερά του Κουμπουριανίτη ποταμού στην Αργιθέα! Το πουρνάρι της φωτογραφίας άγνωστο πότε φύτρωσε σε μια σχισμή του βράχου κοντά στην πέτρινη γέφυρα του Παλιαντώνη που αντιστέκεται διαρκώς στα νερά του ποταμού που θυμώνουν πάντα σαν τον πλησιάζουν και βάζουν τα δυνατά τους να τον διαλύσουν. Μάταια όμως, ο βράχος έχει βαθιές, γερές ρίζες και αιώνες τώρα βρίσκεται στη θέση του, καταμεσίς του γιαλού και είναι πάντα έτοιμος να τα αντιμετωπίσει όταν κατά κύματα έρχονται πάνω του και χαίρεται να τα βλέπει να σπάνε τα μούτρα τους στις πλάτες του, να αφρίζουν μανιασμένα από το κακό τους και να φεύγουν ύστερα από κοντά του νικημένα και ταπεινωμένα.

Δεν λυγάει μπροστά σε καμιά κατεβασιά ο βράχος και μόλις κοπάσει το κακό, ησυχάζει και πιάνει κουβέντα με το πουρνάρι που είναι ριζωμένο στο κορμί του και λένε τα αστεία τους και σχολιάζουν τα πράγματα του κόσμου που βλέπουν από εκεί που βρίσκονται ριζωμένα. Στην αρχή, όταν φύτρωσε πάνω του το πουρνάρι, ο βράχος ένοιωσε πως του χάλαγε την ησυχία αλλά άνοιξε τους πόρους του και άφησε τις ρίζες του να χωθούν βαθιά στα σωθικά του μέχρι να βρουν ζωντανό χώμα και νερό για να ζήσει το δέντρο. Έτσι μεγάλωσε το πουρνάρι και χάρη στο ισχυρό ριζικό σύστημα που ανέπτυξε μέσα στο σώμα του βράχου καταφέρνει να ισορροπεί πάνω του και τον υποστηρίζει στις μάχες που δίνει με τα νερά και σαν τελειώνει η μάχη ρίχνει γλυκιά τη σκιά του να κοιμηθεί και τον νανουρίζει με τα φύλλα του μέχρι να ξαποστάσει και να αρχίσουν πάλι να κουβεντιάζουν πότε θα έρθει πάλι κατεβασιά και τι θα κάνουν.

Έτσι περνούν τη ζωή τους εκεί στο ποτάμι ο βράχος με το πουρνάρι μέχρι τη μέρα που δεν αποκλείεται το πουρνάρι να σβήσει είτε λόγω ηλικίας είτε από κάποια αρρώστια και τότε ίσως ο βράχος δεν θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τα νερά και τα αφήσει να τον διαλύσουν για να πάει η ψυχή του στον παράδεισο των δέντρων να βρει τη χαμένη συντροφιά του...

ΑΡΓΙΘΕΑ, 01042010