Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΟΡΓΟΣ ΑΣΦΟΝΤΥΛΙΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΟΡΓΟΣ ΑΣΦΟΝΤΥΛΙΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

«ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΣΕ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ»…

Η ομιλία της Αικατερίνης Πολυμέρου – Καμηλάκη,
Διευθύντριας του Κέντρου Έρευνας της Ελληνικής
Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών στην παρουσίαση
του βιβλίου "Κέντημα στην πέτρα ήταν η ζωή του".
[ΕΣΗΕΑ, 24/10/2011].


Δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζω ένα βιβλίο του Ηλία Προβόπουλου. Είναι όμως το πρώτο σε μια σειρά με τίτλο Μικρές Πατρίδες-Βιοτοπίες στις εκδόσεις «Ν. & Σ. Μπατσιούλας». Το βιβλίο αναφέρεται στον βίο και το έργο του Μιχάλη Ρούσσου ο οποίος στόλισε τον Ασφοντυλίτη της Όξω Μεριάς Αμοργού με μοναδικά έργα. Το κύριο χαρακτηριστικό του έργου, όπως συμβαίνει με ό, τι έχει δημοσιεύσει ο Ηλίας Προβόπουλος, είναι ότι το κείμενο συναγωνίζεται ή ανταγωνίζεται τη φωτογραφία. Στη ζυγαριά στέκονται και τα δύο περήφανα και το ένα αντικρύζει το άλλο θαρρετά.


Ο Ασφοντυλίτης, όπως και στο βιβλίο διαβάζουμε, είναι ένα αγροτικός οικισμός της Αμοργού, στο μέσον περίπου της «Μεγάλης Στράτας», του δρόμου δηλαδή που συνδέει την Αιγιάλη με τη Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού και το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας, ο οποίος προσφέρεται για ένα διαχρονικό ταξίδι στην ιστορία της μέσα από την αγροτική και κτηνοτροφική παράδοση του νησιού, τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες των ανθρώπων που ζούσαν εκεί και που διαμόρφωσαν το ιδιότυπο ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον, όπως ακόμη δεν το αλλοίωσε ο πολιτισμός, όπως συνηθίσαμε να τον εννοούμε.


Πηγάδια, ευλογία για ένα άνυδρο τόπο όπως όλα τα μικρά νησιά μας, ξερολιθιές, φραγκοσυκιές κι ανάμεσά τους καλλιέργειες αρμονικά συνταιριασμένα σα να βγήκαν από το χέρι του δημιουργού. Ίδιος ο παράδεισος καθώς «από τους κατοίκους του, λίγοι ήταν αυτοί που έμειναν εκεί όλο το χρόνο και οι περισσότεροι πήγαιναν μόνο για να οργώσουν και να σπείρουν στις αρχές του χειμώνα και το καλοκαίρι να θερίσουν και να αλωνίσουν. Οι μόνιμοι ήταν και αυτοί που ασχολούνταν συστηματικά με την κτηνοτροφία και είχαν κοπάδια με αιγοπρόβατα και αγελάδες. Μερικοί είχαν εκεί και μελίσσια και κάποιοι ακόμη ψάρευαν στον όρμο του Αγίου Παύλου και κάτω από τον οικισμό, στα Χάλαρα». Διαβάζοντας τα λιγοστά αλλά πολύ μεστά κείμενα που συνοδεύουν τις εξαιρετικές φωτογραφίες του Ηλία Προβόπουλου θυμόμουνα τις περιγραφές του Παπαδιαμάντη για τις κρυφές γωνιές της Σκιάθου, το περιβόλι του Μαθιού της Μαργαρίτας, το ρέμα του Χαιρομηνά, κομμάτια από παλιές εποχές.

Ο κόσμος του Ασφοντυλίτη, όπως και τόσοι άλλοι διάσπαρτοι στο Αιγαίο, έμειναν ίδιοι και απαράλλαχτοι, είναι βέβαιο Ηλία, για πολλούς αιώνες και μόνο από τα μέσα του περασμένου άρχισαν να αλλάζουν. Για να αλλάξουν τελείως μετά τον τελευταίο μεγάλο Πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε, καταστροφικό για την ύπαιθρο χώρα. Τότε, υπολογίζει, σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσε ο κ. Προβόπουλος, ότι σταματάει με τον θάνατό του, και το έργο του Μιχάλη Ρούσσου. Αυτός ο «παράξενος άνθρωπος», όπως τον χαρακτηρίζει, του οποίου δεν σώθηκε καμιά φωτογραφία- κι ο Παπαδιαμάντης, πως μου κόλλησε, αν δεν τον φωτογράφιζε κρυφά ο Νιρβάνας δεν θα ξέραμε πως ήταν, αυτός λοιπόν ο παράξενος άνθρωπος με την καλλιτεχνική φλέβα, άφησε τ’ αχνάρια του περάσματός του από τη ζωή και το νησί, σκαλίζοντας πάνω από 200 βραχογραφίες σε μεγάλες πέτρες των τοίχων των σπιτιών, στις μάντρες του οικισμού και σε διάφορα άλλα σημεία του δρόμου προς τον Ποταμό.


Αυτός ο άνθρωπος, για τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα, είχε για άγνωστο λόγο μείνει παράλυτος από τη μέση και κάτω, ήταν ανάπηρος. Εξαιτίας της αναπηρίας του αυτής λοιπόν, ο Μιχάλης Ρούσσος δεν μπορούσε να περπατήσει και για να κινηθεί έστω και μέσα στα όρια του οικισμού και έτσι είχε την ανάγκη των άλλων. Τον έπαιρναν, θυμούνται οι παλιότεροι στα χέρια και τον άφηναν σε ένα σημείο και αυτός για να περνάει η ώρα του άρχισε να κεντάει πάνω στις πέτρες σχέδια, να γράφει ονόματα και λέξεις για πράγματα του Ασφοντυλίτη.

Αναρωτιέται ο Ηλίας Προβόπουλος, τι ώθησε αυτόν τον παράξενο σε αυτή την τέχνη, αν είχε κάποιο δάσκαλο ή ακολούθησε την τέχνη κάποιου προγενέστερου. Η τέχνη βέβαια αυτή είναι αγαπητή στις Κυκλάδες και η σχετική παραγωγή καθώς και η βιβλιογραφία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την παρατήρηση του συγγραφέα ότι το «αγαπημένο του θέμα και αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως τέλειο, ήταν οι χοροί και οι μουσικοί τους οποίους τους κεντάει όλους με μακριά πόδια. Από εκεί καταλαβαίνουμε πόσο οδυνηρά αυτός ο άνθρωπος ένοιωθε την μειονεξία του και καταλαβαίνουμε τη μεγάλη επιθυμία που είχε να σηκωθεί όρθιος και να χορέψει».


Γι’ αυτόν οι μουσικοί - στην Αμοργό λένε πως η κεντρική φιγούρα είναι ο περίφημος Μπουγιουκλής (Νικόλας Γαβαλάς) ο οποίος πήγαινε και έπαιζε στα πανηγύρια του Αγίου Νικολάου στον οικισμό και οι υπόλοιποι γύρω του ήταν τα λεγόμενα «Μπουγιουκλάκια», άλλοι δηλαδή μουσικοί από το νησί που δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν ακριβώς και μόνο με υποθέσεις μπορούμε να βγάλουμε μια άκρη».

Οι περισσότεροι από τους μουσικούς κρατάνε στα χέρια τους βιολιά και σε κάποιες βραχογραφίες βλέπουμε να κρατάνε και μια γυναίκα από το χέρι η οποία κουβαλά κάτι σαν σταμνί ή ασκό που πιθανόν περιέχει κρασί ή νερό. Οι γυναίκες φοράνε μακριά φουστάνια και σε πολλές βραχογραφίες ακολουθούν στη σειρά το μουσικό.


Τα πανηγύρια, οι γυναίκες με τα σταμνιά με το νερό ή τα ασκιά με το κρασί με τα μακριά φουστάνια, οι μουσικοί με τα βιολιά είναι τα αγαπημένα θέματα του Ρούσσου. Αλλά και ονόματα αγαπημένων γυναικών, ποιος ξέρει ποιών επιθυμιών οπτασίες, κεντάει μαζί με τα σταυρουδάκια, μνημόσυνο εσαεί, άνθη της πέτρας, της ακίνητης και στεριωμένης για να τα βλέπουν οι διαβάτες. Η Δαφνούλα, η Σοφία, η Ανθούλα, η Γεωργία, η Μαρίνα και άλλες νεράιδες, που πέρασαν και πάτησαν πάνω σ’ αυτές τις πέτρες κι άφησαν το αποτύπωμά τους το αιώνιο. Κι ένας άνδρας Δημήτριος ονόματι..

Κάποιοι νοικοκυραίοι του ζήτησαν κι αυτός για μια μετακίνηση, αλαφρο ΐσκιωτος όπως ο Θεόφιλος για ένα ζεστό φαί, να σκαλίσει στην πέτρα τα αρχικά τους για το σπίτι, που τώρα είναι ερειπωμένο. Και καθώς ο τόπος ήταν βοσκοτόπι και περιβόλι και μελισσοκήπι και αμπελώνας σκάλισε στην πέτρα τα γλυκά τους προϊόντα: μέλι, γάλα, κρασί για να θυμίζουν στις γενιές που έρχονται ότι αυτός ο τόπος με τα πηγάδια και τις φραγκοσυκιές «που πάντα φρόντιζαν να κατοικούν κοντά στους ανθρώπους για να φυλάνε τα χωράφια και τα σπίτια τους από τις άγριες επιδρομές των κατσικιών» και στις οποίες εμπιστεύτηκαν την περιουσία τους όταν έφυγαν από τον Ασφοντυλίτη «χωρίς να κλείσουν το πέτρινο μαντρί» δεν ήταν έτσι πάντα έρημος αλλά «χέρι μαστορικό πέρασε κάποτε γύρω από κάθε πέτρα του τοίχου για να τον ημερώσει, μιας και αυτός (στο σπίτι του Βασσάλου) τύχαινε να έχει το πρόσωπο στη Μεγάλη Στράτα που όλη η Αιγιάλη βάδιζα σαν έπρεπε να πάει στη χώρα ή στο Μοναστήρι». Και πως πίσω από κάθε τοίχο «κρυβόταν μια αυλή, για την πρώτη στάση κι ένα πεζούλι , από πέτρα ή από ξύλο καμιά φορά, για να αναπαυτούν λίγο ο κουρασμένος ξωμάχος και ο επισκέπτης του σπιτιού». Τα σπίτια που τώρα έμειναν χωρίς τις χρείες τους (σκεύη).


Ο Μιχάλης Ρούσσος έφυγε από τη ζωή στα χρόνια της Κατοχής και μαζί του φαίνεται πως πήρε την ιώβεια υπομονή που χρειάστηκε εκείνος για να σκαλίσει πάνω από 200 ζωγραφιές στην σκληρή πέτρα.

Είναι γνωστό ότι οι δημιουργοί της τέχνης αυτής, της λιθογλυπτικής, λιθοξόοι, μαρμαράδες ή αλλιώς «πελεκάνοι», ήταν μια ιδιαίτερη επαγγελματική τάξη που αποκτούσε την γνώση της τέχνης με μαθητεία κοντά σε έμπειρους τεχνίτες του είδους. Για την αναζήτηση εργασίας οι τεχνίτες μετακινούνταν πέρα από τα σύνορα του τόπου τους και απέδιδαν έργα ομοιογενή, τόσο στην Ελλάδα όσο και εκτός αυτής. Τα έργα της λαϊκής γλυπτικής (βρύσες, λειτουργικά αρχιτεκτονικά ανάγλυφα – θυρώματα, υπέρθυρα, φεγγίτες-, διακοσμητικές εντοιχισμένες πλάκες σπιτιών και εκκλησιών, ανάγλυφες ταφόπετρες κτλ.) εντάσσονται από γεωγραφική άποψη στην ηπειρωτική και τη νησιωτική λαϊκή γλυπτική.


Τα έργα της λαϊκής γλυπτικής, πέρα από αισθητικό-καλλιτεχνικό, αποκτούν και ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον. Και τούτο διότι, ανάμεσα στα διακοσμητικά θέματα που υπάρχουν κυρίως σε υπαίθριες βρύσες, υπέρθυρα παραθύρων και φεγγίτες, συναντούμε και παραστάσεις συμβολικές και αφηγηματικές, από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες για δεισιδαίμονες αντιλήψεις του λαού, ενώ παραστάσεις πάνω σε υπέρθυρα και επιτύμβιες πλάκες φωτίζουν την ενδυματολογική παράδοση και τις επαγγελματικές δραστηριότητες, κυρίως, των νησιωτών. O Ρούσσος, μέσω του Ηλία Προβόπουλου, υπογραμμίζει έντονα ότι ο τεχνίτης της πέτρας μπορεί πάνω της να ζωγραφίσει την ίδια του την ψυχή.


Αντί για οποιαδήποτε δική παρέμβαση θα ήθελα να τελειώσω με ένα κείμενο του Ηλία Προβόπουλου, που θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό για να τα παραφράσω:

Η αυλή των πνευμάτων


Περιμένει το πέτρινο τραπέζι μπροστά από την κατοικιά της Μουζίκας τον παλιό νοικοκύρη να γυρίσει κάποια μέρα πίσω• να καθαρίσει την αυλή από τις τσουκνίδες, να ανοίξει τις πόρτες και να στρώσει μετά πάνω του πετσέτα για τδειπνήσει παρέα με τα αστέρια και τις σκιές των προγόνων.


Πάνε πολλά χρόνια από τότε που άρχισαν να φεύγουν οι άνθρωποι από τον Ασφοντυλίτη· άλλοι για να μείνουν μόνιμα στα χωριά της Αιγιάλης, άλλοι για μακρύτερα αναζητώντας καλύτερη τύχη κι άλλοι για τον ουρανό της Αμοργού...
Έτσι άδειασαν οι δρόμοι της Όξω Μεριάς και σιώπησαν οι μικρές αυλές μπροστά στις κατοικιές του οικισμού όπου συνήθιζαν παλιότερα οι οικογένειες του Ασφοντυλίτη να μαζεύονται μετά τη δουλειά στα χωράφια τους και να συζητάνε τα γεγονότα της ημέρας που πέρασε, πίνοντας ρακή που έβγαζαν από τα δικά τους αμπέλια και τρώγοντας απ’ αυτά που τους έδινε ο τόπος τους και το κοπάδι τους.
Αυτή την ευλογημένη ώρα που το κορμί και τα χέρια ξεχνούσαν τον κάματο της μέρας, ήταν που ξεκινούσε και το μυαλό να πετάξει μακριά από το λιθότοπο που είναι η Όξω Μεριά της Αμοργού και η ψυχή να ταξιδέψει στους δικούς της ουρανούς, μαζί με τα σύννεφα και τα πουλιά που φεύγουν κι έρχονται απ’ όλους τους ορίζοντες του Αρχιπελάγους
Μετά από τόσα χρόνια, κανένας δεν φαίνεται πια τα απογεύματα ή τα ήσυχα βράδια με γεμάτο το φεγγάρι να κάθεται στις χορταριασμένες αυλές και με ακουμπισμένα τα χέρια στο λίθινο τραπέζι να μιλά με τον διπλανό του ή με τα αστέρια που στέκονται και φέγγουν σαν φαναράκια πάνω από τον οικισμό.
Μετά από τόσα χρόνια, μόνο τα πνεύματα των προγόνων κατεβαίνουν από τον ουρανό και αόρατα κυκλοφορούν στον Ασφοντυλίτη. Αφού περάσουν για να δουν πώς στέκονται οι ξερολιθιές και τα άλλα τους έργα, μαζεύονται κατόπιν στην αυλή και συζητούν χωρίς κανένας να τους βλέπει και να τους ακούει τι είδαν και αυτή τη μέρα στον τόπο που ενώ άφησαν ζωντανό και γόνιμο, ακόμη δεν μπορούν να πιστέψουν πως έσβησε μέσα σε λίγα χρόνια και άρχισε να γίνεται ένας σωρός από ερείπια.















Από αριστερά: ο νομικός και επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Κυκλαδικού Τύπου Μανώλης Λιγνός ο οποίος συντόνισε την παρουσίαση, εγώ, η Αικατερίνη Καμηλάκη-Πολυμέρου, ο καραγκιοζοπαίχτης Άθως Δανέλλης και ο μουσικός και δάσκαλος της μουσικής Alexanter Spitzing [Φωτό: Νίκος Κουλουμπρούκας]

ΤO «ΚΕΝΤΗΣΑΜΕ» ΧΘΕΣ ΣΤΗΝ ΕΣΗΕΑ...



Λίγο - πολύ κλείσαμε χθες το βράδυ τον κύκλο των πρώτων παρουσιάσεων του βιβλίου «Κέντημα στην πέτρα ήταν η ζωή του» που έχει ως θέμα τη ζωή και το έργο του Μιχάλη Ρούσσου που κέντησε στις πέτρες του Ασφοντυλίτη τους καημούς και τους πόθους του.

Στη μεγάλη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ που ευγενώς διατέθηκε από τους συναδέλφους για την παρουσίαση του βιβλίου μου, ήρθαν αρκετοί φίλοι και γνωστοί να το γνωρίσουν και ακούσουν τους ομιλητές: Αικατερίνη Καμηλάκη-Πολυμέρου, διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Άθω Δανέλλη, καραγκιοζοπαίχτη, και τον μουσικό και δάσκαλο της μουσικής Alexanter Spitzing ο οποίος μας εξέπληξε για τις γνώσεις του πάνω στα πράγματα της ελληνικής μουσικής.

Οι περισσότεροι που δήλωσαν παρουσία στην αίθουσα ήταν από τον υπαρκτό κόσμο και ελάχιστοι από δικτυακό καθώς απ’ ότι διαπίστωσα από τα ίχνη τους και τη "δήλωσή" τους, οι τελευταίοι μοιράστηκαν, ανάμεσα σε μια βραδιά για τον Ελύτη σε κοντινό βιβλιοπωλείο και σε άλλες, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσες συναθροίσεις και ακροάσεις σε κάποιους από τους πολλούς πνευματικούς χώρους των Αθηνών που λειτουργούν προς το σκοπό αυτό.

Για τα όσα ειπώθηκαν και ακούστηκαν χθες το βράδυ για το βιβλίο θα αναφερθώ εκτενώς τις επόμενες ημέρες, όταν θα γυρίσω από το χωριό μου που πάω να πάρω λίγες δυνάμεις. Τούτη τη στιγμή δεν μπορώ παρά μόνο να απευθύνω δημόσια ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους ήρθαν να ακούσουν κρίσεις για το βιβλίο και πολλά καλά λόγια για μένα και να υποσχεθώ πολλές όμορφες, ανάλογες στιγμές με αφορμή τα επόμενα έργα μου…



Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ «ΚΕΝΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ»…


Tα βιβλία βρίσκουν τον προορισμό τους στα χέρια των αναγνωστών. Ωριμάζουν κάτω από το φως των ματιών τους, συνομιλούν με τα το αεράκι που κάνουν οι σελίδες τους όταν τις γυρίζουν τα υγραμένα δάχτυλα και καμαρώνουν τα αποτυπώματα που άφησαν πάνω τους, κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι με σημάδια από μολύβια, σημειώσεις, παραπομπές.

Αναπαύονται τέλος στα ράφια των βιβλιοθηκών και περιμένουν να έρθουν δίπλα τους όταν γίνουν κι άλλα βιβλία οι ιδέες που γνώρισαν στο μυαλό του δημιουργού τους για να συμπληρώσουν τη σειρά των «Βιοτοπιών», να γεμίσει το ράφι με «Μικρές Πατρίδες».

Μια τέτοια σειρά βιβλίων θέλουν να γίνουν οι «Μικρές Πατρίδες» και να αποκτήσουν μια ξεχωριστή θέση στον κόσμο εκείνων των αναγνωστών που πιστεύουν πως αυτός ο τόπος που λέγεται Ελλάδα δεν είναι άμοιρος όπως λένε και τον παρουσιάζουν ορισμένοι άλλοι, αλλά έχει ακόμη ανθρώπους που η μοίρα τους είναι δεμένη μαζί του, τον κρατάνε ζωντανό και με τα έργα τους δεν παύουν να τον ομορφαίνουν.

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ...



Είπαμε πολλά και ωραία προχθές στην παρουσίαση του βιβλίου, τα περισσότερα από στήθους τα οποία κατέγραψε όμως η ψυχή του μαγνητοφώνου αλλά για να τα δούμε στο χαρτί, πρέπει να τα ακούσει κάποιος και να κεντήσει είτε με την πένα του είτε με το πληκτρολόγιο. Ο μόνος που ήρθε έτοιμος, με την ομιλία του γραμμένη με ωραία μεγάλα μπλε γράμματα από στυλό, ήταν ο καλός φίλος και συνάδελφος Γιώργος Σταματόπουλος.


Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

 
Με τον Ηλία μοιραστήκαμε το ίδιο γραφείο στην «Ε» για πάνω από 10 χρόνια. Γνωρίζω από χέρι πόσο καλός γραφιάς είναι (αλλ’ αυτό μπορείτε εύκολα να το διαπιστώσετε και από μόνοι σας διαβάζοντας το τελευταίο πόνημά του για τη ζωή του Μιχάλη Ρούσσου και το πώς κέντησε τις πέτρες στον Ασφοντυλίτη της Αμοργού).

Από τότε θυμάμαι τον Ηλία να τον πνίγει το ωράριο. Ήταν ανάγλυφη η αγωνία του να ψηλαφίσει το σώμα της χώρας που οι άνθρωποι εγκατέλειπαν· τον ορεινό όγκο, τα μικρά νησιά, εκεί που κάποτε μεγαλουργούσε, ιερουργούσε, έστω, η ζωή. Και η αγωνία του αυτή τον ώθησε να εγκαταλείψει την ασφάλεια και τη βεβαιότητα του μισθού της εφημερίδας ώστε να είναι ελεύθερος να ικανοποιήσει το πάθος του και τον έρωτά του για τις «Μικρές Πατρίδες». Και αυτό τον θαυμάσιο τίτλο έχουν και οι εκδόσεις με τον επίσης έξοχο χαρακτηρισμό «Βιοτοπίες».

Γνωρίζω επίσης πολύ καλά τη βιωματική σχέση του Ηλία Προβόπουλου με το τοπίο και το βίο των ανθρώπων. Έχει διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα με τα πόδια του, έχει πιεί τσίπουρα με όλους τους εναπομείναντες άντρες, έχει φιλευτεί απ’ όλες τις γυναίκες που επιμένουν να σώζουν τον παλιό, πολύτιμο, πολιτισμό της γεύσης και της φιλοξενίας. Φανταστείτε τον να τριγυρνά μόνος στην ερημιά της χώρας, ακούραστος, επιμελής με αγαπητική πάντα ματιά για τους ανθρώπους των «Μικρών Πατρίδων». Αλλά μόνο έτσι μας κάνει κοινωνούς της ξεχασμένης Ελλάδας, μας παροτρύνει να την γνωρίσουμε και να την επισκεφτούμε, να στοχαστούμε για το μέλλον της αλλά και το μέλλον όλων ημών.

Ταυτόχρονα, όμως, η δουλειά του είναι μια κραυγή προειδοποιητική προς τους υπεύθυνους, προς την εξουσία να στρέψουν τη μάτια τους σ’ αυτόν τον άγνωστο γι’ αυτούς τόπο της Ελλάδας, να πάψει η αδιαφορία τους, να δείξουν κάποτε επιείκεια στις τοπικές κοινωνίες, να υπερασπιστούν τη δημοκρατία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης· να πάψουν να επαναπαύονται στις ανόητες ελπίδες του «Καλλικράτη» που δεν είναι τίποτα περισσότερο από πιστό αντίγραφο της αλαζονικής κρατικής εξουσίας· επιδεικνύει δηλαδή την ίδια ακηδία, έως και περιφρόνηση, για τις κοινότητες των Ελλήνων, κοινότητες, που, ας μην ξεχνάμε είναι πρόναος της δημοκρατίας.

Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω μια πρόταση του Ηλία που έχει καταγραφεί στο άλλο μεγάλ του βιβλίο την «Ορεινή Πατρίδα»: «Εμένα τα φτενοχώραφα μ’ ανέστησαν, νερά μου έμαθαν το δρόμο που ακολουθεί ο κόσμος, ελάτια μου δίδαξαν τον στόχο που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στη ζωή του, χιονιάδες και λιοπύρια με γαλούχησαν, κορφές τρυφερά με μέτρησαν και τα πουλιά μου έδειξαν πώς να λογιστώ τον κόσμο.

» Ένας ψίθυρος, τέλος, από τον παλιό κόσμο των Συνελλήνων – που, όσο κι αν λένε κάποιοι βιαστικοί ότι έχει σβήσει, αυτός ζει ακόμη κάτω από τα ερείπια και στη νέα αρχαιότητα αναπνέει μέχρι την ημέρα που θα αναστηθεί- έρχεται συνέχεια στα αυτιά μου με διατάζει: «Γύρνα πίσω, όλα εκεί πάνω είναι. Σ’ ένα κρυφό ξάγναντο, η Κιβωτός έχει αφήσει το αποτύπωμά της και ο Προμηθέας περιμένει».

Αυτός είναι ο Ηλίας· μοιράζεται με όλους μας την εσωτερική προσφυγιά, μας φέρνει καταντίκρυ στη μνήμη όχι για να νοσταλγήσουμε, αλλά για να στοχαστούμε, να γίνουμε πολιτικά ζώα· το έργο του, εννοώ, είναι καθαρά πολιτικό, γνήσια πρόταση για την ανάπτυξη μέσω της εγκαταλελειμμένης ομορφιάς της χώρας.

Ας μην βιαστεί κάποιος να τον αποκαλέσει σαλό, ότι πήρε τα βουνά και συνομιλεί με τις πέτρες και τους αέρηδες. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Παράτησε όλους εμάς εδώ να βολοδέρνουμε στη στερεοτυπία της δημοσιογραφίας, στην παρανόηση της καθημερινότητας. Αρνήθηκε τις απολαυές της σιγουριάς αυτής αφυδατωμένης, πλέον δημοσιογραφίας και ακολούθησε την εσώτατη φωνή του πάθους του, της αγωνίας του να γνωρίσει και να σώσει ό, τι σαλεύει ακόμα στα ερείπια της χώρας.

Προσωπικώς θαυμάζω το κουράγιο του· ίσως και να τον ζηλεύω ως επαΐοντα της άλλης Ελλάδας. Βρεθήκαμε μαζί πριν από χρόνια στην Αμοργό. Κι ενώ όλη η δημοσιογραφική αποστολή μπεκρόπινε στις παραλίες ο Ηλίας γύρναγε μόνος του στα βουνά με ένα ραβδί και μια φωτογραφική μηχανή. Τα αποτελέσματα αυτών των ορεινών περιπλανήσεων μπορείτε να τα δείτε με την ησυχία σας, ξεφυλλίζοντας και μελετώντας το σπάνιο και αντιεμπορικό έργο του.

Διαβάστε λ.χ. για τις ξερολιθιές και τις πεζούλες ή χτια όπως τις αποκαλούν οι Αμοργιανοί και θα καταλάβετε την αυγή της ιστορίας της γεωργίας, την πρωτουργία της φύσης, για τη λίθινη γραμματοσειρά του Μιχάλη Ρούσσου, για το πώς η μουσική ενέπνευσε το έργο του, υπερβαίνοντας έτσι τη μειονεξία της χωλότητάς του, για την ιστορία του οικισμού και τους ανθρώπους του, για τον κυκλαδικό πολιτισμό, για την ομορφιά των Κυκλάδων.

Η μουσική και ο χορός είναι αναπόσπαστα στοιχεία με τους λαϊκούς πολιτισμούς· απ’ αυτά ζωογονούνται οι κάτοικοι και αντέχουν τη σκληρότητα της ζωής, αυτά τους βοηθάνε να βρουν τη μικρή έκσταση των γιορτών και των εποχών.

Όλα γραμμένα με μεράκι και αγάπη, με έρευνα και κόπο. Μακάρι οι «Μικρές Πατρίδες» να γίνουν κτήμα όλων των Ελλήνων, μακάρι οι «Μικρές Πατρίδες» να γίνουν οι εκδόσεις του μέλλοντος.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κάθισα και δακτυλογράφησα την ομιλία του Γιώργου Σταματόπουλου, όχι μόνο γιατί μιλούσε για μένα, αλλά γιατί χωρίς να κρύβει λόγια μίλησε για τον δημοσιογράφο Ηλία Προβόπουλο, που προσπάθησε και προσπαθεί ακόμα να εκφράσει μια άλλη δημοσιογραφία, όχι μόνο για την άλλη Ελλάδα αλλά και την πόλη, τη ζωή, την κοινότητα, τη δημοκρατία. Τον ευχαριστώ πολύ για τα καλά του λόγια και για τους καινούργιους δρόμους που μου άνοιξε και τον προσκαλώ να περπατήσουμε μαζί τα δύσκολα μονοπάτια του άδηλου μέλλοντος που έχουμε μπροστά μας…

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

ΔΥΟ ΠΡΕΜΙΕΡΕΣ ΣΗΜΕΡΑ…



Δεν είναι μόνο η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου «Κέντημα στην πέτρα» που αφορά το βίο του Μιχάλη Ρούσσου που στόλισε τον Ασφοντυλίτη με μοναδικά έργα πάνω στην πέτρα, απόψε στο Πνευματικό Κέντρο των Θολαρίων Αιγιάλης, αλλά και η πρώτη των «Μικρών Πατρίδων».

Οι «Μικρές Πατρίδες» ήταν μια μικρή στήλη στην Ελευθεροτυπία και ξεκίνησαν τα ταξίδια και τις αναγνώσεις της Ελλάδας από το 1995 και σε όλα αυτά τα χρόνια παρουσίασαν ένα μεγάλο έργο που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες και περιοδικά καθώς στην τηλεόραση. Σήμερα όμως με αυτό το βιβλίο, οι «Μικρές Πατρίδες» κάνουν και την πρεμιέρα τους στην εκδοτική δραστηριότητα και ξεκινάνε μια σειρά αναλόγων βιβλίων για διάφορα μέρη της Ελλάδας τα οποία είναι επικεντρωμένα στον άνθρωπο και στα ίχνη που άφησε πίσω του.

Γι’ αυτό σήμερα πήγαμε στον Ασφοντυλίτη για να μιλήσουμε λίγο με τη σκιά του Μιχάλη Ρούσσου που μας έδωσε την έμπνευση και να τον ευχαριστήσουμε που ανοίγει τη σειρά των εκδόσεων. Στα έργα του πάλι μας ξενάγησε ο Μιχάλης Αρτέμης (μαζί στη φωτογραφία στα κεντήματα πάνω από τα πηγάδια) χωρίς τη συμβολή του οποίου και τις πληροφορίες που μας έδωσε δεν θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ούτε μια σελίδα απ’ αυτή την έκδοση…

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Στην Αίθουσα του Πνευματικό Κέντρο Θολαρίων, αύριο 17 Αυγούστου, στις 20.30 το βράδυ θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στους αμοργιανούς το βιβλίο, “Κέντημα στην πέτρα ήταν η ζωή του” που αναφέρεται στο βίο και το έργο του Μιχάλη Νικήτα Ρούσσου που στόλισε τις πέτρες του Ασφοντυλίτη με μοναδικά δημιουργήματα.


Την εκδήλωση θα χαιρετήσει η Πρόεδρος του Πολιτιστικού Οργανισμού Θολαρίων Ειρήνη Γιαννακοπούλου. Το βιβλίο θα παρουσιάσει η αρχιτέκτων - ιστορικός περιβάλλοντος Βιβιάννα Μεταλληνού και θα μιλήσει ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Αμοργίνων Αντώνης Βλαβιανός ενώ θα γίνει και προβολή διαφανειών με τα έργα του Μιχάλη Ρούσσου

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΩΦΥΛΛΟ!!!


Σε άλλες συνθήκες θα λέγαμε πως βγάζουμε δόντια, κάνουμε τα πρώτα βήματα ή διάφορα άλλα σημαντικά που συνάδουν με την ηλικία, το περιβάλλον και την εν γένει κατάσταση που βρισκόμαστε ή που είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε εμείς κι κάποιοι άλλοι γύρω μας.

Στην περίπτωση όμως του βιβλίου που ξεκίνησα να φτιάχνω από τον Μάρτιο που μας πέρασε για τον Μιχάλη Ρούσσο και τον Ασφοντυλίτη της Αμοργού, σήμερα είμαι σε θέση να σας ανακοινώσω πως άρχισε να τυπώνεται. Έχει ήδη πλήρες εξώφυλλο (και οπισθόφυλλο όπως βλέπετε στη φωτογραφία) πράγμα που είναι και το σημαντικότερο για ένα βιβλίο καθώς μπορούμε να το δείχνουμε, να το καμαρώνουμε μέχρι να έρθει και το σώμα των σελίδων για να συμπληρωθεί και να το πιάσουμε την ερχόμενη Παρασκευή στα χέρια μας δεμένο και όμορφο .

Λέω επιτέλους γιατί όντως είχε λίγες περιπέτειες και κόντεψε να μη βγει ούτε και αυτό το μήνα. Έκανα ότι είναι δυνατόν να ξεπεράσω τις όποιες αδυναμίες και τα τεχνικά προβλήματα που υπήρχαν αλλά αυτό που έπαιξε σπουδαίο ρόλο ήταν ένα διαδικτυακό ευχέλαιο γιατί πέραν των άλλων, με τσάκισε το κακό «μάτι» που είχε πέσει πάνω μου.

Δεν πίστευα σε αυτά τα πράγματα αλλά άμα απαριθμήσω τα απρόοπτα και άσχημα γεγονότα που συνέβησαν θα καταλάβετε τι ακριβώς σημαίνει μάτι και το οποίο δεν επηρεάζει μόνο τη δημιουργία ενός βιβλίου αλλά ένα σωρό πράγματα της ζωής και χαλάει τη διάθεση μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος που ξέρει να ξεματιάζει.

Ένα μόνο θα σας πω για να πιστέψετε πως υπάρχει μάτι και τι κακό κάνει. Ήμουν στο σπίτι του βοσκού στον Ασφοντυλίτη και γλίστρησε από την τσάντα μου το μικρό δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι που είχα όλες τις συνεντεύξεις κι έπεσε μέσα στο φλιτζάνι με τον καφέ. Καταλαβαίνετε πως ένιωσα και πόσο χρόνο χρειάστηκα μετά να τις ξανακάνω.

Τέλος πάντων, θα έχουμε καιρό να μιλήσουμε για το «μάτι» και για το βιβλίο βεβαίως τις επόμενες ημέρες και αφού βεβαίως το ξεφυλλίσουμε και κάνουμε την κριτική μας. Ως τότε, από την Πάρο και την Αντίπαρο θα κάνουμε σχέδια για τα επόμενα βιβλία που δεν θα έχουν να κάνουν μόνο με τις Κυκλάδες αλλά και την Πίνδο, τα Άγραφα, το Γράμμο και τους ανθρώπους τους.



Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ H' ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΣΤΟ ΚΟΠΑΔΙ



Οι πέτρες, είναι το πιο ακατάλληλο υλικό να φυτέψει κανείς πάνω του ιδέες και πολύ περισσότερο να ζωγραφίσει όνειρα. Τούτο όμως ουδόλως εμπόδισε το Μιχάλη Ρούσσο να κεντήσει τον καημό και τους φόβους του για τον ίδιο και το κοπάδι που μη έχοντας πόδια να τρέξει κοντά του, άφηνε τη φροντίδα του στους δαίμονες που εξουσίαζαν πάντα τα κατσίκια και οι οποίοι βεβαίως δεν ήταν και από τους καλύτερους που σύχναζαν στην Έξω Μεριά και στους πετρότοπούς της.

Έτσι ήθελε να είναι από πάνω τους ένας δαίμονας αγαθός, να τα οδηγεί εκεί που πρέπει, να μην τα αφήνει να πηγαίνουν στα ξένα χωράφια, να μην σηκώνουν το κεφάλι στα καρποφόρα δέντρα του γείτονα, να μη βάζουν το κεφάλι τους στις τρύπες με τα μελίσσια, να μην ανεβαίνουν πάνω στις ξερολιθιές και τις χαλάνε, να τον ακούνε όταν τα φωνάζει γιατί η φωνή του δεν ήταν πέτρα να φύγει στον αέρα και να τα στομώσει εκεί που έπρεπε.

Το δαίμονα αυτόν που τον ήθελε άγγελο, τον κέντησε δίπλα από το μονοπάτι αρκετά έξω από τον οικισμό προς το Ξηροκάμπι, εκεί που καμιά φορά τον άφηναν να βλέπει το κοπάδι και το πέλαγος μακριά…



Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΓΡΥΠΝΟΥΝ…


Στα Χάλαρα, όλα δείχνουν πως κάποτε έσφυζαν από ζωή, όταν η ανάγκη ήταν κομμάτι αναπόσπαστο της ζωής των ανθρώπων και τούτο μαρτυρούν τα σημάδια που άφησαν διάσπαρτα σε χωράφια και εγκαταστάσεις να το δηλώνουν μέσα σε ένα σιωπηλό τοπίο.

Όντως, από τότε που έφυγαν οι άνθρωποι, η σιωπή είναι που βασιλεύει πια σε όλο το τοπίο και η οποία σπάει μόνο από το τρέξιμο των ξαφνιασμένων αιγοπροβάτων σαν αντιληφθούν κοντά τους τον επισκέπτη ή ακόμα και το νοικοκύρη τους να τα πλησιάζει γιατί από την πείρα τους αυτό δεν σημαίνει πάντα πως θα έχει και καλή κατάληξη για τη συνέχειά τους σε αυτό τον κόσμο. Η απουσία μάλιστα των νοικοκυραίων από τον τοπίο είναι ένα γεγονός που προβληματίζει πολλούς από τους επισκέπτες καθώς δεν γνωρίζουν τις συνήθειες των βοσκών στις Κυκλάδες που εξαιτίας των ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών αποφεύγουν τις θερμές ώρες τις καλοκαιρινής ημέρας να κυκλοφορούν στα χωράφια και στα βοσκοτόπια.

Ο παρατηρητικός όμως επισκέπτης, μπορεί να δει ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες, κάποιες απ’ αυτές που μοιάζουν με θηρία, όπως αυτές στο χωράφι του Νικόλα Θηραίου και ανάλογα με την οικειότητα που έχει με τα φαντασία, θα καταλάβει πως οι φύλακες του τόπου ακόμη αγρυπνούν…

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Η ΚΛΗΜΕΝΤΙΝΗ ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΚΟΡΗ…



Πάντοτε είχε διαφορά η γέννηση ενός προβάτου ή μιας κατσίκας με αυτή ενός μεγαλύτερου ζώου, της πολύτιμης αγελάδας για παράδειγμα ή των απαξιωμένων φορτιάρικων λεγόμενων, των αλογομούλαρων δηλαδή ή των γαϊδουριών.

Το γεγονός έγκειτο βασικά στην αξία που είχε το καθένα αλλά και στον αριθμό τους αλλά όταν επρόκειτο για τα φορτιάρικα, άλλαζαν εντελώς τα πράγματα γιατί αφενός μεν το θηλυκό θα έπρεπε λόγω κυήσεως να μείνει εκτός εργασίας μερικούς μήνες και επίσης μετά τη γέννα να ασχολείται αρκετό καιρό με το νεογέννητο, πράγμα που το καθιστούσε «βάρος» στο νοικοκύρη που οι δουλειές του στηρίζονταν στην εκτροφή και τη διατήρηση αυτού του ζώου. Γι’ αυτό λοιπόν οι ιδιοκτήτες αυτών των ζώων είχαν πάντα το νου τους να μην προβαίνουν σε άσκοπα ζευγαρώματα τα άλογα και τα μουλάρια.

Αυτά βέβαια στην εποχή και τόπους που τα φορτιάρικα ζώα έπαιζαν τον κύριο λόγο στις μεταφορές αλλά και στην αγροτική οικονομία με τα αλωνίσματα και τα οργώματα. Εποχές οι οποίες σε ορισμένες περιοχές της χώρας, όπως ο θεσσαλικός κάμπος , έχουν σχεδόν ξεχαστεί λόγω της ανάπτυξης της μηχανοκαλλιέργειας και των αυτοκινήτων.

Σε άλλες όμως περιοχές, όπως η Αμοργός όπου σε ορισμένα σημεία της δεν υπάρχουν ακόμη δρόμοι και ούτε μπορούν να γίνουν λόγω του δύσκολου αναγλύφου της γης, τα γαιδουρομούλαρα παρέμειναν απαραίτητα ως τα σήμερα κυρίως για τις μετακινήσεις και ειδικά στα χωριά της Αιγιάλης, κάθε σπίτι έχει από ένα, μπορεί και από δυο στο στάβλο.

Έτσι χάρη του ρόλου που παίζουν ακόμη τα γαϊδουρομούλαρα της Αμοργού και επειδή δεν απασχολούνται πλέον στις αγροτικές εργασίες έχουν αρκετό χρόνο και να πολλαπλασιαστούν χωρίς αυτό να δημιουργεί πρόβλημα στους ιδιοκτήτες τους που δεν πολυπροσέχουν αν θα ζευγαρώσουν οι γάϊδαροι που έχουν αφημένους στις εξοχές να βόσκουν.

Κάπως έτσι έγινε και ζευγάρωσαν πριν από εννιά μήνες η «Κλημεντίνη» του Μιχάλη Ρούσσου με τον «Μαύρο» λένε του Νικόλα Βαζαίου, αλλά αυτό αμφισβητείται κάπως απ’ όσους είδαν το νεογέννητο και προχθές το βράδυ γεννήθηκε ένα πανέμορφο θηλυκό γαϊδουράκι το οποίο θα το βαφτίσουμε όλοι μαζί στη σύναξη που κάνουμε το μεσημέρι στον Ασφοντυλίτη για να κλείσουμε επιτέλους και τις σελίδες του βιβλίου όπου και ο κόσμος των γαϊδάρων και η σημασία τους για τον άνθρωπο έχει κι αυτός τη θέση του…

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ HTAN Η ΦΥΣΗ ...



Λέγεται πως η τέχνη, τις περισσότερες φορές αντιγράφει τη φύση και οι καλλιτέχνες ή οι δημιουργοί ακολουθούν τις «γραμμές» που δίνει το πολύπλοκο σύστημα των δυνάμεων της και έτσι έχουμε αποτελέσματα ιδιαίτερης αισθητικής που αγγίζουν συχνά το φυσικό…

Αναζητώντας λοιπόν αυτό που ώθησε το Μιχάλη Ρούσσο να αρχίσει να κεντά τις πέτρες, αποκλείσαμε την περίπτωση να είχε αυτός ένα δάσκαλο η να μιμήθηκε κάποιον άλλο προγενέστερο. Κανένας απ’ όσους ήταν σε θέση, λόγω ηλικίας φυσικά, να απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση δεν είχε ακούσει πως είχε συμβεί κάτι που να δικαιολογούσε την άποψη.

Ούτε πάλι στην αναζήτηση άλλων έργων του στην Έξω Μεριά ανακαλύψαμε τη σφραγίδα κάποιου άλλου που μπορεί να αντέγραψε. Αντιθέτως δε σε ορισμένα σημεία είδαμε πως κάποιοι σύγχρονοι ή νεότεροί του επιχείρησαν να τον αντιγράψουν αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί απλά του έλειπε η απέραντη υπομονή που είχε αυτός ο άνθρωπος. Υπομονή βεβαίως που υπαγόρευε η κατάστασή του και ο περιορισμένος χώρος που μπορούσε να κινηθεί.

Έχοντας λοιπόν απέραντο χρόνο στη διάθεσή του ο Μιχάλης Ρούσσος, είχε και το προνόμιο θαρρείς έναντι των άλλων ανθρώπων, να βλέπει και να ακούει τις πέτρες που πλημμύριζαν τον κόσμο τους. Έτσι μεταξύ άλλων έβλεπε και πως οι αθόρυβοι λειχήνες σιγά – σιγά τις «ζωγράφιζαν» με διάφορα σχέδια και χρώματα, καθώς απλώνονταν την επιφάνεια της μιας και της άλλης και τον μάγεψε, αυτό το απλό στην πρώτη εντύπωση αλλά εξαιρετικά πολύπλοκο γεγονός που δρούσε καταλυτικά πάνω στη φλούδα της πέτρας.

Ένα τέτοιο γεγονός ασφαλώς και δεν ενδιάφερε σχεδόν κανέναν άλλο στον Ασφοντυλίτη γιατί εκτός από το ότι πάντα έβλεπαν τις πέτρες σαν εμπόδιο και βάσανο στη ζωή τους, είχαν και ένα σωρό άλλες δουλειές που δεν τους επέτρεπαν να σκύψουν τα μάτια ή να προσέξουν το τι γίνονταν πάνω στην επιφάνεια μιας πέτρας, πόσο δε περισσότερο να τις ακούσουν πως αισθάνονται σαν τις τυλίγουν σαν πολύτιμο ρούχο οι λειχήνες.

Έτσι πιθανόν να ξεκίνησε μια μέρα να αντιγράψει το έργο των λειχήνων και θέλοντας πιθανόν να τους βάλει να γράψουν γι’ αυτόν πάνω στις πέτρες αλλά βλέποντας πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, σιγά – σιγά μετά να οδηγήθηκε στην τέχνη του. Μπορεί να είναι κι έτσι…

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

ΠΟΤΕ ΜΑΛΛΙΑΖΕΙ Η ΠΕΤΡΑ;


Ανάλογα με το είδος τους, οι μικροοργανισμοί που εποικίζουν τις πέτρες,  τις βάφουν και τις χρωματίζουν με διάφορα, λαμπερά ως συνήθως και έντονα χρώματα τα οποία καθώς τα οποία δύσκολα βγαίνουν και μοιάζουν με ανεξίτηλα...
Οι πέτρες είναι από τα στοιχεία της φύσης που φαίνεται πως δεν επηρεάζονται καθόλου από το χρόνο και αν αυτό συμβαίνει, είναι τόσο ανεπαίσθητο που κανένας στη διάρκεια της ζωής του δεν είναι εύκολο να το καταλάβει.

Έτσι πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι αλλά υπάρχουν ανάμεσά μας ορισμένοι που εξαιτίας της διαρκούς παρατήρησης των πραγμάτων στη φύση και τη δράση των ποικίλων στοιχείων της, είναι σε θέση να μας αποδείξουν το αντίθετο - πως και οι πέτρες δηλαδή υφίστανται αλλαγές οι οποίες στο βάθος του χρόνου, θεωρούνται ιδιαίτερα δυναμικές,

Για τούτο ευθύνεται βασικά ο καιρός σε όλες τις εκδηλώσεις του αλλά και το πλήθος των μικροργανισμών (μύκητες, βρύα, λειχήνες κ. ά) των οποίων βιότοπος είναι οι επιφάνειες της πέτρας και τα οποία δρουν προς την υπονόμευση της ακεραιότητας της διαρκώς και φανερά και όχι όπως η βροχή ή ο πάγος για παράδειγμα αόρατα και περιστασιακά.

Έτσι λοιπόν, από τη στιγμή που θα πέσει πάνω στην πέτρα ο σπόρος τους, πιάνει αμέσως ρίζες και αρχίζουν σιγά - σιγά και πολλαπλασιάζονται με σταθερό ρυθμό και δεν αργούν να καλύψουν όλη την επιφάνεια κρύβοντας κάτω από την πολύχρωμη και πυκνή χλόη τους, όλα τα σημάδια, της φύσης και της δράσης των ανθρώπων.

Ο Μιχάλης Αρτέμης, από την εμπειρία μιας ζωής που έχει στον Ασφοντυλίτη, ισχυρίζεται πως απαιτούνται τουλάχιστον πενήντα χρόνια να “μαλλιάσει” η ακίνητη βεβαίως πέτρα.

Φέρνει δε σαν καλό παράδειγμα, κάποιες ξερολιθιές που ύψωσε ο πατέρας του τη δεκαετία του ‘50 και οι οποίες, χάρη της δράσης των μικροργανισμών που προαναφέραμε, τώρα φαίνεται να δείχνουν πώς άρχισε να μετράει ο χρόνος πάνω τους.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

…ΚΑΙ ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ ΣΤΟΝ ΚΑΣΤΕΛΛΑ!



Λένε πως ό Προφήτης Ηλίας είχε μια διένεξη με κάποιους άλλους αγίους οι οποίοι δεν ήθελαν να φτιάξει κι αυτός εκκλησία κοντά στη θάλασσα και απηυδισμένος πήρε ένα κουπί στα χέρια και τράβηξε προς τα βουνά. Στόχος του ήταν να βρει ένα μέρος που να μη ξέρουν τι είναι αυτό που κρατάει κι εκεί να φτιάξει την εκκλησία του και να ησυχάσει…

Έτσι λοιπόν μια μέρα έφτασε σε μια κορυφή, ρώτησε τους βοσκούς εκεί να του πουν τι κρατάει στα χέρια κι εκείνοι δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν. Κατάλαβε ο προφήτης πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ θάλασσα κι εκεί ψηλά έφτιαξε την εκκλησία του και έκτοτε οι άνθρωποι που τον τιμούσαν ακολούθησαν τη συνήθεια να φτιάχνουν εκκλησίες στο όνομά του στις ψηλότερες κορυφές και κάθε χρόνο στην ημέρα του να γιορτάζει με πανηγύρια.

Από πού έφυγε ο προφήτης Ηλίας να ανέβει στα βουνά, δεν ξέρουμε. Μπορεί λένε να έφυγε από την Όξω Μεριά όπου η βαθιά πίστη στον άγιο Νικόλαο να μην άφηνε περιθώρια σε άλλους αγίους να στεγαστούν κι αυτοί όπως ο ίδιος με λιθάρια και να ήταν αυτός που μάλωσε με τον προφήτη που οργισμένος άρπαξε το κουπί και τράβηξε προς τα ψηλά.

Και το λένε αυτό γιατί βλέπουν στο μικρό πλάτωμα του Κάστελα, μια μεγάλη μονοκόμματη πέτρα που μοιάζει εκπληκτικά με πλεούμενο και δείχνει να έχει ρίξει άγκυρα σε μια θάλασσα από πέτρες να είναι χωρίς τα κουπιά της και το μυαλό τους ταξιδεύει στα χνάρια του προφήτη Ηλία που τα πήρε και έφυγε στα βουνά αφήνοντας άχρηστη τη βάρκα τους…

ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ…



Όπως φαίνεται η θάλασσα από τον Ασφοντυλίτη, είναι μόνο ένας ορίζοντας, μια γραμμή πέρα μακριά στην άκρη του ουρανού, τίποτα άλλο. Ούτε το κύμα της ακούγεται από τόσο ψηλά, ούτε και που καταλαβαίνει κανένας αν φτάσει ένα πλοίο στην αμμουδιά Λίμνη κάτω στα Χάλαρα. Έτσι μόνο αν κάποιος πάει ως το αλώνι που βρίσκεται στην αριστερή άκρη του οικισμού, μπορεί να αγναντέψει το πέλαγος ή αν κατέβει χαμηλά.

Στην Παλαιόμαντρα όμως αλλάζουν τα πράγματα κι απ’ εκεί όποιος περπατήσει λίγο πιο πάνω στα βράχια μπορεί να δει θαυμάσια το πέλαγος και ότι κινείται μέσα απ’ αυτό. Απ΄εκεί που όπως καταλαβαίνουμε από τα έργα του, είχε περάσει πολύ καιρό ο Μιχάλης την εποχή μάλλον που δεν είχε πάθει τίποτα στα πόδια του και φαίνεται πως είδε κάποια ημέρα να περνάει ένα μεγάλο πλεούμενο και θέλησε να κρατήσει την εικόνα του αλλά ήταν μακριά και δεν έβλεπε τις λεπτομέρειες.

Θυμήθηκε λοιπόν ένα καράβι που είχε δει σε μια ζωγραφιά που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο κάποιου καφενείου -πολεμικό θα ήταν μάλλον- και όπως το ξανάφερε στη μνήμη του είδε τους ναύτες να χαιρετούν όρθιοι από το κατάστρωμα, τα κατάρτια του με τα πανιά μαζεμένα, φαντάστηκε επίσης και τι μπορεί να μεταφέρει στο αμπάρι του και έριξε την άγκυρα του στην πέτρα. Εκεί έμεινε μέχρι τη μέρα που θα τη φθείρει ο χρόνος και θα σβήσει όπως η επιθυμία του να κάνει το μεγάλο ταξίδι που ποτέ δεν εκπληρώθηκε...