Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Η ΓΚΑΛΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ




Ένας απαγορευμένος τόπος για τον κοινό άνθρωπο στο κέντρο της Αθήνας ήταν για τέσσερις δεκαετίες (και είναι ακόμη) οι ελεύθεροι χώροι γύρω από τα κτίρια του Πολυτεχνείου όπου τα τελευταία χρόνια σχεδόν κανένα τμήμα σχολών δεν λειτουργεί και η κίνηση των σπουδαστών είναι σχεδόν αμελητέα, σχεδόν ανύπαρκτη. Ο δραστηριότητες του Πολυτεχνείου έχουν μεταφερθεί εδώ και πολλά χρόνια στου Ζωγράφου αλλά κάποιες δυνάμεις δεν επιτρέπουν να πάρουν ο χώρος και τα κτίρια έναν άλλο ρόλο. Ακούγονται ένα σωρό ιδέες με κυρίαρχη εκείνη που θέλει σε αυτό να στεγαστεί ένα μέρος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αλλά όσοι τα προτείνουν μάλλον δεν έχουν λάβει υπ’ όψιν τους λόγους που θα προβάλλουν οι… φύλακες του Πολυτεχνείου σε μια τέτοια προοπτική.



Οι φύλακες: καθηγητές, μόνιμοι, αναπληρωτές και επίκουροι, φοιτητές τακτικοί και αιώνιοι, πολιτικοί ινστρούχτορες, καιροσκόποι συνδικαλιστές με πολλά συμφέροντα και άλλοι παρατρεχάμενοι, αν και έχουν περάσει 46 χρόνια από τα γεγονότα του 1973,  μοιάζει να είναι οι ίδιοι ή κάποιοι νεώτεροι να κληρονόμησαν τις αρετές και τις χάρες κάποιων πατερούληδων από άλλες εποχές. Μέσα σε αυτήν την περίοδο που λέγεται και Μεταπολίτευση σχεδόν ποτέ δεν επιδείχθηκε κάποιο ενδιαφέρον για το Μνημείο, όπως το προέβαλλαν και το καθιέρωσαν και έγιναν συνήθεια οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί τους για τις καταστροφές που γίνονταν σε αυτό μετά από κάθε επέτειο τις οποίες φυσικά και πληρώνουν όλοι οι φορολογούμενοι Έλληνες. Ελάχιστες δε ήταν οι χρονιές που δεν κατελήφθη από τους διαδηλωτές και δεν βανδαλίστηκε άγρια όπως γίνονταν συνήθως και ευτυχώς που κάποιες φορές δεν πυρπολήθηκε. Ήταν εκείνες χρονιές που το κράτος πήρε την υπόθεση σοβαρά και δεν άφησε τους φύλακες να παίξουν τον σκοτεινό ρόλο τους.





Οι φύλακες του Πολυτεχνείου δεν στενοχωρήθηκαν καθόλου γι’ αυτό. Ήξεραν πως την επομένη θα έπαιρναν πάλι την κατάσταση στα χέρια τους και η ζωή στο Πολυτεχνείο θα συνέχιζε να κυλά ως αυτό να είναι ένα ανεξάρτητο κομμάτι στην πόλη, όπου οι νόμοι  δεν είχαν καμιά ισχύ μιας και σε αυτό ίσχυε το λεγόμενο «άσυλο» για να κινούνται τάχα και να καλλιεργούνται όλες οι ιδέες. Στην ουσία αποτέλεσε το κάστρο το οποίο κατείχαν οι λογής εξεγερμένοι που περνούσαν την ημέρα τους στα ελεύθερα Εξάρχεια και είχαν κρυμμένα τα πολεμοφόδια και σε αυτό κατέφευγαν όταν πιέζονταν από τις δυνάμεις της Αστυνομίας στις καθημερινές συγκρούσεις τους στους πέριξ δρόμους και την μαρτυρική απ’ όλες τις πλευρές οδό Στουρνάρη. Τα υπόγειά του ήταν χώροι όπου δεν επιτρέπονταν να μπει κανένας χωρίς την άδεια των φυλάκων που περνούσαν από σκληρό έλεγχο όχι μόνο όποιον πλησίαζε εκεί αλλά και όποιον περπατούσε στο προαύλιο θέλοντας να γνωρίσει το Πολυτεχνείο.  Δεν τον εμπόδιζαν αλλά τον έκαναν με τον τρόπο τους να  νιώθει ότι βρίσκεται κάτω από τη ματιά τους σε κάθε βήμα και νιώθοντας άβολα, έφευγε.



Μπορεί οι κοινοί πολίτες να ήταν ανεπιθύμητοι στο κάστρο των αναρχικών, όπως επιπόλαια και συλλήβδην αποκαλούσαν τα ΜΜΕ τις ομάδες που δρούσαν μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο αλλά είχαν το ελεύθερο να μπαινοβγαίνουν οι λογής παραβατικοί των Εξαρχείων και βεβαίως όλοι εκείνοι που εμπορεύονται λαθραία είδη καπνού στην οδό Στουρνάρη και ναρκωτικά σε άλλα σημεία των Εξαρχείων. Αυτοί έγιναν και η αιτία που το Πολυτεχνείο έγινε άσυλο και για ένα σωρό άλλους αμφιβόλου προέλευσης μεταναστών που οι ευαίσθητοι αλληλέγγυοι εγκαθιστούσαν κατά καιρούς εκεί ενώ η ποικιλία των ακτιβιστών που δρούσαν μέσα κι έξω σε αυτό, δημιουργούσε άλλα προβλήματα.




Κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις δεν ήταν και πολύ ευχάριστο για κάποιον να επισκεφτεί τους εξωτερικούς χώρους του Πολυτεχνείου εκτός από τις ημέρες της επετείου που άνοιγε τις πύλες του και από την Πατησίων να μπει ο κόσμος μέσα να καταθέσει στεφάνια στην κεφαλή του Σβορώνου που έφτιαξε ο Μέμος Μακρής και στην τσαλακωμένη από το τανκς πόρτα που εκτίθεται ως μνημείο. Ο ίδιος κόσμος θα έβλεπε και τα δεκάδες αραδιασμένα τραπεζάκια των πολιτικών νεολαιών, με προεξάρχουσα πάντα την ΚΝΕ να έχει απλώσει τα περισσότερα και να ακολουθούν οι υπόλοιπες ανάλογα με τα ποσοστά  που είχαν στις διάφορες σχολές όπου διαθέτουν υλικό προπαγάνδας, έντυπα, αφίσες και άλλα ενώ πλήθος φοιτητών αγρεύει συνδρομητές σε εφημερίδες και πουλάει κομματικά κουπόνια. Σε ορισμένες αίθουσες το κοινό αυτές τις ημέρες μπορεί να δει εκθέσεις με υλικό από αντιδικτατορικό αγώνα και άλλα πράγματα σχετικά με την εξέγερση του 1973. Με την ευκαιρία της επετείου θα δει πάλι φοιτητές και φοιτήτριες να φτιάχνουν πανό, μια τέχνη που μοιάζει διαγωνισμός μεταξύ διαφόρων τμημάτων και σχολών και ορισμένα απ’ αυτά, χρειάζονται πλέον και διερμηνέα καθώς γράφονται και στα αραβικά, μια γλώσσα που καθημερινά κερδίζει πόντους στην Ελλάδα από το πλήθος των μεταναστών που έρχονται.   



Εκείνο όμως που θα τον εντυπωσιάσει όμως όποιον εισχωρήσει στο κεντρικό προαύλιο είναι ότι οι τοίχοι των κτιρίων που είναι γεμάτοι από γκράφιτι σαν αυτά που καταλαμβάνουν κάθε ελεύθερη επιφάνεια στην πόλη με την ίδια θεματολογία αλλά με τη διαφορά εδώ ότι είναι πιο προσεγμένα γιατί οι καλλιτέχνες μάλλον έχουν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους να τα φτιάξουν όπως και χώρο να τα απλώσουν. Τα υπογράφουν, με το τον τρόπο τους βέβαια οι ίδιοι που έχουν γεμίσει τους τοίχους της Αθήνας με τα έργα τους ενώ ανάμεσα και σε κάθε ελεύθερο σημείο είναι πλήθος οι μουντζούρες, τα λεγόμενα tag αλλά και προσφιλή συνθήματα του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου. Τα περισσότερα αφορούν την Αστυνομία αλλά κάποια έχουν άλλους αποδέκτες και όλα μαζί δημιουργούν ένα εικαστικό σύνολο που αν δεν φανερώνει τις τάσεις αυτής της τέχνης των τοίχων, αποκαλύπτει σίγουρα τις προτεραιότητες που βάζουν οι φοιτητές στις σπουδές τους.




Παλιότερα, σε μια άλλη ευκαιρία που είχα να περιδιαβώ τους εξωτερικούς χώρους του Πολυτεχνείου σε μια πιο ήρεμη εποχή και μάλιστα κατακαλόκαιρο που οι πάντες, μη των φυλάκων εξαιρουμένων ήταν σε διακοπές, η θεματολογία  ήταν πιο ήπια και τα έργα πιο ελαφρά. Ακολουθώντας την μοίρα των γκράφιτι που είναι η επικάλυψή τους από ένα καινούργιο που κι αυτό θα δώσει τη θέση του σύντομα σε ένα άλλο ή θα μουτζουρωθεί από κάποιον που δεν του αρέσει, εκείνα αποτελούν μια στρώση χρώματος του τοίχους  και ελάχιστοι τα θυμούνται. Όπως σίγουρα θα συμβεί και με τα τελευταία στα οποία είναι εμφανής η βία που στεγάζει και καλλιεργείται επί του προκειμένου στο Πολυτεχνείο. Βία που θέλω να πιστεύω ότι δεν πηγάζει ούτε και εμπνέει το σύνολο των φοιτητών αλλά μικρές ομάδες που κινούνται ανάμεσά τους και μπορεί να μην είναι καν φοιτητές αλλά στην ανοχή που καλλιεργήθηκε τόσα και τόσα χρόνια να κατάφεραν να μην ξεχωρίζουν.



Ο ερευνητής του μέλλοντος που θα σκύψει στην ιστορία του Πολυτεχνείου μετά την εξέγερση του 1973 και ιδιαίτερα στον τρόπο που οργανώθηκε και  εξελίχθηκε ο ετήσιος εορτασμός της επετείου θα είναι πολύ ευχαριστημένος αν έχει στη διάθεσή του αυτό το εικαστικό υλικό. Μπορεί να μην είναι τέχνη που σπουδάστηκε στις αίθουσες της Σχολής Καλών Τεχνών γιατί και αυτή έχει μετακομίσει αλλού αλλά οπωσδήποτε εκφράζει την σημερινή γενιά των εικαστικών η οποία σαφώς και δημιουργεί μέσα στην κοινωνία, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την Μεταπολίτευση και δώθε και το Πολυτεχνείο ασφαλώς και έχει επηρεάσει πολύ καθώς πάνω σε αυτό ακούμπησαν ουτοπίες αλλά στηρίχθηκαν, με πολλούς αγώνες και μπόλικη προπαγάνδα λαμπρές και προσοδοφόρες καριέρες στην κοινωνία και ισχυρές δυναστείες στην πολιτική ζωή του τόπου. Τα τελευταία έργα στην γκαλερί των γκράφιτι στους τοίχους του Πολυτεχνείου αυτά δείχνουν και όποιος προλάβει να τα δει θα έχει γνώμη για το τι ιδέες καλλιεργούνται στους τοίχους του.    



ΑΘΗΝΑ, 18112019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 2 - 3.  

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Η ΠΙΣΩ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Η μπροστινή πλευρά της κλειστής πύλης του Πολυτεχνείου



Η πίσω πλευρά της κλειστής πύλης του Πολυτεχνείου

Πάνε καμιά σαρανταριά χρόνια που περνάω αυτές τις ημέρες την πόρτα του Πολυτεχνείου για την καθιερωμένη επίσκεψη της επετείου. Σαν πολίτης και σπάνια ως δημοσιογράφος και παρακολουθώ τον εορτασμό και της προετοιμασίες. Σε όλες αυτές τις επισκέψεις, σπάνια χρησιμοποιούσα φωτογραφική μηχανή γιατί δεν ήθελα να κουβαλάω κανένα βάρος αλλά φέτος χάρη στο κινητό που είδα πως είναι σπουδαίο εργαλείο σε τέτοιες περιπτώσεις, προκλήθηκα και έκανα μια σειρά φωτογραφίες με θέμα στοιχεία από τον εορτασμό ή σκηνές που δεν βλέπουμε καθημερινά σε αυτό τον χώρο με σκοπό να γράψω κι εγώ λίγα λόγια, για το πώς βλέπω τα πράγματα και κυρίως τι μπορούμε να δούμε πίσω απ’ αυτά…   

ΑΘΗΝΑ, 16112019

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

ΟΙ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΟΥΡΝΑΡΗ




Καθώς πλησιάζουν οι ημέρες που εθιμικά ο εορτασμός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου θα εξελιχθεί πάλι σε μια αγνώστου μεγέθους διάλυση της Αθήνας, ένας περίπατος στην οδό Στουρνάρη αποτελεί μια άσκηση μνήμης για όσα συμβαίνουν στον άμοιρο αυτό δρόμο.

Την οδό Στουρνάρη τη γνώρισα τότε που άρχιζε να μοιάζει ως η Silicon Valley, όπως έλεγαν και τα νέα περιοδικά του life style που φύτρωσαν στην κοινωνία μας εκεί προς τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και διαμόρφωσαν συμπεριφορές που σήμερα ελάχιστοι φοράνε. Σε αυτό τον ωραίο δρόμο τότε με τις ψηλές ακακίες ήταν που όποιος επιθυμούσε εύρισκε τον παράδεισό του σε χαρτιά, είδη σχεδίου και ζωγραφικής και φυσικά υπολογιστές και όλα τα παραφερνάλια της τεχνολογίας που έμπαινε δυναμικά στη ζωή μας και στη δουλειά μας. Από τότε μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά και στη Στουρνάρη όλες οι αλλαγές έγιναν σε βάρος της και τούτο οφείλεται στο ότι η μια πλευρά της είναι το μνημείο του Πολυτεχνείου και από τη μια πλευρά της τα... αδούλωτα Εξάρχεια.

Είναι αμέτρητες οι φορές κατά τις οποίες η Στουρνάρη έγινε πεδίο μάχης με τους νεαρούς μπαχαλάκηδες, κουκουλοφόρους ή επαναστάτες (όπως θέλετε πείτε τους αλλά την ίδια δουλειά κάνουν) από τη μια πλευρά και από την άλλη τις βραδύποδες αστυνομικές δυνάμεις και κάθε φορά, οι κάτοικοι της περιοχής βλαστημούσαν την ώρα και τη στιγμή που διάλεξαν κάποτε αυτό τον ωραίο δρόμο να κατοικήσουν. Το ίδιο έκαναν και οι καταστηματάρχες που δεν ήξεραν πως θα βρουν το μαγαζί τους το επόμενο πρωί και για να είναι ήσυχοι, σιγά – σιγά την εγκατέλειψαν. Το ίδιο έκαναν επίσης και πολλοί από τους νοικοκυραίους που κάποτε χρυσοπλήρωσαν τα διαμερίσματα με θέα το Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο κι έτσι ερήμωσε και οι δραστηριότητες πλέον που γίνονται εκεί οι περισσότερες κατάντησαν να εμπίπτουν στη σφαίρα της ασυδοσίας και της παρανομίας.

Από τα στοιχεία της Στουρνάρη που είχα γνωρίσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70  έμειναν στη θέση τους εκτός από το διαρκώς απαξιούμενο κτίριο και το μονίμως ευτελιζόμενο «Πολυτεχνείο» και οι μεγάλες ακακίες γιατί απλά δεν είχαν πόδια να περπατήσουν να φύγουν και μένουν εκεί – μάρτυρες και θύματα των τυφλών δυνάμεων που καταστρέφουν συστηματικά και κατ’ επανάληψη την περιοχή και ότι ακόμη την ομορφαίνει. Στη μανία τους δεν παραμερίζουν και την τύφλωση ακόμη και κάποιων αξιόλογων graffiti του Sonke (φωτογραφία του 2015)  όπως αυτό του Sonke που τύφλωσαν για να μη βλέπει τον αργό θάνατο της ακακίας που είχε την ατυχία να τη φυτέψουν κάποτε να ομορφήνει ένα δρόμο που θυμίζει πόσο βαριά μπορεί να είναι πια η κατάρα που δέρνει αυτή την πόλη.

ΑΘΗΝΑ, 18112018. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 09112018, σελ.37.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΑ…




Έχω μια αδυναμία στα αγάλματα που βρίσκονται σε διάφορα σημεία της πόλης γιατί θεωρώ πως όλοι αυτοί που τιμήθηκαν είτε σε μάρμαρο, είτε σε μπρούντζο, έχουν ένα αποκλειστικό προνόμιο: δεν μπορούν να κουνήσουν τα πόδια και να πάρουν τα μάτια τους να φύγουν μακριά από μια πόλη που διαρκώς παρακμάζει. Κι αν δεν το δείχνει φανερά, το αφήνει με την αδιαφορία της να το εμπεδώνουμε καθημερινά και σε μικρές δόσεις…


Τα αγάλματα και οι προτομές είναι οι καθημερινοί μάρτυρες της καθημερινότητάς μας καθώς από τη θέση που βρίσκονται βλέπουν με τα παγωμένα μάτια τους και χωρίς αισθήματα βεβαίως στη μαρμαρένια καρδιά τους, τη ζωή μας να κυλά στους αδιάφορους δρόμους, τα βρώμικα πεζοδρόμια και τις παρατημένες πλατείες και θα μπορούσαν να αποτελούν τρόπο τινά, τους βωβούς ληξίαρχους της πόλης. Τα βλέπουμε κάθε μέρα στη θέση τους  εκτός και αν αποφασίσει ο Δήμος να τα μεταφέρει κάπου αλλού, πράγμα σπάνιο γιατί τα περισσότερα έχουν δεθεί με τον χώρο που βρίσκονται ή αν είναι από μπρούντζο, τότε αυτά είναι εύκολη λεία των πανταχού παρόντων και εμπλεκόμενων σε κάθε παρανομία τσιγγάνων που έχουν στείλει στα χυτήρια τα περισσότερα απ’ αυτά.

Τα αγάλματα έχουν κι αυτά τα πάθη τους, από τον καιρό κυρίως που μαυρίζει τα μάρμαρα, την υγρασία που τα σκουριάζει, τα περιστέρια που δεν τα νοιάζει αν πάνω τους κάνουν την ανάγκη τους. Δεν είναι και λίγες όμως οι φορές που κάποιοι τα κακοποιούν. Τα βάφουν ή γράφουν διάφορα στη βάση τους, στις προτομές ειδικά είναι πολύ συνηθισμένο να τους παραποιούν το πρόσωπο με διάφορα σχέδια και χρώματα ενώ συχνά επίσης παρατηρείται και ο ακρωτηριασμός τους ή και η πλήρης διάλυσή τους από δράστες συνήθως αγνώστους. Στις περιπτώσεις αυτές, κάποιες υπηρεσίες του Δήμου ή του Υπουργείου Πολιτισμού που τηρούν αρχείο και εκμαγεία από αυτά, παρεμβαίνουν και τα αποκαθιστούν. Έτσι έγινε για παράδειγμα με την μύτη του αγάλματος του Παλαμά μπροστά από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου, στην οδό Ακαδημίας που έσπασαν πριν από χρόνια οι αγανακτισμένοι!


Την χειρότερη όμως κακοποίηση έπαθε το άγαλμα της  αλυσοδεμένης γυναίκας, έργο του γλύπτη Κώστα Σεφερλή, στήθηκε το 1951 και συμβολίζει την Βόρεια Ήπειρο και για το οποίο έχει γράψει ένα ποίημα η Κική Δημουλά, στον πεζόδρομο ανάμεσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο.  Εκεί πριν από λίγα χρόνια, ο χώρος είχε εξελιχθεί σε ανοιχτή αγορά ναρκωτικών και οικόπεδο όπου έλιωναν καθημερινά τόσοι και τόσοι άνθρωποι μπροστά στα μάτια των περαστικών, των τουριστών και φυσικά των αρχών που υποτίθεται ότι είναι επιφορτισμένες να αντιμετωπίζουν τέτοια δύσκολα προβλήματα.
Εκείνη την περίοδο, το άγαλμα είχε γίνει ένα σώμα που ο κάθε απίθανος τύπος έβαφε όπως ήθελε και έγραφε ότι του κατέβαινε νομίζοντας πως κάνει επανάσταση. Οι διαμαρτυρίες ήταν πολλές και πριν από τέσσερα χρόνια Αστυνομία άδειασε με τον γνωστό τρόπο της την Τοσίτσα από χρήστες και εμπόρους και κάθε άλλο άτομο που συμπλήρωνε το μωσαϊκό της εξαθλίωσης και της απελπισίας. Έτσι οι «θαμώνες» της Τοσίτσα μεταφέρθηκαν στους παρακάτω, προς τη Βάθης δρόμους και το μόνο που έμεινε να θυμίζει την εποχή της εξαθλίωσης ήταν το άγαλμα της δεμένης πισθάγκωνα γυναίκας  που κοιτάζει προς την είσοδο του Μουσείου φοβερά κακοποιημένο και βρωμισμένο - της Αθήνας έμοιαζε που αβοήθητη ήταν και είναι εκτεθειμένη στο έλεος κάθε βάνδαλου και αγανακτισμένου.



Δεν έμελλε όμως να μείνει πολύ καιρό έτσι γιατί ένα βράδυ, πιθανόν και μετά από κάποιο πάρτι που συχνά κάνουν οι φοιτητές και οι φίλοι τους στο Πολυτεχνείο, κάποιοι πήραν τις βαριοπούλες τους και το έκαναν κομμάτια. Το γεγονός δημιούργησε έντονο διάλογο, ακούστηκε το ένα, ακούστηκε το άλλο για την αποκατάστασή του αλλά όπως φαίνεται δεν πρόκειται εκεί να ξαναδούμε άγαλμα γιατί απομάκρυναν και τη βάση που το στήριζε.

Πιθανόν το έκαναν γιατί απαλλάχθηκαν από ένα άγαλμα που παρέπεμπε στη Βόρεια Ήπειρο, πράγμα για το οποίο πολλοί ήθελαν για να πάψουν τάχα διάφορα θέματα με την γείτονα χώρα Αλβανία. Δεν αποκλείεται όμως να το άφησαν να ξεχαστεί γιατί ήταν σίγουροι πως οι βανδαλισμοί πάνω του θα επαναλαμβάνονταν, θα υπήρχαν διαμαρτυρίες και ένα σωρό άλλα. Χώρια που θα είχαν κι άλλον ένα μπελά στο κεφάλι της οι αστυνομικοί που περιμένουν στη γωνία να τους την πέσουν οι συμμορίες των Εξαρχείων. Γι’ αυτό προτίμησαν να το ξεχάσουμε κι ας σβήνουν με τον τρόπο τους την ιστορία της πόλης. Θαρρώ πως έπρεπε να το κρατήσουν έτσι όπως ήταν και να πηγαίνουν ακόμα και τα σχολεία να το βλέπουν και να βεβαιώνονται οι μαθητές πως δεν τους περιμένουμε πια τους βαρβάρους, είναι ήδη μέσα στην πόλη και πολλοί μάλιστα σε θέσεις αποφάσεων!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες είναι από το καλοκαίρι του 2013 και η σημερινή που δείχνει το χώρο που ήταν το άγαλμα…


ΑΘΗΝΑ, 30092018. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 38 - 39

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΟΠΛΑ ΠΟΥ ΕΤΑΖΑΝ ΕΓΙΝΑΝ …ΣΑΝΟΣ



Τους περισσότερους εορτασμούς του Πολυτεχνείου, από το 1982 μέχρι πριν από λίγα χρόνια τους έζησα στο γραφείο της «Ελευθεροτυπίας» και μόνο τα τελευταία ακολουθούσα την πορεία, απ’ έξω, σαν να επρόκειτο να κάνω ρεπορτάζ με τη διαφορά όμως ότι δεν ότι έβγαζα δεν θα πήγαινε σε κανένα μέσο, έντυπο ή ηλεκτρονικό αλλά θα έκανα ορισμένες δικές μου δημοσιεύσεις στο Facebook ή στον Ακτήμονα για να μη ξεχνάω τη δουλειά…

Έτσι λοιπόν παρακολούθησα και τις περισσότερες πορείες για το Πολυτεχνείο της «μνημονιακής» εποχής, οι οποίες ήταν πολύ κατώτερες από των προηγουμένων εποχών, γιατί, αν θυμάστε καλά, κάθε λίγο και λιγάκι γίνονταν μια πορεία με αποτελέσματα απείρως πιο καταστροφικά από μια κανονική πορεία Πολυτεχνείου. Οι διαδηλωτές και οι πάσης φύσεως εμπλεκόμενοι, δεν περίμεναν καλά και σώνει τον «Νοέμβρη» να δημιουργήσουν το χάος στην πόλη αφού είχαν και τον «Μάη», τον «Φλεβάρη», τον «Δεκέμβρη» στη διάθεσή τους.  

Από αυτές τις πορείες προέκυψε και ένα ενδιαφέρον υλικό – αυτός ήταν εξάλλου και ο στόχος μου για την αυτογνωσία και την ιστορία της πόλης το οποίο ωριμάζει στα έγκατα του αρχείου και κατά καιρούς το Facebook μας θυμίζει κάποιες δημοσιεύσεις. Όπως αυτή με τη ρουμάνα τσιγγάνα μπροστά στα κατεβασμένα ρολά του Athens Plaza και το φρέσκο σύνθημα που καλούσε τον λαό στα όπλα το 2011. Την θεωρώ από τις καλύτερες που έχω βγάλει σε πορείες και χαρακτηριστική, όχι μόνο ολόκληρης της περιόδου του «αντιμνημονιακού» αγώνα που οδήγησε στην γνωστή κατάσταση με τη ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κυβέρνηση και την επικράτηση του λαϊκισμού, αλλά αποκαλύπτει και σε βάθος χρόνο το φαινόμενο και κυρίως τις αυταπάτες μια μερίδας της «αριστεράς»  που σήμερα απολαμβάνει χωρίς να κοκκινίζει και να ντρέπεται αυτή τους καρπούς της εξουσίας και άφησε το λαό να περιμένει, όχι τα όπλα αλλά το επόμενο φορτίο με σανό…


ΑΘΗΝΑ, 17112016  

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Η ΒΙΑ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΟ ΑΓΑΛΜΑ



Πήγα και είδα τον βανδαλισμό στο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου, στον πεζόδρομο της Τοσίτσα τον οποίο μάλιστα είδα πως ομορφαίνουν με κάποιες παρεμβάσεις και λυπήθηκα πολύ για το πώς κατάντησαν το ταλαιπωρημένο από καιρό μνημείο.

Εκείνο όμως που λύπησε περισσότερο, γι’ αυτούς που το έκαναν ήταν ότι σακάτεψαν ανεπανόρθωτα οι δειλοί ένα άγαλμα με δεμένα τα χέρια (αλυσοδεμένα στην κυριολεξία) και η στάση του οποίου έδειχνε την ικεσία της Βορείου Ηπείρου προς αυτούς διαχειρίζονται τις τύχες του κόσμου, για την απελευθέρωσή της. Στο μεταπολεμικό κλίμα της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, το 1951 που στήθηκε εκεί, σαφώς και εξέφραζε ισχυρά εθνικά ιδεώδη των οποίων ο απόηχος είναι ακόμη ζωντανός και τούτο αποδεικνύουν οι συνεχείς πάνω στο θέμα, προκλήσεις από τη γείτονα χώρα, την Αλβανία.




Για να ξανάρθουμε στο θέμα του βανδαλισμού. Αμφιβάλλω αν οι δράστες ήξεραν τίποτα για την ιστορία του αγάλματος και τι συμβόλιζε. Γι’ αυτούς δεν θα είχε καμιά σημασία αν ήταν ο βασιλιάς των βασιλέων, ο μέγας στρατηγός ή το μνημείο ενός επαίτη. Ήθελαν να καταστρέψουν και κατέστρεψαν αυτό που βρήκαν μπροστά τους αλλά ήταν τόσο αχρείοι που κατέστρεψαν ένα αλυσοδεμένο άγαλμα και τούτο δείχνει τον φόβο που έχουν μέσα τους για την ελευθερία. Δεν θα τολμούσαν φαντάζομαι να πάνε με τις βαριοπούλες να διαλύσουν ένα άγαλμα που κρατάει στα χέρια του ξίφος ή απλά τα έχει ελεύθερα από το φόβο μη ξυπνήσει και αντί για θύτες γίνουν θύματα εκεί μπροστά στο βάθρο του. Τόσο δειλοί και τιποτένιοι, πάντα τη νύχτα που η πόλη κοιμάται κάνουν τις βρωμοδουλειές τους και πάλι μέσα στο σκοτάδι σαν τα ποντίκια χάνονται στα καταφύγιά τους.   

ΑΘΗΝΑ, 25042016

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


Το άγαλμα της Βορείου Ηπείρου μετά το πέρασμα των Βανδάλων
Όπως κανείς δεν έδωσε σημασία στην χρόνια κακοποίηση του αγάλματος της Βορείου Ηπείρου με τα χέρια δεμένα πισθάγωνα, στον εξαιρετικό πεζόδρομο της οδού Τοσίτσα, ανάμεσα σε δυο εμβληματικά κτίρια της Αθήνας, το συγκρότημα του Πολυτεχνείου και το Αρχαιολογικό Μουσείο, έτσι και κανείς δεν φρόντισε για την προστασία του μετά τον καθαρισμό και την ανάδειξή του…

Και αλήθεια, ποιος να φροντίσει; Ποια αρχή είναι επιφορτισμένη για τέτοια πράγματα; Η Αστυνομία; Ποιος είδε ένστολο αστυνομικό να κυκλοφορεί, έτσι για τα μάτια, δέκα μέτρα από το κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας όπου το Υπουργείο Πολιτισμού; Στη βαρωνία των Εξαρχείων δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί αστυνομικός  γιατί απλά είναι ανεπιθύμητος και τούτο μια χαρά τους βολεύει όλους. Έτσι χωρίς κανένα φόβο της Αστυνομίας της οποίας είναι έργο και η δίωξη της εμπορίας ναρκωτικών, η Τοσίτσα, εδώ και χρόνια ήταν το κεντρικό παζάρι και το ξέρουν όλοι αυτό καθώς το έβλεπαν μέσα και έξω από τα τζάμια των τρόλει. Όλο το πλήθος των δυστυχισμένων ναρκομανών της πόλης εκεί συγκεντρώνονταν  και πολλοί ζούσαν όλο το 24ωρο περιμένοντας τη δόση τους από τα βαποράκια.

Δίπλα ακριβώς είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο, το μεγαλύτερο του κόσμου με μοναδικούς θησαυρούς στις αίθουσές του και ο επισκέπτης, ντόπιος ή αλλοδαπός πριν πάει να δει τα θαυμαστά έργα, υποχρεωτικά λοξοδρομούσε από το πεζοδρόμιο της ναρκοπιάτσας γιατί δεν ήξερε τι θα του συμβεί. Αν και πέρασαν χιλιάδες κατά τα περασμένα χρόνια από το Μουσείο, φαντάζομαι πως ένας σεβαστός αριθμός ανθρώπων το απέφευγε γι’ αυτό το λόγο. Σε αυτό το περιβάλλον λοιπόν, επόμενο ήταν να αναπτυχθούν και διάφορες, προχωρημένες απόψεις των παρεπιδημούντων για την τέχνη – όπως η καταστροφή τους. Όχι βέβαια από τους ναρκομανείς γιατί αυτούς ο καημός ήταν άλλος, αλλά από ένα σωρό πρόθυμους και επωφελούμενους να συντηρήσουν  αυτή την άθλια κατάσταση στο κέντρο της πόλης.

Ποιος τώρα θα καθάριζε την Τοσίτσα από το εμπόριο ναρκωτικών ή ποιος θα ενδιαφέρονταν για τη μοίρα των εξαθλιωμένων εξαρτημένων; Πριν πούμε κανένας, ας σκεφτούμε πως το ζήτημα ήταν τόσο σύνθετο που απαιτούσε ένα σχέδιο συνεργασίας της Αστυνομίας, του Υπουργείου Υγείας, του Δήμου Αθηναίων και φυσικά των υπηρεσιών του Μουσείου και βεβαίως του Πολυτεχνείου. Κάτι τέτοιο μοιάζει αδύνατο  και κακά τα ψέματα, η Τοσίτσα ανακουφίστηκε όταν οι έμποροι ναρκωτικών μετέφεραν αλλού την πιάτσα αλλά οι ζημιές έμειναν και κυρίως η υποβάθμιση όλης της περιοχής. Ήταν εξαιρετική η πρωτοβουλία να καθαριστεί το ταλαιπωρημένο άγαλμα της Βόρειας Ηπείρου (έργο του Κώστα Σεφερλή, 1951) και από το οποίο εμπνεύστηκε η Κική Δημουλά το ποίημα «Σημείο Αναγνωρίσεως» αλλά από εκεί και πέρα δεν υπήρχε κάποιος να το προστατεύσει.

Η μόνη δύναμη η οποία θα μπορούσε να προστατεύσει αυτό το άγαλμα, ή τις χάλκινες προτομές του Τρίτση και του Θερβάντες (κατά σύμπτωση έξω από τη Νομική Σχολή αυτές) ή τα μάρμαρα σε οποιοδήποτε σημείο της Αθήνας, είναι η ίδια η Πόλη. Κι επειδή νομίζω πως την πόλη την συγκροτούμε όλοι εμείς που σε αυτή ζούμε και όσοι περαστικοί την αγαπάνε, η ευθύνη είναι ολονών μας και το μόνο που ζητάμε από τις Αρχές, είναι να υποστηρίξουν τους πολίτες που αγαπούν την πόλη που ζούνε να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να τους διευκολύνουν με κάθε τρόπο στο έργο τους. Μοιάζει αδύνατο;  Δεν νομίζω…

Το άγαλμα πριν τον καθαρισμό του, 2013

ΥΓ 1. Παρέλειψα το ρόλο του Πολυτεχνείου στην περίπτωση, ειδικά της ΑΣΚΤ που το ιστορικό κτίριο βλέπει προς τη Τοσίτσα, αλλά νομίζω πως είναι χαμένα λόγια αφού διάφοροι τύποι έχουν δημιουργήσει εκεί το ιδιότυπο ορμητήριό τους και κανένας δεν ενοχλείται.


ΥΓ 2. Τις φωτογραφίες με το σπασμένο άγαλμα αλίευσα στο διαδίκτυο χωρίς να ανεφέρεται πουθενά αυτός που τις έκανε. Δεν συνηθίζω να «κλέβω» το έργο κάποιου άλλου επαγγελματία ή να μην αναφέρω το όνομά του αλλά στην περίπτωση δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Τον ευχαριστώ πολύ…

ΑΘΗΝΑ, 25042016

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ ΤΗΣ ΕΛΑΣ


Την καλησπέρα μου από την πόλη η οποία ζει απόψε μια ήσυχη, σαν όλες τις άλλες νύχτες του φετινού ζεστού Νοέμβρη και κατά συνέπεια, δεν έχουμε και θέμα με την πόλη διαλυμένη όπως τις άλλες χρονιές.
Απόψε στον ουρανό της Αθήνας, την ώρα που η πορεία για το Πολυτεχνείο έφτανε για μια ακόμη φορά στην αμερικάνικη πρεσβεία και οι αμέτρητες αστυνομικές δυνάμεις είχαν ξεροσταλιάσει να περιμένουν γύρω από το Πολυτεχνείο τους γνωστούς – άγνωστους μπαχαλάκηδες και κουκουλοφόρους να κάνουν κατ’ έθιμο, ότι έκαναν επί 42 χρόνια στην Αθήνα. Αριστερά γαρ και τα… αναρχόσκυλα δεμένα…

ΑΘΗΝΑ. 17112015

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΠΑΘΗ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Γράφω για μια σημερινή εμπειρία μου στις μετακινήσεις μου στην πόλη, πιστεύω πως δεν είμαι ο μόνος που την εκφράζω αλλά φοβάμαι, πως όπως και άλλων πολλών συμπολιτών μου ο λόγος πρωτύτερα, θα πέσει στον τοίχο της αδιαφορίας, της αριστερής τούτη φορά κυβέρνησης…  

Νόμιζα, πριν από καιρό, πως ήταν ένα πρόσκαιρο μέτρο αλλά σήμερα κατάλαβα πως τίποτα δεν άλλαξε μέσα σε τρεις μήνες που λείπω από την πόλη και δεν άλλαξε, επειδή η δεύτερη φορά αριστερή(;) κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν θέλει να σπάσει τα αυγά και αφήνει να ταλαιπωρούνται όσοι μετακινούνται με τρόλει και λεωφορεία στην Πατησίων, μπροστά στο «μνημείο» της μεταπολίτευσης, το πολύπαθο Πολυτεχνείο. Ξαναθυμίζω πως στην Ιουλιανού το τρόλει σταματάει, ο οδηγός κατεβάζει τις κεραίες και συνεχίζει με τη μηχανή καυσίμων προς την πλατεία Βάθης και από μέσω της Χαλκοκονδύλη ως την Κάνιγγος, όπου ξανακατεβαίνει, ανεβάζει τις κεραίες και ακολουθεί πια με αυτό τον τρόπο το δρομολόγιο προς το τέρμα, στους Αμπελοκήπους. Τούτο σημαίνει τουλάχιστον ένα τέταρτο της ώρας καθυστέρηση για τον επιβάτη και αλλά είναι αδιάφορο και για την Αστυνομία και για το Υπουργείο Παιδείας το οποία εμπλέκεται λόγω ιδρύματος καθώς για τους γνωστούς – αγνώστους λόγους αμφότεροι θεωρούν, ότι είναι πιο ασφαλές τα τρόλει τις απογευματινές να μην περνάνε μπροστά από το Πολυτεχνείο. Από το πρωί ως το μεσημέρι που οι «επαναστάτες» κοιμούνται η συγκοινωνία σε αυτό το σημείο της πόλης, γίνεται κανονικά… 

ΑΘΗΝΑ, 12102015

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

ΓΔΕΡΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ



Για το αν είναι τέχνη αυτό που έγινε στο Πολυτεχνείο τις περασμένες ημέρες, σας παραπέμπω στη γνωστή και πάντα επίκαιρη παροιμία «της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η ημέρα και γελάει» και το γεγονός επιδέχεται ποικίλους σχολιασμούς…



Πέρασα χθες από το σημείο όπου πίσω από τις σκαλωσιές με τις πράσινες κουρτίνες εργάτες και τεχνικοί προσπαθούν να σβήσουν το μεγάλο ασπρόμαυρο γράφιτι και όσο παρατήρησα, φέρνουν όπως οι αρχαιολόγοι στο φως στρώσεις από συνθήματα και λείψανα αφισών από άλλες εποχές με αρκετό βάθος χρόνου. Τα ενδιαφέροντα «ευρήματα» που αποτελούν τρόπο τινά ένα μέρος της ιστορίας της μεταπολίτευσης και του πολύπαθου κτιρίου του Πολυτεχνείου, θα μπορούσε πιθανώς να αξιολογήσει μόνο κάποιος από τους αιώνιους φοιτητές και πιστεύω πως υπάρχουν αρκετοί απ’ αυτούς που παρεπιδημούν στα αμφιθέατρα αλλά και στον χώρο της πολιτικής, ως χώρο… μεταπτυχιακής παιδείας.




Δεν είδα κάτι τέτοιο, μόνο τους εργάτες με αδιάβροχες φόρμες και μάσκες ως σκιές πίσω από τις πράσινες κουρτίνες να στρέφουν το σωλήνα με το πεπιεσμένο ζεστό νερό πάνω στους τοίχους και αργά – αργά και με επιμονή, πόντο τον πόντο να γδέρνουν τον τοίχο μέχρι να εμφανιστεί ο αρχικός σοβάς που πάνω του άρχισε να γράφεται κάποτε ένα κομμάτι της ιστορίας της χώρας, της παιδείας και της πόλης. Δεν γνωρίζω σε πόσο καιρό θα έχουν τελειώσει αλλά φοβάμαι πως τούτο είναι μόνο ένα διάλειμμα στην παραγωγή ιδεών και επαναστατικών προτάσεων που κυκλοφορούν μέρα – νύχτα στην οδό Στουρνάρη και τα Εξάρχεια και την επόμενη από το τέλος του καθαρισμού μέρα, θα αρχίσουν νέα περίοδος επαναστατικής συνθηματογραφίας και ασύδοτης αφισοκόλλησης .

ΑΘΗΝΑ, 22032015

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ…

Το μεγάλο ασπρόμαυρο γκράφιτι που καλύπτει ένα τμήμα από τους τοίχους του Πολυτεχνείου

Και ξαφνικά, ξημέρωσε προχθές και το Πολυτεχνείο, ο μισός τοίχος από τη Στουρνάρη δηλαδή και η πρόσοψη μιας πτέρυγας στην Πατησίων, ήταν ένα μεγάλο ασπρόμαυρο γκράφιτι. Το μεγαλύτερο είπαν κάποιοι σε τοίχους της πόλης αν και αμφιβάλλω – σε άλλα κτίρια, παρατημένα εργοστάσια για παράδειγμα έχω δει μεγαλύτερα και με περισσότερο χρώμα. 

Το μεγάλο ασπρόμαυρο γκράφιτι που καλύπτει ένα τμήμα από τους τοίχους του Πολυτεχνείου
Γι’ αυτά όμως δεν μίλησε κανένας αφού πρόκειται για ιδιωτικά κτίρια και παρατημένα ενώ για το Πολυτεχνείο που είναι δημόσια περιουσία και μάλιστα στο κέντρο της Αθήνας ακούστηκαν διάφορα και η κοινή γνώμη μοιράστηκε στο αν πρόκειται για τέχνη και μέχρι που φτάνει η ελευθερία (και η παρέμβαση) του καλλιτέχνη, το πόσο προσβάλλεται το κτίριο και άλλα πολλά που αποτελούν βάση για διάλογο και αντιπαραθέσεις μεταξύ θεωρητικών αλλά θέτουν κι ένα τεράστιο θέμα – κανένας πλέον δεν δίνει σημασία για ότι γίνεται δίπλα του ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται μέρα ή νύχτα, αν είναι τέχνη ή βανδαλισμός…

Το μεγάλο ασπρόμαυρο γκράφιτι που καλύπτει ένα τμήμα από τους τοίχους του Πολυτεχνείου


Δεν θα μακρηγορήσω (παραθέτω τέσσερα δημοσιεύματα για να ενημερωθείτε απ’ όλες τις πλευρές) αλλά δεν μπορώ να μην πω ότι εγώ όσα χρόνια είμαι στην Αθήνα, ποτέ δεν θυμάμαι το Πολυτεχνείο καθαρό, ούτε μέσα, ούτε έξω ενώ η κατάστασή του έρχονταν στην επικαιρότητα κάθε φορά που το έκαιγαν και το ρήμαζαν οι γνωστοί – άγνωστοι που κατέφευγαν σε αυτό μετά από τις συγκρούσεις με την Αστυνομία. Έτσι χαίρομαι που ήρθε επιτέλους στην επικαιρότητα χάρη ενός τεράστιου, ισοπεδωτικού γκράφιτι το οποίο έσβησε διαπαντός τα δεκάδες προηγούμενα τα οποία με τη σειρά τους έσβησαν ή κάλυψαν κάποια άλλα όπως ακριβώς συμβαίνει με τα παλίμψηστα – το παλίμψηστο του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια μεταπολίτευσης σε ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά ιδρύματα της χώρας…

Κάποια από τα παλαιότερα γκράφιτι στους τοίχους του Πολυτεχνείου που καλύφθηκαν από το καινούργιο 
Κάποια από τα παλαιότερα γκράφιτι στους τοίχους του Πολυτεχνείου που καλύφθηκαν από το καινούργιο 

ΥΓ. Επειδή είμαι από αυτούς που έχω φωτογραφίσει και έχω γράψει πολλές φορές για τους τοίχους και τα γκράφιτι στους τοίχους του Πολυτεχνείου και των γύρω δρόμων, το πρόσφατο ασπρόμαυρο γκάφιτι με έβαλε σε μπελάδες να ψάχνω σε ένα σωρό αρχεία των τελευταίων χρόνων να δω ποια έργα καλλιτεχνών και συνθήματα έθαψε για πάντα και πιστεύω πως σύντομα θα σας παρουσιάσω αυτό το ενδιαφέρον στοιχείο της πόλης που έσβησε όπως ακριβώς έγιναν, μέσα σε μια νύχτα…





Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΚΑΤΕΒΕΙ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΑ…


Ας πούμε ότι είμαι ξένος, που βρέθηκα αυτές τις μέρες στην Αθήνα και έχοντας ακούσει για την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, θα ήθελα να δω πως οι Έλληνες γιορτάζουν αυτή την επέτειο σήμερα στους δρόμους της Αθήνας και επισκεπτόμενος το ιστορικό κτίριο…
Εκεί λοιπόν θα έβλεπα πως μια μικρή ομάδα σπουδαστών (της ΠΑΣΚΕ άκουσα πως ήταν αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη) πήραν την ματωμένη σημαία με λίγα γαρύφαλλα επάνω τους και συνοδεία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων την μετέφεραν από την οδό Ακαδημίας στην αμερικάνικη πρεσβεία. Σαν κηδεία άκουσα κάποιον δίπλα μου να λέει πως ήταν η πομπή και πως περισσότεροι ήταν οι αστυνομικοί παρά οι φοιτητές που συνόδευαν τη σημαία και φώναζαν κάποια συνθήματα που κανέναν φαίνεται δεν συγκινούσαν.

Αυτό το έκαναν άκουσα για να μη συναντηθούν με τους άλλους φοιτητές και τις αριστερές οργανώσεις οι οποίοι άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Κλαυθμώνος  ενώ στην πλατεία Ομονοίας ήταν σημείο συνάντησης για τα μέλη του ΠΑΜΕ και τους οπαδούς του ΚΚΕ. Θα έκαναν δηλαδή μια πορεία, σε δύο τμήματα και χωρίς τη σημαία που υποτίθεται είναι και το σύμβολο αυτής της εξέγερσης και τα συνθήματά τους εντελώς διαφορετικά.
Παράξενος τρόπος διαμαρτυρίας, σκέφτηκα, μόνο οι Έλληνες το καταφέρνουν αυτό και μάλιστα μια στιγμή που τα πράγματα στη ζωή τους τούς θέλουν ενωμένους…