Google+ Badge

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΑΓΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΑΡΙΔΑ ΣΤΟΝ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ


Η θάλασσα του Αμβρακικού άρχιζε εκεί που τέλειωνε το χωράφι τους και τα ψάρια ήταν τόσο πολλά που δεν ήταν απαραίτητο να έχει κάποιος καμιά μεγάλη βάρκα και πολλά εργαλεία για να βγάλει το φαγητό του σπιτιού και ένα μικρό μεροκάματο σε χρήμα αν υπήρχε βέβαια ή να τα αλλάξει με άλλα είδη που έβγαζε ο κόσμος από τον τόπο τους.

«Αυτή η θάλασσα δεν υπάρχει πια», μας είπαν με λίγα λόγια ο Γιώργος Αρίδας και η καπετάνισσα κυρά Ελένη που τους βρήκαμε ένα μεσημέρι τον περσινό Απρίλη δίπλα από το κακότεχνο καινούργιο λιμανάκι των Παλιάμπελων της Βόνιτσας να φροντίζουν μόνοι τους την «Κυριακή» τους, το ωραίο πριάρι που τους ζει τριάντα χρόνια τώρα και να το βάφουν με ένα λαμπερό κόκκινο χρώμα πριν το ρίξουν πάλι θάλασσα για να αρχίσουν την επομένη πάλι τον αγώνα για ένα μεροκάματο που είναι αμφίβολο αν μπορεί να βγει πλέον.  

Γιος και εγγονός ψαρά ο Γιώργος (1946) ξεκίνησε από παιδί τη σχέση του με τη θάλασσα.  Μαθητής θυμάται πως πέταγε την τσάντα του σχολείου και έτρεχε στις τράτες πρώτα και κατόπιν έμαθε την τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του Νίκο που είχε μια μικρή βάρκα χωρίς όνομα. Αυτή την αντικατέστησε κατόπιν με μια μεγαλύτερη, τον  «Άγιο Γεώργιο» αλλά δεν έμελε να τον χαρεί πολύ γιατί καθώς δεν είχαν λιμάνι, τον έσπασε μια φουρτούνα ενώ τον ίδιο, τον διέλυσε ένα εγκεφαλικό και εγκατέλειψε πολύ νωρίς αυτόν τον κόσμο.
Ήταν μια εποχή θυμάται ο Γιώργος που οι βάρκες τους ήταν κάποιες πρόχειρες κατασκευές και τον πάτο τους τον έφτιαχναν μόνοι τους οι ψαράδες που ακόμη μοίραζαν τη ζωή τους στη θάλασσα και στο χωράφι, και μόνο για σοβαρές επισκευές πήγαιναν στους μαστόρους. Για μηχανή, ούτε λόγος γιατί κανένας δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα να την αγοράσει.


Με πανιά και τέσσερα κουπιά τις κινούσαν και τα λίγα δίχτυα τους ήταν από νήμα (κουρελόνημα το έλεγαν γιατί με αυτό έκανα και κουρελούδες) το οποίο ήθελε συνέχεια μπάλωμα γιατί σχίζονταν εύκολα και μετά από κάθε ψάρεμα έπρεπε να το πλύνουν με γλυκό νερό και να το απλώσουν να στεγνώσει καλά γιατί αλλιώς σάπιζε και που θα έβρισκαν χρήματα να τα αντικαταστήσουν. Τα πάνινα δίχτυα εκείνης την εποχή τα φρόντιζαν κυρίως οι γυναίκες των ψαράδων οι οποίες μάλιστα ήξεραν και να τα πλέκουν και να τα αρματώνουν όπως οι άντρες.


Έτσι έκανε και η κυρά Ελένη, αγρότισσα από το ίδιο χωριό που παντρεύτηκε ο Γιώργος τον 1971 και όπως μας είπε «με το ρύζι από το γάμο στα μαλλιά της» μπήκε στην ψαρόβαρκα και ενώ δεν ήξερε τίποτα για τη θάλασσα, δίπλα στον άντρα της έμαθε τα πάντα και μοίραζε το χρόνο της στις δουλειές του σπιτιού, το μεγάλωμα των παιδιών και στο ψάρεμα.
Πως ήταν εκείνα τα χρόνια το ψάρεμα στον Αμβρακικό; Ο Γιώργος Αρίδας περιγράφει ένα χαμένο παράδεισο για τους ψαράδες και μια θάλασσα που έπηζε από τα ψάρια. «Εκείνη την εποχή είχαμε 50 μέτρα δίχτυα και βγάζαμε χιλιάδες ψάρια. Τα ρίχναμε στη θάλασσα και για να φάμε έξω, πηγαίναμε και σηκώναμε την άκρη, πιάναμε όσα θέλαμε και τα υπόλοιπα τα απολάγαμε πάλι. Τόσα πολλά ψάρια είχε ο Αμβρακικός. Τώρα δεν μπορείς να πιάσεις τίποτα από τη μούτηλη (λάσπη) που σκέπασε το βυθό και έχει πάχος πολλά μέτρα.

Χάσαμε τα πάντα. Δεν ξέρω τι έγινε και ο Αμβρακικός έπιασε τόση λάσπη. Χάθηκαν μέχρι και οι πίνες. Τις πιάναμε με το γυρί, φορτώναμε το πριάρι και γεμίζαμε τις καρότσες των αγροτικών. Από τότε που γέμισε ο βυθός λάσπη, χάθηκαν και τα μύδια και όλα τα όστρακα που τους απέδιδαν πολλά κατά την περίοδο των νηστειών. Τότε είχε σαργό, τσιπούρα αλανιάρα, λαμπίτσες, λαβράκια, μαυρίτσες που τις έπιανες στο χέρι και γλιστρούσαν ενώ τώρα τις πιάνεις και βρωμάνε από τη λάσπη, μπαρμπούνια, κουτσουμούρες, ότι ήθελες είχε εκείνη η θάλασσα.
Πιάναμε όσα ψάρια θέλαμε και τα δίναμε στην «Αποθήκη» στη Βόνιτσα και στα μαγαζιά. Άλλα δίναμε και άλλα τα πετάγαμε πάλι στη θάλασσα γιατί δεν τα έπαιρνε ο κόσμος αφού δεν είχε λεφτά τότε. Ήθελε με ένα αυγό και τρία δάχτυλα λάδι στο μπουκάλι να πάρει ψάρια. Με μια οκά σιτάρι ήθελε να πάρει ένα κιλό ψάρια».

Υπήρχε πολλή φτώχεια εκείνα τα χρόνια στον κόσμο αλλά ο πλούτος της θάλασσας προκαλεί το Γιώργο ο οποίος  αποφασίζει το 1967 να  ασχοληθεί αποκλειστικά με τη θάλασσα και παίρνει από τον συγχωριανό του ψαρά Θόδωρο Γεραναστάση την «Κυριακή» με τον οποίο έχουν τα ίδια χρόνια στη θάλασσα η οποία είχε κατασκευαστεί στο Πέραμα της Λευκάδας και ξεκινάει να δουλεύει με αυτή σε όλο τον Αμβρακικό.
Την ίδια εποχή που σε όλη την Ελλάδα αλλάζουν τα πράγματα, από τα Παλιάμπελα αρχίζουν επίσης επαγγελματικά πλέον το ψάρεμα και αποκτούν σιγά – σιγά  σύγχρονα εργαλεία, ο αδερφός του Βύρων, οι Νίκος και Θεοδόσης Μητσούρας, ο Κώστας Ζήσης και στο διβάρι της Ρούγας, οι Νίκος Θεοδόσης, Θωμάς Μητσούρας, Θωμάς Καλιακώστας κ.ά.

Απ’ όλη αυτή τη γενιά των μεγάλων ψαράδων από τα Παλιάμπελα, ελάχιστοι έχουν μείνει μέχρι σήμερα ακόμα στη θάλασσα. Κάποιοι τα παράτησαν λόγω ηλικίας, ο Κώστας Ζήσης πέθανε και συνεχίζουν τα παιδιά του ο Γιάννης και ο Ηλίας, αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως τα παλιά χρόνια και είναι πλέον αμφίβολο αν μπορούν να ζήσουν από τη θάλασσα.

«Να βγω έξω», λέει ο Γιώργος «αλλά τι να πιάσω πια; Σουπιές δεν έχει, ούτε καλαμάρια, ούτε μπαρμπούνια. Θα πάω μόνο να πιάσω καμιά γαρίδα. Άμα χαθεί και η γαρίδα από τον Αμβρακικό, τελειώσαμε. Είναι το τελευταίο πράγμα που ψαρεύουμε. Άμα χαθεί, θα πεθάνουν οι ψαράδες από την πείνα γιατί και στη στεριά πλέον δεν έχει τίποτα να κάνουν».

Την ίδια κατάσταση βιώνουν και οι άλλοι ψαράδες της γενιάς του και το μέλλον, μέσα στην περίοδο μάλιστα της οικονομικής κρίσης περιγράφεται δυσοίωνο πλέον για όλους. Ο Γιώργος και η Ελένη έχουν δυο παιδιά που δουλεύουν υδραυλικοί στην Αθήνα και όπως όλοι πλήττονται από την ανεργία. Έτσι όμως που έχουν τα πράγματα πλέον στον Αμβρακικό και με την ελάττωση της αλιείας είναι ιδιαίτερα παράτολμο να επιστρέψουν και να αναλάβουν την «Κυριακή» τώρα μάλιστα που ο πατέρας τους πλησιάζει προς τη σύνταξη. Ο Γιώργος λέει πως είναι διατιθειμένος να φτιάξει ένα μεγαλύτερο καίκι για να μπορέσουν να δουλέψουν καλύτερα αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμα γαρίδα,

Η ερώτηση που έκανα στον Γιώργο, σχετικά με το πόσα ψάρια έβγαζε τα παλιά, καλά χρόνια πήγε να σκοντάψει στα φόβους που γέννησε η οικονομική κρίση. «Α, με ρωτάς όπως  για την περαίωση», σχολίασε με χαμόγελο αλλά με δυο λόγια μου έδωσε να καταλάβω πως δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν εκείνες οι εποχές αν δεν αλλάξει αμέσως ο κόσμος ολόκληρος και ξαναδούμε όλοι τη ζωή μας από την αρχή. Γι’ αυτούς ο Αμβρακικός ήταν όλη η ζωή και τον βλέπουν μέρα με τη μέρα να πεθαίνει και κανέναν δεν νοιάζει.

Δεν είναι μόνο τα ποτάμια που μπαζώνουν τον κόλπο με λάσπη και σκουπίδια, είναι και η βρωμιά που βγαίνει από τους κλωβούς των ιχθυοκαλλιεργειών που επεκτείνεται επικίνδυνα σε όλο το βυθό. Είναι και το κλείσιμο της μπούκας του κόλπου από το λιμάνι της Πρέβεζας που δεν αφήνει να μπουν τα νερά από το Ιόνιο να ανανεωθεί ο κόλπος, είναι ένα σωρό προβλήματα που λίγο το ένα, λίγο το άλλο οδηγούν τη θάλασσα στη νέκρωση και τους ψαράδες στην απελπισία και τη φτώχεια...

Μια σκηνή παλιά όσο η θάλασσα...

Έμεινα αρκετή ώρα στην αμμουδιά να παρακολουθώ το ζευγάρι των Αριδαίων να φροντίζει με τρυφερότητα την γαίτα «Κυριακή» που δεν είναι τόσο τα χρόνια της που τους υποχρεώνουν να τη φροντίζουν κάθε τρίμηνο αλλά η ίδια η φύση της θάλασσας με τους οργανισμούς της που κολλάνε στο σώμα της και τη βαραίνουν. Δεν συνηθίζουν να την καίνε όπως σε άλλα μέρη αλλά τη βάφουν τακτικά με το ωραίο κόκκινο χρώμα «Μοράβια» που αρέσει στο Γιώργο που γράφει και πολύ όμορφα στο μουντό νερό που έχει συνήθως ο κόλπος.

Είναι μικρή και τη βολεύονται, μας είπε η κυρά Ελένη από τα χέρια της οποίας περνάει ένα – ένα τα ξύλα της «Κυριακής» πριν τα πιάσει ευλαβικά, σαν οστά προγόνων ο Γιώργος και τα βάλει στη θέση τους, εκεί που το καθένα έχει ένα ρόλο και σκοπό. Τελετουργικά αργή η κίνηση, έχει και σκοπό τον έλεγχο κάθε κομματιού που συνθέτει χωρίς καρφιά βέβαια το σώμα της όμορφης γαίτας που όπως δείχνει είναι από τα πιο σεβαστά μέλη του σπιτιού τους και η βάση του νοικοκυριού τους εδώ και σαράντα ολόκληρα χρόνια.

Τελευταίο κομμάτι που έβαλε με πολλή προσοχή ο Γιώργος στην «Κυριακή», μόλις η γαίτα γλίστρησε στο νερό, ήταν το τιμόνι γιατί ήταν στα ρηχά και θα κόλλαγε στο λασπωμένο βυθό.  Έπιασε κατόπιν τα μακριά κουπιά και ανοίχτηκε λίγο για να βάλει μπροστά τη μηχανή και να τη φέρει στη θέση της στο λιμάνι έτοιμη για την επόμενη ημέρα που θα βγει πάλι στη δουλειά του όπως κάνει σαράντα χρόνια τώρα…