Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΓΚΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΓΚΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

ΕΦΥΓΕ Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΗΣ


Το καφενείο «Μοσχουδάκι» στη Λαγκάδα της Αμοργού είναι ένας μοναδικός χώρος όπου οποιαδήποτε στιγμή στον αέρα του o επισκέπτης αισθάνεται ότι μπορεί να ακούσει ένα σωρό ιστορίες για τα παλιά χρόνια στην Αιγιάλη, για τα έργα και τις ημέρες σπουδαίων αλλά και απλών που έζησαν σε αυτό τον μοναδικό τόπο, να πιει ένα καφέ και τον απολαύσει συντροφιά με ανθρώπους που όλη τους τη ζωή την αφιέρωσαν στην Αμοργό !

Στο «Μοσχουδάκι» γνώρισα πριν από αρκετά χρόνια τον Νικήτα Πορτοκάλη, έναν άνθρωπο που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή τον τόπο της Αιγιάλης και μου απαντούσε με λιτό, σίγουρο τρόπο για ότι τον ρωτούσα. Από την κουβέντα που κάναμε για τα πράγματα της Αιγιάλης αλλά και για τη ζωή του μου αποκαλύφθηκε ένας σπουδαίος νησιώτης, ένας πραγματικός Κυκλαδίτης και ο βίος του σε τέτοιες αρχές κινήθηκε. Δεμένος με τον τόπο του,  αγωνίστηκε στην ισχνή, γεμάτη πέτρες γη του για να προκόψει και άφησε πίσω του ανθρώπους που αναφέρονται τρυφερά στη μνήμη του. Ο Νικήτας από προχθές δεν μας περιμένει στο Μοσχουδάκι και θα μας βλέπει από τον ουρανό της Αμοργού και η απουσία του σημαίνει πολλά για τη Λαγκάδα και όλη την Αμοργό. Αιωνία του η μνήμη…

ΑΘΗΝΑ, 12012018

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ ΜΙΑΣ ΑΣΠΡΗΣ ΓΑΤΑΣ



Λένε πως ορισμένοι άνθρωποι που έχουν γαλάζια μάτια ματιάζουν· πολλοί μάλιστα είναι αυτοί που μπορούν να καταθέσουν πως από τέτοια μάτια έχουν υποστεί τις συνέπειες ενός κακού ματιάσματος. Για να ματιαστεί δε κάποιος άνθρωπος, φυσικά και πρέπει να διαθέτει κάποια ιδιαίτερα -κατά συνθήκην καλά στοιχεία- που προκαλούν τη ζήλεια και το φθόνο αλλά πολλές φορές τούτο γίνεται και από απλό θαυμασμό για τον άλλον ή το έργο του ακόμα το οποίο μπορεί έτσι να καταστραφεί σε μια στιγμή. Τότε είναι που ο ματιασμένος καταφεύγει σε κάποια ηλικιωμένη γυναίκα συνήθως για να τον ξεματιάσει με τον τρόπο που ξέρει μόνο αυτή και μετά από κάποιες μυστικές πάντα ενέργειες, λόγια και κινήσεις ελευθερώνεται από το μάτι και ησυχάζει και επανέρχεται στην πρότερη κατάστασή του.
Αυτό βέβαια γίνεται μεταξύ των ανθρώπων και νομίζω πως καθόλου δεν συμβαίνει στον κόσμο των ζώων, πόσο δε από τις γάτες, όπως αυτή της φωτογραφίας που είδα ένα απόγευμα Νοέμβρη το 2011 σε μια αυλή της Λαγκάδας, οι οποίες ζουν μόνιμα ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν λοιπόν μάτιαζαν και οι γάτες με γαλάζια μάτια, τότε θα ήταν που ο καθένας μας θα ήθελε διαρκώς μια ξεματιάστρα δίπλα του για να του διώχνει το μάτι και έτσι θα παρέλυε ολόκληρη η κοινωνία από το απλό λόγο του ματιάσματος του ενός για τον άλλον...

ΑΜΟΡΓΟΣ, 22112011

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΩΝ ΣΠΟΥΡΓΙΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ











(Στο άλμπουμ, έξι φωτογραφίες από τους έρωτές τους, σε μια ταράτσα στην Λαγκάδα της Αιγιάλης, ανήμερα του Αι - Γιωργιού πριν από λίγα χρόνια).

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ "ΕΠΤΑΚΙΛΑ" ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΜΟΡΓΟΥ



Δεν είναι δα και παράδοξο να δούμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αυτό τον καιρό σταφύλια να κρέμονται από μια κληματαριά. Συνήθως πρόκειται για ειδικές ποικιλίες που ωριμάζουν αργά ή αντέχουν στο κρύο και στη βροχή. Υπάρχουν δε και περιπτώσεις που αυτά διατηρούνται τυλιγμένα με μια σακούλα, πάνινη παλιότερα ή πλαστική τώρα.

Υπάρχει όμως και μια ποικιλία, τα λεγόμενα επτάκιλα, των οποίων μια κληματαριά είδα προχθές στον Όρμο της Αιγιάλης, πάνω από την είσοδο του καταστήματος τουριστικών και ειδών τέχνης του Γιώργου Βασάλλου «Σηληνάρι» που ωριμάζουν από το φθινόπωρο ως την άνοιξη αν είναι ευνοϊκή γι’αυτά η θερμοκρασία και κυρίως η ηλιοφάνεια του τόπου.

Τα επτάκιλα λοιπόν σταφύλια, ευδοκιμούσαν σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων, ιδιαίτερα δε στην ηλιόλουστη Σχοινούσα και ωρίμαζαν σταδιακά ως τον Μάρτιο που σταματούσε το αμπέλι να παράγει και άρχιζε την νέα περίοδο βλάστησης και καρποφορίας τον Σεπτέμβριο.

Ήταν μια ευλογία για τους κατοίκους των νησιών αυτά τα σταφύλια και ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους για φρέσκα φρούτα όλο το χειμώνα αλλά η καλλιέργειά τους εγκαταλείφθηκε εντελώς σχεδόν μαζί με άλλα σημαντικά για την οικονομία του Αρχιπελάγους προϊόντα. Αντί αυτών πλημμύρισε η αγορά και βρίσκουμε πλέον νωπά σταφύλια μέχρι το Πάσχα, σταφύλια τα οποία έχουν κυριολεκτικά βομβαρδιστεί με χημικά και ποτιστεί με ένα σωρό φάρμακα μέσα στα ψυγεία και τα οποία σίγουρα δεν κάνουν και τόσο καλό στον άνθρωπο.

Ο λόγος που εγκαταλείφθηκε η καλλιέργειά τους και δεν εμφανίζονται καν στην αγορά, όπως μου είπε ο καλός φίλος Κώστας Χασούρης -εξαίρετος αμπελουργός από την Πάρο- είναι ότι αυτά τα απλά, ιθαγενή σταφύλια τα οποία δεν υπολείπονται σε τίποτα των άλλων σε θρεπτική αξία, δεν είχαν αγοραστική δύναμη γιατί ήταν λίγο άσχημα, δηλαδή φυσικά…

ΑΘΗΝΑ, 25/11/2011

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Το συνεργείο του λιομαζέματος στην ώρα της δουλειάς και σε μια αναμνηστική φωτογραφία μετά το τέλος μιας κουραστικής αλλά γόνιμης μέρας.

Από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα, στα λιόφυτα που σκεπάζουν τον κάμπο της Αιγιάλης δίνεται κάθε Νοέμβριο η μεγάλη μάχη για το λάδι του σπιτιού και του αγίων τα καντήλια και στην οποία συμμετέχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως.


Ο Κλάους είναι ελβετός, αρχιτέκτων τοπίου και κάθε χρόνο έρχεται στην Αιγιάλη να μαζέψει ελιές γατί θεωρεί αυτή τη δουλειά υψηλή αισθητική...

Ο Κλάους από την Ελβετία είναι αρχιτέκτονας τοπίου και επισκέπτεται την Ελλάδα περισσότερα από 40 χρόνια· τα τελευταία δέκα όμως επιλέγει να έρθει κάθε Νοέμβριο στην Αμοργό στο λιομάζωμα γιατί του αρέσει και παράλληλα απολαμβάνει τη φθινοπωρινή αμοργιανή φύση. Αυτός βεβαίως και δεν έχει και τόση ανάγκη το μεροκάματο, όσο η Μαρία και ή Άννα από τη Βουλγαρία, ο Κούμπα από την Πολωνία και ο Ανδρέας με τον Φανούρη από την Αλβανία. Ούτε και ο νεαρός γάλλος Λώρη η ο δάσκαλος της μουσικής Γιάννης το κυνηγάνε, αλλά όλοι μαζί αποτέλεσαν πριν από λίγες ημέρες το πολυεθνικό συνεργείο που «χτένισε» τις ελιές στο περιποιημένο κτήμα του Νίκου Β. Βασάλου, στο Σηληνάρι της Λαγκάδας.


Είναι ζήτημα αν απ’ όλους ένας ήξερε πριν από λίγα χρόνια κατά που πέφτει η Λαγκάδα ή αν είχε ασχοληθεί παλιότερα με το μάζεμα των ελιών. Όλοι όμως τα κατάφεραν μια χαρά και καθώς φέτος βοήθησε αρκετά και ο ήπιος καιρός, έδειχναν ικανοποιημένοι σαν έπεφτε το σύνθημα για την αποχώρηση από το λιόφυτο. Εκείνη τη στιγμή όμως που έπρεπε να φορτωθούν ο Προκόπης και η Αραπίνα, τότε φαίνονταν οι διαφορές μεταξύ των εθνικοτήτων καθώς οι μόνοι που γνώριζαν πως φορτώνεται ένας γάιδαρος ήταν οι δυο Αλβανοί οι οποίοι καμάρωναν μάλιστα γι’  αυτή την επιδεξιότητά τους η οποία τους έδινε πόντους για την αναζήτηση εργασίας.  



Φυσικά και οι προαναφερόμενοι δεν ήταν οι μόνοι που μάζεψαν φέτος ελιές στην Αιγιάλη, πολλοί άλλοι ευρωπαίοι και κυρίως βαλκάνιοι έβγαλαν μεροκάματο, γιατί η παραγωγή ήταν μεγάλη και τα ντόπια χέρια δεν επαρκούσαν ή απουσίαζαν. Το ίδιο συνέβαινε και στα παλιότερα χρόνια και αντί Αλβανών και Γάλλων, τα αιγιαλίτικα λιόφυτα γέμιζαν εργάτες που έρχονταν από τα κοντινά νησιά, Ηρακλειά, Σχοινούσα και το Κουφονήσι και δούλευαν από νύχτα σε νύχτα μόνο για μια οκά λάδι! Σήμερα που ένα κιλό λάδι κάνει δεν κάνει τέσσερα ευρώ και το μεροκάματο ξεπερνάει τα σαράντα, η εγκατάλειψη των ελιών θεωρείται λογική αλλά κάτι τέτοιο δεν το χωρά το μυαλό των Αιγιαλιτών που θεωρούν ακόμη τις ελιές κομμάτι της ζωής τους. Οι περισσότερες μάλιστα έχουν ηλικία πάνω από 200 – 300 χρόνια, υπάρχει μάλιστα μια στο λιόφυτο του Βασσάλου που όπως υπολογίζουν πρέπει να είναι φυτρωμένη εκεί τουλάχιστον 2.500 χρόνια. Από την εποχή δηλαδή που ήκμασαν οι αρχαίες πόλεις της Αμοργού αυτό το μνημειακό δέντρο, το οποίο διατηρεί και τα σημάδια μιας φωτιάς από το παρελθόν, έδινε τις μικρές ελιές του στους Αμοργίνους.


Αυτά τα σπουδαία λοιπόν δέντρα που στήριξαν εκείνες τις παλιές κοινωνίες είναι οι πραγματικοί μάρτυρες της ιστορίας της Αμοργού και αν είχαν στόμα πολλά θα έλεγαν για τους ανθρώπους που γνώρισαν τόσους αιώνες, τις συνήθειές τους, τις ανάγκες τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Αυτό βέβαια που δεν θα περίμεναν ποτέ είναι να αντικατασταθούν τα χέρια με ένα μακρύ κοντάρι που στην άκρη του έχει μια θορυβώδη σβούρα με πολλά πλαστικά κρόσια που εισχωρούν στο φύλλωμα του δέντρου και αποκολλούν τον καρπό και τα δάκτυλα από πλαστικά επίσης χτένια. Είναι ασφαλώς μια ευρεσιτεχνία που λιγοστεύει τον κόπο και περιορίζει τις ακροβασίες, αλλά ακυρώνει όλους τους κλασικούς ήχους του ελαιώνα, αποκλείει την κουβέντα των ανθρώπων μεταξύ τους και διώχνει μακριά τα πουλιά που πλημμυρίζουν τις λαγκαδιές και τους θάμνους της περιοχής αυτή την εποχή.





Παλιότερα, το λιομάζεμα στη Λαγκάδα ήταν μια κοινή για το χωριό γιορτή καθώς όλοι κατέβαιναν στα λιόφυτα και για να ξεχάσουν τον κόπο, έπιαναν το τραγούδι, έκαναν πειράγματα μεταξύ τους και γνωριμίες. Ήταν πράγματι ένας μήνας το χρόνο που όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι ασχολούνταν με τις ελιές. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν έτοιμα παξιμάδια για ολόκληρο το μήνα, πολλοί μάλιστα ήταν αυτοί που έσφαζαν και το χοίρο τους από τον Σεπτέμβριο για να έχουν παστό κρέας και καβουρμά να τρώνε κατά αυτή την περίοδο. Το φαγητό τους στο λιόφυτο συμπληρώνονταν ακόμη και από παστά αλλά και φρέσκα ψάρια που τους έφερναν οι τρατάρηδες κι έτσι κανένας δεν έλειπε από τη μεγάλη μάχη της συγκομιδής.


Το συνεργείο του λιομαζέματος σε ένα διάλειμα κολατσίζει

Όταν λέγαμε «πάμε για ελιές», μας αφηγήθηκε η κυρά Ρήνη Βασσάλου, σήμαινε και μια ιδιαίτερη προετοιμασία του καλαθιού που απαραίτητα είχε μέσα μια ποδιά και ένα μακρύ σχοινί. Την μεγάλη ποδιά από κατσίκισιες τρίχες την οποία κατάργησαν αργότερα τα ελαιόπανα, τη χρησιμοποιούσαν να βάζουν μέσα τον καρπό που τραβούσαν με τα χέρια και το σχοινί να ανεβαίνουν στα ψηλά κλωνιά, όπου δεν έφτανε η σκάλα. Επειδή τότε δεν κλάδευαν όπως σήμερα αυστηρά τα δέντρα αλλά άφηναν τα κλωνιά τους να ψηλώσουν, έπιαναν δυο – τρία μαζί και τα έδεναν με το σχοινί, πατούσαν σε αυτό το σκαλοπάτι και έφτιαχναν ένα άλλο παραπάνω έτσι ώστε να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν. Αυτό το σκαρφάλωμα από κόμπο σε κόμπο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και πολλοί, ανάμεσα τους και η κυρά Ρήνη κάποτε, το πλήρωναν κατά καιρούς με σοβαρά κατάγματα και ανεπανόρθωτες ζημιές.


Ο Νίκος Βασάλλος, ακουμπά στην πιο αρχαία ελιά του λιόφυτου

Εκείνα τα χρόνια δεν έπρεπε να μείνει ούτε κουκούτσι στο λιόφυτο και μάζευαν τις ελιές μια – μία από το έδαφος. Κατόπιν η μεταφορά τους γίνονταν πάλι μέσα σε τραγίσια τσουβάλια στα πρωτόγονα λιοτρίβια του χωριού που εκείνη την εποχή αριθμούσε έξι και τα οποία μέχρι το 1960 περίπου και συνήθως ήταν συνεταιρικά. Για να λειτουργήσουν, χρειάζονταν πάντα τρεις ανθρώπους: τον «μηχανικό» που έβαζε τη ζύμη κάτω από την πέτρα να αλεστεί, αυτόν που γύριζε τον κύλινδρο και έναν που ήταν βοηθός του «μηχανικού». Για τη σκληρή αυτή εργασία οι ιδιοκτήτες έπαιρναν για λιοτριβιάρηδες συνήθως νέους και δυνατούς και με τους οποίους μοιράζονταν σε ίσα ποσοστά το λάδι που παρακρατούσαν από τον νοικοκύρη και ήταν πάντα το δέκα τοις εκατό.


Ο Νίκος Βασάλλος μαζί με το μάζεμα κλαδεύει μια ελιά.

Η βάσανος αυτή στο λιοτρίβι σταμάτησε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 όταν όλα τα λιοτρίβια της Λαγκάδας ταυτόχρονα σχεδόν έβαλαν μυλόπετρες που προμηθεύτηκαν από τη Μήλο και τις οποίες μετέφεραν μέχρι το χωριό από τον όρμο ομάδες ανδρών στον ώμο γιατί δεν είχε γίνει ακόμα ο αμαξιτός δρόμος. Σημειώνεται, πως ειδικά για τη μεταφορά αυτών των ασήκωτων πραγμάτων, όλοι οι άνδρες της Λαγκάδας προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς και το γεγονός δηλώνει τη μεγάλη ανάγκη του χωριού για ένα εξελιγμένο ελαιοτριβείο και την εκτίμηση που είχαν στο λάδι.




Αργότερα, το 1969, μια ομάδα Αιγιαλιτών, ο Νίκος Κωβαίος, ο Νίκος Δενδρινός ή Νικολάρας, ο Νίκος Βασσάλος από τον Ποταμό αγόρασε συνεταιρικά μηχανήματα και εγκατέστησαν σε ένα κτίριο του Νικήτα Συνοδινού στον Κάμπο, το πρώτο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο στην Αμοργό το οποίο λειτούργησε για λίγα χρόνια, αντιμετωπίζοντας πάλι το πρόβλημα της μεταφοράς γιατί οι δρόμοι δεν είχαν κατασκευαστεί ακόμα και έκλεισε το 1982 όταν τέλειωσε το λιμάνι της Αιγιάλης. Από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα όλοι οι Αμοργιανοί εξυπηρετούνται από το μεγάλο, σύγχρονο ελαιοτριβείο του Γεωργικού Συνεταιρισμού στα Κατάπολα.




Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε οι Αιγιαλίτες με τις ελιές ήταν η πάντα η μεταφορά που εξαιτίας της έλλειψης δρόμων γίνονταν υποχρεωτικά με γαϊδούρια τα οποία κάθε σπίτι είχε απαραίτητα ένα και δύο. Σήμερα που έχουν επιτέλους κατασκευαστεί οι βασικοί δρόμοι στο νησί, τα λιόφυτα τα οποία είναι διασκορπισμένα εκτός από τον Κάμπο και σε όλες τις βορινές πλαγιές του επιβλητικού Κρούκελου καθώς και σε πολλές τοποθεσίες πίσω από τα Θολάρια,  εξυπηρετούνται από παλιά μονοπάτια που πατάνε μόνο τα γαϊδούρια. Αλλά αυτό το συμπαθές τετράποδο κοντεύει να εξαφανιστεί και από την Αμοργό που διατηρούσε μέχρι πρότινος ένα τεράστιο αριθμό ζωντανών. Τώρα λοιπόν που χρειάζονται είναι δυσεύρετα και όσα έχουν «εισαχθεί» από άλλα νησιά ή τη ηπειρωτική Ελλάδα δεν τραβάνε γιατί δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο δύσκολο έδαφος. Τα αμοργιανά γαϊδούρια λένε αυτοί που γνωρίζουν το ζήτημα, έχουν μικρότερες οπλές από τα άλλα τα οποία δεν βγάζουν περισσότερες από 15 ημέρες περπάτημα και σακατεύονται.


Από τα χαρακτηριστικά πάλι της Αιγιάλης είναι ότι σε κάθε λιόφυτο υπάρχουν ένα – δυο ή περισσότερα δέντρα που είναι αφιερωμένα στην κοντινή εκκλησία, κάτι βεβαίως που το πολυεθνικό συνεργείο δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό. «Έτσι το βρήκαμε από τους παλιούς, κι έτσι το συνεχίζουμε» μας είπε ο Νίκος Β. Βασσάλος, από τους πιο δημιουργικούς ανθρώπους της Αιγιάλης ο οποίος ζει μόνιμα στη Λαγκάδα του και εκτός από τον τουρισμό δραστηριοποιείται ακόμη με τις ελιές του πατρογονικού λιόφυτου, με περιβόλια, πουλερικά και ζώα.



Στο ελαιοτριβείο στα Κατάπολα, ο Νίκος αποτιμά τη σοδειά της χρονιάς


 
Οι παλιοί συνήθιζαν όταν έγραφαν στα παιδιά τους ένα τμήμα λιόφυτου να δίνουν και ένα – δυο δέντρα στον κοντινό άγιο ή για κάποια άλλη εκκλησία του χωριού έτσι ώστε να έχουν λάδι για τα καντήλια τους όλο το χρόνο. Γι’ αυτό οι ξένοι εργάτες εκτός από τα ελιές του Νίκου μάζευαν και από ορισμένα δέντρα που άλλα ήταν αφιερωμένα στον Άγιο Νικήτα, τη μητρόπολη του οικισμού Στρούμπος που είναι δίπλα στο Σηληνάρι και άλλα στην Αγία Τριάδα. Κάθε εκκλησία μάθαμε στη Λαγκάδα έχει τα δικά της δέντρα, άλλες λίγα, άλλες πολλά και η υποχρέωση που έχουν αναλάβει οι άνθρωποι που τις έχουν μέσα στα λιόφυτά τους, ξεπερνά και το μεγάλο εμπόδιο της εγκατάλειψης που διακρίνεται στα απομακρυσμένα και τα πιο δύσβατα μέρη. Μπορεί να μην μαζέψουν όλες τις ελιές, αλλά αυτές που είναι αφιερωμένες στις εκκλησίες θα βρουν τρόπο να τις μαζέψουν όλες!


Ελιές, ο θησαυρός της ελληνικής γης...


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και ορισμένες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "Έθνος",  EXPLORE NATURE τον Δεκέμβριο του 2009.

ΑΘΗΝΑ, 01122009

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΑΔΡΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ…


Η Μόσχα και ο Γιώργος Θεολογίτης μας κοιτάζουν μέσα από το κάδρο τους…
Ωραία ήταν την περασμένη εβδομάδα στην Αμοργό και μάλιστα περάσαμε πολύ καλά στο καφενείο «Έρωντας…» του Αντώνη Ρούσσου στη Λαγκάδα με τους φίλους και συναδέλφους από τη Θεσσαλονίκη που έγραψαν εκείνο το βράδυ ωραίες στιγμές από ένα αληθινό αμοργιανό γλέντι για μια εκπομπή της ΕΤ3.

Θα ήταν άδικο όμως να πούμε πως περνάμε καλά μόνο στον «Έρωντα» ή οπουδήποτε αλλού παίζουν οι φίλοι μουσικοί της Αμοργού και μας αρέσει να πηγαίνουμε και σε άλλους χώρους του νησιού και φυσικά στο μοναδικό καφενείο «Το Μοσχουδάκι», επίσης κι αυτό στη Λαγκάδα το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι και το πιο όμορφο στις Κυκλάδες. Και αυτό όχι γιατί διατηρεί το παραδοσιακό ύφος του κλασσικού νησιώτικου καφενείου των εργατικών ανθρώπων αλλά και γιατί ο κόσμος που πηγαίνει εκεί, θέλει δεν θέλει προσαρμόζεται στην αληθινή ατμόσφαιρα του χώρου που δεν έχει αλλάξει εδώ και πολλά χρόνια.

Τούτο εν μέρει οφείλεται και στο γεγονός ότι όλο το καφενείο το σαρώνουν από ψηλά με τα μάτια τους οι αείμνηστοι Μόσχα και Γιώργος Θεολογίτης και μέσα από το κάδρο που βρίσκονται θυμίζουν το πέρασμά τους από τη ζωή και την προσφορά τους στη Λαγκάδα πριν από ένα αιώνα. Επί πλέον, το χαρακτηριστικό ντύσιμό τους είναι και αυτό που υπαγορεύει και το ανάλογο ύφος στους θαμώνες που περνούν εκεί τις ώρες τους, αναλογιζόμενοι είτε τον κάματο της ημέρας ή τα χρόνια που πέρασαν και δεν γυρνούν πάλι πίσω στις ημέρες που Λαγκάδα ήταν γεμάτη κόσμο.

Από τους μόνιμους θαμώνες του «Μοσχουδάκι», οι Νικήτας Πορτοκάλλης, 
Σπύρος Βλαβιανός και Κωνσταντίνος Γρίσπος.

Η φωτογραφία στο κάδρο προέρχεται από μια μικρή φωτογραφία αγνώστου χρονολογίας και η οποία εικάζεται πως έχει τραβηχτεί κάποια χρονιά μέχρι το 1920 από κάποιον άγνωστο επίσης φωτογράφο η περιηγητή μάλλον που βρέθηκε στη Λαγκάδα και οπωσδήποτε εντυπωσιάστηκε από το ηλικιωμένο ζευγάρι και τα ρούχα που φορούσαν.

Έτσι λοιπόν τους έχουμε να τους καμαρώνουμε στον τοίχο του καφενείου και να μας κάνουν συντροφιά από εκεί που είναι τις στιγμές που το μυαλό μας ταξιδεύει είτε στα περασμένα χρόνια, είτε στις εξοχές της Αμοργού, στιγμές που μόνο τα φτερουγίσματα των σπουργιτιών που έχουν τη φωλιά τους σε κάποια τρύπα του τοίχου του καφενείου μπορούν να ταράξουν…

ΛΑΓΚΑΔΑ, ΑΜΟΡΓΟΣ 10052011