Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΓΙΑΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΓΙΑΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΣ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ…



Ναι, από την πόρτα του ωραίου κήπου του Νικόλα Μενδρινού, στη Φωκιότρυπα του Όρμου Αιγιάλης η θάλασσα απέχει μόνο ένα σπρώξιμο της πόρτας και είναι νομίζω ένα από τα ελάχιστα σημεία στο Αρχιπέλαγος που ταιριάζει απόλυτα με το γνωστό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πάνω σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη που ακούγεται όμορφα και στα βουνά...
(Φωτογραφία από το ωραίο -από πολλές απόψεις- καλοκαίρι του 2012 στην Αμοργό.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 19082017

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ ΓΕΥΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ

Ο Παναγιώτης Νομικός, μας καλωσορίζει στο "Λιμάνι της κυρά Κατίνας"...
Υπάρχουν κάποια σημεία στις Κυκλάδες και ορισμένα καταστήματα που δεν έχουν αλλάξει καθόλου μέσα στα χρόνια που πέρασαν, από την ανάπτυξη του νησιώτικου τουρισμού και δώθε και οι ιδιοκτήτες τους μπορούν να μιλήσουν για ένα σωρό πράγματα που αφορούν την πορεία τους και το ρόλο που έπαιξαν στην τοπική κοινωνία και την οικονομία. Κι ακόμη για τους ανθρώπους που διάβηκαν την πόρτα τους και απ’ αυτούς πολλοί επιστρέφουν, τις παρέες που γλέντησαν νύχτες ολόκληρες, τις ωραίες στιγμές που έμειναν στη μνήμη.




Ένα από αυτά τα ωραία μαγαζιά που μυρίζουν ακόμη αληθινό Αιγαίο είναι το «Λιμάνι της κυρά Κατίνας» στον Όρμο της Αιγιάλης, το οποίο πρωτολειτούργησε το 1980 από την κυρά Κατίνα και τον κυρ Αντώνη Νομικό και έμελε να γίνει το πιο γνωστό εστιατόριο στην Αμοργό, η φήμη του να φτάσει στις άκρες του κόσμου και η κυρά Κατίνα να γίνει ένα πρόσωπο που το θυμούνται όλοι όσοι πέρασαν από την Αμοργό εκείνα τα χρόνια μέχρι το 2002 το μαγαζί μετά τον θάνατο των γονιών τους, πέρασε στα χέρια του Παναγιώτη και του Θανάση και το δουλεύουν σήμερα μαζί με τις γυναίκες τους Κορνηλία (Λία) και Πούκυ.

Ο Αντώνης και η Κατίνα Νομικού που άνοιξαν το 1980 το "Λιμάνι"...

Εκείνα τα χρόνια θυμάται ο Παναγιώτης, στον Όρμο δεν υπήρχε λιμάνι και το πλοίο που έφθαναν, τα θρυλικά «Μιαούλης» και ο «Νηρέας» και κατέβαζαν τον κόσμο με βάρκες. Ούτε ηλεκτρικό είχε ακόμη η Αιγιάλη αλλά ήδη είχε διαμορφωθεί ένα ρεύμα τουριστών οι οποίοι καθώς δεν υπήρχαν δωμάτια, έμειναν και κοιμόνταν στην παραλία, κάτω από τα λίγα αρμυρίκια κι ακόμα κάτω από τα λιόδεντρα. Η παρουσία τόσου κόσμου ξαφνικά στην Αιγιάλη επόμενο ήταν να κινητοποιήσει την κυρά Κατίνα η οποία μέχρι τότε διατηρούσε ένα μικρό καφενείο που εξυπηρετούσε τον κόσμο με απλά πράγματα, να ανοίξει το πρώτο, μαζί με το «Κοράλι», εστιατόριο στην Αιγιάλη. Λόγω δε των αντικειμενικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε όλο το νησί με το ηλεκτρικό και τις προμήθειες, η κουζίνα της κυρά Κατίνας στηρίχθηκε μόνο στα τοπικά προϊόντα, από τα περιβόλια του Γιάννια και του Πονηρού στον Όρμο και τα κοπάδια των βοσκών καθώς και ψάρια από τα καίκια των ντόπιων ψαράδων κάτι που συνεχίζουν μέχρι σήμερα ο Παναγιώτης και ο Θανάσης. Τα περισσότερα φαγητά τότε τα έψηνε στον τοπικό φούρνο ενώ το ψυγείο λειτουργούσε με γεννήτρια και ο φωτισμός γίνονταν με ασετυλίνη. Στον εφοδιασμό του «Λιμανιού» αλλά και όλης της Αμοργού πρέπει να σημειώσουμε την προσφορά του «Σκοπελίτη», του σκάφους που έχει γράψει τη δική του ιστορία στις Μικρές Κυκλάδες καλύπτοντας όλες τις ανάγκες.

Η κυρά Κατίνα στην κουζίνα του "Λιμανιού" της
Το «Λιμάνι» δεν λειτούργησε όμως μόνο ως εστιατόριο εκείνα τα χρόνια για τους πρώτους τουρίστες στην Αιγιάλη, τους λεγόμενους χαϊδευτικά και «σαμαράδες» από τους ντόπιους γιατί πήγαιναν με το γνωστό σακίδιο στην πλάτη και το σλήπιγκ μπαγκ στη μασχάλη. Το εστιατόριο της κυρά Κατίνας ήταν το καταφύγιο τους εκτός από φαγητό και το πλύσιμό τους και την μπουγάδα τους καθώς και για άλλες ανάγκες υγιεινής. Σε τούτο ευθύνεται η κυρά Κατίνα ή οποία τους έβλεπε όλους σαν παιδιά της και τους φερόταν σαν μάνα. Έτσι της βγήκε και τα όνομα «mammy» κι έτσι την αποκαλούσαν οι περισσότεροι. «Πάμε στη mammy» έλεγαν και ο ρόλος αυτός της έδινε και το δικαίωμα να μαλώνει όποιους παραφέρονταν λιγάκι, να τους συμβουλεύει και ακόμα να τους κάνει και πίστωση αν ξέμειναν από χρήματα. Μέχρι την τελευταία δραχμή θυμάται ο Παναγιώτης εξοφλούσαν με επιταγές που έστελναν στην κυρά Κατίνα μόλις έφταναν στα σπίτια τους τα φρικιά εκείνης της εποχής που μαζεύονταν στην Αιγιάλη για τρεις εβδομάδες τον Αύγουστο.
Ο Αντώνης Νομικός έβαζε κι αυτός το χεράκι του στην κουζίνα.
Όντως εκείνα τα καλοκαίρια στην Αιγιάλη κρατούσαν μόνο τρεις εβδομάδες τον Αύγουστο καθώς ο κόσμος που την επισκέπτονταν, πήγαινε με το πρώτο πλοίο του Αυγούστου και έφευγε γύρω στις 25 του μήνα. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που παρέμειναν λίγες μέρες παραπάνω και φυσικά γινόταν μεγάλο γλέντι με τους ντόπιους όταν έφτανε η νύχτα της αποχώρησης. Στο «Λιμάνι» κάποια καλοκαίρια άραζαν και μουσικοί, όπως το πλήρωμα του ιστορικού για την Αιγιάλη εκείνης της εποχής καϊκιού «Αλδεβαράν», ο «Πατούχας», ο Χατζής, ο Κοροβιάννος, ο Παρτσακλός όλοι από τη Λειβαδιά και έπαιζαν κυρίως ρεμπέτικα καθώς τέτοια ήθελε το κοινό και απαιτούσε η εποχή βεβαίως. Έπαιζαν στα σκαλιά μπροστά από το «Λιμάνι» και γίνονταν χαμός ενώ δεν ήταν και λίγες οι φορές που έπαιζαν μέσα στο μαγαζί το οποίο στο μεταξύ είχε γίνει στέκι για πολλούς καλλιτέχνες που επισκέπτονταν την Αιγιάλη, όπως ο Μανώλης Ρασούλης, οι Κατσιμιχαίοι και άλλοι πολλοί.

Το λιμάνι στον Όρμο της Αιγιάλης
Σημείο αναφοράς για την Αιγιάλη λοιπόν είχε γίνει το «Λιμάνι» εκείνα τα χρόνια, σε βαθμό μάλιστα που έγινε σύνθημα για εκείνους που έφευγαν σαν τέλειωνε το καλοκαίρι και τους φώναζαν πριν επιβιβαστούν στο πλοίο αυτοί που έμειναν «Εσείς στην Αθήνα κι εμείς στην Κατίνα». Περιττό δε να ειπωθεί πως όλοι όσοι έρχονταν ή έφευγαν περνούσαν και αγκάλιαζαν και φιλούσαν την κυρά Κατίνα το «Λιμάνι» της οποίας θεωρούσαν σαν το σπίτι τους. Το γεγονός βέβαια υπήρξε και αφορμή για ποικίλα σχόλια, όταν λόγω της ανάπτυξης των δωματίων στον Όρμο, οι ντόπιοι άρχισαν να πιέζουν τους «σαμαράδες» να εγκαταλείψουν τα αρμυρίκια και την παραλία και να περάσουν στα δωμάτια. Έγιναν μάλιστα και κάποια επεισόδια και πολλοί ήταν αυτοί που στοχοποίησαν το «Λιμάνι» ως το κέντρο που έλκυε τους «σαμαράδες» και τα «φρικιά» της εποχής εκείνης. Εκείνη η εποχή πάει πέρασε και για την Αμοργό και άλλαξε ο κόσμος για όλες τις Κυκλάδες. Η ωραία ατμόσφαιρα όμως δεν άλλαξε καθόλου στην Αιγιάλη και στο «Λιμάνι» και ο Παναγιώτης με τον Θανάση συνεχίζουν την παράδοση της κυρά Κατίνας στην κουζίνα και βεβαίως στα ψαρικά για τα οποία φημίζεται καθώς προμηθεύονται ψάρια από τους ντόπιους ψαράδες. «Μέχρι πέρσι» λέει ο Παναγιώτης «τα καλά ψάρια δεν έφταναν. Τώρα λόγω κρίσης και του περιορισμού των Ελλήνων και των Ιταλών τουριστών που τα προτιμούσαν υπάρχουν σε αφθονία. Φέτος θα έχουμε μπαρμπούνια και τον Αύγουστο!».

Ο Παναγιώτης μας παρουσιάζει τα καλά του "Λιμανιού"
Το καινούργιο για το «Λιμάνι» είναι η ταϋλανδέζικη κουζίνα που προσφέρει κάθε Παρασκευή και τούτο οφείλεται στην Πούκη, την ταυλανδή γυναίκα του Θανάση η οποία έχει απόλυτα ενσωματωθεί στη κουζίνα του μαγαζιού αλλά καταφέρνει παράλληλα και μαγειρεύει εξαιρετικά και φαγητά της πατρίδας της, γεγονός που εκτιμάται ιδιαίτερα από τους ντόπιους και τους εργαζόμενους στην Αιγιάλη. Το ιδιαίτερο πάλι για το «Λιμάνι» είναι η προτίμηση που δείχνουν οι πελάτες, άλλοι να κάθονται στο στενό δρομάκι μπροστά από την είσοδο του μαγαζιού και πίσω από τον τοίχο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου για να χαζεύουν και την κίνηση και άλλοι να προτιμούν την ωραία βεράντα με τη θέα στον Όρμο.

Ο Παναγιώτης σερβίρει τον συνάδελφο Κώστα Σερέζη
Οι τοίχοι του «Λιμανιού» είναι γεμάτοι από έργα καλλιτεχνών, Ελλήνων και ξένων που πέρασαν ή έζησαν στην Αμοργό και εκεί έβρισκαν φιλόξενο χώρο να τα εκθέσουν και ορισμένοι μάλιστα . Το πιο σπουδαίο όμως είναι ότι το «Λιμάνι» είναι ένας χώρος, ο μοναδικός ίσως σε όλη την Αιγιάλη που μπορεί να μιλήσει για την ιστορία του τουρισμού στο νησί και τούτο γιατί ο Παναγιώτης με το Θανάση έδεσαν εκεί τη ζωή τους και συνέχισαν την παράδοση που ξεκίνησαν οι γονείς τους πριν από τριάντα χρόνια. Σημειώνουμε πως το «Λιμάνι» ανοίγει κάθε χρόνο μια εβδομάδα πριν το Πάσχα και κλείνει περί τα μέσα Οκτωβρίου. Εξαίρεση αποτελεί η γιορτή του Αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου που ανοίγει για το μικρό πανηγυράκι και ο Παναγιώτης  στρώνει τραπέζι για τους ντόπιους και τους ξένους που θα τύχει να είναι εκεί αυτές τις ημέρες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το αφιέρωμα στο "Λιμάνι της κυρά Κατίνας" δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό "Σκάφος - Φουσκωτό" της εφημερίδας Έθνος τον Αύγουστο του 2012.

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΑΙΓΙΑΛΙΣ» ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΑΙΓΙΑΛΗΣ



Στην Αμοργό πήγα για πρώτη φορά το 2003, στο φεστιβάλ «ΥΠΕΡΕΙΑ» που επί σειρά ετών προβάλλει αυτό το ξεχωριστό νησί των Κυκλάδων, τη φύση, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του. Έτσι γνώρισα το ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa, ψυχή του οποίου είναι η Ειρήνη Γιαννακοπούλου που διοργανώνει και το προαναφερόμενο ωραίο φεστιβάλ.

Δεν χρειάστηκε πολύ να με κερδίσει η Αμοργός και από τότε μέχρι σήμερα την έχω επισκεφτεί παραπάνω από 30 φορές σε διάφορες εποχές του χρόνου, φθινόπωρο και άνοιξη οι περισσότερες γιατί είναι και πιο ευνοϊκές οι συνθήκες να την γνωρίσω. Έτσι μπορώ να λέω πως την έχω περπατήσει ολόκληρη (πλην το τρομερού Ξόδωτου και δεν έχω πάει και στα Μεταλλεία), έχω συμμετάσχει αρκετές φορές σε όλα τα μεγάλα πανηγύρια καθώς και σε πολλά μικρότερα σε κάθε μεριά του νησιού και ως είναι επόμενο γνώρισα και έκανα πολλούς φίλους από την Αμοργό και η φιλία μας κρατάει γερά.

Πολλά και ωραία μάλιστα ήταν και τα αφιερώματα και τα κείμενα που έγραψα για διάφορα πράγματα της Αμοργού (από τα πανηγύρια ειδικά μέχρι το ελαιομάζωμα στην Αιγιάλη και τα μελίσσια της Νικουριάς καθώς και για μικρά νησιά γύρω της, την Γραμβούσα και την Κίναρο) και τα οποία δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες και τα περιοδικά όσο αυτά ήταν στην άνθησή τους. Στη δημοσιογραφική αυτή δραστηριότητα πρέπει να προσθέσω και ένα βιβλίο με τίτλο «Κέντημα στην πέτρα ήταν η ζωή του» το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Μιχάλη Ρούσσο που κέντησε στις πέτρες του Ασφοντυλίτη τους καημούς και τα όνειρά του το οποίο έχει εξαντληθεί και θα επανακυκλοφορήσει ελπίζω σύντομα.




Ως βάση για τη γνωριμία μου με την Αμοργό τις περισσότερες φορές ήταν το ξενοδοχείο 
Aegialis Hotel & Spa χάρη βεβαίως της Ειρήνης Γιαννακοπούλου και της οικογένειας της με την οποία έχουμε καλλιεργήσει μια ωραία φιλία και με έχει βοηθήσει πολύ σε αυτά που κάνω. Έτσι εκεί νιώθω κυριολεκτικά σαν το σπίτι μου και μου αρέσει πολύ μετά τις περιπλανήσεις μου να κάθομαι στις βεράντες του και να κοιτάζω τον μεγάλο όρμο της Αιγιάλης, πράγμα που συγκαταλέγεται στα μεγάλα ατού του ξενοδοχείου για το οποίο θα σας γράψω περισσότερα σε επόμενα σημειώματα τις ημέρες που θα ακολουθήσουν. 

ΑΜΟΡΓΟΣ, 17072017

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΠΕΡΑΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ



Για το γαλάζιο· το μοναδικό της θάλασσας της Αμοργού είπαν και έγραψαν ένα σωρό πράγματα, μέχρι και ταινία («Βαθύ Γαλάζιο») που το έκανε διάσημο σε όλο τον κόσμο έγινε και πολλούς έτσι προκάλεσε να πάνε να την δουν και να την απολαύσουν με τα μάτια τους και να τη νιώσουν στο κορμί τους σε μια από τις πολλές παραλίες που έχει το νησί.




Κάποιες απ’ αυτές είναι δίπλα στους οικισμούς και τις φτάνει όποιος θέλει με τα πόδια από τα ωραία μονοπάτια που διατηρούνται ακέραια και διατρέχουν στο σώμα του νησιού καθώς τα προσέχουν οι ντόπιοι και τα τιμούν ιδιαίτερα περιπατητές απ’ όλο τον κόσμο. Από την άλλη όμως, κάποιες άλλες παραλίες, όπως ο Λεβροσός ή άλλες κοντά στα Κατάπολα καθώς και στη Γραμβούσα ή πίσω στα Χάλαρα, τις φτάνει κάποιος με ωραία πλεούμενα, τα λεγόμενα και περάματα, τα οποία εκτελούν πυκνά δρομολόγια από και προς αυτές τις παραλίες και εκτός από την εξυπηρέτηση αποτελούν και ωραίες εικόνες μικρών ταξιδιών που δίνουν ένα άλλο χρώμα στην πιο γαλάζια θάλασσα των Κυκλάδων. 

ΑΜΟΡΓΟΣ, 04072017 

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΑΡΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ…

Η παραλία της Αιγιάλης, μια από τις πιο ωραίες των Κυκλάδων

Την Αμοργό την γνώρισα πριν από δεκαπέντε χρόνια και από τότε την επισκέπτομαι συνέχεια, την έχω περπατήσει όλη (πλην του τρομερού Ξόδωτου λόγω υψοφοβίας και δεν έχω πάει και στα Μεταλλεία), έχω ζήσει όλα της τα πανηγύρια, την αγαπώ σαν δεύτερη νησιωτική πατρίδα, έχω συνδεθεί με καλή φιλία με πολλούς Αμοργινούς και έχω γράψει πολύ ωραία κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά τα οποία κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως υπήρχαν και μάλιστα από αυτά τότε ζούσαμε...

 Άλλαξαν οι εποχές στα ΜΜΕ, διαλύθηκαν κυριολεκτικά αλλά αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα σταματήσουμε να γράφουμε και τα καινούργια Μέσα αποτελούν μια πρόκληση ακόμη και για μας τους παλαιότερους (από την εποχή της λινοτυπίας ακόμη δημοσιογράφους) πρόκληση στην οποία πιστεύω πρέπει να  ανταποκριθούμε με τον τρόπο που ο καθένας μας έχει διαμορφώσει και αναγνωριστεί και βεβαίως με την ποιότητα που πρέπει να έχουν αυτά τα νέα κείμενα σε ένα παγκόσμιο ψηφιακό περιβάλλον. Όντως απαιτείται ένας καινούργιος τρόπος γραψίματος και πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε πάλι ενδιαφέροντα κείμενα και παρουσιάσεις ωραίων τόπων και ανθρώπων που αγαπάνε τον τόπο τους, δημιουργούν και αποτελούν… το αλάτι του κόσμου που ζούμε.


Εγώ από την πλευρά μου, τολμώ αυτές τις ημέρες να ξεκινήσω μια καινούργια σειρά κειμένων και παρουσιάσεων για την Αμοργό την οποία γνωρίζω καλά και με τη βοήθεια και την υποστήριξη των φίλων που έχω στο ωραίο νησί, πιστεύω πως θα καταφέρω να σας μεταφέρουμε συχνά και τακτικά εικόνες και πράγματα που πολλούς θα ενδιαφέρουν. 

ΑΜΟΡΓΟΣ, 02072017  

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΑ ΘΟΛΑΡΙΑ



Τα Θολάρια, το μεγάλο χωριό της Αιγιάλης στην Αμοργό είναι από εκείνα που μου αρέσουν περισσότερο για τη φυσική του ομορφιά, την ιστορία του αλλά κυρίως για τους ανθρώπους του με τους οποίους έχω αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις και χαιρόμαστε πολύ όταν συναντιόμαστε οποιαδήποτε στιγμή στο χρόνο. Παρόλο δε που έχω επισκεφτεί την Αμοργό πάνω από 40 φορές τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, την έχω περπατήσει ολόκληρη και έχω πάει σε όλα σχεδόν τα πανηγύρια της χειμώνα και καλοκαίρι, δεν είχε τύχει να βρεθώ στο μεγάλο πανηγύρι των Θολαρίων, των Αγίων Αναργύρων που ξεκίνησε χθες και κορυφώνεται σήμερα στο ωραίο αυτό χωριό.





Χθες έγινε ήταν ο μεγάλος εσπερινός και ακολούθησε γλέντι στην αυλή της εκκλησίας που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Θολαρίων "Η αρχαία Βίγλα" με τους μουσικούς Μάρκο Γαβαλά, Γιακουμή Γαβαλά και Μανώλη Νομικό ενώ σήμερα θα ακολουθήσουν άλλα ωραία και για τα οποία θα διαβάσετε αναλυτικά σε επόμενο σημείωμα γιατί τούτη την ώρα προέχει η συμμετοχή μου σήμερα στο ωραίο πανηγύρι…

ΑΜΟΡΓΟΣ, 01072017

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Είναι από τις φωτογραφίες που αγαπώ. Τραβηγμένη επτά χρόνια πριν σαν σήμερα στην παραλία της Αιγιάλης, πρώτη ημέρα θυμάμαι που μπήκα εκείνη τη χρονιά στη θάλασσα παίρνοντας θάρρος από τα παιδιά, καθότι φανατικός λάτρης του Αυγούστου.


Την αγαπώ γιατί δείχνει  την ανταπόκριση δυο παιδιών στο κάλεσμα της θάλασσας με την προσήκουσα συστολή που απαιτείται ένα τέτοιο τόλμημα σε αυτή την άγουρη ακόμη ηλικία και την απλότητα που υπαγορεύει το καλοκαίρι.  Την ανασύρω πάλι από το αρχείο για να υποστηρίξω, μιας και βοηθάει και η ζέστη σήμερα, την απόφαση για το πρώτο μπάνιο έστω και στις παραλίες της Αττικής που μπορεί να φτάσει κάποιος και με το τραμ… 

ΑΘΗΝΑ, 25062017

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

Λεβροσός, μια παραλία όνειρο στην Αιγιάλη!

Αφήνουμε πίσω μας απόψε τη μικρότερη νύχτα του χρόνου και θα περάσουμε, κατά πως μπορεί και έχει στρώσει ο καθένας, τη μεγαλύτερη μέρα του 2017 και με την οποία ανοίγει και επισήμως το ελληνικό καλοκαίρι και όπως συνηθίσαμε τα τελευταία χρόνια θα κάνουμε σχέδια για διακοπές, στα νησιά ή στα βουνά, αναλόγως όπως επιθυμεί ο καθένας.  

Αν και ο βροχερός φετινός Ιούνιος και τα όσα βεβαίως ζούμε με υποχρεώνουν να κάνω περιορισμένα σχέδια, θα τηρήσω κι εφέτος την παράδοση. Έτσι το πρώτο πράγμα που πήγε ο νους μου για το καλοκαίρι είναι η Αμοργός, ένα νησί που αγαπάω ιδιαίτερα και το έχω περπατήσει ολόκληρο. Στα πολλά ταξίδια που έχω κάνει κατά τα περασμένα 20 χρόνια, γνώρισα πολλούς ανθρώπους, έκανα φίλους και έτσι τολμώ να την πω σαν την δεύτερη, μετά την πρώτη πατρίδα των βουνών, νησιωτική πατρίδα μου.


Όπως δεν είχα σκεφτεί τίποτα για το καλοκαίρι, έτσι δεν χρειάστηκε και βάλω κάτω τον χάρτη να κάνω σχέδια και είπα ότι φέτος το καλοκαίρι έχει κάποια ταξίδια στην Αμοργό. Πόσες μέρες και πότε, το άφησα να τρέχει και να τα κάνω αναλόγως με τη διάθεση και τις καταστάσεις που θα προκύψουν καθώς και από την πρόοδο ενός έργου που έχω ξεκινήσει από πολλά χρόνια πριν και πρέπει φέτος να τελειώσει. Πρόκειται για την έκδοση μιας  σειράς κειμένων, άλλα δημοσιευμένα και άλλα αδημοσίευτα που θέλουν όπως κατάλαβα να πάρουν λίγο αέρα από την Αμοργό και να δουλευτούν επί τόπου, στην Αιγιάλη, στα Κατάπολα, τη Χώρα, την Έξω Μεριά και όπου αλλού χρειαστεί για να γίνουν καλύτερα!

ΑΘΗΝΑ, 21062017

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ ΜΙΑΣ ΑΣΠΡΗΣ ΓΑΤΑΣ



Λένε πως ορισμένοι άνθρωποι που έχουν γαλάζια μάτια ματιάζουν· πολλοί μάλιστα είναι αυτοί που μπορούν να καταθέσουν πως από τέτοια μάτια έχουν υποστεί τις συνέπειες ενός κακού ματιάσματος. Για να ματιαστεί δε κάποιος άνθρωπος, φυσικά και πρέπει να διαθέτει κάποια ιδιαίτερα -κατά συνθήκην καλά στοιχεία- που προκαλούν τη ζήλεια και το φθόνο αλλά πολλές φορές τούτο γίνεται και από απλό θαυμασμό για τον άλλον ή το έργο του ακόμα το οποίο μπορεί έτσι να καταστραφεί σε μια στιγμή. Τότε είναι που ο ματιασμένος καταφεύγει σε κάποια ηλικιωμένη γυναίκα συνήθως για να τον ξεματιάσει με τον τρόπο που ξέρει μόνο αυτή και μετά από κάποιες μυστικές πάντα ενέργειες, λόγια και κινήσεις ελευθερώνεται από το μάτι και ησυχάζει και επανέρχεται στην πρότερη κατάστασή του.
Αυτό βέβαια γίνεται μεταξύ των ανθρώπων και νομίζω πως καθόλου δεν συμβαίνει στον κόσμο των ζώων, πόσο δε από τις γάτες, όπως αυτή της φωτογραφίας που είδα ένα απόγευμα Νοέμβρη το 2011 σε μια αυλή της Λαγκάδας, οι οποίες ζουν μόνιμα ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν λοιπόν μάτιαζαν και οι γάτες με γαλάζια μάτια, τότε θα ήταν που ο καθένας μας θα ήθελε διαρκώς μια ξεματιάστρα δίπλα του για να του διώχνει το μάτι και έτσι θα παρέλυε ολόκληρη η κοινωνία από το απλό λόγο του ματιάσματος του ενός για τον άλλον...

ΑΜΟΡΓΟΣ, 22112011

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΚΟΥΒΑΡΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ



Μια και πιάσαμε από το πρωί κουβέντα για γάτες, ας δώσουμε μια συνέχεια με αυτά τα συμπαθή τετράποδα, ειδικά για εκείνα που δεν είναι του σπιτιού αλλά του δρόμου, τα οποία ενώ θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένα γιατί ζουν εντελώς ελεύθερα, αντιθέτως είναι πιο δυστυχισμένα, πιο ευάλωτα στους κινδύνους και το ίδιο εξαρτημένα με τις οικόσιτες εξαιτίας της αδυναμίας της εύρεσης τροφής στους κήπους, τα χωράφια ή και στα χωριά.

Έτσι λοιπόν αυτές οι γάτες, οι ελεύθερες μπορεί να πεινάνε διαρκώς αλλά αυτό δεν τις εμποδίζει να πολλαπλασιάζονται ασύδοτα και να πλημμυρίζουν τα σοκάκια και τις πλατείες των πόλεων ή τα λιμάνια των νησιών. Φυσικά και στα μεταξύ τους ζευγαρώματα δεν υπάρχουν περιορισμοί αναφορικά με την ράτσα ή το είδος κι έτσι βλέπουμε διάφορα ωραία και απροσδόκητα αποτελέσματα, ειδικά στα χρώματά τους του τριχωτού τους.

Τούτο βέβαια εξαρτάται από τη δύναμη του αρσενικού, του γάτου που μέσα από φοβερές μάχες και καυγάδες με τους άλλους θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στο κοπάδι των ελεύθερων θηλυκών και θα διαιωνίσει δια τους πολλαπλασιασμού τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Στην περίπτωση φυσικά και κυριαρχεί ο γάτος που δεν είναι μόνο ο πιο δυνατός αλλά εκείνος που διαθέτει και μια προσαρμοστικότητα στις καταστάσεις.

Στην περίπτωση του κοπαδιού από τις γάτες, που έπεσαν με τα μούτρα στην τροφή που τους έριξε πρωί – πρωί ο Λευτέρης Γαβαλάς στον Όρμο Αιγιάλης, βλέπουμε πως από τις δεκαπέντε οι μισές και παραπάνω έχουν το ίδιο χρώμα, ανοιχτό καστανό και τούτο επιβεβαιώνει τις παραπάνω σκέψεις για τους προγόνους τους, αρσενικούς και θηλυκούς, αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ποιο από τα δυο φύλλα ευθύνεται γι’ αυτό.

Σημασία έχει πως είναι πολύ ισχυρό και δεν είναι απίθανο κάποια μέρα όλες οι γάτες της Αιγιάλης να καταλήξουν να έχουν το ίδιο καστανό χρώμα. Όσο φυσικά υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Λευτέρη για παράδειγμα που τις νοιάζονται χειμώνα καλοκαίρι γιατί τελικά αυτές, ανεξάρτητα από χρώμα και ράτσα, είναι οι μόνες υπάρξεις που ζωντανεύουν είτε μόνες, είτε σε ομάδες τα σιωπηλά χωριά στην ύπαιθρο χώρα και τα άδεια λιμάνια των νησιών

ΑΜΟΡΓΟΣ, 22112011

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Το συνεργείο του λιομαζέματος στην ώρα της δουλειάς και σε μια αναμνηστική φωτογραφία μετά το τέλος μιας κουραστικής αλλά γόνιμης μέρας.

Από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα, στα λιόφυτα που σκεπάζουν τον κάμπο της Αιγιάλης δίνεται κάθε Νοέμβριο η μεγάλη μάχη για το λάδι του σπιτιού και του αγίων τα καντήλια και στην οποία συμμετέχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως.


Ο Κλάους είναι ελβετός, αρχιτέκτων τοπίου και κάθε χρόνο έρχεται στην Αιγιάλη να μαζέψει ελιές γατί θεωρεί αυτή τη δουλειά υψηλή αισθητική...

Ο Κλάους από την Ελβετία είναι αρχιτέκτονας τοπίου και επισκέπτεται την Ελλάδα περισσότερα από 40 χρόνια· τα τελευταία δέκα όμως επιλέγει να έρθει κάθε Νοέμβριο στην Αμοργό στο λιομάζωμα γιατί του αρέσει και παράλληλα απολαμβάνει τη φθινοπωρινή αμοργιανή φύση. Αυτός βεβαίως και δεν έχει και τόση ανάγκη το μεροκάματο, όσο η Μαρία και ή Άννα από τη Βουλγαρία, ο Κούμπα από την Πολωνία και ο Ανδρέας με τον Φανούρη από την Αλβανία. Ούτε και ο νεαρός γάλλος Λώρη η ο δάσκαλος της μουσικής Γιάννης το κυνηγάνε, αλλά όλοι μαζί αποτέλεσαν πριν από λίγες ημέρες το πολυεθνικό συνεργείο που «χτένισε» τις ελιές στο περιποιημένο κτήμα του Νίκου Β. Βασάλου, στο Σηληνάρι της Λαγκάδας.


Είναι ζήτημα αν απ’ όλους ένας ήξερε πριν από λίγα χρόνια κατά που πέφτει η Λαγκάδα ή αν είχε ασχοληθεί παλιότερα με το μάζεμα των ελιών. Όλοι όμως τα κατάφεραν μια χαρά και καθώς φέτος βοήθησε αρκετά και ο ήπιος καιρός, έδειχναν ικανοποιημένοι σαν έπεφτε το σύνθημα για την αποχώρηση από το λιόφυτο. Εκείνη τη στιγμή όμως που έπρεπε να φορτωθούν ο Προκόπης και η Αραπίνα, τότε φαίνονταν οι διαφορές μεταξύ των εθνικοτήτων καθώς οι μόνοι που γνώριζαν πως φορτώνεται ένας γάιδαρος ήταν οι δυο Αλβανοί οι οποίοι καμάρωναν μάλιστα γι’  αυτή την επιδεξιότητά τους η οποία τους έδινε πόντους για την αναζήτηση εργασίας.  



Φυσικά και οι προαναφερόμενοι δεν ήταν οι μόνοι που μάζεψαν φέτος ελιές στην Αιγιάλη, πολλοί άλλοι ευρωπαίοι και κυρίως βαλκάνιοι έβγαλαν μεροκάματο, γιατί η παραγωγή ήταν μεγάλη και τα ντόπια χέρια δεν επαρκούσαν ή απουσίαζαν. Το ίδιο συνέβαινε και στα παλιότερα χρόνια και αντί Αλβανών και Γάλλων, τα αιγιαλίτικα λιόφυτα γέμιζαν εργάτες που έρχονταν από τα κοντινά νησιά, Ηρακλειά, Σχοινούσα και το Κουφονήσι και δούλευαν από νύχτα σε νύχτα μόνο για μια οκά λάδι! Σήμερα που ένα κιλό λάδι κάνει δεν κάνει τέσσερα ευρώ και το μεροκάματο ξεπερνάει τα σαράντα, η εγκατάλειψη των ελιών θεωρείται λογική αλλά κάτι τέτοιο δεν το χωρά το μυαλό των Αιγιαλιτών που θεωρούν ακόμη τις ελιές κομμάτι της ζωής τους. Οι περισσότερες μάλιστα έχουν ηλικία πάνω από 200 – 300 χρόνια, υπάρχει μάλιστα μια στο λιόφυτο του Βασσάλου που όπως υπολογίζουν πρέπει να είναι φυτρωμένη εκεί τουλάχιστον 2.500 χρόνια. Από την εποχή δηλαδή που ήκμασαν οι αρχαίες πόλεις της Αμοργού αυτό το μνημειακό δέντρο, το οποίο διατηρεί και τα σημάδια μιας φωτιάς από το παρελθόν, έδινε τις μικρές ελιές του στους Αμοργίνους.


Αυτά τα σπουδαία λοιπόν δέντρα που στήριξαν εκείνες τις παλιές κοινωνίες είναι οι πραγματικοί μάρτυρες της ιστορίας της Αμοργού και αν είχαν στόμα πολλά θα έλεγαν για τους ανθρώπους που γνώρισαν τόσους αιώνες, τις συνήθειές τους, τις ανάγκες τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Αυτό βέβαια που δεν θα περίμεναν ποτέ είναι να αντικατασταθούν τα χέρια με ένα μακρύ κοντάρι που στην άκρη του έχει μια θορυβώδη σβούρα με πολλά πλαστικά κρόσια που εισχωρούν στο φύλλωμα του δέντρου και αποκολλούν τον καρπό και τα δάκτυλα από πλαστικά επίσης χτένια. Είναι ασφαλώς μια ευρεσιτεχνία που λιγοστεύει τον κόπο και περιορίζει τις ακροβασίες, αλλά ακυρώνει όλους τους κλασικούς ήχους του ελαιώνα, αποκλείει την κουβέντα των ανθρώπων μεταξύ τους και διώχνει μακριά τα πουλιά που πλημμυρίζουν τις λαγκαδιές και τους θάμνους της περιοχής αυτή την εποχή.





Παλιότερα, το λιομάζεμα στη Λαγκάδα ήταν μια κοινή για το χωριό γιορτή καθώς όλοι κατέβαιναν στα λιόφυτα και για να ξεχάσουν τον κόπο, έπιαναν το τραγούδι, έκαναν πειράγματα μεταξύ τους και γνωριμίες. Ήταν πράγματι ένας μήνας το χρόνο που όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι ασχολούνταν με τις ελιές. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν έτοιμα παξιμάδια για ολόκληρο το μήνα, πολλοί μάλιστα ήταν αυτοί που έσφαζαν και το χοίρο τους από τον Σεπτέμβριο για να έχουν παστό κρέας και καβουρμά να τρώνε κατά αυτή την περίοδο. Το φαγητό τους στο λιόφυτο συμπληρώνονταν ακόμη και από παστά αλλά και φρέσκα ψάρια που τους έφερναν οι τρατάρηδες κι έτσι κανένας δεν έλειπε από τη μεγάλη μάχη της συγκομιδής.


Το συνεργείο του λιομαζέματος σε ένα διάλειμα κολατσίζει

Όταν λέγαμε «πάμε για ελιές», μας αφηγήθηκε η κυρά Ρήνη Βασσάλου, σήμαινε και μια ιδιαίτερη προετοιμασία του καλαθιού που απαραίτητα είχε μέσα μια ποδιά και ένα μακρύ σχοινί. Την μεγάλη ποδιά από κατσίκισιες τρίχες την οποία κατάργησαν αργότερα τα ελαιόπανα, τη χρησιμοποιούσαν να βάζουν μέσα τον καρπό που τραβούσαν με τα χέρια και το σχοινί να ανεβαίνουν στα ψηλά κλωνιά, όπου δεν έφτανε η σκάλα. Επειδή τότε δεν κλάδευαν όπως σήμερα αυστηρά τα δέντρα αλλά άφηναν τα κλωνιά τους να ψηλώσουν, έπιαναν δυο – τρία μαζί και τα έδεναν με το σχοινί, πατούσαν σε αυτό το σκαλοπάτι και έφτιαχναν ένα άλλο παραπάνω έτσι ώστε να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν. Αυτό το σκαρφάλωμα από κόμπο σε κόμπο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και πολλοί, ανάμεσα τους και η κυρά Ρήνη κάποτε, το πλήρωναν κατά καιρούς με σοβαρά κατάγματα και ανεπανόρθωτες ζημιές.


Ο Νίκος Βασάλλος, ακουμπά στην πιο αρχαία ελιά του λιόφυτου

Εκείνα τα χρόνια δεν έπρεπε να μείνει ούτε κουκούτσι στο λιόφυτο και μάζευαν τις ελιές μια – μία από το έδαφος. Κατόπιν η μεταφορά τους γίνονταν πάλι μέσα σε τραγίσια τσουβάλια στα πρωτόγονα λιοτρίβια του χωριού που εκείνη την εποχή αριθμούσε έξι και τα οποία μέχρι το 1960 περίπου και συνήθως ήταν συνεταιρικά. Για να λειτουργήσουν, χρειάζονταν πάντα τρεις ανθρώπους: τον «μηχανικό» που έβαζε τη ζύμη κάτω από την πέτρα να αλεστεί, αυτόν που γύριζε τον κύλινδρο και έναν που ήταν βοηθός του «μηχανικού». Για τη σκληρή αυτή εργασία οι ιδιοκτήτες έπαιρναν για λιοτριβιάρηδες συνήθως νέους και δυνατούς και με τους οποίους μοιράζονταν σε ίσα ποσοστά το λάδι που παρακρατούσαν από τον νοικοκύρη και ήταν πάντα το δέκα τοις εκατό.


Ο Νίκος Βασάλλος μαζί με το μάζεμα κλαδεύει μια ελιά.

Η βάσανος αυτή στο λιοτρίβι σταμάτησε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 όταν όλα τα λιοτρίβια της Λαγκάδας ταυτόχρονα σχεδόν έβαλαν μυλόπετρες που προμηθεύτηκαν από τη Μήλο και τις οποίες μετέφεραν μέχρι το χωριό από τον όρμο ομάδες ανδρών στον ώμο γιατί δεν είχε γίνει ακόμα ο αμαξιτός δρόμος. Σημειώνεται, πως ειδικά για τη μεταφορά αυτών των ασήκωτων πραγμάτων, όλοι οι άνδρες της Λαγκάδας προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς και το γεγονός δηλώνει τη μεγάλη ανάγκη του χωριού για ένα εξελιγμένο ελαιοτριβείο και την εκτίμηση που είχαν στο λάδι.




Αργότερα, το 1969, μια ομάδα Αιγιαλιτών, ο Νίκος Κωβαίος, ο Νίκος Δενδρινός ή Νικολάρας, ο Νίκος Βασσάλος από τον Ποταμό αγόρασε συνεταιρικά μηχανήματα και εγκατέστησαν σε ένα κτίριο του Νικήτα Συνοδινού στον Κάμπο, το πρώτο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο στην Αμοργό το οποίο λειτούργησε για λίγα χρόνια, αντιμετωπίζοντας πάλι το πρόβλημα της μεταφοράς γιατί οι δρόμοι δεν είχαν κατασκευαστεί ακόμα και έκλεισε το 1982 όταν τέλειωσε το λιμάνι της Αιγιάλης. Από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα όλοι οι Αμοργιανοί εξυπηρετούνται από το μεγάλο, σύγχρονο ελαιοτριβείο του Γεωργικού Συνεταιρισμού στα Κατάπολα.




Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε οι Αιγιαλίτες με τις ελιές ήταν η πάντα η μεταφορά που εξαιτίας της έλλειψης δρόμων γίνονταν υποχρεωτικά με γαϊδούρια τα οποία κάθε σπίτι είχε απαραίτητα ένα και δύο. Σήμερα που έχουν επιτέλους κατασκευαστεί οι βασικοί δρόμοι στο νησί, τα λιόφυτα τα οποία είναι διασκορπισμένα εκτός από τον Κάμπο και σε όλες τις βορινές πλαγιές του επιβλητικού Κρούκελου καθώς και σε πολλές τοποθεσίες πίσω από τα Θολάρια,  εξυπηρετούνται από παλιά μονοπάτια που πατάνε μόνο τα γαϊδούρια. Αλλά αυτό το συμπαθές τετράποδο κοντεύει να εξαφανιστεί και από την Αμοργό που διατηρούσε μέχρι πρότινος ένα τεράστιο αριθμό ζωντανών. Τώρα λοιπόν που χρειάζονται είναι δυσεύρετα και όσα έχουν «εισαχθεί» από άλλα νησιά ή τη ηπειρωτική Ελλάδα δεν τραβάνε γιατί δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο δύσκολο έδαφος. Τα αμοργιανά γαϊδούρια λένε αυτοί που γνωρίζουν το ζήτημα, έχουν μικρότερες οπλές από τα άλλα τα οποία δεν βγάζουν περισσότερες από 15 ημέρες περπάτημα και σακατεύονται.


Από τα χαρακτηριστικά πάλι της Αιγιάλης είναι ότι σε κάθε λιόφυτο υπάρχουν ένα – δυο ή περισσότερα δέντρα που είναι αφιερωμένα στην κοντινή εκκλησία, κάτι βεβαίως που το πολυεθνικό συνεργείο δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό. «Έτσι το βρήκαμε από τους παλιούς, κι έτσι το συνεχίζουμε» μας είπε ο Νίκος Β. Βασσάλος, από τους πιο δημιουργικούς ανθρώπους της Αιγιάλης ο οποίος ζει μόνιμα στη Λαγκάδα του και εκτός από τον τουρισμό δραστηριοποιείται ακόμη με τις ελιές του πατρογονικού λιόφυτου, με περιβόλια, πουλερικά και ζώα.



Στο ελαιοτριβείο στα Κατάπολα, ο Νίκος αποτιμά τη σοδειά της χρονιάς


 
Οι παλιοί συνήθιζαν όταν έγραφαν στα παιδιά τους ένα τμήμα λιόφυτου να δίνουν και ένα – δυο δέντρα στον κοντινό άγιο ή για κάποια άλλη εκκλησία του χωριού έτσι ώστε να έχουν λάδι για τα καντήλια τους όλο το χρόνο. Γι’ αυτό οι ξένοι εργάτες εκτός από τα ελιές του Νίκου μάζευαν και από ορισμένα δέντρα που άλλα ήταν αφιερωμένα στον Άγιο Νικήτα, τη μητρόπολη του οικισμού Στρούμπος που είναι δίπλα στο Σηληνάρι και άλλα στην Αγία Τριάδα. Κάθε εκκλησία μάθαμε στη Λαγκάδα έχει τα δικά της δέντρα, άλλες λίγα, άλλες πολλά και η υποχρέωση που έχουν αναλάβει οι άνθρωποι που τις έχουν μέσα στα λιόφυτά τους, ξεπερνά και το μεγάλο εμπόδιο της εγκατάλειψης που διακρίνεται στα απομακρυσμένα και τα πιο δύσβατα μέρη. Μπορεί να μην μαζέψουν όλες τις ελιές, αλλά αυτές που είναι αφιερωμένες στις εκκλησίες θα βρουν τρόπο να τις μαζέψουν όλες!


Ελιές, ο θησαυρός της ελληνικής γης...


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και ορισμένες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "Έθνος",  EXPLORE NATURE τον Δεκέμβριο του 2009.

ΑΘΗΝΑ, 01122009

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

ΕΝΑ ΛΙΧΝΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ


Ο αέρας είναι το πλέον απρόοπτο στοιχείο στον κόσμο των Κυκλάδων. Οι προβλέψεις του Μετεωρολογικού Δελτίου σχετικά με αυτόν είναι γενικές και αφορούν τους ναυτιλόμενους κυρίως και βεβαίως όσους ασχολούνται με τον τουρισμό και η οικονομία τους εξαρτάται αποκλειστικά από αριθμό των τουριστών που θα πάνε σε ένα νησί και τι θα ξοδέψουν.

Καθώς δε οι παραδοσιακές ασχολίες των Κυκλαδιτών έχουν υποχωρήσει τραγικά απέναντι στον τουρισμό, οι δεύτεροι από τις δυο προαναφερόμενες κατηγορίες είναι πλέον και η περισσότεροι. Ελάχιστοι δε έχουν απομείνει που ο καιρός και ιδιαίτερα ο αέρας, τους απασχολούν όπως και τους προγόνους τους σε αυτό τον τόπο και μια αναποδιά μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις προγραμματισμένες καθημερινές ασχολίες τους.

Τούτο έγινε χθες και όλοι πλην ενός στην Αιγιάλη ήταν ικανοποιημένοι επειδή είχαν λιγοστέψει τα μποφόρ και ο κόσμος κινούνταν άνετα στις παραλίες και τα καταστήματα. Αυτός ο ένας, ήταν ο Μιχάλης Ρουσ. Αρτέμης ο οποίος ήθελε να λιχνίσει τη μικρή φετινή σοδειά φάβας που έβγαλε από το χωράφι δίπλα από το δρόμο της Λαγκάδας που νοικιάζει από το Μοναστήρι, στο τσιμεντοστρωμένο αλωνάκι κάτω από τον Άγιο Φίλιππα.

Ο Μιχάλης με την πείρα που διαθέτει ως αγρότης πάνω στα μετεωρολογικά του τόπου του, ξεκίνησε από νωρίς το πρωί γιατί εκτίμησε πως θα φυσούσε, αλλά να που γελάστηκε. Το λίχνισμα είναι μια δουλειά που εξαρτάται αποκλειστικά από την δύναμη του αέρα και φυσικά από την κατεύθυνση που έρχεται. Ειδικά δε σε αυτό το αλώνι που είναι σε ένα κάπως προφυλαγμένο σημείο του κάμπου στον Όρμο, ο αέρας που θα βοηθούσε τον Μιχάλη θα έπρεπε να έρχεται από τη θάλασσα, να είναι συνεχής και αρκετά δυνατός ώστε να έχει καλό αποτέλεσμα, να τελειώσει δηλαδή γρήγορα για να μην τον φάει η ζέστη, η σκόνη και ο ήλιος του μεσημεριού.

Δυστυχώς, ενώ ξεκίνησε καλά το πρωί, ο αέρας έπεσε και έρχονταν από εκεί που δεν τον περίμενε για λίγα λεπτά και αμέσως πάλι σταματούσε. Δεν προλάβαινε ο Μιχάλης να ανεβάσει δυο – τρία λιχνίσματα στον αέρα και πάλι κάθονταν. Έφτασε δε να μείνουμε στη σκιά δίπλα από το αλώνι παραπάνω από ένα τέταρτο μέχρι να έρθει ένα ριπίδι αέρα και να μπορέσει να προχωρήσει λίγο το έργο το οποίο έπρεπε να τελειώσει μέσα σε μια μέρα γιατί οι υποχρεώσεις στο κοπάδι και στα μεροκάματα που κάνει σε διάφορες δουλειές δεν του επέτρεπαν άλλα χασομέρια.

….

Μετά το μεσημεράκι που ξαναπέρασα από αλώνι, βρήκα το Μιχάλη ακόμα εκεί ξεθεωμένο από την ταλαιπωρία και αγνώριστο από τη σκόνη να έχει μπροστά του ένα μικρό πια σωρό από φάβα για λίχνισμα ακόμα και υπολόγιζε πως και με άπνοια, ακόμα θα κατάφερνε μέσα σε μισή ώρα να τελειώσει γιατί αύριο τον περίμεναν άλλες υποχρεώσεις…

ΑΙΓΙΑΛΗ, 11072011

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΤΟ «ΧΑΝΕΜΑ» ΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ….



Με τις βάρκες και τα εργαλεία που είχαν τα παλιότερα χρόνια, οι κάτοικοι της Αμοργού μόνο για χάνεμα μπορούσαν να πάνε κι έτσι κατάφερναν να βάζουν και λίγο ψάρι στο τραπέζι τους. Πολλές φορές όμως στέκονταν πιο τυχεροί και συχνά κάποιο μεγαλύτερο ψάρι πιάνονταν «σαν χάνος» στα αγκίστρια τους και τότε ήταν που έκαναν πανηγύρι…

Όπως και στην περίπτωση του παπα Νικήτα Δεσποτίδη και των Μιχάλη Οικονομίδη και Δημήτρη Συνοδινού από τα Θολάρια που ξεκίνησαν τον Μάϊο του 1952 από τη Μεγάλη Βλυχάδα των Θολαρίων για χάνους, αλλά κρατούσαν στα χέρια τους αντί για τους παραδοσιακούς σπάγκους για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα νάιλον σκοινί, ένα υλικό που δεν γνώριζαν και τόσο καλά αλλά όπως είχαν ακούσει ήταν πολύ ανθεκτικό.

Έριξαν λοιπόν τα παραγάδια τους κοντά στη Μονόπετρα, ένα βράχο μπροστά από τον όρμο της Αιγιάλης και κατάλαβαν πως σε ένα που είχε φθάσει τα 150 βάθος κάτι μεγάλο τσίμπησε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι μπορεί να ήταν αυτό και πάλεψαν πάνω από τρεις ώρες με ματωμένα τα χέρια από το νάιλον μέχρι που βγήκε σκασμένος στην επιφάνεια ένας τεράστιος βλάχος.


Με ένα σωρό δυσκολίες κατάφεραν να βγάλουν το θηρίο στη στεριά και με άλλες τόσες να το κουβαλήσουν ως τα Θολάρια. Κάποιοι δε που τους είδαν να ανηφορίζουν κρατώντας το τεράστιο ψάρι, ένας από μπροστά και ο άλλος από την ουρά νόμισαν πως επρόκειτο για κάποιον πνιγμένο και το χωριό αναστατώθηκε και μαζεύτηκε στην πλατεία και τους περίμενε.

Εκεί έφθασαν οι τρεις ψαράδες με τον τεράστιο βλάχο και αφού τον ζύγισαν (38 οκάδες βγήκε το τέρας) τον τεμάχισαν και τον μοίρασαν στο χωριό που μέχρι σήμερα συζητά το κατόρθωμα και το διηγούνται σε όσους ρωτούν σαν βλέπουν τη σχετική φωτογραφία που τράβηξε ένας ερασιτέχνης φωτογράφος που βρέθηκε εκεί και την έχει κρεμασμένη ο Μιχάλης Οικονομίδης στο καφενείο του στα Θολάρια.

ΑΜΟΡΓΟΣ, 19032011