Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαΐου 2018

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΕΧΕΙ ΑΛΛΗ ΝΟΣΤΙΜΙΑ…




Από τις εφημερίδες και συγκεκριμένα την Ελευθεροτυπία πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησα να γράφω, φυσικά για να διαβάζουν οι άλλοι αλλά και για να πορίζομαι και έτσι έκανα για κάνα δυο δεκαετίες μέχρι που η κρίση αλλά και οι αναμενόμενες αλλαγές στα ΜΜΕ διέλυσαν τα πάντα. Τα τελευταία χρόνια, με την εξάπλωση του διαδικτύου άρχισα να γράφω και για μένα αλλά και για τους φίλους χωρίς να προσδοκώ πόρους. Τούτο συνεχίζω να κάνω σχεδόν κάθε μέρα αλλά η αγάπη για το χαρτί και φυσικά η αδήριτος ανάγκη της επιβίωσης με κάνουν να γράφω κάποιες φορές και σε διάφορα έντυπα: στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» για θέματα της Αθήνας κυρίως και στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας «Δημοκρατία» για το κυνήγι, το ψάρεμα και γενικά δραστηριότητες και θέματα υπαίθρου.  Όποιος θέλει ακόμη να διαβάζει δικά μου κείμενα στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» θα τα βρίσκει συνήθως κάθε Παρασκευή ενώ στο «Κυνήγι» της εφημερίδας «Δημοκρατία» κάθε Τετάρτη ενώ πάντα στο blog του «Ακτήμονα» κάθε μέρα με καινούργια και παλιά κείμενα θα παίρνει χωρίς κόστος για γεύση γι’ αυτά που βλέπω, ζω και γράφω σε όλη την Ελλάδα.

ΥΓ. Η φωτογραφία συμβολική, με τον Χρήστο Καρακίτσιο την παραμονή του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων στην ψησταριά του. Όσοι δοκίμασαν αυτά που βγαίνουν από εκεί μέσα, ποτέ δεν θα τα ξεχάσουν ενώ σύντομα θα διαβάσουν ένα σημείωμα γι’ αυτόν τον άνθρωπο που ο ίδιος και το μαγαζί του θα μείνουν στην ιστορία του Μυρόφυλλου. (Φωτογραφία: Σοφία Ράπτη).     
ΑΘΗΝΑ, 02052018

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

ΜΙΑ ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΦΩΛΙΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΩΝ




Το πάλεψαν όσο μπορούσαν, τα χελιδόνια που ήθελαν να φωλιάσουν στο υπόγειο του απόμακρου παρατημένου σπιτιού, δίπλα από το θορυβώδες ρέμα, το καλούμενο ρέμα στα Καραβιδέϊκα, στο Μυρόφυλλο Τρικάλων αλλά δεν κατάφεραν να τις στεριώσουν έτσι ώστε να τις βρίσκουν κάθε χρόνο στη θέση τους γιατί η υγρασία που βγάζει το τσιμέντο υπονομεύει τέτοια εύθραυστα έργα τα φτιαγμένα από λάσπη και το λίγο σάλιο που διαθέτουν αυτοί οι μικροί φτερωτοί χτίστες. 

Το πάλεψαν, πίστευαν πως θα τα κατάφερναν και αφού διαπίστωσαν πως κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο, αποφάσισαν πως θα ήταν καλύτερα να τη χτίσουν πάνω από τη λάμπα με άξονα το νεκρό καλώδιο ελπίζοντας πως έτσι θα βγάλουν το φετινό καλοκαίρι. Στις σκέψεις τους, η ιδέα πως μπορεί να έρθουν πάλι οι νοικοκυραίοι να κατοικήσουν και να χρειαστεί να την ανάψουν περίσσευε,  καθώς τα χελιδόνια, χρόνια τώρα βλέπουν το σπίτι από πάνω να γίνεται σταδιακά σωρός από πέτρες, ξύλα και έπιπλα ανακατωμένα, σε βαθμό που καμιά ανάσταση δεν πρόκειται εκεί να συμβεί και ούτε να βρεθεί πλέον άνθρωπος να πάει να συνδέσει πάλι το ρεύμα και να ενοχληθούν από το φως.

ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ, 21042018 

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Η ΓΥΡΑ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ ΣΤΟ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ




Από τις ωραιότερες εικόνες του Αχελώου είναι η λεγόμενη Γύρα, μια στροφή δηλαδή του θεϊκού ποταμού λίγο μετά από τη γέφυρα Κονδύλη που ενώνει το Μυρόφυλλο με την Μεσούντα ή αλλιώς τα Τρίκαλα με την Άρτα. Εκεί ο ποταμός δεν κατάφερε να παραμερίσει τον βράχο να περάσει και υποχρεώνεται αιώνες τώρα να στρίβει χωρίς θυμό προς τις λογγές του Μυρόφυλλου κι από εκεί να φεύγει προς τη θάλασσα έχοντας πάντα στο νου του ότι όταν επιστρέψει θα έχει μαζέψει περισσότερη δύναμη να διαλύσει τη Γύρα ου του κόβει το δρόμο. Αλλά όπως συμβαίνει με όλα τα ποτάμια τα νερά τους δεν γυρίζουν πίσω, σβήνουν στον βυθό της θάλασσας κι εκεί ξεχνιούνται και τα σχέδια που έκανε στο πέρασμά τουςε από το Χαλίκι του Ασπροποτάμου μέχρι τον Πατραϊκό Κόλπο. (Η φωτογραφία με το εξαιρετικό φως της χθεσινής ημέρας από το Διάσελο στο δρόμο προς το Γκολφάρι και το χωριό που φαίνεται κάτω από τις κορυφές Φρούσια η Μεσούντα).  

ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ, 24042018

ΤΟΥ ΑΪ – ΓΙΩΡΓΗ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ ΣΤΟ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ




Το Μυρόφυλλο Τρικάλων το γνώρισα τον Μάιο του 1995· ήταν η πρώτη μου έξοδος στα ελληνικά βουνά προκειμένου να φτιάξω τότε ένα αφιέρωμα για τα 50 χρόνια του Άρη Βελουχιώτη στην Ελευθεροτυπία και έκτοτε πήγα αρκετές φορές για το ίδιο θέμα αλλά περισσότερο γιατί αγάπησα αυτό το σπουδαίο χωριό και τους ανθρώπους του.

Εκείνο όμως που με έκανε να κρατήσω μέσα στην καρδιά το Μυρόφυλλο ήταν το Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, ένα ιδιαίτερο μοναστήρι πάνω από τον Αχελώο το οποίο οι φίλοι από το Μυρόφυλλο αλλά και από πολλά άλλα μέρη είχαν ξεκινήσει έναν αγώνα να σωθεί ότι είχε απομείνει από την εγκατάλειψη αρκετών δεκαετιών και τον φοβερό σεισμό της 23ης Απριλίου 1967, την αναστήλωσή του και ενδεχομένως και την επαναλειτουργία του. Ο αγώνας μάλιστα για την σωτηρία του εντάθηκε την δεκαετία  του ’90 όταν στα φαραωνικά σχέδια της τότε διακυβέρνησης το Μοναστήρι κινδύνευσε να καταποντιστεί στα φράγματα που θα κατασκευάζονταν για την περιώνυμη εκτροπή του Αχελώου.

Ο καταποντισμός του Μοναστηριού θεωρούνταν βέβαιος, εκείνη την εποχή της επιπολαιότητας των πολιτικών, της ασυδοσίας των εργολάβων και της μέθης που δημιουργούσε η υπόσχεση της ανάπτυξης αλλά οι δυνάμεις που αντιστάθηκαν και κέρδισαν τον αγώνα από πλευράς των Μυροφυλλιτών ήταν εκείνες που πήγαζαν από την αγάπη για τον τόπο τους και είχαν δίπλα τους, τον Άϊ Γιώργη τον αφέντη! Έτσι αποκαλούν με σέβας πολύ και συναίσθηση του Αγίου Προστάτη του Μυροφύλλου και όλης της περιοχής του μέσου ρου του Αχελώου οι ντόπιοι κι έτσι γιορτάζουν κάθε χρόνο τη μεγάλη μέρα του δικού τους Αγίου, του προστάτη του τόπου τους. Το τραγούδι του Άϊ – Γιώργη που τραγουδούσαν δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις:

Τώρα είναι ο Μάης κι η άνοιξη, τώρα είναι το καλοκαίρι,
Τώρα στολίζει ο θιος τη γη με εννιά λοϊών λουλούδια,
Στολίζει κι εμένα η μάνα μου, με εννιά λοϊών αρμάτες,
Με λούζει με χτενίζει, με στέλνει στο πανεγύρι.
Το πανεγύρι ήταν πουλύ κι ου τόπος ήταν λίγους,
Κρατεί ο δράκος το νερό, διψάει το πανεγύρι,
Διψάν κι οι μούλες της κυράς και τα θιριά τ’ αφέντη.
«Απόλα δράκε μ’ το νερό να πιει το πανεγύρι,
να πιουν οι μούλες της κυράς κι τα θιριά τ’ αφέντη».

Το τραγούδι του Άϊ – Γιώργη τραγούδησαν και χόρεψαν πάλι χθες μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου οι Μυροφυλλίτες όπως άρμοζε και με το τυπικό που θέλει η μεγάλη μέρα. Χάρηκα που μετά από 20 χρόνια από την πρώτη φορά που πήγα στο πανηγύρι είδα πως συμμετείχαν στο χορό κάποια πρόσωπα που αγαπώ και μοιράστηκα νοερά μαζί τους τη νίκη του του Άϊ Γιώργη τον αφέντη απέναντι σε αυτούς που ήθελαν να ξεθεμελιώσουν τον Τόπο τους αλλά και τη νέα περίοδο που αρχίζει για το Μοναστήρι με την υποδειγματική αναστήλωση της ιδιαίτερα σημαντικής εκκλησίας της Παναγίας και του παρεκκλησίου των Αγίων Ταξιαρχών που έγινε χάρη στην ευεργεσία της οικογένειας Ανδρούλας και Χριστόφορου Παπαδόπουλου για τη μνήμη του γιου τους Μιλτιάδη.     

ΥΓ. Για το θέμα της αναστήλωσης καθώς και με ορισμένα σχόλια που αφορούν τον τρόπο που έγινε χθες το πανηγύρι θα επανέλθω σε επόμενα σημειώματα γιατί όπως διαπίστωσα η κάλυψη του δικτύου σε ορισμένα μέρη δεν είναι όπως τη διαφημίζουν οι εταιρείες.

ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ, 24042018


Κυριακή 23 Απριλίου 2017

ΣΤΟ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΠΡΙΝ 20 ΧΡΟΝΙΑ



Βασική προϋπόθεση για τη μόνιμη εγκατάσταση μιας κοινότητας σε κάποια περιοχή ήταν πάντα η επάρκεια του νερού και γι’ αυτό, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας οι άνθρωποι επέλεγαν για κατοίκηση έναν τόπο κοντά σε κάποια πηγή που να ρέει όλο το χρόνο, σε ένα τρεχούμενο ποτάμι ή μια ήμερη λίμνη. Δίπλα λοιπόν στο νερό ίδρυσαν χωριά, έφτιαξαν χωράφια και κοπάδια, δημιούργησαν οικονομία, εμπόριο, τέχνες και βεβαίως άσκησαν λατρεία και καθιέρωσαν γιορτές, οι οποίες συνήθως είχαν ως κέντρο ένα απλό ναό ή ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα, όπως για παράδειγμα το παλιό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων.




Το συγκεκριμένο μοναστήρι, ασφαλώς και δεν βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε μια πηγή, ούτε βρέχεται κατευθείαν από τον θεοποιημένο ποταμό Αχελώο – τον ύπατο των ελληνικών ποταμών, αλλά στο σημείο που είναι χτισμένο, ο ρόλος του είναι προφανής και δεν αποκλείεται, τον ίδιο ρόλο να είχε και σε χρόνους που η λατρεία απευθύνονταν σε αρχέγονους θεούς. Γι’ αυτό, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, αλλά σε έναν τόπο που κατά συνθήκη επάνω από τα αρχαία ιερά κτίστηκαν ναοί και μοναστήρια της νεότερης θρησκείας τίποτα δεν είναι απίθανο. Εκτός αυτού, ορισμένα ευρήματα που είδαν το φως στην ευρύτερη περιοχή του μέσου ρου του Αχελώου και πάνω σε ιδιαίτερες τοποθεσίες, σφόδρα συνηγορούν στην άποψη αυτή.
 





Πέρα όμως από αυτά τα ζητήματα που αφορούν την αρχαιολογία και τις έρευνές της, το κυρίαρχο και από όλους ως έτσι αναγνωρίζεται, είναι ότι το μοναστήρι, καθώς και ο Άγιος Γεώργιος στον οποίο είναι αφιερωμένο, έχει άμεση σχέση με τα νερά, τόσο αυτά που πηγάζουν από τον τόπο, αυτά που θορυβούν στο διάβα του ποταμού όσο και σε αυτά που κουβαλούν τα σύννεφα στην μεγάλη πλάτη τους και αποτελούν, άλλοτε ευλογία και άλλοτε κατάρα για τους ανθρώπους που τυχαίνει να βρίσκονται στη σκιά τους.
Ο πανάρχαιος μύθος, του Περσέα και της Ανδρομέδας, τόσο σαφής και διάφανος, αποτελεί θα λέγαμε την ουσία και του νεότερου αγίου, ο οποίος, με την εξόντωση του φοβερού δράκου πήρε τη θέση του Περσέα στον γαλαξία της χριστιανικής πίστης. Απλά και ξεκάθαρα, όπως ο λόγος που εκφράζεται στο δημοτικό τραγούδι που λένε μόνο οι γέροντες στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου, κάθε άνοιξη στο μοναστήρι.

Τώρα είναι ο Μάης κι η άνοιξη, τώρα είναι το καλοκαίρι,
Τώρα στολίζει ο θιος τη γη με εννιά λοϊών λουλούδια,
Στολίζει κι εμένα η μάνα μου, με εννιά λοϊών αρμάτες,
Με λούζει με χτενίζει, με στέλνει στο πανεγύρι.
Το πανεγύρι ήταν πουλύ κι ου τόπος ήταν λίγους,
Κρατεί ο δράκος το νερό, διψάει το πανεγύρι,
 
Διψάν κι οι μούλες της κυράς και τα θιριά τ’ αφέντη.
«Απόλα δράκε μ’ το νερό να πιει το πανεγύρι,
να πιουν οι μούλες της κυράς κι τα θιριά τ’ αφέντη».





Χωρίς πολλές – πολλές περιστροφές, ο λειασμένος, ως τα λιθάρια του Αχελώου, από τους αιώνες δημώδης λόγος και η ιθαγενής, ως των δέντρων της Πίνδου ευγλωττία, λαγαρίζουν μέσα σε λίγους στίχους τον καημό και την αγωνία για τη σοδειά της χρονιάς που εξαρτάται από την ευσπλαχνία του ουρανού. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο να αναφέρονται στα μεγάλα, εμβληματικά και ακριβά ζώα που είχαν κάποιοι λίγοι άνθρωποι ή μέσω αυτών ξεχωρίζουν στην τοπική κοινωνία, στη σκιά όμως των «θιριών» τ’ αφέντη και της «μούλας» της κυράς, διακρίνεται μέσα στη σκόνη των ξερών χωραφιών και αχολογούν στα στεγνά λαγκάδια, το πολύχρωμο πλήθος των αρνοκάτσικων από τα οποία εξαρτιόνταν κυρίως η ζωή και η ευημερία των ανθρώπων κάθε εποχής στην Πίνδο, στον Αχελώο και σε ολόκληρη την Ελλάδα.






Από τον κάθε δράκο εξαρτιόνταν λοιπόν τα νερά που θα έφερναν την ευλογία στο κοπάδι, το δράκο που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει. Ημίθεοι, ήρωες μόνο και άγιοι μπορούσαν να νικήσουν και να σκοτώσουν αυτό το φοβερό θηρίο. Ο δράκος ήταν πάντοτε ένα μυθικό στοιχείο με σώμα φιδιού γεμάτο φαρμακερά λέπια και σκληρές, θανατερές φολίδες, με αποτρόπαια φτερά νυχτερίδας στην πλάτη και συνήθως έβγαζε φωτιά και καπνούς από τα ρουθούνια – ο λίβας που έψηνε τις καλλιέργειες και οι φωτιές που απειλούσαν πάντοτε τα σπαρτά.
 





Έτσι φαντάζονταν το δράκο και τον αποτύπωναν οι ζωγράφοι και οι αγιογράφοι κάθε εποχής κι έτσι εμπεδώνονταν στην αντίληψη των ανθρώπων και των πιστών που η εικόνα του πολλές φορές ήταν συνώνυμη του απόλυτου φόβου. Καλά όμως αυτόν, όλο και κάποιος θα βρίσκονταν να δώσει τέρμα με το ξίφος ή την λόγχη τον κακό του ρόλο, άλλά τον άλλον τον αόρατο, εκείνον που μόνο την φλογερή ανάσα του ένοιωθαν οι άνθρωποι να πλανιέται στον αέρα κάθε ανάποδη άνοιξη, ποιος θα τον καθάριζε; Δράκοι ήταν και τα σύννεφα στους αιθέρες, όπως μάλιστα τα σκόρπαγε ο αέρας τα έκανε να φαντάζουν με τεράστια εξωπραγματικά όντα που σκόρπαγαν τον τρόμο στους ανθρώπους.
 

Αυτοί οι ιπτάμενοι, γεμάτοι ατμούς δράκοι, πολλές φορές ήταν το ίδιο κακοί με τα τερατώδη ερπετά της γης και η παράκληση σε μια ανώτερη δύναμη για να τους διαλύσει ήταν απαραίτητη. Στόχος λοιπόν αυτής της δημόσιας παράκλησης που γίνονταν τη συγκεκριμένη εορταστική ημέρα προς αυτά τα σύννεφα, ήταν να αφήσουν τις σταγόνες να πέσουν ήμερα και απαλά στη γη γιατί σε αντίθετη περίπτωση, αν άνοιγαν οι ξαφνικά ουρανοί κι ξέσπαγαν άγριες καταιγίδες, τότε η καταστροφή ήταν παραπάνω από σίγουρη και οικονομικά, σαφώς, μη αναστρέψιμη.





Καθώς όμως έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από την εποχή που λογής – λογής δράκοι εξουσίαζαν τους τόπους και η στάση τους επηρέαζε τη ζωή των ανθρώπων, πρέπει να πούμε πως σε αυτά τα νερά, τα απριλιάτικα στηρίζονταν όλη η παραγωγή, γεγονός που ξεκάθαρα δηλώνει και η παροιμιώδης έκφραση «Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σε εκείνο το γεωργό που’χει πολλά σπαρμένα». Για αυτά τα νερά λοιπόν γινόταν ο χορός που ονομάστηκε ο χορός του Αί – Γιώργη, ένας αργόσυρτος συρτός στα τρία (τρία βήματα μπροστά, τρία πίσω) που εκτελείται μόνο από άνδρες, συνήθως ώριμους και πάντα σύμφωνα με μια άδηλη για τους πολλούς, αλλά σαφέστατη για τους ντόπιους ιεραρχία. Στα ιδιαίτερα μάλιστα στοιχεία του, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν είναι ο μοναδικός, τελετουργικός χορός της ελληνικής υπαίθρου στον οποίο δεν συμμετάσχει ποτέ ο παπάς του χωριού, γεγονός που δηλώνει τις βαθιές προχριστιανικές ρίζες του.
 

Κορυφαίος στο χορό είναι πάντα ο εν ακμή, γεροντότερος του χωριού, ο οποίος μέχρι τα χρόνια που βαδίζουμε πρέπει να είναι καλός νοικοκύρης και απαραίτητα σεβαστός σε όλη την περιοχή. Αυτός κατά κάποιον τρόπο διορίζει και τον επόμενο κορυφαίο. Οι Μυροφυλλίτες θυμούνται με συγκίνηση, τους γέροντες Δημήτρη Καραντάκο (Μητάκια) και Απόστολο Καγκιούζη, που ήταν οι κορυφαίοι για πολλά χρόνια και οι οποίοι στην ουσία κωδικοποίησαν το χορό κι έτσι οι νεότεροι, δεν έχουν τίποτα να κάνουν παραπάνω από το να εκτελούν σωστά τα βήματα και τις κινήσεις του.





Κανένας βέβαια δεν γνωρίζει από πότε άρχισε να γίνεται ο χορός του Αϊ – Γιώργη, μπροστά στην εκκλησία στο μοναστήρι του Μυροφύλλου. Μπορεί να καθιερώθηκε την εποχή που ιδρύθηκε αυτό, ενδεχομένως όμως να γίνονταν από αιώνες πριν και σε κάποιο άλλο, εξίσου ιερό σημείο, πιθανόν στα αντικρινά με το μοναστήρι Βαργιάνια όπου ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια θεμέλια κατοικιών και τάφοι αγνώστου εποχής και να αποτελούσε βασικό στοιχείο της πίστης και του πολιτισμού του Μυροφύλλου. Κανένας δεν ξέρει και το μόνο βέβαιο είναι, ότι κάθε χρόνο, οι ντόπιοι και απόδημοι από το Μυρόφυλλο καθώς και από τα γειτονικά χωριά μαζεύονται εκεί, και ενώ πολλοί από τους παραδοσιακούς –ψυχή και σώμα- ανθρώπους αποσύρονται στους ουρανούς της Πίνδου, εντούτοις παρατηρείται μια διακριτική ανανέωση στον όμιλο των χορευτών, οι οποίοι αμέσως ενσωματώνονται και ακολουθούν το ύφος και το ρυθμό των παλαιότερων.
 





Σημασία έχει επίσης και το μικρό θαύμα που γίνεται πάντα μετά το πέρας του χορού ή αργότερα το απόγευμα στο Μυρόφυλλο και επιβεβαιώνει το ζητούμενο, δηλαδή βρέχει. Άλλοτε δυνατά και χορταστικά για τη γη και άλλοτε πέφτουν μόνο λίγες σταγόνες, λίγες αλλά ικανές να διαιωνίζουν το μύθο και δηλώνουν, ακόμα και τώρα που η αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή του Μυροφύλλου έχει τελειώσει, την έγνοια που έχει ο «Άγιος» για τους πιστούς του.
  Βέβαια, είναι και φορές, ιδιαίτερα όταν όλο το φεγγάρι του Απρίλη είναι βροχερό, που ο χορός και η παράκληση μοιάζουν περιττά, αλλά η παράδοση είναι παράδοση και ο χορός εκτελείται υπό βροχή με ομπρέλες. 





Το χορό βεβαίως και ακολουθεί πάνδημο πανηγύρι, με ψητά, κρασί, μπύρες και μουσική στους αύλειους χώρους του μοναστηριού. Παλαιότερα που ο τόπος είχε περισσότερους ανθρώπους, η συμμετοχή τους ήταν εντυπωσιακή. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλη την περιοχή που να μην πηγαίνει στο πανηγύρι και να μην γλεντά σε αυτό. Πεζή ή καβάλα στα μουλάρια και τα γαϊδούρια τους πήγαιναν από κάθε συνοικισμό του Μυροφύλλου στον Άϊ – Γιώργη κουβαλώντας μαζί τους φαγητά και στρώνονταν κάτω από τα πλατάνια μέχρι αργά το απόγευμα. Σήμερα τα πράγματα έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί, αλλά κατά βάθος διατηρείται η ιθαγένεια αυτού του μεγάλου πανηγυριού της Πίνδου και του Αχελώου.
 





Τις τελευταίες δεκαετίες, τα μόνα χρόνια που δεν έγινε ο χορός – η λειτουργία του Αγίου Γεωργίου ποτέ δεν σταμάτησε- ήταν κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης που το μοναστήρι ήταν στρατόπεδο του ΕΛΑΣ και στα κατοπινά σκληρά χρόνια του Εμφυλίου. Μια άλλη φορά που το έθιμο κλονίστηκε, ήταν το 1967, χρονιά που η ημέρα του Αγιωργιού συνέπιπτε με την Πρωτομαγιά και εκδηλώθηκε μεγάλος σεισμός που διέλυσε τα περισσότερα χωριά κατά μήκος του Αχελώου και ταρακούνησε το μοναστήρι. Τρόμαξε ο κόσμος, πολλοί έφυγαν να πάνε στα σπίτια τους να δούνε τις ζημιές, αλλά πριν διαλυθεί το πανηγύρι, πρόλαβαν και χόρεψαν.

- Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου το 1995 και το 1997 οι περισσότερες και όπως πήγαν τα πράγματα έχουν γίνει κι αυτές μνημείο! Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο "Γεωτρόπιο" της Ελευθεροτυπίας τον Απρίλιο του 2003.

ΑΘΗΝΑ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003



Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΔΕΝΤΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΛΙΘΑΡΙ ΑΓΚΑΛΙΑ...


Όταν πριν από πολλά χρόνια, ο Κώστας Ράπτης έχτισε μια ξερολιθιά να κόβει τη δύναμη του λαγκαδιού που απειλούσε το χωράφι χαμηλά στις λογγές πριν από τον Αχελώο, στο στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, αυτός ο δέντρος δεν υπήρχε. Φύτρωσε αργότερα, ανάμεσα στις πέτρες και με το μεγάλωμά του, αντί να διώξει μακριά ένα λιθάρι που τον στένευε, προτίμησε να το αγκαλιάσει και να πορευτούν μαζί στη ζωή. Έτσι, τώρα που από τη δύναμη του χρόνου και την αδυναμία των ανθρώπων τα πάντα διαλύθηκαν εκεί και η ξερολιθιά κοντεύει να διαλυθεί, ο μεγαλωμένος πια δέντρος με το λιθάρι στην αγκαλιά αποτελούν ένα μνημείο για το χωριό και για την ιστορία των ανθρώπων του. 
- Δέντρος επί του προκειμένου, είναι ένα είδος δρυός με αργή ανάπτυξη, σκληρό ξύλο και μικρά φύλλα και τον συναντάμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.

ΑΘΗΝΑ, 05022009

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΠΟΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Ο Λευτέρης Ράπτης με τη γυναίκα του στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου το 2002.

Η Θεοδώρα και ο Επαμεινώντας Φαλαγκάρας στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου το 2002
 
Λιγοστεύουν μέρα με τη μέρα οι άνθρωποι που γεφύρωναν με την ύπαρξή τους τα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τον αιώνα μας κι έτσι χάνονται οι ζωντανές αναφορές για εκείνη την εποχή η οποία αρχίζει να φαντάζει ακόμη και για μας τους τρανότερους, πολύ, πολύ μακρινή. Για τους νεώτερους, ούτε λόγος· όποια αναφορά στα χρόνια του Μεσοπολέμου τους φαίνεται σαν είναι κάτι που έχει γίνει στα μυθικά χρόνια.
Γιατί τα λέω αυτά πρωί – πρωί σήμερα; Γιατί μόλις χθες έμαθα το θάνατο δυο ανθρώπων που γνώρισα πριν από είκοσι περίπου χρόνια και με τις αφηγήσεις τους με βοήθησαν πολύ για ότι έγραφα τότε για το Μυρόφυλλο Τρικάλων, ένα χωριό πάνω από τον Αχελώο και το οποίο έγινε γνωστό από την απειλή της κατάκλυσης του ιστορικού μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου από την εκτροπή του Αχελώου η οποία μάλλον ξεχάστηκε αφού έγινε τεράστια σπατάλη χρημάτων και φοβερής καταστροφήςτου περιβάλλοντος .
Έτσι γνώρισα την Λευτέρη Ράπτη (1918 – 2012) και την αδερφή του Θεοδώρα Επαμεινώντα  Φαλαγκάρα (1916 –2012) οι οποίοι πέθαναν τον Μάη που μας πέρασε και το 40ήμερο μνημόσυνο τους θα γίνει αύριο στο χωριό, μαζί με του Επαμεινώντα Γαλαζούλα (1922 – 2012) ο οποίος τα τελευταία χρόνια ζούσε στα Τρίκαλα. Ο μπάρμπα Λευτέρης που έχασετην κυρά του πριν από λίγα χρόνια όπως και η κυρά Θεοδώρα έζησαν όλη τους τη ζωή στο χωριό εκτός από τους χειμερινούς μήνες που πήγαιναν για λόγους υγείας και ασφάλειας στα Τρίκαλα.

Την κυρά Θοδώρα πήγαινα και την έβλεπα όταν βρισκόμουν στο χωριό και μου άρεσαν πολύ αυτά που μου έλεγε για τα περασμένα χρόνια και ιδίως για τον τρόπο ζωής και τα νοικοκυριά στα χρόνια της νιότης και της ακμής της. Πρόλαβα μάλιστα να γνωρίσω και τον άντρα της τον κυρ Επαμεινώντα, έναν υπέροχο γέρο ο οποίος πέθανε πριν από λίγα χρόνια.
Με εκείνον όμως που μου άρεσε πολύ να μιλάω και να κρατάω πολύτιμες σημειώσεις ήταν ο μπάρμπα Λευτέρης Ράπτης (πατέρας του καλού φίλου Δημήτρη Ράπτη ο οποίος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) και η κουβέντα ήταν πάντα για τον πόλεμο του 1940 με τους Ιταλούς στην Αλβανία, την Αντίστασηκαι τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ στην περιοχή του Αχελώου, τον Εμφύλιο που ακολούθησε και τα κατοπινά χρόνια που προσπάθησαν και τα κατάφεραν να αναστήσουν πάλι το χωριό τους.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα λείψουν μόνο στους οικείους τους και το Μυρόφυλλο που αδειάζει πια ραγδαία από τους γέροντες και τις γερόντισσες, αλλά σε όλους μας γιατί δεν θα έχουμε πλέον να αναφερόμαστε σε τέτοιους ανθρώπους σαν παραδείγματα δύναμης, πατριωτισμού και συνέπειας στον τόπο τους, τόπο που στην αγκαλιά του εν τέλει πλήρεις ημερών όλοι και χορτάτοι από τη ζωή αναπαύτηκαν. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τους σκεπάζει και να είμαστε καλά όλοι να τους θυμόμαστε όσο είμαστε κι εμείς ζωντανοί.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

ΜΝΗΜΗ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

Σαν σήμερα το πρωί, στις 16 Ιουνίου 1945, οι αρτινοί διώκτες του Άρη Βελουχιώτη με επικεφαλής τον Κώστα Βόϊδαρο και ο υπολοχαγός της Εθνοφυλακής του 118 Τ.Ε. Ασημάκης Μουρελάτος οι οποίοι είχαν μάθει πως το προηγούμενο βράδυ είχε γίνει μια συμπλοκή και εκρήξεις στο φαράγγι του Φάγγου πάνω από τον Αχελώο, ξεκίνησαν από την Μεσούντα να κατέβουν στο σημείο που τους είχαν υποδείξει οι ντόπιοι. Μαζί τους έσερναν δεμένο και τον Δράκο, ένα σύντροφο του Άρη που μετά την επίθεση έφυγε και κρύφτηκε στην καλύβα του κουμπάρου του Γιαννακούλα Τζουβάρα όπου και τον έπιασαν.

Στο δρόμο συνάντησαν τους Θεσσαλούς διώκτες του Άρη, Σταθαίους, Μοκαίους κ.ά. που αφού είχαν περάσει τον Αχελώο το βράδυ, βρήκαν τα τέσσερα πτώματα, πήραν ότι τους άρεσε από τις τσέπες τους και τα ρούχα τους, τα παράτησαν και ανέβαιναν προς τη Μεσούντα. Ούτε καν τους ένοιαξε σε ποιους ανήκαν… Δυο απ’ αυτούς φορούσαν τα μαύρα σκουφιά του Άρη και του Τζαβέλα. Αυτά είδε ο Δράκος και είπε στο Βόϊδαρο ότι ήταν του Άρη και του Τζαβέλα και αυτός κατάλαβε πως οι Θεσσαλοί είχαν βρει τα πτώματα του Άρη και των συντρόφων του και επιβεβαιώθηκε σαν έφτασε στο Φάγγο. Εκεί αφού έψαξε το χιτώνιο του Άρη, πήρε τρία σημειώματα και τα έδωσε στον υπολοχαγό και διέταξε τον Δράκο να κόψει τα κεφάλια με το ίδιο το μαχαίρι του Άρη που το είχε πάρει ένας Βραγγιανίτης. Ήθελε δεν ήθελε ο Δράκος, τα έκοψε, τα έβαλαν σε ένα σακκούλι, του τα φόρτωσαν και πήγαν κατόπιν στην πλατεία της Μεσούντας.

Εκεί τα ακούμπησαν στο παράθυρο του δημοτικού σχολείου και έπιασαν γλέντι που κράτησε όλο το μεσημέρι. Έφαγαν ότι τους έφερε το χωριό, ήπιαν και χόρεψαν. Το απόγευμα τα πήραν και πήγαν στο Μυρόφυλλο όπου και διανυκτέρευσαν προκειμένου την επομένη να προχωρήσουν προς τα Τρίκαλα να τα παραδώσουν στις αρχές και πάρουν την επικήρυξη.

Για τους υπόλοιπους νεκρούς και τα αποκεφαλισμένα πτώματα δεν ενδιαφέρθηκε κανένας και αφέθηκαν στην τύχη τους. Το ίδιο απόγευμα λένε οι ντόπιοι έπιασε μια βροχή, τέτοια που δεν είχαν ξαναδεί και τα νερά σάρωσαν το τόπο και πήραν τα άταφα πτώματα στο ποτάμι και χάθηκαν.

- Το κείμενο είναι τμήμα της εισαγωγής σε ένα αφιέρωμα για τις τελευταίες ημέρες του Πρώτου Καπετάνιου της Εθνικής Αντίστασης που έγινε το 2009 στην εφημερίδα «’Εθνος» και ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας με τον φίλο Μενέλαο Παπαδημητρίου και φυσικά τον σπουδαίο ιστορικό Ιάσσωνα Χανδρινό.

ΑΘΗΝΑ, 16062017

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΑΒΟΥ


Επειδή μπορεί να βαρεθήκατε τα «χαιρετίσματα» με λουλουδάκια, πουλάκια και ομορφιές της Ελλάδας σκέφτηκα να αλλάξω λιγάκι το ύφος τους χωρίς όμως να απομακρυνθώ από την κλασική θεματολογία των σχετικών αναρτήσεων.

Έτσι λοιπόν τράβηξα από το αρχείο την φωτογραφία του πιο απρόοπτου πουλιού που μπορούμε να συναντήσουμε σε ελληνικό έδαφος, είτε αυτό διακρίνεται πάνω σε ένα παράξενο πέτρωμα ή ξύλο, είτε το έχουν φτιάξει χέρια με κάποιο υλικό, είτε είναι μια σύνθεση κάπου στο ύπαιθρο ή σε πάνω σε ένα δημιούργημα του ανθρώπου.

Πρόκειται για ένα πουλί που έχει δημιουργηθεί, από τις πτυχώσεις των υλικών του γήινου φλοιού σε μια πλαγιά του όρους Καταφύγι στα ορεινά Τρίκαλα, όταν αυτές μέσα από απίστευτα τεκτονικά φαινόμενα τα οποία ονομάστηκαν ορογένεση εκτινάχθηκαν από το βυθό της αρχέγονης θάλασσας και δημιούργησαν την Πίνδο, τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας.

Φυσικά ποτέ δεν θα μαθαίναμε πως εκεί μέσα στα σωθικά του βουνού κρύβονταν ένα τέτοιο πουλί, αν την ορογένεση δεν ακολουθούσαν άλλα τεράστια τεκτονικά φαινόμενα, όπως η δημιουργία των κοιλάδων από τους ποταμούς, οι συνεχείς κατολισθήσεις που αποκαλύπτουν τα γεωλογικά στρώματα, η αποσάθρωση των υλικών και άλλα πολλά που χαρακτηρίζουν τη γη ως ένα ζωντανό πλανήτη που διαρκώς εξελίσσεται.

Παρατηρώντας λοιπόν από το δρόμο που οδηγεί από το Γκολφάρι του Αχελώου στο χωριό Γλίστρα το τεθλασμένο από τις τεκτονικές δυνάμεις στρώμα των ασβεστολίθων που γράφει σαν χελιδόνι μέσα σε όγκους από αργιλικά πετρώματα στην απάτητη πλαγιά που λέγεται Χάβος το λιγότερο που μπορούμε να αισθανθούμε είναι δέος και φόβος για τη δύναμη των φαινομένων και το αποτέλεσμα που θα έχουν για το ανθρώπινο είδος την επόμενη φορά που αυτά θα ενεργοποιηθούν…

ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ, 15062010

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Η ΛΑΜΠΑ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΕΙ ΤΟΝ «ΑΡΑΠΗ»


Το συνήθιζαν παλιά οι μαστόροι σαν έφτιαχναν σπίτια να σκαλίζουν σε μια πέτρα κάποια μορφή και να τη βάζουν ψηλά στα αγκωνάρια της νότιας πλευράς ή πάνω από την πόρτα η οποία έπαιζε αποτρεπτικό ρόλο για το κακό εν γένει ή εξέφραζε κάπως το status όπως θα λέγαμε σήμερα στο Facebook, του νοικοκύρη…

Ήταν μια ωραία τέχνη η οποία εξέλιπε σαν μετά τον πόλεμο τα σπίτια άρχιζαν να χτίζονται πρόχειρα να στεγάσουν τον ταλαιπωρημένο πληθυσμό της ορεινής Ελλάδας και ξεχάστηκε εντελώς σαν επικράτησε παντού το τσιμέντο και τα τούβλα. Στην περίοδο της «εξέλιξης» που ακολούθησε και διέλυσε μεταξύ των άλλων και την ομορφιά των χωριών και των σπιτιών πολλοί ήταν που αφαίρεσαν αυτά τα γλυπτά αριστουργήματα από τα πατρικά τους σπίτια τα οποία γκρέμισαν για να κάνουν εξοχικά και διατήρησαν ως διακοσμητικά συνήθως στα τζάκια και στα σαλόνια μαζί με τα σαμάρια, τα χαλκώματα, τις καρδάρες και τις κιτς γκλίτσες!!!

Σε όσα σπίτια δε παρέμειναν οι «αράπηδες» όπως έλεγαν αυτά τα ανάγλυφα τούτο σήμαινε πως οι κληρονόμοι δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους ως προς την κατεδάφιση και το μοίρασμα της πατρικής περιουσίας και γι’ αυτό παρέμειναν όρθια και αφέθηκαν να γίνουν ερείπια. Στην κατηγορία αυτή δυστυχώς ήταν τα μεγαλύτερα και τα πιο όμορφα σπίτια που τα κατοικούσαν αρχοντικές και εύπορες οικογένειες.

Έτσι σε όλη την ορεινή Ελλάδα, από τη Ναυπακτία μέχρι τα ορεινά Τρίκαλα σε ελάχιστα σπίτια απέμειναν αυτές οι ομορφιές οι οποίες δυστυχώς τα τελευταία χρόνια σαρώθηκαν όπως και κάθε άλλη χρήσιμη πέτρα και αντικείμενο από τους ντόπιους και τους περιπλανώμενους γύφτους να πωληθούν ως παλαιά αντικείμενα.

Ένας από αυτά τα ανάγλυφα βρίσκεται εντοιχισμένο πάνω από την είσοδο ενός ερειπωμένου αρχοντικού στο Μυρόφυλλο Τρικάλων το οποίο χτίστηκε το 1883 και ενώ γλύτωσε από την μεγάλη κατολίσθηση που κατέστρεψε το χωριό το 1963 το τσάκισε ο φοβερός σεισμός της 1ης Μαίου 1967. Έτσι εγκαταλείφθηκε στην τύχη του μαζί με τον «αράπη» ο οποίος στο μεταξύ πρόλαβε να αποκτήσει συντροφιά μια καμένη λάμπα του ηλεκτρικού η οποία από την έκφρασή του καταλαβαίνουμε πως τον ενοχλεί αφάνταστα αλλά που τα χέρια να την πιάσουν και την πετάξουν μακριά;

ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ, 12062010

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

MIA ΚΑΡΥΔΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΤΟΙΧΟΥ


Ο μόνος τρόπος για να ανέβει ακέραιο ένα καρύδι στην παραθύρα των ερειπωμένων τοίχων στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, ήταν το στόμα ενός μεγάλου πουλιού, πιθανόν κόρακα ή κίσσας που δεν μπόρεσε να το σπάσει να φάει το εσωτερικό του, ενώ δεν αποκλείεται αν έφτασε ως εκεί μέσα στα χεράκια κάποιου ποντικού ή ακόμα και σκιούρου που το παράτησε γιατί ήταν σκληρό το κέλυφός του. 

Ναι έτσι είναι, γιατί τα καρύδια δεν έχουν φτερά να πετάξουν από το έδαφος και πρέπει να βρεθεί ένα ράμφος πτηνού ή ένα ζευγάρι από χεράκια τρωκτικών να το πάρει από το χώμα και τα ακουμπήσει κάπου. Κάτι τέτοιο έγινε κι εδώ λοιπόν και το καρύδι, το οποίο για άγνωστο λόγο δεν έγινε τροφή για κανένα είδος, ακολούθησε τη μοίρα του. Κοιμήθηκε δηλαδή ολόκληρο τον χειμώνα, φούσκωσε κατόπιν από την υγρασία της άνοιξης και σαν ήρθε η ώρα, άνοιξε το κέλυφός του και η ρίζα του μόλις βγήκε στο φως η ρίζα του, έψαξε και βρήκε μια ρωγμή στον τοίχο και χώθηκε μέσα. Τότε σήκωσε και το κορμάκι του στο αέρα και μέσα σε λίγες μέρες έβγαλε φύλλα και έγινε πολλά υποσχόμενο δεντράκι.

Τι θα γίνει από εδώ και πέρα όμως για την μικρή καρυδιά, κανένας δεν ξέρει γιατί δεν είναι ζήτημα αν το δέντρο χωράει ή όχι στην παραθύρα, αλλά πόση δύναμη θα μπορέσουν οι ρίζες του να αντλήσουν από τον ξερό τοίχο. Για να βρουν νερό, ούτε λόγος. Πρέπει να κατέβουν τουλάχιστον πέντε μέτρα μέσα στον τοίχο για να φτάσουν στο χώμα και κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο καθώς οι καλοπλεγμένες πέτρες είναι αυτές που κράτησαν ακόμα όρθιο. Θα παλέψουν λίγο μέσα στις ρωγμές και πολύ σύντομα θα παραιτηθούν.

Αν ο καιρός προχωρήσει όπως φέτος λίγο βροχερός, τότε η μικρή καρυδιά θα μείνει ζωντανή μερικές μέρες ακόμα. Το βέβαιο όμως είναι ότι θα πλακώσουν ζέστες και καθώς θα πυρώσει και θα στεγνώσει ο τοίχος οι ρίζες της θα απελπιστούν, θα παραιτηθούν από τον αγώνα της ζωής και σιγά – σιγά το δεντράκι θα στεγνώσει, θα ξεραθεί και θα σβήσει…

ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ, 07062017

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Ο ΡΑΔΙΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟΥ


O Παναγιώτης Σπύρου αφότου πήρε σύνταξη από την αγροφυλακή, αφιερώθηκε αποκλειστικά σε μια νεανική του αγάπη και από απλός ραδιοτεχνίτης – ονομαστός σε όλα τα χωριά κοντά στο Μυρόφυλλο Τρικάλων- μελετά τώρα την ψηφιακή εκδοχή της τέχνης του και σπουδάζει χωρίς δάσκαλο, στον συνοικισμό της Φτέρης όπου ζει με την γυναίκα του Ελένη, χάρη της οποίας δεν πήρε κάποτε το δίπλωμα του ραδιοτεχνίτη…

- Πώς σου γεννήθηκε το ενδιαφέρον σπουδάσεις ηλεκτρονικά;

- Είδα το 1968 σε ένα περιοδικό μια ανακοίνωση που έλεγε πως μπορώ να γραφτώ σε μια σχολή και να σπουδάσω δι’ αλληλογραφίας. Έτσι γράφτηκα στην ΙΤΕ (Ινστιτούτο Τεχνικών Επαγγελμάτων), πλήρωνα τότε 200 δραχμές το μήνα και για δυο χρόνια μου έστελναν τα θεωρητικά μαθήματα και τα σχέδια σε πολυγραφημένες σελίδες. Μετά άρχισαν να μου στέλνουν τις ασκήσεις τις οποίες έλυνα και τις έστελνα στην Αθήνα με το ταχυδρομείο. Μέχρι φοιτητική ταυτότητα μου έβγαλε εκείνη η σχολή!

- Πήρες δίπλωμα από τη σχολή;

- Είχα τελειώσει τα μαθήματα και ήταν να πάω να πάρω το δίπλωμα αλλά τότε μου έτυχε ο γάμος με την Ελένη. Και να φανταστείς πως με εκείνο το δίπλωμα θα μπορούσα να είχα πάει στον ΟΤΕ. Δεν το πήρα όμως. Πιάστηκα κατόπιν με την Αγροφυλακή, είχα τα χωράφια, είχα ζωντανά, το ξέχασα.

- Έτσι πήγαν χαμένα τα μαθήματα και τα έξοδα που έκανες;

- Όχι, γιατί το 1980 σαν ησύχασα λιγάκι, ξύπνησε μέσα μου πάλι το ενδιαφέρον για τα ηλεκτρονικά. Θυμήθηκα όλα όσα είχα μάθει και άρχισα αμέσως να φτιάχνω ότι κατασκευές ήθελα, ακόμα και τέτοιες που δεν είχαν τα σχέδια της σχολής. Έφτιαξα ραδιόφωνα, συχνόμετρα, τραντζίστορ, τα πάντα. Μια κάμαρη του σπιτιού μας την έκανα εργαστήριο και σε αυτή εργάζομαι μέχρι σήμερα. Στην αρχή δεν είχαμε ηλεκτρικό και βολεύομαν με μια μικρή γεννήτρια που δούλευε με βενζίνη. Όταν το 1989 ήρθε το ρεύμα στη Φτέρη με βρήκε τελειωμένο επαγγελματία.

- Δεν άνοιξες όμως ποτέ επαγγελματικό εργαστήριο εδώ;

- Όταν λέω επαγγελματίας εννοώ μόνο ότι είχα μάθει τόσα πράγματα που αν ήμουν έστω σε ένα μεγάλο χωριό, σίγουρα θα άνοιγα εργαστήριο. Εμένα όμως τα ηλεκτρονικά ήταν το χόμπυ μου και έτσι τα έβλεπα πάντα. Όταν όμως οι συγχωριανοί είχαν μια συσκευή που παρουσίαζε πρόβλημα, έρχονταν πρώτα σε εμένα. Έπειτα, αν άνοιγα εργαστήριο θα είχα πρόβλημα με τα υλικά καθώς το κόστος τους να φθάσουν στο Μυρόφυλλο θα ήταν διπλάσιο από κάθε αλλού.

- Τώρα όμως που όλα έγιναν ψηφιακά εσύ δεν βρήκες λίγο σκούρα;

- Όχι και τόσο, γιατί συνεχώς ενημερωνόμουν από διάφορα ειδικά περιοδικά που είμαι ακόμα συνδρομητής. Βέβαια δεν μπορείς να παρέμβεις σε μια συσκευή όπως κάναμε παλιά, αλλά και τα ψηφιακά πάλι στις ίδιες απλές αρχές στηρίζονται και άμα έχεις αγαπήσει μια τέχνη, τίποτα δεν σε εμποδίζει να συμμορφωθείς με τις ιδιοτροπίες της και βρεις και γι’ αυτά λύσεις.



- Η Ελένη πως έβλεπε την αφοσίωσή σου στα ηλεκτρονικά μηχανήματα;

- Ήξερε για τη σχολή, παντρευτήκαμε μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές και από τότε ποτέ δεν φύγαμε από τη Φτέρη. Παρακολουθούσε πάντα τα έργα μου και καμάρωνε τις κατασκευές μου. Είχαμε μουσική από το ραδιόφωνο όποτε θέλαμε κι έρχονταν και οι γείτονες να ακούσουν. Τώρα σε ολόκληρο το συνοικισμό μείναμε οι δυό μας και αυτό που μας λείπει είναι ο κόσμος και οι επισκέψεις των συγχωριανών με τα χαλασμένα ραδιόφωνα. Άδειασε το χωριό και βουβάθηκε όλος ο τόπος. Αυτό είναι που μας πειράζει περισσότερο και όχι η ψηφιακή τεχνολογία που παραλίγο να με βγάλει στη δεύτερη σύνταξη!

Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία", 1/03/2008, σέλ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".

ΥΓ. Ο Παναγιώτης Σπύρου, δεν πρόλαβε να γοητευτεί και από την ψηφιακή τεχνολογία, πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος ότι θα καταπιάνονταν και θα είχε καλά αποτελέσματα. Πέθανε πριν από τρία χρόνια και άφησε την Ελένη μόνη της και η οποία συνεχίζει να ζει στον σιωπηλό παραποτάμιο οικισμό με τους λιγοστούς ανθρώπους. 


ΑΘΗΝΑ, 17052017