Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΡΑΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΡΑΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Απριλίου 2022

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΗΘΗΚΑΝ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ

 


Το ότι συνέπεια ενός πολέμου, οπουδήποτε πλέον στον κόσμο και όχι στην αυλή μας όπως παλιότερα γιατί έχουν εκμηδενιστεί οι αποστάσεις, είναι η πείνα και διάφορα άλλα κακά που την συνοδεύουν δεν είναι καινούργιο. Όσοι/όσες από τη γενιά της Κατοχής είναι ακόμα ανάμεσά μας μπορούν να το βεβαιώσουν καθώς είναι από τα πράγματα που δεν ξέχασαν ποτέ και με κάθε ευκαιρία το υπενθύμιζαν στους νεότερους με τις αφηγήσεις τους.

Έτσι γίνεται και στις μέρες μας με τον πόλεμο που πέρα από την καταστροφή της Ουκρανίας από τους Ρώσους «αδελφούς» τους και τον ανείπωτο πόνο που σπέρνουν τα όπλα, ακούστηκε από πολλούς και διάφορους τρόπους ότι αυτές οι δυο χώρες που ήταν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές γεωργικών αγαθών στον κόσμο θα περιορίσουν τις εξαγωγές στη Δύση ή μπορεί λόγω της κατάσταση, να μην έχουν καμιά παραγωγή οπότε όσοι προμηθεύονταν από εκεί προϊόντα δεν θα τα βρίσκουν. Φυσικά, επειδή τέτοια πράγματα τρέχουν γρηγορότερα από την σκέψη των πολιτικών, οι ανατιμήσεις στην αγορά είναι ήδη εμφανείς και ο πολύς κόσμος ταλαιπωρημένος από την δεκαετή κρίση και την επιδημία που δεν λέει να υποχωρήσει, κουμπώνεται και σφίγγεται περισσότερο.

Έτσι ξανακούστηκαν, όπως και στις αρχές της κρίσης  πριν από αρκετά χρόνια και όταν ξέσπασε η επιδημία εκείνες οι φωνές που λένε ότι δεν θα πεινάσουμε αν γυρίσουμε στα χωριά μας ή επιστρέψουμε στην ύπαιθρο, να καλλιεργήσουμε τη γη και να παραγάγουμε αγαθά για δική μας κατανάλωση ή να τα εμπορευτούμε. Πολλοί τότε ενθουσιάστηκαν, κάποιοι μάλιστα το επιχείρησαν αλλά μια δεκαετία τώρα από τότε ο πληθυσμός της υπαίθρου αντί να σημειώσει αύξηση, μειώθηκε περισσότερο. Κάποιες start up επιχειρήσεις (!) περί την πρωτογενή παραγωγή που ακούμε να αναπτύσσονται στην περιφέρεια φυσικά δεν κάνουν τη διαφορά ούτε επίσης και μεμονωμένες περιπτώσεις επιτυχημένων επιχειρηματιών κατάφεραν να δημιουργήσουν κάποιο κύμα επιστροφής.

Κακά τα ψέματα όμως, ένα τέτοιο κύμα επιστροφής στην ύπαιθρο, όπως το ονειρεύονταν κάποιοι ρομαντικοί ή και ορισμένοι σοβαροί ειδικοί και επιστήμονες σε μια χώρα που έχει κόψει τις ρίζες με τη γη της εδώ και πολλά χρόνια, δεν επρόκειτο να συμβεί, ούτε τώρα αλλά ούτε και ποτέ στο μέλλον ακόμα και αν αποδεκατιστεί η κοινωνία μας από την πείνα. Σποραδικά και πού και πού θα βλέπουμε περιπτώσεις να αναζητούν σωτηρία στην ύπαιθρο αλλά θα είναι πρόσκαιρες και ευκαιριακές, όπως η περίπτωση με τα χόρτα στην Κατοχή και δεν θα έχουν καμιά συνέχεια μόλις περάσει η πείνα. Η αγορά, τα σούπερ μάρκετ δηλαδή γιατί δεν υπάρχουν πια μπακάλικα και παντοπωλεία είναι στοιχεία αναφοράς για την προμήθεια κηπευτικών και φρούτων ακόμα και τα χωριά που τα παράγουν και η καταφυγή σε αυτα είναι η πρώτη αντίδραση μόλις ο κόσμος αρχίζει να νιώθει τα δύσκολα. Τα σούπερ μάρκετ όμως σε τέτοιες περιπτώσεις αδειάζουν εύκολα αλλά δύσκολα ξαναγεμίζουν.

Η γενιά που ήξερε πως να ζήσει ακόμη και από την λίγη και σκληρή σε πολλές περιπτώσεις γη της έχει τελειώσει και πήρε (αφού η επόμενη δεν άπλωσε το χέρι) μαζί της και τη σκυτάλη του αγώνα της επιβίωσης. Ενός αγώνα που τον χαρακτήριζε η διαρκής προσπάθεια για την παραγωγή, η επαγρύπνηση για τις ιδιοτροπίες του καιρού, η συμμετοχή στο έργο όλης της οικογένειας, η σωστή χρήση των εργαλείων, η υποστήριξη της κοινότητας και άλλα πολλά στοιχεία, άλλα εμφανή και άλλα άδηλα που χαρακτήριζαν εκείνες τις εποχές. Όλα αυτά φυσικά και δεν οδηγούσαν στην ευμάρεια αλλά τουλάχιστον απέκλειαν την πείνα…

- Στη φωτογραφία (2012) η Γιαννούλα Ζήση, τελευταία κάτοικος του συνοικισμού Μέγα Λάκκος στον Μέγδοβα, ήταν αυτή που έσκαψε μόνη της και φύτεψε ένα κηπάκι. Από την επόμενη χρονιά η γη αυτού του τόπου δεν ξανάνιωσε πάνω της ούτε τσαπί, ούτε αλέτρι και σήμερα είναι ένας πυκνός, ωραίος λόγγος…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 07042022

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ ΧΑΛΑΤΣΗ (1925 – 2021)

 

Η Αμαλία Χαλάτση, στο γηροκομείο του ΚΚΕ, το 2013

Δεν θέλω να μετρήσω πόσοι είναι ακόμη στη ζωή από τους πρωταγωνιστές στη δεκαετία 1940 – 1950 αλλά και στα κατοπινά δύσκολα για όλους χρόνια που μίλησαν για τον εαυτό τους και τους άλλους, αδέρφια, γονείς, φίλους, συντρόφους, αντιπάλους στο βιβλίο μου «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» που κυκλοφόρησε πριν από επτά χρόνια και ήταν αφιερωμένο στους ανθρώπους από την Νεράιδα (Σπινάσα) που μετά την τραγική δεκαετία 1940 – 1950 κατάφεραν να αναστήσουν το χωριό τους και να διατηρήσουν Κοινότητα.

Το βιβλίο, από την έκδοσή του μέχρι σήμερα εξελίχθηκε και σε άτυπο βιβλίο ληξιαρχείου, με εγγραφές δυστυχώς μόνο τις απώλειες καθώς τα πρόσωπα που γεμίζουν τις σελίδες του, λόγω ηλικίας φεύγουν για τον ουρανό και μας αφήνουν λιγότερους στη Γή. Σειρά είχε χθες η Αμαλία Χαλάτση, (1925 – 2021) μια γενναία γυναίκα που οι συνθήκες που επικράτησαν στ’ Άγραφα μετά την Απελευθέρωση την έφεραν στις γραμμές του ΔΣΕ, συμμετείχε σε πάρα πολλές επιχειρήσεις, μέχρι λοχαγός έφτασε να γίνει και τον βαθμό της απένειμε ο ίδιος ο καπετάν Διαμαντής μετά την μάχη στη γέφυρα του Κοράκου. Συνελήφθη όταν επέστρεψε στο χωριό της να δει τι ρημάδια είχε γίνει η οικογένειά της και από εκεί και πέρα αρχίζει για αυτήν ένας γολγοθάς που τον ανέβηκε χάρη στη απίστευτη δύναμη που είχε μέσα της.

Όσο διακρίθηκε στις μάχες η Αμαλία, τόσο διακρίθηκε και στη ζωή κατόπιν. Με διαλυμένο από τα βασανιστήρια σώμα, κατάφερε εντούτοις και άρχισε μια καινούργια ζωή, εργαζόμενη και έφτιαξε το σπιτικό της. Δούλεψε, όσο άντεχε η ψυχή της ενώ παράλληλα φρόντισε και από την οικογένειά της κατάφεραν να επιζήσουν του τραγικού εμφυλίου και των συνεπειών της. (Η περίπτωση της οικογένειας Χαλάτση είναι χαρακτηριστική για όσα τράβηξαν οι άνθρωποι στ’ Άγραφα εκείνη την περίοδο και μπορεί όποιος θέλει να τη διαβάσει στο βιβλίο). Η Αμαλία επισκέπτονταν συχνά το χωριό της αλλά τα τελευταία χρόνια ζούσε στο γηροκομείο του ΚΚΕ στη Δάφνη, όπου την επισκέφτηκα για τελευταία φορά προσφέροντάς της το βιβλίο που χάρη στις δικές της αφηγήσεις φωτίστηκαν κάποιες πτυχές της ιστορίας του χωριού της τουλάχιστον που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η Αμαλία Χαλάτση, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευτηκε
από τα τράυματα και τις κακουχίες του Εμφυλίου.

Από σήμερα η Αμαλία Χαλάτση αναπαύεται στη γη της μικρής της πατρίδας, της Νεράιδας (Σπινάσα) Καρδίτσας κοντά στους οικείους της και τους συγχωριανούς της. Ας είναι ελαφρά η γη που τους σκεπάζει όλους. Η ζωή της, μαζί με άλλους συγχωριανούς από τη Νεράιδα στο βιβλίο «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» που περιγράφει τη ζωή στην περιοχή την δεκαετία 1940 - 1950 καθώς και τα κατοπινά χρόνια. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 17042021

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΤΗ ΖΩΗ


Ο Ηλίας Καραμέτος παίζει βιολί στο πανηγύρι της Παναγίας της Σπινάσας το 2014.   

Από τα πρώτα παιδιά της Νεράιδας που γεννήθηκαν όταν η Ελλάδα δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την εισβολή των Γερμανών και να αρχίσει η τρομερή Κατοχή, ήταν ο Ηλίας Καραμέτος  (1941) ο πρώτος γιός του Γιώργου Καραμέτου και της Ελένης (το γένος Μπέσα) από τη Δάφνη. Από εκείνη την εποχή το μόνο που θυμάται αμυδρά ήταν ο Φράνκο, ένας Ιταλός στρατιώτης τον οποίο μετά την παράδοση της Μεραρχίας Πινερόλο πήραν στο σπίτι οι Καραμεταίοι και για να ζήσει, έβαζε κι αυτός πλάτη στον κοινό αγώνα πλέον της επιβίωσης...  


Η οικογένεια του Γιώργου Καραμέτου το 1950. Ο πατέρας Γιώργος, 
η μητέρα Ελένη, ο Χρήστος, η Κατερίνα, ο Ηλίας και ο Τάσος.


 
«Ο πατέρας μου ήταν λίγο αγρότης, λίγο κτηνοτρόφος αλλά κυρίως ήταν βαρελάς, έφτιαχνε βαρέλια και ένα σωρό άλλα αντικείμενα που είχαν ανάγκη στο χωριό από ξύλο και οι δουλειές του ξεπερνούσαν τα σύνορα της Νεράιδας, πήγαινε σε όλα τα χωριά γύρω και έφτιαχνε ή επισκεύαζε βαρέλια. Η μεγαλύτερη όμως πελατεία του ήταν στα λιβάδια που ξεκαλοκαίριαζαν οι βλάχοι, στην Μπέσια έρχονταν τότε από τη Βοιωτία που ξεχειμώνιαζαν περί τις 60-70 οικογένειες βλάχων, στην Κοκκινόβρυση έρχονταν οι Καλέδες από τον Αλμυρό.  Δεν τους προλάβαινε και πολλές φορές κάθονταν το χειμώνα και έφτιαχνε τις παραγγελίες που του έκαναν για να τα βρουν έτοιμα την άνοιξη που ανέβαιναν στο βουνό. Έφτιαχνε και μεγάλα βαρέλια για κρασί, και κάδες και καρούτες που χώραγαν έξι και επτά τόνους. Τέτοια πήγαινε και έφτιαχνε στα χωριά που έβγαζαν κρασί και τσίπουρο, όπως στο Καλεσμένο και άλλα. Είχε εργαστήριο στο σπίτι, με όλα τα απαιτούμενα εργαλεία αλλά μετά τον τριετή εκπατρισμό τους το ’47, σαν επέστρεψαν στο χωριό δεν βρήκαν τίποτα, τα είχαν πάρει οι αντάρτες και τα σκόρπισαν εδώ κι εκεί».



.....

Ήταν μεγάλη οικογένεια οι Καραμεταίοι από τις πιο ευκατάστατες στο χωριό. Ο παππούς του, ο Δημήτρης Καραμέτος, είχε μαζί με τα παιδιά του, Γιώργο, Χρήστο, Νίκο και Κώστα τον μύλο κάτω χαμηλά στην περιοχή που λέγεται και σήμερα Μαντάνια και τον λειτουργούσαν όλο τον χρόνο αφού μάζευε νερά από τον Μέγδοβα που δεν στέρευε ποτέ και έρχονταν από όλα τα χωριά γύρω να αλέσουν. Είχαν και μαντάνια, γέμιζε ο χαλιάς την άνοιξη και το καλοκαίρι από τις πολύχρωμες κουβέρτες και μπαντανίες που πήγαιναν μετά την ύφανσή τους να πλυθούν και να μαλακώσουν. Αυτό το μεγάλο συγκρότημα της υδροκίνησης λειτούργησε μέχρι το 1947 και σαν έφυγαν το διέλυσε όπως και πολλούς άλλους μύλους ο στρατός για να μην αλέθουν οι αντάρτες.  Οι Καραμεταίοι είχαν ακόμη καμιά εξηνταριά γελάδια και βόδια και 500 γίδες που ξεχειμώνιαζαν στις Λογγές καθώς και περί τα 1.000 μελίσσια, φτιαγμένα με σανίδια και έβγαζαν πολύ μέλι. Στις Λογγές που κοπρίζονταν καλά από τα γίδια έσπερναν φασόλια, πατάτες και καλαμπόκι, έβγαζαν πολύ καλαμπόκι, γύρω στα 1.000 κιλά εκείνης της εποχής (ένα κιλό ήταν όσο χωρούσε ένας γκαζοντενεκές). Βιος ατελείωτο δηλαδή και χάρη στο οποίο σώθηκε ο κόσμος από τα χωριά των Αγράφων κυρίως από την πείνα που πλάκωσε στην Κατοχή. Περνούσαν από εκεί και ζήταγαν μια χούφτα μπομπότα και οι Καραμεταίοι δεν το λυπόνταν το σόδεμα, έδιναν σε όποιον έφτανε στο κατώφλι τους.
Ειδικά τα μελίσσια οι Καραμεταίοι τα πρόσεχαν πολύ και δεν τα έπνιγαν όπως οι άλλοι που τα είχαν στα κοφίνια. Τα άνοιγαν, έβλεπαν τι είχαν μέσα και ανάλογα έκοβαν όσο έπρεπε και άφηναν να φάει και το μελίσσι αν ή χρονιά δεν ήταν καλή. Είχαν και άλλοι εκεί κάτω στις ρεματιές μελίσσια, όπως ο Λάμπρος Ζήσης και βούιζε ο τόπος όλος από τις μέλισσες την άνοιξη και το καλοκαίρι. Δεν πούλαγαν μέλι, ήταν μακριά η Καρδίτσα για να τη φτάσουν και το κατανάλωναν στο σπίτι καθώς αποτελούσε μια βασική και καλή τροφή και την οποία μπορούσαν, αν ήταν λίγο νοικοκυρεμένοι, να έχουν όλοι.

***

 «Στην περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης κυρίως, ούτε ο παππούς αλλά ούτε και κανένα από τα παιδιά του αναμίχθηκε με τις οργανώσεις. Έδιναν τρόφιμα, σφαχτά, τυριά στους αντάρτες, έδιναν και στη φτωχολογιά των Αγράφων, αλλά κανένας δεν πήρε επίσημα το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς. Όταν, δε, δόθηκε η εντολή να φύγουν όλοι για την Καρδίτσα, ξεκίνησαν κι αυτοί αφήνοντας πίσω τους τη σοδειά όλης της χρονιάς, σοδειά που θα μπορούσε να θρέψει για πολύ χρόνο, πολύ κόσμο. Πήραν μαζί τους μόνο όσο μπορούσαν να σηκώσουν στις πλάτες και σε ένα γαϊδουράκι που είχαν.
»Από τα πράματα, τα οποία στο μεταξύ ο παππούς είχε μοιράσει στους μπαρμπάδες μου, άλλα πρόλαβαν και τα πούλησαν, άλλα άρπαξαν οι αντάρτες, άλλα πήρε ο στρατός, άλλα έφυγαν στα βουνά μόνα τους και τα έπιασαν μετά οι αντάρτες και τα έφαγαν. Σαν φύγαμε, πήραμε μαζί μας μόνο δυο γίδες και δυο γελάδες τις οποίες χάσαμε στο δρόμο, τις ξαναβρήκαμε και τις πούλησαν δυο λίρες τη μια και τρεις την άλλη. Πήγαμε στις Καμινάδες, πρώτα στεγαστήκαμε σε μια αποθήκη αλλά η νοικοκυρά που μας τη νοίκιασε, χήρα ήταν και βρήκε άντρα και ετοιμαζόνταν να παντρευτεί, τους είπε πως την ήθελε κι έτσι φύγαμε και πήγαμε σε ένα οίκημα-παράγκα στους στρατώνες το οποίο μοιράζονταν με μια οικογένεια από τον Κλειτσό. Κοντά μας ήρθαν να μείνουν ο Μήτσος Κατσούλης που είχε παντρευτεί την αδερφή του πατέρα μου Κωνστάντω και τα παιδιά τους και ο Κώστας που είχε παντρευτεί τη Βαγγελή Βούλγαρη από τα Σαραντάπορα. Ο Νίκος είχε πάει φαντάρος και ο παππούς είχε πεθάνει όταν ήταν ακόμη στις Καμινάδες και τον έθαψαν στην Καρδίτσα.
»Μπροστά σε αυτή την κατάσταση αναγκάστηκαν και έχτισαν με πλιθιά που έκοψαν οι ίδιοι τρία καμαράκια δίπλα στην παράγκα για να έχουν να μαγειρεύουν. Ο πατέρας μαζί με τον Μήτσο Κατσούλη άρχισαν να κάνουν μεροκάματα στο Δασαρχείο, στα φυτώρια αλλά και άλλες δουλειές όταν έβρισκαν, χτισίματα, μερεμέτια στα σπίτια χωρίς πάντα να έχουν την ανάλογη επιτυχία γιατί δεν ήξεραν. Μια φορά μάλιστα έχτισαν ένα τζάκι, μόλις που πρόλαβαν να φύγουν και αυτό έπεσε γιατί ήταν ακόμη υγρά τα πλιθιά. Οι γυναίκες έμειναν στην παράγκα, μαγείρευαν με ό,τι ψιλοπράγματα τους έδινε η ΟΥΝΤΡΑ αλλά και με αυτά που αγόραζαν οι άντρες από τη δουλειά τους. Εγώ πήγα να συνεχίσω το Δημοτικό που άφησα στη μέση σε ένα σχολείο στον Άγιο Κωνσταντίνο αλλά σύντομα με πήγαν σε ένα άλλο.
«Όταν μπήκαν οι αντάρτες στην Καρδίτσα, έβαλαν φωτιά στις εγκαταστάσεις στο σταθμό του τρένου και έσπασαν τις πόρτες από τις αποθήκες. Όρμησε τότε ο κόσμος να πάρει αλεύρι και ζάχαρη. Άλλοι έμπαιναν μέσα και γέμιζαν τις τσέπες τους ζάχαρη κι άλλοι σήκωναν ολόκληρα τσουβάλια. Πήγε και η μάνα μου και πήρε ένα τσουβάλι αλεύρι κι ένα ζάχαρη και τα έφερε στην παράγκα. Έβαλε τις φωνές ο πατέρας σαν την είδε να τα φέρνει, ακούστηκαν και κάποιοι να διατάζουν ότι όσοι πήραν τρόφιμα από τις αποθήκες θα έπρεπε να τα πάνε πίσω. Είχαν φέρει κι ένα κάρο μάλιστα και τα φόρτωναν. Φοβήθηκε η μάνα, τα πήγε, τα εξαφάνισαν αυτοί οι επιτήδειοι. Μέσα στην αναμπουμπούλα, κάποιοι έσπασαν και τις πόρτες από το ζαχαροπλαστείο του Κόκκα που ήταν εκεί κοντά, πηδήξαμε μέσα όλα τα παιδιά και αρπάζαμε καραμέλες, λουκούμια, ό,τι μπορούσαμε. Το έμαθε ο πατέρας μου και σαν γύρισα στην παράγκα μου έριξε ένα γερό χέρι ξύλο. Πήγα να ξεφύγω αλλά δεν μπόρεσα γιατί είχαμε χτίσει έναν τοίχο γύρω από την παράγκα να μη φεύγουν οι γίδες.
»Στο χωριό γυρίσαμε όλοι μαζί το ’50 και μετά χωρίσαμε. Η γιαγιά έμεινε με τον πατέρα μου γιατί ο Χρήστος ήταν φαντάρος και ο Νίκος παντρεύτηκε τη Μερόπη. Ό,τι πραγματάκια είχαμε πάρει μαζί μας στην Καρδίτσα τα φέραμε πίσω, φέραμε και δύο γίδες. Η μια ήταν από αυτές που είχαμε πάρει όταν φεύγαμε, την άλλη τη σφάξαμε αλλά γέννησε η άλλη κι έτσι ήταν πάλι δύο. Φέραμε κι εκείνο το γαϊδουράκι με το οποίο πήγαιναν ο πατέρας με τον Μήτσο Κατσούλη στις πλαγιές πιο πάνω από το Ρούσο και έβγαζαν ρίζες από τα πουρνάρια να βάζουμε στη σόμπα και να μαγειρεύουμε. Μια φορά τους πήραν στο κυνήγι οι αντάρτες, να τους πιάσουν και να τους πάρουν μαζί τους. Το έβαλαν στα πόδια μόλις τους είδαν, έτρεξαν, βρήκαν ένα κάρο στο δρόμο και ανέβηκαν πάνω ενώ οι σφαίρες βούιζαν δίπλα τους. Το γαϊδουράκι το παράτησαν αλλά αυτό βρήκε το δρόμο και μετά από λίγες μέρες ήρθε στην παράγκα. 

***

»Το σπίτι το βρήκαμε σε μαύρα χάλια. Είχαν φύγει τα κεραμίδια και τα πατώματα ήταν ξεχαρβαλωμένα. Το ίδιο και τα πορτοπαράθυρα. Το πατώσαμε πρόχειρα με ό,τι σανίδια βρήκαμε, μπήκαμε μέσα και ξεκινήσαμε από την αρχή μια νέα ζωή. Πήγαμε κάτω στα μαντάνια, πιάσαμε να σκάβουμε με τα τσαπιά. Σε άλλους χωριανούς είχε δώσει γελάδια η ΟΥΝΤΡΑ, σε ορισμένους και μουλάρια αλλά εμάς δεν μας έδιναν. Σε αυτά τα πράγματα έκανε κουμάντο ο Χρήστος Σερ. Καραμέτος που ήταν και ξάδερφος του πατέρα μου αλλά σε μας δεν έδινε χαρτί να πάμε στο Καρπενήσι να πάρουμε. Έκανε αιτήσεις ο πατέρας αλλά αυτός τίποτα. Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που έκανε διανομές η ΟΥΝΤΡΑ και ο πατέρας σηκώθηκε και με το έτσι θέλω πήγε στην υπηρεσία στο Καρπενήσι και γύρισε στο χωριό με τα πόδια από το Βελούχι, τη Φουρνά, τον Κλειτσό με δυο προβατίνες και ένα κριάρι. Είχαμε κάνει στο μεταξύ πέντε-έξι γιδούλες, τις σμίξαμε με τα πρόβατα κι έτσι είχαμε λίγο ξινοτύρι. Για τυρί, ούτε λόγος, ήταν πολυτέλεια τότε για όλους μας. Για να οργώσουμε παίρναμε ένα ζευγάρι βόδια από τον Μήτρο Θάνο, μέχρι να πάρουμε μουλάρι με δάνειο από την τράπεζα. Δεν τον πληρώναμε, τα έδινε ο κόσμος τότε τα πράματα άμα έβλεπε πως ο άλλος είναι σε ανάγκη. Σαν άρχισε να παίρνει πάνω του το χωριό και ο κόσμος, πιάνει πάλι ο πατέρας τα βαρέλια κι εγώ αναλαμβάνω πια το αλέτρι στο χωράφι.
»Σαν τελείωσα το Δημοτικό, είπαμε να πάω στο Νυχτερινό Γυμνάσιο για να δουλεύω την ημέρα. Έτσι ξεκινήσαμε από το χωριό τρία παιδιά, εγώ, ο συγχωρεμένος ο Λάζαρος Μπαλτής και ο ξάδερφός μου Γιώργος Καραμέτος με έναν τροβά στον ώμο, με μια αλλαξιά και λίγα πράγματα να τρώμε. Ψάχναμε για δουλειά αλλά πού να βρούμε; Και τι δουλειά να κάναμε, 12-13 χρονών παιδιά; Πηγαίναμε καμιά μέρα στην ταβέρνα του Κορόζη και πλέναμε τα ταψιά και μας έδινε να φάμε. Πηγαίναμε στη λαϊκή, μας έβαζαν οι μανάβηδες να φωνάζουμε και μας έδιναν κανένα πεπόνι να φάμε. Τι να μας έστελναν και από το σπίτι; Σάμπως είχαν; Μέναμε σε μια αποθηκούλα που πληρώναμε έχοντας κατά νου να πιάσουμε ένα δωμάτιο σαν βρίσκαμε δουλειά. Κάτσαμε κάνα μήνα και σαν βαρεθήκαμε να ψάχνουμε για δουλειά και να πεινάμε αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο χωριό. Είχαμε ένα δίφραγκο σαν ξεκινήσαμε, ούτε θυμάμαι που το βρήκαμε και με αυτό πήραμε μια οκά σταφίδες και ένα καρβέλι ψωμί να έχουμε στο δρόμο. Μια σταφίδα έτρωγε ο ένας, μία ο άλλος. Μια χαψιά ψωμί ο ένας, μια ο άλλος. Τα φάγαμε, ψοφήσαμε από την πείνα μέχρι να έρθουμε εδώ με τα ποδάρια. Έτσι πάει το Γυμνάσιο. Εγώ στενοχωρέθηκα αλλά η μάνα μου το χάρηκε που θα είχε κάποιον να στέλνει στα γίδια και να κάνει τις δουλειές των χωραφιών. Είχαμε τότε καμιά δεκαπενταριά, μετά τα φτάσαμε πενήντα, γίδια και πρόβατα μαζί. Πήγαινα εγώ, πήγαινε και ο αδερφός μου. Τότε ήταν που εγώ άρχισα να καταπιάνομαι με τα όργανα.

***

»Είχα κλίση στα όργανα, είχα μεράκι. Ξεκίνησα με φλογέρα, έπαιζα στο σχολείο σαν γυρίσαμε στο χωριό που πήγα να τελειώσω τις τάξεις και χόρευαν τα δασκαλούδια. Τρία χρόνια έκανα να πάρω απολυτήριο, έχασα και μια χρονιά, τέσσερα. Σαν τελείωσα το σχολείο ήθελα να συνεχίσω και κοίταξα να πάρω ένα κλαρίνο. Είχαμε ένα γείτονα, τον Γιώργο Λυρίτση, είχε ένα παλιοκλάρινο και μου το έδωσε και μάθαινα να παίζω. Ήθελα να πάρω καινούργιο, ζήταγα λεφτά από τον πατέρα και αυτός μου έλεγε πως δεν έχουμε, πληρώναμε ακόμη τις δόσεις του δανείου για το μουλάρι. Τότε ένας Γάκης, Κωνσταντίνος που ήταν φύλακας στις φυλακές Αλμυρού είχε φτιάξει ένα βιολί και το πούλαγε 200 δραχμές. Το πήρα και άρχισα σιγά σιγά να μαθαίνω. Ήταν εδώ ένας γέρος, ο Φώτης Αυγέρης που τον είχα μπάρμπα κιόλας και ήξερε από βιολί. Πήγα να τον ρωτήσω, δεν έδειξε ενδιαφέρον κι έτσι άρχισα μοναχός μου να το κουρντίζω και να μαθαίνω και μέσα σε 17 ημέρες έπαιξα ολόκληρο τραγούδι, τη “Βλάχα”. Το άλλο που έμαθα να παίζω μετά ήταν το “Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί”. Έπαιζα στο σπίτι και έλεγε ο πατέρας μου ότι του παίρνω τ’ αυτιά κι έτσι αναγκάστηκα να πηγαίνω στη ράχη Κουτσοχέρη, πιο πέρα από το χωριό και κάτω από τα γάβρα να μην ακούγομαι και συγκεντρωνόμουν.
»Εμένα με είχε βαφτίσει ο Αντώνης Γιανέλλος από το Καροπλέσι αλλά έμενε κάτω στα Κουκέικα, απέναντι από το χωριό μας και τα παιδιά αυτού ήταν οργανοπαίχτες. Ο μεγάλος, ο Μήτσος που έπαιζε το καλύτερο βιολί τότε εδώ μέσα και μετά έφυγε και πήγε στον Αλμυρό και ο Στέφανος που ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος από μένα και μόλις απολύθηκε από φαντάρος ήρθε στα Κουκέικα. Πήγα τον είδα, μου είπε πώς να πιάνω το βιολί. Έκανα όπως μου είπε και μέσα σε ένα εξάμηνο παίζαμε μαζί. Το μάζευα, όταν δεν είχαμε δουλειές στο σπίτι ή τις τέλειωνα νωρίς από τη Νεράιδα και πήγαινα στα Κουκέικα να μου δείχνει. Σαν προχώρησα κι εγώ αρχίσαμε να πηγαίνουμε στα πανηγύρια και εκτός από το βιολί έκανα και τον τραγουδιστή μέχρι που έπαθα φαρυγγίτιδα και σταμάτησα. Τότε στο χωριό μας έπαιζαν οι Γιώργος Λυρίτσης κλαρίνο και τα αδέρφια Σπύρος και Βάιος Μπαλτής κιθάρα και έκαναν παρέα να παίζουν στα πανηγύρια, στους γάμους και στα μαγαζιά. Εγώ έκανα παρέα με τον Στέφανο Γιανέλλο, παίζαμε κι εμείς στα πανηγύρια και στα μαγαζιά. Πήρα πολύ καλές βάσεις απ’ αυτόν που ήταν και απόφοιτος Γυμνασίου. Ήταν το καλύτερο βιολί και όπως έπαιζε αυτός άρχισα κι εγώ να μαθαίνω να παίζω. Έκανα όμως παρέα και με τον Γιώργο Λυρίτση και τον Σπύρο Μπαλτή, όπως λάχαινε η μέρα και κατά πώς ευκαιρούσε ο καθένας.

***

»Είχε πολύ κόσμο τότε το χωριό και πολλά μαγαζιά που παίζαμε, της Σοφίας Αυγέρη, του Γιώργου Ζήση, του Ρίζου Βούλγαρη, το μαγαζί του Μπέλλου που κρατούσε η Τσιτσιμπίνα, του Νίκου Μητσάκη. Έρχονταν κόσμος σε όλα τα μαγαζιά, μας φώναζαν οι παρέες και παίζαμε τη νύχτα και τις γιορτάδες μετά την εκκλησία. Βγάζαμε κάτι λίγα λεφτά, στα πανηγύρια μπορεί να φτάναμε και τις 50 δραχμές μεροκάματο. Παίζαμε σε γάμους, γίνονταν συνέχεια γάμοι τότε, ήθελε ο κόσμος μετά από τόσα χρόνια πόλεμο και βάσανα να το ευχαριστηθεί. Στον πρώτο γάμο που έπαιξα ήταν το 1960 στο γάμο του Βαγγέλη Θάνου και της Όλγας Βούλγαρη από τα Σαραντάπορα. Ήμουν τότε 19 χρονών.
»Έξω από το χωριό άρχισα να βγαίνω από τα 17 μου. Το 1957 - 1958 έπαιξα στο Καροπλέσι, με τον Στέφο Γιανέλλο και τον αδερφό του, δυο βιολιά αυτοί, τραγούδι εγώ και βιολί. Οι Καροπλεσίτες ήταν οι πιο γλεντζέδες στην περιοχή τότε. Και αποπέρα στα Κουκέικα, επίσης το ίδιο. Στα Κουκέικα έμειναν καμιά 30αριά οικογένειες και κάθε Κυριακή είχαν χορό σε κάποιο σπίτι. Μαζεύονταν όλοι, σαν να έκαναν γάμο. Πηγαίναμε και παίζαμε εκεί, δεν βγάζαμε πολλά αλλά μας άρεσε. Στο Καροπλέσι παίζαμε μαζί σε όλα τα πανηγύρια και στους γάμους. Γίνονταν κι εκεί τότε πολλοί γάμοι. Παίζαμε και στα μαγαζιά, πιο πολύ στο μαγαζί του Μήτσου Φώτη. Οι άλλοι από το χωριό, ο Λυρίτσης και οι Μπαλταίοι έπαιζαν κι αυτοί στο χωριό, έπαιζαν και στα Σαραντάπορα αλλά έπαιζαν και στον Κλειτσό και στα χωριά προς τα εκεί πέρα, σαν να τον είχαμε μοιράσει τον τόπο να μη μαλώνουμε.
»Το πρώτο βιολί το παράτησα, πήρα ένα άλλο και έπαιζα. Πήγα στην Καρδίτσα, στον Μωϋσή Καπέτα ο οποίος είχε μεγάλο μαγαζί και πούλαγε και όργανα και ρούχα. “Πόσα έχεις;” μου λέει. “Ε, δεν έχω πολλά. Δυο τρία κατοστάρικα”. “Έχεις τρία κατοστάρικα;΄” λέει. “Έχω”. “Ήθελα να πάρω και κάτι άλλο”, λέω, “κανένα ρούχο”. Ο Καπέτας είχε κάτι βιολιά, του εργοστασίου ήταν αλλά ήταν καλύτερα από αυτό που είχα πάρει από τον Γάκη. Με είδε να στεναχωριέμαι και μου λέει, “Φέρε τα λεφτά εδώ”. Τα δίνω. “Διάλεξε ένα βιολί και κοίταξε τι άλλο θέλεις να πάρεις”. “Να πάρω και ένα παντελόνι θέλω” του είπα. “Σύρε, πάρε το παντελόνι πάρε και ένα πουκάμισο. Πάρε και κάνα δυο πουκάμισα από εκείνα τα δεύτερα, είναι λίγο χοντρά αλλά καλά. Να γίνεις καλός οργανοπαίχτης και να έρθεις να σε ακούσω”, μου είπε. Τα πήρα, είπα χίλια ευχαριστώ. Ήρθα στο χωριό, μάζεψα καμιά 10αριά κιλά καρύδια και του τα πήγα στο μαγαζί στην Καρδίτσα. “Αυτά του λέω από μένα γιατί ήσουν τόσο καλός μαζί μου”. “Πούλα τα να πάρεις καμιά δραχμή” μου λέει. “Όχι του λέω, είναι για σένα” και του τα άφησα. Πήγαινα και μετά που πιάστηκα στο μαγαζί, έπαιρνα χορδές από αυτόν, έπαιρνα κανένα ρούχο, τα λέγαμε.


***

»’Ηρθε η ώρα να πάω στο στρατό, με την ειδικότητα του ταχυδρόμου και υπηρέτησα στα Γιάννενα. Εκεί πέρασα στρατοδικείο γιατί ως συνοδηγός ήμουν υπεύθυνος γιατί κύλησε ένα αυτοκίνητο που πηγαίναμε αλεύρια και δεν είχαμε βγάλει φύλλο πορείας. Το δικαστήριο θα γίνονταν στην Κοζάνη, ήταν να με δικάσουν δυο χρόνια, με δίκασαν ένα και γύρισα στη μονάδα μου. Από εκεί ο διοικητής, ένας καλός άνθρωπος, με έστειλε στη Λάρισα στο Κέντρο Διερχομένων. Κι εκεί ο διοικητής μου εξηγήθηκε καλά. “Θα σου δίνω άδειες να βγαίνεις και να πηγαίνεις και στο χωριό, αλλά κοίτα να είσαι συνεπής στην επιστροφή. Μια μέρα να αργήσεις, πάει η άδεια”. Έτσι ερχόμουν συνέχεια στο χωριό και σαν επέστρεφα του πήγαινα καρύδια. Σε μια τέτοια άδεια, το 1964, παντρεύτηκα και την Κωνσταντίνα Σπινάσα. Μετά σαν γύρισα στη μονάδα στα Γιάννενα με έστειλαν στην Καστοριά και υπηρέτησα τον ένα χρόνο φυλακής που μου επέβαλλε το Στρατοδικείο. Το είχα πάντα μαζί μου το βιολί και όταν μου δίνονταν η ευκαιρία έπαιζα.  
»Κάτσαμε στη Νεράιδα μέχρι το 1978 κι εδώ γεννήθηκαν και τα τρία παιδιά μας, ο Γιώργος το 1966, ο Βάιος το 1968 και η Ελεάννα το 1972. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε γιατί ο Γιώργος είχε βγάλει το Δημοτικό και έπρεπε να πάει Γυμνάσιο κι έτσι κατεβήκαμε στην Αθήνα και πιάστηκα σε δουλειά, στην Κόκα-Κόλα, στην Κηφισιά, με μισθό 9.000 δραχμές. Με έβαλαν στη διανομή που μοιράζαμε προϊόντα στα μαγαζιά. Σαν πήγαμε σε ένα εστιατόριο στην Αχαρνών, κοιτάω μέσα, είχαν μια κιθάρα κρεμασμένη. Λέω σε εκείνον που ήταν στο μαγαζί “Βλέπω κιθάρα, παίζει κανένας εδώ κιθάρα;” “Γιατί ρωτάς;” μου λέει. “Είμαι οργανοπαίχτης, παίζω κιθάρα”, του λέω. “Έχεις παρέα;” “Έχω παρέα”. Είχα γνωρίσει κάτι παιδιά από εδώ κι εκεί που ήταν μουσικοί. Το Νίκο Τσάκα συμπατριώτη από το Καταφύλλι που έπαιζε κλαρίνο, γνώρισα και άλλους από άλλα μέρη. Κάνω μια γυροβολιά στο Καφενείο των Μουσικών στη Σατωβριάνδου και έγινε η παρέα, ένας τραγούδαγε κι έπαιζε κιθάρα, ένας κλαρίνο κι εγώ βιολί. Πάμε και του το λέμε στο μαγαζάτορα, Τάσο τον έλεγαν. “Λεφτά δεν έχει από μένα λέει, ό,τι βγάλετε μοναχοί σας. Εγώ βάζω το κρασί και το μεζέ και κάθήστε παίξετε”. Πάμε, ένα Σαββατόβραδο ήταν. Κάτσαμε, κουρντίσαμε, αρχίσαμε να παίζουμε, είπαμε μερικά τραγούδια, δεν χόρευε κανένας. Κάποια στιγμή μπαίνει μια παρέα στο χορό, χορεύει. Μπαίνει και άλλη μετά. Μαζέψαμε εκείνο το πρώτο βράδυ 16.000. Το είδε αυτό το αφεντικό, ελάτε και αύριο το βράδυ μας λέει. Πήγαμε και το άλλο βράδυ, Κυριακή και τα ίδια σε γλέντι και εισπράξεις. Στην εταιρεία έπαιρνα 9.000 το μήνα στην αρχή. Ήταν πολύ λίγα αλλά ήταν και ψώνια φτηνά τότε. Αφού είδα πως με το βιολί έβγαζα περισσότερα, λέω, γιατί να κάτσω εδώ; Ήταν μια δύσκολη απόφαση αλλά ήθελα και την ασφάλεια. Λέω, θα καθίσω στην εταιρία και θα παίζω Σαββατοκύριακα όταν βρίσκω. Έτσι ξεκίνησα και σιγά-σιγά έβγαζα μέχρι 60.000 το μήνα παίζοντας τα Σαββατοκύριακα βιολί.
»Παίζαμε συνέχεια στο ίδιο μαγαζί στην Αχαρνών και είχε επιτυχία. Τότε ήταν που ήρθε ένας άλλος, από διπλανό μαγαζί και μας είπε να πάμε να παίξουμε σε αυτόν. Εμείς δεν θέλαμε να τα χαλάσουμε με το πρώτο αφεντικό, Τάσο τον έλεγαν, αλλά αυτός επέμενε και πήγε ο ίδιος και του το ζήτησε, πρέπει να ήταν συγγενείς μάλλον και γι’ αυτό μας άφησε να πάμε να παίξουμε και στον άλλον, Παπαναστασίου τον έλεγαν εκείνο και είχε μεγάλη ταβέρνα. “Θα σας δίνω 50 δραχμές αέρα” μας είπε αυτός “και αν πάμε καλά θα τις κάνω 100 και ό,τι βγάζουμε” ήταν η συμφωνία κι έτσι ξεκινήσαμε και σε αυτόν. Σιγά  σιγά ύστερα γνωρίσα και έπαιξα με πολλούς άλλους οργανοπαίχτες σε πολλά μαγαζιά, πήρα μικροφωνική, πήρα αυτοκίνητο να κινούμαι, βάλαμε τηλέφωνο να με βρίσκουν όσοι ήθελαν, άρχισα να βγαίνω και έξω από την Αθήνα. Όλο το χειμώνα του ’80 έπαιξα στο Γέρακα. Ήταν τόσα πολλά τα μαγαζιά που έπαιξα που ούτε τα θυμάμαι πια.
»Έπαιζα και στην εταιρία. Είπα κάποια στιγμή να φύγω αλλά έκατσα για την ασφάλεια, πήρα σύνταξη το 2001 από την Κόκα-Κόλα. Όταν είπα να φύγω, με κάλεσε ο προϊστάμενος και με ρώτησε γιατί ήθελα να φύγω. “Έτσι κι έτσι του λέω”. “Παίζεις όργανο; Δεν το ήξερα”. “Παίζω. Θα κάνουμε ένα πάρτι στην εταιρεία μου λέει, φτιάξε συγκρότημα και έλα”. Έτσι άρχισα να παίζω στις γιορτές που έκανε η εταιρία και στην Αθήνα και στην επαρχία, έπαιζα και στο σωματείο, πήγαινα και στις εκδρομές που κάναμε και έπαιζα. Πήγαινε πολύ καλά τότε η εταιρεία και έκανε πολλές εκδρομές για τους εργαζόμενους. Δούλευα καλά τότε και πληρωνόμουν και καλά. Όπου και να πήγαινα να παίξω, έγραφαν και το μεροκάματο στην εταιρεία και δεν το έχανα. Ερχόμουν και έπαιζα στην Αταλάντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στις Λιβανάτες, όπου και να πήγαινα όμως θες το βράδυ, θες το πρωί γύριζα στην Αθήνα. Με είχε μάθει όλος ο κόσμος, με ζητούσε να παίξω σε γάμους, σε πανηγύρια, σε εκδηλώσεις. Έπαιζα παντού αλλά στη δισκογραφία δεν πέρασα, έγραφα όμως σε κασέτες πολλά τραγούδια και από αυτές έχω κρατήσει μερικές να θυμάμαι εκείνα τα χρόνια. Παίζω ακόμη σε κανένα πανηγύρι αλλά δεν είναι όπως παλιά, τα χάλασε η κρίση...»

***

 Ο Ηλίας με την Κωνσταντίνα ζουν πλέον μόνιμα στο χωριό απ’ όπου απουσιάζουν μόνο λίγες μέρες τα Χριστούγεννα που κατεβαίνουν στην Αθήνα να δούνε τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Στην Αθήνα ζουν ο γιος τους Βάιος που έχει καφετέρια στα Πατήσια και η κόρη τους Ελεάννα που είναι σημαντικό στέλεχος σε εταιρεία καλλυντικών. Στην Καρδίτσα ζει ο μεγάλος γιος τους Γιώργος ο οποίος είναι συνταξιούχος του Πολεμικού Ναυτικού και του οποίοι οι δυο γιοι, ο Ηλίας και ο Φραγκίσκος, πήραν από τον παππού τους το μεράκι του βιολιού και έχουν γίνει καλλιτέχνες του βιολιού και είναι τα καμάρια του Ηλία.

Νεράιδα (Σπινάσα) Αγράφων. Σεπτέμβριος 2014.

ΜΙΑ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ 

Η αφήγηση του Ηλία Καραμέτου ο οποίος διαθέτει και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τις εμφανίσεις του σε πανηγύρια, γάμους, γιορτές και γλέντια βοήθησε να κάνουμε μια αναδρομή στις παλιές καλές στιγμές του τόπου και να θυμηθούμε πρόσωπα από εκείνη την εποχή.


Στο πανηγυράκι της Ζωοδόχου Πηγής το 1962. Ο Γιώργος Γιαννέλος 
και ο Βάιος Μπαλτής παίζουν κιθάρα, ο Ηλίας Καραμέτος και ο Στέφος  Γιαννέλος 
βιολί και το χωριό χορεύει σε πολλές σειρές.
Ο Ηλίας Καραμέτος, ο Σπύρος Μπαλτής και ο Γιώργος Λυρίτσης επιστρέφουν
στη Νεράιδα από το πανηγύρι του Κλειτσού και παίζουν στο δρόμο...
Από το πανηγυράκι στη Σωτήρα. Στην ορχήστρα ο Βάιος και ο Σπύρος Μπαλτής
 και χορεύει η Αντιγόνη Ζήση, γυναίκα του Σπύρου Μπαλτή.
Κόσμος από τη Νεράιδα και τα άλλα χωριά, σε πανηγυράκι στο Μέγα Λάκκο 
των Αγίων Αποστόλων που γιορτάζει η εκκλησία του συνοικισμού.
Σε πανηγύρι στο Μέγα Λάκκο, οι νέοι της δεκαετίας του ‘60 χορεύουν.
Στη Νεράιδα Φθιώτιδας, παίζουν ο Καραμέτος βιολί, ο Βασιλάκος κλαρίνο 
και ο Γιαννέλος κιθάρα και δίπλα τους ο χωροφύλακας Μπαρμπαλιούτας.

Στην πρώτη σειρά: Τούλα Μητσάκη, Αγορή Καραμέτου, Γεωργία Κουτή,
 Σαββούλα Κατσούλη, Έλλη Κουτή και Αλίκη Δήμου. Στη δεύτερη σειρά: 
Βάιος Μπαλτής, Αντιγόνη Ζήση και Ελένη Βούλγαρη. Στην τρίτη  σειρά: 
Γιώργος Ζήσης, ένας άγνωστος και Δημήτριος Κόκκινος.


Ήταν θεσμός σχεδόν, σε όλα τα πανηγύρια της περιοχής εκείνα τα χρόνια  
η «εξουσία» να χορεύει μπροστά και μετά να ακολουθούν οι χωριανοί...


Από το βιβλίο "Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων", σελ. 342-355. 






Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Ο ΗΛΙΑΣ Κ. ΚΟΥΣΑΝΑΣ ΕΦΥΓΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ!


Όση αγάπη είχε για τα κοπάδι ο Ηλίας Κουσάνας, τόση και περισσότερη είχε για τα σκυλιά 
και ήταν από εκείνους που ήθελε να τον ακούει το καλύτερο και το πιο έξυπνο…

Αποχαιρετώντας χθες για πάντα τον Ηλία Κ. Κουσάνα (1930 – 2017) στο κοιμητήριο των Αγίων Ταξιαρχών στη Νεράιδα (Σπινάσα) Δολόπων Καρδίτσας νοιώσαμε σαν να πέφτει ένας ακόμη τρανός έλατος και να αφήνει ένα μεγάλο κενό στο δάσος της Μάρτσας ή σαν να έπεσε και την πήραν τα νερά του Μέγδοβα, μια τραβέρσα από το παλιό ξύλινο γεφύρι…

Ο Ηλίας Κ. Κουσάνας, με την εξαιρετική μνήμη και τον μετρημένο, ακριβοδίκαιο λόγο του ήταν από τους αγαπημένους μου συνομιλητές κατά την περίοδο 2010 – 2014 που συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων». Χαιρόμασταν ιδιαίτερα τις συναντήσεις μας  στις οποίες ήμασταν ικανοί να μιλάμε με τις ώρες και για τα πράγματα που είδε κι έζησε ειδικά στην τρομερή δεκαετία 1940 – 1950, αλλά πιο πολύ στα χρόνια που ακολούθησαν και όλοι μαζί οι Νεραϊδιώτες αγωνίστηκαν να αναστήσουν το χωριό τους και τα κατάφεραν όσο λίγες κοινότητες στην διαλυμένη ορεινή Ελλάδα.

Ο Ηλίας Κ. Κουσάνας γεννήθηκε και μεγάλωσε τα χρόνια πριν από τον πόλεμο του ’40 ανάμεσα σε μεγάλους τσελιγάδες, και σε όλη  τη δεκαετία που ακολούθησε, έζησε και συμμετείχε ο ίδιος και τα αδέρφια του σε ένα τιτάνιο αγώνα να μην χάσουν την ελευθερία τους και κατά συνέπεια και το κουμάντο στο νοικοκυριό τους, βάση του οποίου κυρίως ήταν το κοπάδι με τα γιδοπρόβατα και εν μέρει τα χωραφάκια τους. Γι’ αυτό για όλους τα πιο δύσκολα, τα πιο οδυνηρά, ήταν τα χρόνια του Εμφυλίου που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να ζήσουν ως πρόσφυγες στον κάμπο και στις πόλεις. Γι’ αυτά τα χρόνια που σημάδεψαν τον Ηλία και όλους τους συγχωριανούς του μιλήσαμε ώρες πολλές, διασταυρώσαμε και με άλλους τα γεγονότα, τα κουβεντιάσαμε, τα καταγράψαμε κι έμειναν σαν ένα ντοκουμέντο της νεότερης ιστορίας μας σε ένα χωριό στ’ Άγραφα.

Ο Ηλίας Κ. Κουσάνας ήταν και παρέμεινε ως την τελευταία ημέρα της ζωής του τσέλιγκας, άξιος απόγονος του μεγάλου τσέλιγκα μπάρμπα του Μήτσου Κατσούλη και από το 1958 που παντρεύτηκε την Μερόπη Μητσάκη, έπαψε να πηγαίνει στα χειμαδιά και έμεινε μόνιμα στο χωριό διατηρώντας ένα αξιόλογο κοπάδι με το οποίο έζησε την οικογένειά του. Ως γνήσιος τσέλιγκας δεν δελεάστηκε να πάει να δουλέψει σε καμιά άλλη εργασία εκτός από το δάσος που έβγαζε μερικά μεροκάματα στην υλοτομία και την ξύλευση. Προτίμησε να περάσει τη ζωή του κοντά στο κοπάδι και ομολογουμένως ήταν από τους καλύτερους τσελιγκάδες. Όλοι ζητούσαν την γνώμη του, από τις αρρώστιες των ζωντανών μέχρι την τυροκόμηση και κάθε λεπτομέρεια ο Ηλίας ήταν ο άνθρωπος που θα έδινε απαντήσεις, συμβουλές αλλά δεν φείδονταν και παρατηρήσεων σε κάποιους αμελείς και επιπόλαιους.


Αναφορά του κοπαδιού στον Ηλία Κουσάνα, στη Λεκάνη.
 

Ο ίδιος αναγκάστηκε πριν από λίγα χρόνια, λόγω ηλικίας να πουλήσει το κοπάδι του αλλά γρήγορα μετάνιωσε και μάζεψε λίγα πρόβατα και γίδια με τα οποία ασχολούνταν μέχρι πέρσι και ήταν πολύ ευχαριστημένος που πήγαινε στις άκρες του χωριού και τα βόσκαγε.
Ήταν μια ωραία ανοιξιάτικη ημέρα που τον συνάντησα σε ένα χωράφι κάτω στη Λεκάνη και ώρα που έπρεπε να μαζέψει το κοπάδι στο μαντρί. Όπως μιλούσαμε, είπε πάμε και σηκώθηκε. Αμέσως τα πρόβατα που τον παρακολουθούσαν κινήθηκαν, ήρθαν και στοιχήθηκαν μπροστά του σαν να περίμεναν εντολή. Ο Ηλίας με μια ωραία κίνηση, σαν να απευθύνθηκε με το δάχτυλό του σε ένα – ένα ξεχωριστά σαν να τα ρωτούσε πως πέρασαν την ημέρα, αυτά με σηκωμένο κεφάλι τον κοίταγαν στα μάτια και σαν γύρισε, τον ακολούθησαν ήσυχα αφήνοντάς τον να προπορεύεται… Έτσι τα είχε μαθημένα και θα τους λείψει, όπως θα λείψει στο χωριό και σε όλα τ’ Άγραφα, ένας νοικοκύρης τσέλιγκας!

Φεύγοντας και ο Ηλίας Κουσάνας, ο οποίος με την παρουσία του και τον λόγο του γεφύρωνε πέντε γενεών μνήμες από τα Άγραφα, κόβεται ο δρόμος προς τις πηγές της Ιστορίας και μειώνεται η εμπειρία του ανθρώπου σε αυτόν τον μοναδικό Τόπο. Θα μας λείψει και στη μνήμη του θα αναφερόμαστε τακτικά και θα παίρνουμε παραδείγματα.

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

ΕΦΥΓΕ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΜΕΤΟΣ



Έφυγε για τον ουρανό των Αγράφων και ο Γιάννης Κ. Καραμέτος (1924 – 2018) κι είναι σαν να έπεσε ένας ψηλός έλατος στη Νεράιδα (Σπινάσα) Δολόπων και να άδειασε ο Τόπος…

Τον Γιάννη Κ,. Καραμέτο είχα γνωρίσει πριν από 10 χρόνια, όταν έφτιαχνα το βιβλίο «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» και ήταν ο αγαπημένος μου (μεταξύ πολλών επίσης αγαπημένων) αφηγητής καθώς ήταν μετρημένος στα λόγια, δίκαιος στις κρίσεις και τρυφερός στα ανθρώπινα των συγχωριανών του. Περάσαμε μαζί πολλές ώρες στο σπίτι του συζητώντας και κάθε φορά ήταν να ταξίδευα μαζί του πίσω στο χρόνο και να ζούσαμε μαζί τόσα και τόσα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της Νεράιδας και όλης της χώρας. Η εξαιρετική μνήμη που διέθετε αυτός ο γενναίος και ακούραστος σε όλες τις δουλειές άνθρωπος, ήταν ο καλύτερος οδηγός στην ανάγνωση της ιστορίας και της κοινωνίας της Νεράιδας καθώς ο Γιάννης Κ. Καραμέτος έζησε όλα τα χρόνια της ζωής του στη Νεράιδα και γνώριζε από πρώτο χέρι τον αγώνα που έκαναν οι συγχωριανοί του να ξαναφτιάξουν το χωριό, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας που ακολούθησε τον Εμφύλιο Πόλεμο που ήταν και το θέμα του βιβλίου. Πέρα απ’ αυτά όμως ο Γιάννης Κ. Καραμέτος ήταν και ο άνθρωπος που μαζί συζητήσαμε για την ζωή του χωριού, τους αγώνες και τα βάσανά τους για την επιβίωση, στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα και το υλικό από αυτές τις συνεντεύξεις αποδεικνύεται πολύτιμο για μια έκδοση σχετικά με την οικονομία αυτών των ορεινών κοινοτήτων στα μέσα του περασμένου αιώνα και είναι κρίμα που δεν θα δει το 
βιβλίο.




Κλείνοντας τον κύκλο της ζωής του ο μπάρμπα Γιάννης, όπως τον λέγαμε όλοι, κλείνει κι ένας άλλος, εξίσου σημαντικός που αφορά όχι μόνο την κοινότητα της Νεράιδας αλλά γενικότερα τις μικρές πατρίδες και την προσοχή που δώσαμε στα περασμένα. Ο Γιάννης Κ. Καραμέτος είχε σώσει μια φωτογραφία, το 1930 πρέπει να ήταν, που έδειχνε όλους τους Καραμεταίους και αυτός παιδάκι τότε, μετά από 90 χρόνια τους θυμόνταν όλους έναν προς έναν και σημειώσαμε τα ονόματά τους για να μη ξεχαστούν εκείνοι οι πρόγονοι. Αυτή τη φωτογραφία είχαμε επιλέξει να είναι και στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Καλό ταξίδι μπάρμπα Γιάννη στους ουρανούς και καλή αντάμωση με τους προγόνους!

ΑΘΗΝΑ, 03042018

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ



Να είναι καλά ο φίλος Σπύρος Νεραϊδιώτης, ο ακούραστος εργάτης του πολιτισμού στην Άρτα και τα Τζουμέρκα, από τη Νεράιδα Τζουμέρκων (Γρεβενοσέλι) που μόλις μου θύμισε πως σαν τέτοιες ημέρες πριν από 10 χόνια, το 2007, είχα πάει με τον Θύμιο Κάκο με τους συνεργάτες του στην εκπομπή «Μένουμε Ελλάδα» της ΕΡΤ, στα χωριά της Διευρυμένης Κοινότητας Νεράιδας Τρικάλων και κάναμε μια εξαιρετική εκπομπή. Τώρα όλα αυτά έπαψαν και τίποτα δεν δείχνει ότι θα τα αντικαταστήσει, στην τηλεόραση τουλάχιστον γιατί στη ζωή, δεν θα το αφήσουμε... Η φωτογραφία, το απόβροχο μιας ωραίας ημέρας στη Νεράιδα με φόντο το ωραίο χωριό που ποτέ δεν ξεχνούμε…

ΑΘΗΝΑ, 18112017

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΑΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΟΚΚΙΝΟΥ



Χθες αποχαιρετήσαμε στη Νεράιδα την Αλεξάνδρα Θωμά Κόκκινου (1934 – 2017), το γένος Κώστα Πλατσιούρη και η οποία τα πρώτα χρόνια της ζωής της τα έζησε στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, στην καταφυγή στην Καρδίτσα και έβαλε πλάτη μαζί με όλους τους συγχωριανούς της και ανέστησαν το ρημαγμένο χωριό τους. Δούλεψε σκληρά στα χωράφια και στα κοπάδια, δούλεψε και στο μύλο Κοκκιναίικο, μεγάλωσε επτά παιδιά αλλά έχασε νωρίς τον άντρα της Θωμά και τα τελευταία χρόνια ζούσε στη Νεράιδα μαζί με τον γιο της Νίκο του οποίου  συνέπειες ενός τροχαίου ατυχήματος της είχαν δυσκολέψει αρκετά τη ζωή αλλά ούτε στιγμή δεν λύγισε. Τώρα η σκέψη όλων μας είναι στο Νίκο που έχει ανάγκη μιας ιδιαίτερης προσοχής απ’ όλους καθώς έχασε το αποκούμπι που είχε στην Αλεξάνδρα… 

Καλό ταξίδι στους ουρανούς Αλεξάνδρα!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 27042017

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑ

Με την Έλενα Μούσκολο, τον Παντελή Μανώλη, τον Αντώνη Παπαδάκο και 
τους Γιώργο Αμβροσίου, Ιωάννη Όμηρο Ντάφο και Φάνη Καφαντάρη. 
Δεν ήταν μια ακόμη παρουσίαση του βιβλίου μου «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» η χθεσινή πρόσκληση στο Παντοπωλείο «Αμάραντες Γεύσεις» του Αντώνη Ηλ. Παπαδάκου, στη Δημοτική Αγορά της Καρδίτσας. Η παρουσίασή του έγινε πρόπερσι, καλοί φίλοι μίλησαν γι’ αυτό και δεκάδες ήταν οι φίλοι και οι συντοπίτες  που το τίμησαν με την παρουσία τους τότε στο Παυσίλυπο και το βιβλίο πήρε το δρόμο του για την ανάγνωση και τα βιβλιοπωλεία. (Φωτογραφίες Κώστας Φιλ. Πλατσιούρης).


Με τον Δήμαρχο Καρδίτσας Φώτη Αλεξάκο και τους Γιώργο Αμβροσίου, 
Ιωάννη Όμηρο Ντάφο και Φάνη Καφαντάρη. 

Από τότε όμως πέρασαν δυο χρόνια, το βιβλίο εξαντλήθηκε και χρειάστηκε να προχωρήσω σε μια δεύτερη έκδοση ενώ παράλληλα έκρινα πως έπρεπε να βγει με άλλο εξώφυλλο, πράγμα που έγινε χωρίς όμως να αλλάξει τίποτα στο περιεχόμενό του. Αυτή τη δεύτερη έκδοση με άλλο εξώφυλλο λοιπόν καλωσορίσαμε χθες το βράδυ στον πάγκο του Παντοπωλείυ γιατί ο Αντώνης Ηλ. Παπαδάκος και ο Κώστας Φ. Πλατσιούρης ήταν οι άνθρωποι που με υποστήριξαν με κάθε τρόπο στη δημιουργία του που κράτησε παραπάνω από τέσσερα χρόνια και τους θεωρώ αδελφικούς φίλους. Αυτοί ήταν πάλι μου με προέτρεψαν να προχωρήσουμε στην επανέκδοση καθώς βρίσκονται καθημερινά με Καρδιτσιώτες που θα ήθελαν να το αποκτήσουν αλλά δεν το εύρισκαν πια.


Με την Πηνελόπη Πατραμάνη και τη Μάχη Χάκα.

Έτσι λοιπόν βρεθήκαμε λίγοι φίλοι χθες το βράδυ στο Παντοπωλείο «Αμάραντες Γεύσεις», ξεφυλλίσαμε το βιβλίο και τα είπαμε πίνοντας από το εξαιρετικό τσίπουρο του Φάνη Καπνογιάννη και σαν καταστάλαγμα όσων ειπώθηκαν, τολμώ να πω πως ανέλαβα να προχωρήσω και σε άλλες, όπως αυτή καταγραφές σελίδων της τοπικής ιστορίας και σύντομα θα έχετε καινούργιες ειδήσεις από αυτό τον ωραίο αγώνα του «Ακτήμονα». Ήδη άρχισα από χθες ένα καινούργιο έργο το οποίο σας το φυλάω σαν έκπληξη και θα σας το ανακοινώσω όταν προχωρήσει ενώ πήραν επιτάχυνση δυο άλλα έργα, ένα για τον αγώνα της επάρκειας των αγαθών στον Αμάραντο και το άλλο που αφορά έναν μεγάλο ορειβάτη από την Καρδίτσα και τις κορυφές του κόσμου και των Αγράφων.  


Με τον εκδότη της εφημερίδας "ΑΛΗΘΕΙΑ" Γιώργο Αμβροσίου

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ



Για όσους τώρα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν το βιβλίο μπορούν να το αναζητήσουν στο Παντοπωλείο «Αμαράντες Γεύσεις» καθώς ο Αντώνης ανέλαβε να με ειδοποιεί για τη ζήτηση ή να με ειδοποιεί στο τηλέφωνο 6973187627 ή στο provoilias@gmail.com για να βρίσκουμε τρόπο να φτάνει στα χέρια του. 
Η τιμή του βιβλίου είναι 16 ευρώ συν 4 ευρώ τα ταχυδρομικά και μπορεί να πληρωθεί μέσω τράπεζας IBAN GR07 0110 1600 0000 1607 6276 530.


ΚΑΡΔΙΤΣΑ, 17032017 

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ




Ήταν το βροχερό πρωί της Κυριακής και δεν είχε έρθει ακόμη κανένας στο καφενείο «NIKEL» του Νίκου Χαλάτση στη Νεράιδα να πιάσω κουβέντα και ο μικρός Λιάκος, του Κώστα Η. Κουσάνα που είχε έρθει με τους γονείς του για να δουν τον παππού Ηλία τις Απόκριες, είχε βαρεθεί να παρακαλά την τετράχρονη αδερφούλα του Φωτεινή να παίξουν τάβλι καθώς η μικρούλα βαριόταν αφόρητα το παιχνίδι. Έτσι κλήθηκα εγώ, ο παντελώς άσχετος με τέτοια παιχνίδια να είμαι ο αντίπαλος σε μια φανταστική παρτίδα η οποία τέλειωσε με νίκη του Λιάκου αλλά μας έμεινε μια φωτογραφία συμβολική, αφιερωμένη σε όλους τους Λιάδες του κόσμου και στα παιχνίδια τους... (11032014).


Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΑ ΓΕΦΥΡΑ ΧΩΡΙΣ ΙΧΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ



Εντάξει, την περάσαμε τη νύχτα που γεφυρώνει την παλιά χρονιά με την καινούργια και ξημέρωσε μια παγωμένη από κάθε πλευρά ημέρα η οποία πάντα καταγράφεται ως η αφετηρία για το άγνωστο καινούργιο και συνοδεύεται με ένα σωρό ευχές μεταξύ μας για το καλύτερο, το υγιέστερο, το ψηλότερο, το ομορφότερο, το γονιμότερο…

Το χθες
·
ένα συμπύκνωμα εμπειριών είναι ήδη παρελθόν που πρέπει να μπει στο αρχείο και ορισμένες στιγμές του να ανασύρονται πότε ως καλό παράδειγμα και πότε ως στοιχείο προς αποφυγήν επαναλήψεως. Πολλοί δε είναι εκείνοι που θεωρούν πως μόνο το χθες είναι ο τόπος που κατοικούν οι «καλύτερες ημέρες» αλλά τούτο πιστεύω πως δεν είναι παρά μια άγονη αυταπάτη η οποία χωρίς τη στοιχειώδη διδακτική πρακτική αποτρέπει ακόμα και το όνειρο πως θα φανούν πάλι, κάποιο ξημέρωμα να ανατέλλουν στη ζωή μας. 

Όπως και να έχει, διανύουμε ήδη την πρώτη ημέρα του νέου έτους και μουδιασμένοι ακόμη από την εορταστική νύχτα της Πρωτοχρονιάς προσπαθούμε να προσανατολιστούμε σε ένα άγνωστο πεδίο χρόνου που ανοίγεται μπροστά μας. Λέω άγνωστο, γιατί το πώς θα βαδίσουμε πλέον δεν εξαρτάται όπως παλιά μόνο από τον καιρό η από τα εφόδια της περασμένης χρονιάς που σοδεύσαμε, αλλά από ένα σωρό πράγματα, που χάρη οικονομίας τα συνοψίζουμε ως τις συνέπειες του πετάγματος μιας πεταλούδας στο Πεκίνο, που βιώνει, όπως έλεγαν κάποτε κάποιοι φίλοι από την Αριστερά, για παράδειγμα, το Παρίσι! 

Έτσι, ο χαρακτήρας του απρόοπτου έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που κάθε προσπάθεια για ετοιμότητα ως προς τις συνέπειές που θα ακολουθήσουν καταντά χωρίς περιεχόμενο. Όπως για παράδειγμα, τα ίχνη που αφήνουμε σαν βαδίζουμε μέσα σε χιονοθύελλα, ουδόλως μας βοηθούν να βρούμε πάλι το μονοπάτι που μόλις χαράξαμε γιατί τα σκεπάζει αυτομάτως το πυκνό χιόνι που πέφτει. Το λιγότερο δε που απαιτείται εκείνη τη στιγμή δεν είναι παρά η ψυχραιμία και ο επαναπροσανατολισμός, με πλήρη ανάπτυξη όλων των αισθήσεων και τη συνδρομή βεβαίως των εμπειριών μέσα στο θολό και χωρίς σημεία αναφοράς τοπίο, γιατί αλλιώς, είναι βέβαιο πως η πορεία δεν θα έχει ευχάριστη κατάληξη...

ΥΓ. Στη συμβολική φωτογραφία για τη νύχτα που γεφύρωσε τα δύο έτη, η χωρίς ίχνη χιονισμένη πλάτη από το ξύλινο γεφυράκι στον ποταμό Σαρανταπορίσιο, που συγκεντρώνει τα νερά του από την ορεινή λεκάνη γύρω από το χωριό Σαραντάπορα Αγράφων και καταλήγει στον Μέγδοβα.

ΝΕΡΑΙΔΑ (ΣΠΙΝΑΣΑ) ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, 02012015

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΧΕΙΜΩΝΕΣ ΛΥΓΙΖΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ…


Πόσα χρόνια μετράει στην πλάτη του ένα παλιό σπίτι; Όσοι γνωρίζουν κάτι γι’ αυτό, ενδεχομένως δε και να έχουν γνωρίσει κάποτε και τους ενοίκους του μπορούν να πουν τόσα ή στο περίπου έστω. Όσοι όμως δεν ξέρουν, θα απαντήσουν με την έκφραση «τόσους χειμώνες» και ποτέ «τόσα καλοκαίρια». Το γιατί «τόσοι χειμώνες» μπορείτε να το δείτε καθαρά στη πρόσοψη αυτού του μικρού παρατημένου σπιτιού στη άκρη της Νεράιδας (Δολόπων) και θα καταλάβετε γιατί η πορεία της φθοράς μετριέται με αυτό τον τρόπο…

ΝΕΡΑΙΔΑ (ΣΠΙΝΑΣΑ) ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, 11122011

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

ΔΥΟ ΚΑΡΕΚΛΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΕΤΟΙΜΟ ΤΖΑΚΙ…


Μας τελειώνει και ο Νοέμβρης απόψε· ο μήνας των μεγάλων απαιτήσεων άλλοτε των ισχνών προσδοκιών τώρα. Για μας τους ίδιους και όλη την κοινωνία, που μουδιασμένη μοιάζει να έχει παραιτηθεί απ’ όλα που την κρατούσαν όρθια και χωρίς διάθεση παρακολουθεί ένα παιχνίδι καθημερινών εκπλήξεων, σε βάρος της πάντα. Ας τα αφήσουμε αυτά για λίγο πίσω μας και ας ανάψουμε σήμερα το τζάκι να μας βρει ζεστούς η αυριανή πρωτομηνιά του Δεκεμβρίου. Έτοιμο είναι εξάλλου και δεν χρειάζεται παρά ένα σπίρτο να ανάψει και μια θέση μπροστά του όπως βλέπετε είναι άδεια και περιμένει. 

- Η φωτογραφία από μια κουζίνα αυλής, στη Νεράιδα Δολόπων, χωρίς καμιά σκηνοθεσία για να μην ταράξω τα πνεύματα που περιμένουν την άνοιξη στο κλειστό σπίτι. [2013]

ΝΕΡΑΙΔΑ (ΣΠΙΝΑΣΑ) ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 30112013

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΤΟΥΡΣΙ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΕΡΟΠΗΣ


Δεν είναι δα και μυστικό τι πάω και κάνω στα Άγραφα και χάνομαι μέρες ολόκληρες στα χωριά και μιλάω με τους ανθρώπους και μου λένε ιστορίες για τον τόπο, προκειμένου να συμπληρώσω ένα βιβλίο που φτιάχνω για εκεί πάνω και πολύ σύντομα θα είμαι σε θέση να σας ανακοινώσω περί τίνος πρόκειται και να σας καλέσω στην παρουσίασή του.
Πέρα όμως από τα στοιχεία που αναζητώ για το βιβλίο, δεν μπορώ να μην σταθώ και σε ένα σωρό πράγματα που βλέπω και χαρακτηρίζουν τη ζωή ενός χωριού και τις συνήθειες των ανθρώπων όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και έχουν να κάνουν με πολλές πτυχές της διαβίωσης. Κυρίως δε αυτές που διατηρούν ακόμη ισχυρά τα στοιχεία της παράδοσης και φυσικά απέχουν πολύ από τον καταναλωτισμό των ημερών μας και ξεχωρίζουν ως την ελάχιστη ή μηδενική σχέση που έχουν με την αγορά και το χρήμα.

Έτσι, δεν μπόρεσα να παραβλέψω την κυρά Μερόπη Χαλάτση μια ιδιαίτερα πρόσχαρη γυναίκα, στην Νεράιδα Δολόπων,  που παρά την μεγάλη ηλικία και τα προβλήματα που έχει με τα πόδια της, πήγε στον κήπο της και μάζεψε τις τελευταίες πράσινες ντομάτες, κάτι λίγες πιπεριές, λάχανα και καρότα και έφτιαξε με πολλή φροντίδα ένα βαρέλι τουρσί της χρονιάς, όπως έκανε πάντα από τότε που έμαθε την παρασκευή του από την μάνα της.
Το τουρσί στα ορεινά χωριά πριν κυριαρχίσει η αγορά και διαλυθούν οι μικρές κοινωνίες τους, ήταν απαραίτητο σε κάθε σπίτι γιατί το χειμώνα με τα χιόνια και τους πάγους δεν έβρισκαν ένα λαχανικό να βάλουν στο στόμα τους και γι’αυτό οι νοικοκυρές έφτιαχναν μεγάλες ποσότητες για να έχουν ως την άνοιξη σχεδόν που πρασίνιζαν πάλι οι κήποι. 

Το να φτιάξει κάποια νοικοκυρά τώρα τουρσί, δεν ήταν δα και καμιά δύσκολη δουλειά, απλά έπρεπε να διαλέξει τα λαχανικά ώστε να έχουν τον ίδιο χρόνο ωρίμανσης στην περίπτωση βεβαίως που δεν τα έβραζε όλα μαζί. Το ίδιο έκανε και η κυρά Μερόπη, έβγαλε από τις ντομάτες τη βάση του κοτσανιού τους να μη μαυρίζουν, έκοψε σε μεγάλες φέτες τα λάχανο, έριξε και λίγες καυτερές πιπεριές μέσα στο δοχείο καθώς και αρκετά καρότα και το γέμισε ως επάνω με βρασμένη αλμύρα από χοντρό αλάτι. Άλλες λέει δεν το βράζουν αλλά αυτή έτσι έμαθε κι έτσι συνεχίζει και θεωρεί πως κάνει το νοστιμώτερο τουρσί το οποίο μάλιστα δεν της έχει κοστίσει ούτε πέντε ευρώ, δηλαδή μόνο για το αλάτι και με αυτό θα νοστιμίσει το τραπέζι της ως πέρα την άνοιξη και επιπλέον, θα το σερβίρει και σαν μεζέ στο τσίπουρο που θα κερνάει τους επισκέπτες του σπιτιού τους γιατί το καφενείο που διατηρούσε δεν μπορεί πια να το λειτουργήσει λόγω της αδυναμίας των ποδιών της… 
ΝΕΡΑΙΔΑ (ΣΠΙΝΑΣΑ) ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, 04112012