Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥ ΣΤΑ «ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Πως η παραδοσιακή αγιογραφία προσαρμόζεται ακόμα στις τεχνολογίες του πολέμου του 21ου αιώνα


 

Η νέα στρατιωτική εικονογραφία: Ο Άγιος Τρύφων εμφανίζεται πλέον σε εμβλήματα ρωσικών μονάδων δίπλα σε drone και ελεύθερο σκοπευτή. Το γεράκι της παραδοσιακής αγιογραφίας μετατρέπεται συμβολικά σε «σιδερένιο πουλί» του σύγχρονου πολέμου.

Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα μοιάζει να ξεπερνά τη σάτιρα. Μία από αυτές ήταν η ανάρτηση που κυκλοφόρησε σε ρωσικά εκκλησιαστικά και στρατιωτικά κανάλια: ο Άγιος Τρύφων, παραδοσιακά προστάτης των κυνηγών και των γερακάρηδων, παρουσιάζεται πλέον ως πνευματικός προστάτης των χειριστών drones.

Η εικόνα είναι σχεδόν σουρεαλιστική. Ο άγιος διατηρεί το φωτοστέφανο, τη βυζαντινή ακινησία και το γνώριμο γεράκι στο χέρι. Γύρω του όμως εμφανίζονται ένα drone, ένας ελεύθερος σκοπευτής και στρατιωτικά συνθήματα. Το παλιό κυνηγετικό πουλί του τσάρου συνυπάρχει με τα «σιδερένια πουλιά» του σύγχρονου πολέμου.

Κι όμως, η σύνδεση αυτή δεν γεννήθηκε από το πουθενά.

Ο άγιος ως προστάτης κυνηγών και πουλιών: Η παραδοσιακή αγιογραφία παρουσιάζει τον Άγιο Τρύφωνα σε αρμονία με το φυσικό τοπίο και τα πτηνά — μια εικόνα που αποκτά σήμερα απρόσμενα στρατιωτική ανάγνωση.

 

Στη ρωσική παράδοση, ο Άγιος Τρύφων συνδέεται εδώ και αιώνες με έναν γνωστό θρύλο: ο υπηρέτης ενός τσάρου έχασε το αγαπημένο γεράκι του αφέντη του και, φοβούμενος την εκτέλεση, προσευχήθηκε στον άγιο. Ο Τρύφων εμφανίστηκε και του αποκάλυψε πού βρισκόταν το πουλί, σώζοντάς τον από την τιμωρία. Από τότε, ο άγιος εικονίζεται συχνά με γεράκι στο χέρι και θεωρείται προστάτης κυνηγών, πτηνοτρόφων και ανθρώπων της υπαίθρου.

Σήμερα, μέσα στη Ρωσία του πολέμου, ο συμβολισμός αυτός μεταφράζεται στη γλώσσα της στρατιωτικής τεχνολογίας. Το γεράκι γίνεται UAV. Ο γερακάρης γίνεται operator. Και η προσευχή για την επιστροφή ενός χαμένου πουλιού μετατρέπεται σε επίκληση για την προστασία ενός drone ή για τον εντοπισμό στόχων στο πεδίο μάχης.

Η εικόνα μπορεί να προκαλεί γέλιο ή αμηχανία, αλλά αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες σε περίοδο πολέμου επιχειρούν να ενώσουν το παλιό με το νέο, την παράδοση με την τεχνολογία, τη μεταφυσική με τη βιομηχανική μηχανή του πολέμου.

Τα drones ως νέα πολεμικά σύμβολα: Ρωσικά στρατιωτικά patches και εμβλήματα υιοθετούν τη γλώσσα των UAV και των FPV drones, συνδέοντας την τεχνολογία του πολέμου με πατριωτικούς και σχεδόν μεταφυσικούς συμβολισμούς.


Δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένο περιστατικό. Τα τελευταία χρόνια στη Ρωσία αναπτύσσεται μια ολόκληρη πολεμική θρησκευτική αισθητική: εικόνες αγίων με παραλλαγές, ευλογίες πυραύλων, στρατιωτικά patches με ορθόδοξα σύμβολα, φορητά παρεκκλήσια στο μέτωπο, ακόμη και ειδικές προσευχές για μονάδες drones.

Το εντυπωσιακό είναι ότι η παραδοσιακή αγιογραφία δεν εγκαταλείπεται. Αντίθετα, προσαρμόζεται. Η ίδια βυζαντινή μορφή, το ίδιο φωτοστέφανο, η ίδια εικαστική γλώσσα χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιήσουν έναν πόλεμο υψηλής τεχνολογίας. Το drone δεν παρουσιάζεται ως ξένο σώμα αλλά σαν φυσική συνέχεια του γερακιού.

Ο άγιος ως προστάτης κυνηγών και πουλιών: Η παραδοσιακή αγιογραφία παρουσιάζει τον Άγιο Τρύφωνα σε αρμονία με το φυσικό τοπίο και τα πτηνά — μια εικόνα που αποκτά σήμερα απρόσμενα στρατιωτική ανάγνωση.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ανησυχητική διάσταση αυτής της εικόνας: η τεχνολογία του 21ου αιώνα δεν καταργεί τους παλιούς μύθους· απλώς βρίσκει νέους τρόπους να κατοικήσει μέσα τους. Κάποτε οι άνθρωποι προσεύχονταν για να επιστρέψει ένα πουλί ενώ σήμερα προσεύχονται για να μη χαθεί ένα drone.

ΥΓ. Για να μην θεωρηθεί μονόπλευρη η ανάρτηση, θα ακολουθήσει σύντομα και άλλη για τους αγίους των στρατών της Δύσης

ΑΘΗΝΑ, 09052026 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ


Μια γελοιογραφία για τη μνήμη της ρητορικής και την ευθύνη μιας απόφασης

Οι φωτογραφίες με τον τρόπο που κυκλοφορούν πλέον στις οθόνες μας με κουράζουν. Πληθαίνουν τόσο γρήγορα και βεβαίως πάντα αμφιβάλλω για τις πηγές τους και για το βάρος της αλήθειας που κουβαλούν. Έτσι προτιμώ τα σκίτσα: έχουν υπογραφή, έχουν πρόθεση — και πάνω τους μένει ακόμη λίγο από το χνώτο του δημιουργού τους.
Έτσι, χάρη σε αυτή την επιλογή, ο Γούλης (ό δικός μου αλγόριθμος) μου έφερε πριν από λίγο στην οθόνη μια πολιτική γελοιογραφία του Αμερικανού σκιτσογράφου Tim Hartman και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Pittsburgh Post-Gazette. Με λίγα καρέ, ο Hartman συμπυκνώνει δεκαετίες αμερικανικής ρητορικής για το Ιράν.
Στη γελοιογραφία εμφανίζονται διαδοχικά Αμερικανοί πρόεδροι να επαναλαμβάνουν τους γνώριμους λόγους για τους οποίους η Ουάσιγκτον θεωρεί το Ιράν απειλή:
— Ρόναλντ Ρήγκαν: «Το Ιράν είναι κακό…»
— Τζορτζ Μπους (πατέρας): «…είναι ένα τεράστιο πρόβλημα…»
— Μπιλ Κλίντον: «…χρηματοδοτεί την τρομοκρατία…»
— Τζορτζ Μπους (υιός): «…και σκοτώνει Αμερικανούς…»
— Μπαράκ Ομπάμα: «…και δημιουργεί πυρηνικά όπλα…»
— Τζο Μπάιντεν: «Πρέπει να τους σταματήσουμε με κάθε τρόπο!»
Στο τελευταίο καρέ εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Ακούει τη συσσωρευμένη αυτή επιχειρηματολογία δεκαετιών και απαντά απλώς:
— «Εντάξει».
Η δύναμη αυτής της γελοιογραφίας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μονολεκτική κατάληξη που οδήγησε σε έναν πόλεμο με άγνωστη εξέλιξη. Με μια μόνο λέξη, ο Hartman σατιρίζει την απόσταση ανάμεσα στη βαριά, συσσωρευμένη γεωπολιτική ρητορική τόσων χρόνων και στην απλοποιημένη πολιτική απόφαση που συχνά ακολουθεί και θα μου αρέσει να τον παρακολουθώ να συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο να σχολιάζει τις εξελίξεις…
Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην Pittsburgh Post-Gazette, μία από τις παλαιότερες εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ιδρύθηκε το 1786 στο Πίτσμπεργκ της Πενσιλβάνια και διατηρεί μακρά παράδοση στην πολιτική αρθρογραφία και στη δημοσίευση γελοιογραφιών που σχολιάζουν την αμερικανική δημόσια ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 13032026

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

ΜΙΑ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΕΡΙΩΣΕ

 


Έγραψα χθες για μια φωτογραφία με ανθρώπους στο Καρπενήσι που το 1939 συμμετείχαν σε μια κηδεία ενός αγαπητού προσώπου στην πόλη τους και οι οποίοι, εκείνη τη χρονιά ακόμη δεν περίμεναν πως εξαιτίας του πολέμου όλη την επόμενη δεκαετία θα πήγαιναν και θα έβλεπαν πολλές κηδείες που αυτή τη φορά όμως οι περισσότερες δεν θα ήταν από γεράματα και αρρώστιες αλλά από το κακό που είχε ξεσπάσει σε όλον τον κόσμο…

Στόχος του κειμένου ήταν να επισημάνω πως αλλιώς είναι να ζεις τον πόλεμο κι αλλιώς να τον βλέπεις στην τηλεόραση και με την υποψία πάντα ότι οι ρόλοι του κακού και του καλού δεν είναι ξεκάθαροι. Κι ακόμη ότι από εκείνη τη γενιά που τον είδε με τα μάτια της και τον έζησε με όλες τις αισθήσεις της λίγοι έχουν απομείνει να περιγράψουν τη φρίκη του.

Το Καρπενήσι το έκαψαν σχεδόν ολόκληρο οι Γερμανοί στις 7 Νοεμβρίου το 1943 και επέστρεψαν πάλι να το αποτελειώσουν στις 9 Αυγούστου το 1944. Ο λόγος της επίθεσης ήταν να χτυπήσουν το ΕΑΜ που είχε ριζώσει στην περιοχή και είχε καταστήσει ελεύθερη πόλη το Καρπενήσι και τον ΕΛΑΣ που έλεγχε μεγάλο μέρος της ορεινής Ελλάδας. Ο κόσμος τρομοκρατημένος έφυγε στα βουνά κι έτσι δεν υπήρξαν πολλά θύματα αλλά οι κατακτητές δεν άφησαν τίποτα όρθιο στην πόλη. Ανατίναξαν όλα τα μεγάλα κτίρια, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τα σπίτια και βεβαίως ξέσπασαν και σε όσα χωριά βρήκαν στον δρόμο τους.   

Στη δεύτερη επιδρομή είχε σειρά και το χωριό μου. Όταν επέστρεφαν οι Γερμανοί από το Καρπενήσι έκαψαν την Μεγάλη Κάψη (Μεταξά έλεγαν τον τόπο μέχρι τους ενετοτουρκικούς πολέμους που τον έκαψαν) και σκότωσαν δυο ηλικιωμένες γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν. Οι χωριανοί είχαν προλάβει να φύγουν προς τη Βόρεια Ευρυτανία με όσα πράγματα μπόρεσαν να σηκώσουν και τα ζωντανά τους και όταν γύρισαν μετά από μια εβδομάδα, βρήκαν το χωριό στάχτη κι έβαλαν μπροστά να το ξαναχτίσουν.

Έτσι έκαναν και στο Καρπενήσι (όπως και σε όλες τις μαρτυρικές πόλεις και χωριά της Ελλάδας οι άνθρωποι. Μόλις τέλειωσε η Κατοχή και έφυγαν οι κατακτητές έβαλαν μπροστά να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους και να φτιάξουν πάλι κοινωνίες και κοινότητες. Μόνοι τους, χωρίς καμιά βοήθεια από το ανύπαρκτο κράτος που είχε να διαχειριστεί και τον Εμφύλιο που ξέσπασε αμέσως μετά, ειδικά στις ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές. Το πως κατάφεραν εκείνοι οι άνθρωποι και ανοικοδόμησαν τα καμένα χωριά, ήταν ένα θαύμα.

Μέσα σε μια δεκαετία από το 1950 και μετά που ησύχασε η ορεινή Ελλάδα κατάφεραν να ξαναφτιάξουν σπίτια, σχολεία, εκκλησίες να ανοίξουν δρόμους, να στήσουν γεφύρια. Έπεσαν όλοι με τα μούτρα στη δουλειά και με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν αφού ακόμη δεν ανοιχτεί παντού δρόμοι, με μουλάρια, γαϊδούρια και στον ώμο, άντρες και γυναίκες μετέφεραν πέτρες από τα νταμάρια και τα ερείπια, χώμα και άμμο, νερό, ασβέστη και ξύλα και έβαλαν το κεφάλι και τις οικογένειες κάτω από ένα κεραμίδι. Οι σκληροί χειμώνες σε αυτή την περιοχή δεν επέτρεπαν σε κανέναν να καθυστερήσει κι έτσι η ανατολή της νέας εποχής βρήκε τους περισσότερους στεγασμένους και έτοιμους να ριχτούν στον αγώνα για την ανάσταση των μικρών πατρίδων τους και της Ελλάδας ολόκληρης και το αποτέλεσμα φάνηκε πολύ σύντομα. Τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 όλη η Ελλάδα παρουσίασε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χάρη στην εργατικότητα και το πείσμα των ανθρώπων της να ξορκίσουν τον πόλεμο που την έκανε ερείπια και να ζήσουν καλύτερες εποχές.

Ήταν αυτή η πρώτη μεταπολεμική γενιά που ενώ θα έπρεπε να είναι παράδειγμα για όσες ακολούθησαν, ελάχιστα αναφέρεται  γιατί στο μεταξύ φύσηξαν άλλοι άνεμοι και μόλις από άκρη σε άκρη όλη η χώρα αναστήθηκε, άρχισε να αδειάζει η ύπαιθρος. Ένα υπόκωφο κύμα αστυφιλίας το οποίο καμία κυβέρνηση δεν προσπάθησε να ανακόψει με σοβαρές προτάσεις και έργα ασφαλώς, πήρε και σάρωσε ολόκληρες κοινωνίες και τις ξέβρασε στις πόλεις. Ήδη μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ο μισός πληθυσμός της χώρας είχε μεταφερθεί στο λεκανοπέδιο της Αττικής όπου και εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα.  

Η εποποιία της ανοικοδόμησης που ακολούθησε την τραγική δεκαετία 1940 – 1950 ακυρώθηκε χάρη της ανάπτυξης της Αττικής και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την πλήρη ερήμωση πλέον όλης της ορεινής και ημιορεινής Ελλάδας και όπου παρατηρείται κάποια κίνηση ακόμη αυτή οφείλεται στον τουρισμό, πράγμα που αφορά ελάχιστους επιχειρηματίες ενώ η πρωτογενής παραγωγή δεν παίζει σχεδόν κανένα ρόλο στις τοπικές οικονομίες και τα όποια αγαθά χρειάζονται έρχονται από πολύ μακρινές περιοχές. 

Με λίγα λόγια και κοιτάζοντας φωτογραφίες από το πυρπολημένο Καρπενήσι ή οποιοδήποτε άλλο μέρος αναλογίζεται πόσο απογοητευμένη έφυγε εκείνη η γενιά που ανέστησε μετά τον πόλεμο την Ελλάδα που ενώ περίμενε ο αγώνας της να δικαιωθεί, είδε τον τόπο αντί να ανθίζει να ερημώνει και την όποια προσφορά για τη συνέχεια, οι επόμενη γενιά να την αφιερώνει στην Αθήνα, την Αττική και σε λίγες άλλες περιοχές της χώρας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες από το πυρπολημένο Καρπενήσι είναι του σπουδαίου φωτογράφου Σπύρου Μελετζή.

ΑΘΗΝΑ, 19032022

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022

ΕΝΑ ΠΕΝΘΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟ ΕΙΡΗΝΗΣ

 


Όπως κάποτε ξεφυλλίζοντας κάποιο περιοδικό ή ένα βιβλίο με εικόνες (πράγματα που λιγοστεύουν στη ζωή μας καθώς αντικαθίστανται με ιστοσελίδες) πέφταμε πάνω σε κάποιες φωτογραφίες που ξεχώριζαν και στεκόμασταν είτε για το μήνυμα που έδιναν, είτε για την καλλιτεχνική τους αξία να τις «διαβάσουμε» λίγο περισσότερο από τις άλλες, έτσι και τώρα κάνουμε μπροστά στις οθόνες μας όταν τα ΜΚΔ τρέχουν ενδιαφέροντα θέματα.

Έτσι έγινε και αυτές τις ημέρες που ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ταράξει τη ζωή μας και μοιραία, τα περισσότερα πράγματα που βλέπουμε και ακούμε περνούν μέσα από το φίλτρο που βάζει αυτόματα αυτή η φριχτή περίοδος και η περίπτωση  ορίζεται ως μια στιγμή που αλλάζει την ιστορία και δηλώνει πως από εδώ και πέρα, όσα ξέραμε δεν ισχύουν πια. Για τον πολύ κόσμο, εντελώς απρόοπτα μια καινούργια εποχή με άδηλο μέλλον μπροστά της αρχίζει και όλοι καλούμαστε να πάρουμε θέση και να αναλογιστούμε την εξέλιξή της.

Έτσι μια φωτογραφία που ανάρτησε στην ομάδα «Μνήμες Καρπενησίου και φωτογραφίες από το χθες» ο Λεωνίδας Κωστόπουλος μετέφερε αρκετούς στο Καρπενήσι του 1939 και μάλιστα σε μια στιγμή λύπης καθώς πρόκειται για μια κηδεία. Επόμενο δε ήταν να ανοίξει και ένας διάλογος, αναφορικά με τα πρόσωπα που φαίνονται και η μνήμη πολλών εμφανίστηκε μετά από 83 χρόνια ισχυρή και εν μέρει συμπληρώθηκε το προσκλητήριο από μια σημαντική κοινωνική στιγμή της μικρής πόλης ένα χρόνο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Αυτό φυσικά και αφορά τους Καρπενησιώτες καθώς με τέτοιες φωτογραφίες συμπληρώνουν την ιστορία του τόπου τους και καλλιεργούν την μνήμη της κοινότητάς τους αλλά και για τους υπολοίπους η εξαιρετική αυτή φωτογραφία μπορεί να αποτελεί πολύτιμο στοιχείο για την ανάδειξη κάποιων, πέρα από την ηθογραφία κοινωνικών γεγονότων.

Η φωτογραφία έχει πιάσει μια στιγμή της κηδείας κάποιου μέλους της οικογένειας Μπομποτσιάρη με πολλούς Καρπενησιώτες να τον αποχαιρετούν στην είσοδο της εκκλησίας της Παναγίας όπου εφημέριος ήταν ο αείμνηστος Παπα – Κώστας, πρόσωπο που όλοι θυμούνται ενώ για τους υπολοίπους ο χρόνος έχει λιγοστέψει την μνήμη τους.

Ανεξάρτητα απ’ αυτά όμως η φωτογραφία μας μεταφέρει σε μια εποχή που οι άνθρωποι, συλλογίζονταν και πενθούσαν έναν δικό τους άνθρωπο σοβαροί όπως επίτασσε η στιγμή, πράγμα που χαρακτήριζε πάντα τους Έλληνες, στις πόλεις ή στην επαρχία. Η στάση αυτή απέναντι στο πένθος δεν άλλαξε και πολύ τα χρόνια που ακολούθησαν, άλλαξαν όμως τα πράγματα και στη σοβαρότητα προστέθηκε η απελπισία για τις απώλειες πλέον που επέφερε ο πόλεμος και στην περίπτωση του Καρπενησίου και της γύρω περιοχής κράτησε 10 χρόνια. Τον Ιανουάριο του 1949 γράφτηκε η τελευταία φρικτή στιγμή για το Καρπενήσι όταν οι αντάρτες κατέλαβαν την πόλη και ακολούθησαν μαύρες μέρες με θανάτους, καταστροφές και κυρίως με την αρπαγή πολλών νέων για την επάνδρωση των δυνάμεών τους – πράγμα που δεν συγχωρέθηκε ποτέ και στοιχειώνει πολλών τη μνήμη ακόμη.

Στη φωτογραφία του πένθους σε περίοδο ειρήνης, κανένας δεν φαντάζονταν αυτά που θα ακολουθούσαν στο Καρπενήσι και στον κόσμο ολόκληρο την δεκαετία του 1940 – 1950. Απ’ όσους τα έζησαν και είχαν την αντοχή να τα διηγηθούν ελάχιστοι έχουν απομείνει στη ζωή και τα χρόνια εξορκισμού του πολέμου που ακολούθησαν έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που ακούσαμε τις αφηγήσεις τους. Τα τραγικά γεγονότα έγιναν ημερομηνίες, τα πρόσωπα που χάθηκαν αριθμοί και η σκιά πίσω από τις λέξεις έσβησε. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν μίλησαν για τη φρίκη που έζησαν, τρόμαζαν και οι ίδιοι και άφηναν να το καταλάβουμε από τα υπονοούμενα και πίσω από τις λέξεις και την χροιά της αφήγησής τους. Με αυτό τον τρόπο ήθελαν να μας πουν πόσο τρομακτικό πράγμα είναι ο πόλεμος και πόσες ευθύνες έχει όμως και η ειρήνη. Στις μέρες όμως που ζούμε φαντάζομαι ότι αυτοί οι άνθρωποι αν ζούσαν θα ήταν εκείνοι που θα έμπαιναν μπροστά όχι μόνο στο Καρπενήσι αλλά σε όλο την Ελλάδα και τον κόσμο να σταματήσει ο πόλεμος.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο νομίζω πως ο πόλεμος σε τέτοια μορφή, τουλάχιστον στην Ευρώπη ήρθε όταν η γενιά που τον έζησε είτε βιολογικά δεν υπάρχει να του αντισταθεί και το χειρότερο, όταν αυτή δεν είναι παρούσα να κρίνει την πορεία της και τις πράξεις μας.    

17032022

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

ΤΙ ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΑ ΟΠΛΑ…

 

Στην φωτογραφία, ένα αλέτρι πουλιέται στο παζάρι στο Μοναστηράκι (2012). Ένα εργαλείο που σπάνια πια συναντάει κάποιος στην ύπαιθρο και το δει, θα είναι στο σαλόνι μαζί με άλλα «ενθύμια» ενός άλλου κόσμου, πιο απλού, πιο αθώου που χάθηκε για πάντα.  Ένα εργαλείο που όσα κανόνια λιώσουν, όσα πλοία κι αν κάνουν σίδερα, δεν ξαναγίνεται…

Τραγουδήθηκε από τους περισσότερους κάποιας ηλικίας συμπατριώτες μας στη διάρκεια των φοιτητικών τους χρόνων το τραγούδι «Τι τα θέλουμε τα όπλα / τα κανόνια, τα σπαθιά / να τα κάνουμε εργαλεία να δουλεύει η εργατιά …». Έτσι έκανε ένα καινούργιο, μετά την Αντίσταση* κύκλο στην κοινωνία και μετά ξεχάστηκε ώσπου τα πράγματα εσχάτως στην Ουρανία το έφεραν κάπως στην επικαιρότητα που η ειρήνη στον κόσμο δοκιμάζεται…

Το πρωτότυπο πάντως τραγούδι είναι ρώσικο δημοτικό και αναφέρεται στον Στένκα Ράζιν, τη μυθική μορφή των κοζάκων που επαναστάτησε κατά του τσάρου και των βογιάρων στα μέσα του 17ου αιώνα και όπως ντύθηκε με ελληνικούς στίχους τραγουδήθηκε πολύ και ενέπνευσε σε αγώνες πολλούς ανθρώπους σε διάφορες φάσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ιδιαίτερα στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης. Το απαιτούσαν οι καιροί που ο πόλεμος είχε απλωθεί σε όλον τον κόσμο και ζέσταινε τις ελπίδες του κόσμου πως όταν θα τελειώσει θα ασχοληθούν με ειρηνικά έργα και κυρίως με τη γη που σε τέτοιες περιόδους ξεχνιέται. Αν και από τότε όμως μέχρι σήμερα τα εργαλεία που χαρακτηρίζουν την περίοδο της ειρήνης έχουν αλλάξει, οι στίχοι του τραγουδιού φέρνουν στην επικαιρότητα το διαρκές αίτημα των κοινωνιών για αλλαγή στον τρόπο σκέψης και αντί να ετοιμάζονται για πόλεμο, να καλλιεργούν διαρκώς την ιδέα συνεργασίας, της συμφιλίωσης, του κοινού καλού.

Πέρα απ’ αυτά όμως ο πόλεμος φέρνει σε πρώτο πλάνο και ζητήματα επάρκειας αγαθών, πράγμα που η «παγκοσμιοποίηση» που χαρακτηρίζει την εποχή μας είχε δώσει μια λύση χωρίς όμως να έχει προβλέψει ότι τα σύνορα μπορούν να επηρεάζουν ακόμη την οικονομία. Ή από την άλλη, κάτι που σίγουρα έχει προβλεφθεί αλλά παίζει κι αυτό ρόλο στην νέα εποχή που μπαίνει ο πλανήτης. Την περίπτωση δηλαδή που ένας τόπος δεν μπορεί να παράγει τίποτα λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων κάποιος άλλος θα βρεθεί να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς με τα προϊόντα του. Έτσι φαίνονταν ότι σκέφτονταν αυτοί που ρυθμίζουν τις τύχες της παγκόσμιας οικονομίας αλλά τα πράγματα δεν πάνε πάντα όπως τα υπολογίζουν. Δεν είναι μόνο το πετρέλαιο και το αέριο, ούτε το σιτάρι και το ηλιέλαιο που δεν μπορούν να διακινηθούν αλλά ένα πλήθος πραγμάτων που οδηγούν στο φαινόμενο «πείνα» που ακολουθεί συνήθως τους πολέμους.

Έτσι ερχόμαστε πάλι στην εποχή που διηγούνται οι μεγαλύτεροι στην πατρίδα, την Κατοχή που στην Ελλάδα πέθαναν αρκετές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι από την πείνα, ειδικά στις πόλεις όπου φυσικά δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν τίποτα και είχε σταματήσει το εμπόριο καθώς και όποια άλλη οικονομική δραστηριότητα. Τότε ήταν που έφυγαν, όσοι μπορούσαν και όσοι φυσικά είχαν που να πάνε στην ύπαιθρο χώρα για να ζήσουν κάπως ελεύθερα και χορτάτοι, έστω και με λάχανα. Ήταν ένα μεγάλο κύμα επιστροφής στα χωριά όσων τα είχαν εγκαταλείψει αναζητώντας αλλού καλύτερες συνθήκες ζωής και δουλειά.

Ήταν δε ακόμη η εποχή που η ύπαιθρος χώρα διατηρούσε πολύ κόσμο που ασχολούνταν με τα εργαλεία και τα μέσα φυσικά που διέθεταν εκείνη την εποχή, με τον πρωτογενή τομέα και με επαγγέλματα σχετικά με αυτόν. Επί πλέον δεν είχε διαριχθεί σε μεγάλο βαθμό η δημιουργική συνέχεια των κοινωνιών όπως αυτές είχαν αρχίσει να εξελίσσονται από τον 19ο αιώνα. Έτσι όσοι γύρισαν στα χωριά τους για να μην πεινάσουν, βρήκαν ανοιχτά σπίτια, καθαρισμένα χωράφια, κάποια κοπάδια και άλλα οικόσιτα ζώα, εργαλεία, συνεργάτες. Ζωντανά δηλαδή κοινότητες που ακόμη δεν είχαν αρχίσει να εξαρτιούνται πολύ από τις από τις και τα αγαθά του εμπορίου αφού η αυτάρκεια ήταν το μέλημα κάθε νοικοκυριού. Έτσι δεν πείνασαν και κατάφεραν μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις να αυξήσουν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις ξυλώνοντας δάση και λιβάδια. Επί πλέον, με την εξασφάλιση έστω και στοιχειωδώς ορισμένων αγαθών για την επιβίωση, μπόρεσαν να σκεφτούν και να αγωνιστούν για την ελευθερία. 

Τώρα που εδώ και κι εκεί και υπό το βάρος των ειδήσεων για έλλειψη αγαθών ακούγεται η επιστροφή στην ύπαιθρο, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά και όσοι το τολμήσουν θα βρεθούν σε χειρότερο αδιέξοδο απ’ αυτό που θα επέλθει στις πόλεις. Κι αυτό γιατί τα χρόνια που πέρασαν από το τέλος του πολέμου, ένα στόχο υπηρέτησαν με συνέπεια όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα. Το πως θα αδειάσει η ύπαιθρος και θα γεμίσουν οι πόλεις!

 (*) Θεωρώ πως εσφαλμένα το τραγούδι αναφέρεται πως ακούστηκε για πρώτη φορά στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας στην περίοδο της Αντίστασης, όπως αναφέρουν οι περισσότερες πηγές γιατί στους υπόλοιπους στίχους αναφέρονται δυο ιστορικά πλοία που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στους βαλκανικούς πολέμους. Είναι πολύ προγενέστερο, αφορά την δεκαετία του 1910 - 1920. Τα πλοία που αναφέρονται αγοράστηκαν το «Αβέρωφ» το 1910-1911 και το «Κιλκίς» το 1903-1904. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το «Αβέρωφ» αν και αρκετά παλιό συμμετείχε στις ναυτικές επιχειρήσεις των συμμάχων, ενώ το «Κιλκίς» είχε παροπλιστεί από το 1931.

ΑΘΗΝΑ, 16032022

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

 


Από τους Έλληνες που έζησαν τα δεινά του τελευταίου πολέμου στη χώρα μας, του Β’ Παγκοσμίου και συγκεκριμένα στο διάστημα από την επίθεση των Ιταλών στα ηπειρωτικά βουνά, την απώθηση και τις νίκες του ελληνικού στρατού, την εισβολή των Γερμανών κατόπιν, την Κατοχή και την Αντίσταση, λίγοι έχουν μείνει να μας τα αφηγηθούν πάλι.

Στα χρόνια 80 που πέρασαν από τότε βεβαίως και έχουν συστηματικές καταγραφές από τους ιστορικούς αλλά αυτά που όλοι ακούγαμε από τα στόματα των γονιών και των παππούδων, τα βιώματα δηλαδή κάθε οικογένειας, γειτονιάς ή χωριού στην τραγική δεκαετία 1940 – 1950 συνέθεταν και αλληλοσυμπλήρωναν το σκηνικό και την ιστορία μιας εποχής με πείνα, θανάτους και πολλές άλλες δυστυχίες. Έτσι μαθαίναμε και θυμόμαστε οι μεγαλύτεροι βεβαίως από πρώτο χέρι και σαν παραμύθι τι ήταν ο πόλεμος και ποιες συνέπειες έχει. Αργότερα και καθώς αραίωναν οι αφηγητές, λιγόστευε και το ενδιαφέρον και οι νεότεροι ελάχιστα γνωρίζουν για εκείνη την εποχή και όσα μαθαίνουν είναι από άλλες ιστορικές πηγές που δεν έχουν τη ζεστασιά και την ειλικρίνεια του βιώματος.

Αυτοί οι άνθρωποι, στη σφαίρα των μακάρων που βρίσκονται, παντελώς απογοητευμένοι από την τροπή των πραγμάτων τα τελευταία χρόνια ήταν οι πραγματικοί δάσκαλοι της ιστορίας και όλοι ανεξαιρέτως εύχονταν αυτά που έζησε η γενιά τους να μην τα βρει καμιά επόμενη μπροστά τους και πάνω σε αυτή την πίστη έστησαν όρθια πάλι την Ελλάδα.

Σήμερα, με έναν πόλεμο που όσο κι αν δείχνει το αποτρόπαιο πρόσωπό του στις οθόνες δεν προκαλεί τον φόβο που έζησαν αυτοί οι άνθρωποι, η εμπειρία τους παραμένει ακόμη η πιο καίρια και οι παρατηρήσεις τους πιο σημαντικές από όσα εύκολα λέγονται στις ειδήσεις. Γιατί όταν ακούμε συνεχώς ότι από τις συνέπειες αυτού του πολέμου θα υπάρξουν προβλήματα στον εφοδιασμό της αγοράς με πετρέλαιο και φυσικό αέριο αλλά κυρίως με σιτηρά, ο παππούς και η γιαγιά σταματάνε να ακούνε τον όποιο διάλογο αναπτύσσεται στην τηλεόραση και λένε «έρχεται πείνα!». Με δυο λέξεις περιγράφουν τι έζησαν στην Κατοχή και τα χρόνια που ακολούθησαν για την πείνα και τους θανάτους που προκλήθηκαν απ’ αυτή στις πόλεις και στα χωριά και τους τρόπους που βρήκαν να την αντιμετωπίσουν.

Όσο όμως και να μίλαγαν αυτοί οι άνθρωποι και οι επιγενόμενοι εκτός από τις αφηγήσεις τους έβλεπαν μέχρι αρκετά χρόνια μετά τις καταστροφές που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στη χώρα μας, ο λόγος του σήμερα μοιάζει να έπεσε σε στέρφο έδαφος. Το ίδιο πάνω κάτω έγινε και στις υπόλοιπες χώρες που απόλαυσαν κάποιες δεκαετίες ειρήνης, μοναδικές στην ιστορία της ανθρωπότητας και πίστεψαν πως ποτέ πια δεν θα επέστρεφε στη γη να αλωνίσει πάλι ο αιματοβαμμένος Άρης. Μπορεί βέβαια να γίνονταν κάποιοι πόλεμοι, στην Κορέα, στο Βιετνάμ, στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική αλλά ήταν μακριά από την Ευρώπη και είτε διαβάζαμε γι’ αυτούς, είτε βλέπαμε σκηνές τους στην τηλεόραση. Τόσο κοντά είχε ξαναγίνει πριν από δυο δεκαετίες στα Βαλκάνια, όταν διέλυσαν την Γιουγκοσλαβία αλλά έμοιαζε κι αυτός πολύ μικρός μπροστά στο τεράστιο μέτωπο που άνοιξε στην Ουκρανία και ο κίνδυνος να επεκταθεί όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε όλο τον κόσμο είναι φανερός.

Τι έγινε μετά από τόσα χρόνια και μπήκε πάλι ξαφνικά στη ζωή μας ο φόβος του πολέμου, αναρωτιόμαστε όλοι και μας τρομάζει η ιδέα πως θα ξεχυθεί από τις οθόνες μας μέσα στο σπίτι και από εκεί στη γειτονιά, θα απλωθεί στην πόλη και κατόπιν σε ολόκληρη τη χώρα. Οι περισσότεροι τον καταλαβαίνουμε κάπως έτσι, σαν θέαμα όπως τον παρουσιάζουν οι ειδήσεις, άλλοτε στημένο κι άλλοτε χωρίς σκηνοθεσία. Αυτοί που τον καταλαβαίνουν περισσότερο είναι οι ηλικιωμένοι, όσοι απόμειναν από την γενιά που τον έζησε πραγματικά και όποιος θέλει να τον καταλάβει, ας τους προσέξει τη στιγμή που βλέπουν στην τηλεόραση ειδήσεις γύρω απ’ αυτόν. Οι περισσότεροι ενδεχομένως να μην ξεχωρίζουν τους καλούς και τους κακούς στην περίπτωση, αλλά όλοι κλείνουν τα μάτια γιατί τους θυμίζουν στιγμές από την δική τους ζωή και προσπαθούν με λίγα λόγια να μας τον περιγράψουν.

Είναι το καλύτερο σχολείο σε όσα σπίτια έχουν την τύχη να ζουν οι γέροντες και οι γερόντισσες εκείνης της γενιάς και πρέπει όχι μόνο να τους ακούμε αλλά και να τους βάζουμε να τα λένε και στους νεότερους να καταλάβουν τι είναι ο πόλεμος…   

 Η φωτογραφία του Mstyslav Chernov (Μαριούπολη) από το διαδίκτυο.

ΑΘΗΝΑ 14032022

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ…

Στη φωτογραφία με την Όλγα Χαϊδή, στις 27 Οκτωβρίου 2008 στο Βασιλέσι της Πρασιάς 
όπου πήγαμε με τον αείμνηστο Κώστα Τσιάμη θυμάμαι σε όλα τα σπίτια που φαίνονταν από τον καπνό 
του τζακιού και μιλήσαμε με τους ανθρώπους που μας άνοιξαν την πόρτα. 

Από εκείνη την γεμάτη ιστορίες και αφηγήσεις ημέρα στο Βασιλέσι, μόνο ο Κώστας Κουκουράβας
 (επάνω) και ο Μήτσος Κακός (κάτω) είναι πια εκεί να τις συνεχίσουμε απ’ εκεί 
που τις αφήσαμε και να μνημονεύσουμε όσους μας ακούνε από τον ουρανό. 

Αφότου έφυγα από την «Ελευθεροτυπία» και άρχισα να δουλεύω στα περιοδικά είχα την ευχέρεια – κι αυτός ήταν εξάλλου ο κύριος λόγος που εγκατέλειψα την εφημερίδα- να γυρίζω την Ελλάδα και να γράφω για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ορισμένα μέρη της πατρίδας με ενθουσίαζαν, άλλα με άφηναν αδιάφορο αλλά παντού, εκείνο που μου άρεσε περισσότερο ήταν να γνωρίζω ανθρώπους κάποιας ηλικίας φυσικά και οι οποίοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι ή άντε να έφευγαν λίγο καιρό το χειμώνα στις πόλεις και στον κάμπο.

Απ’ αυτούς τους ανθρώπους ζητούσα να μου αφηγηθούν τη ζωή τους, από τότε που θυμούνταν τον κόσμο μέχρι τις ημέρες μας και δεν θυμάμαι κανένας να αρνήθηκε. Κάποιες γερόντισσες έκαναν στην αρχή τις δύσκολες αλλά σαν άρχιζαν, χτύπαγαν το δίωρο! Ρωτούσα κυρίως πράγματα της απλής ζωής, της καθημερινότητας και του αγώνα της επιβίωσης αλλά σαν έρχονταν και η ώρα των πολέμων που έλειπαν οι άνδρες από τα χωριά και έπρεπε να κάνουν αυτές κουμάντο με το σπίτι και τα χωράφια, τα πράγματα τότε άλλαζαν και οι φωνές τους γίνονταν πιο υπεύθυνες, πιο σταθερές. Για τα χρόνια του Εμφυλίου που όλες τον έζησαν στον ανθό και στην ακμή τους, μια μελαγχολία βάραινε τις λέξεις και ένα παράπονο σκίαζε τα πρόσωπά τους για όσα δεν έζησαν όταν έπρεπε κι ένας θυμός γι’ αυτά που η ιστορία έμελλε να τα φέρει να συμβούν μπροστά στα μάτια τους.

Με τους άντρες ήταν διαφορετικά. Πιο περπατημένοι, είχαν να πουν διάφορα και για πράγματα που έζησαν μακριά από τον τόπο τους, στον πόλεμο αλλά κυρίως στο αντάρτικο και στον εμφύλιο και συνήθως έδιωχναν την κουβέντα μακρύτερα από συμβάντα, ιδίως όταν αυτά ποτιστεί με το αίμα των συγχωριανών τους. Έμοιαζε σαν να τα είχαν ξεχάσει, τα μπέρδευαν και επ’ ουδενί θα μπορούσαν να θεωρηθούν υλικό για δημοσίευση αν προηγουμένως δεν προσπαθούσα να διασταυρώσω τα λεγόμενα με άλλες αφηγήσεις.


Τα θυμήθηκα σήμερα αυτά που πλημμύρισε το διαδίκτυο με αφηγήσεις πολεμιστών κυρίως από το 1940 μέχρι και το 1950 αλλά πουθενά δεν είδα (μπορεί και να υπάρχουν όμως και να μου διέφυγε) αφηγήσεις για τον πόλεμο που έκαναν στα χωριά τα γυναικόπαιδα που οι πατεράδες, τ’ αδέρφια και οι γιοί ήταν στα μέτωπα ή στο κλαρί ή τις μάχες που έδωσαν κατόπιν στη ζωή σαν κάποιος δεν γύρισε στο σπίτι. Δεν μπορώ να πω ότι δεν υπήρχε ενδιαφέρον για την καταγραφή τέτοιων αφηγήσεων, αλλά, όπως και να έχει, προτιμήθηκαν εκείνες των ανδρών ή από την πλευρά των γυναικών, αυτών που ξεχώρισαν στην περίοδο της Αντίστασης και του Εμφυλίου και οι περισσότερες είχαν να κάνουν πάλι με πόλεμο και άλλα συναφή της πολιτικής που υπηρετούσαν παρελκόμενα...

ΑΘΗΝΑ, 29102016

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

ΜΝΗΜΗ ΠΑΥΛΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΗ


Δεν είναι η πρώτη φορά που νοιώθω πως τα Χριστούγεννα είναι η εισαγωγή για το πιο θλιβερό κλίμα της Πρωτοχρονιάς, όπου η σούμα της χρονιάς που πέρασε και τα σχέδια για την επόμενη είναι πάντα μια οδυνηρή δοκιμασία …

Φέτος τα πράγματα είναι σαφώς χειρότερα, καθώς η σούμα δεν περιλαμβάνει μόνο τη χρονιά που πέρασε αλλά και πολλά χρόνια πίσω για να βρεθεί η αιτία του κακού – το πώς δηλαδή φτάσαμε σήμερα εδώ που φτάσαμε και πουθενά δεν βλέπουμε ένα φωτάκι ελπίδας να βγούμε και να σωθούμε από τη φουρτούνα που βρεθήκαμε.

Δεν θα σταθώ σε αυτά τα πράγματα τούτη τη στιγμή γιατί μας βλέπω όλους μπροστά στον καθρέφτη να κοιτάζουμε το είδωλό μας και δεν μπορούμε να πιστέψουμε τι κάναμε. Γι’ αυτό θα μεταφέρω τις σκέψεις μου με μια σύντομη αναφορά στο Παύλο Δράκο (1916 – 2010) που πέταξε προχθές στους ουρανούς της πατρίδας για την οποία πολέμησε και έπαθε κρυοπαγήματα στο Αλβανικό μέτωπο και τις συνέπειες των οποίων κουβαλούσε όλη του ζωή. Ο Παύλος Δράκος είχε γεννηθεί στην Ανατολική Φραγκίστα Ευρυτανίας κι εκεί σαν γύρισε με σακατεμένα πόδια έζησε όλα τα χρόνια δουλεύοντας τη γη του, βόσκοντας το κοπάδι του και κάνοντας τίποτα μεροκάματα σαν έβρισκε να ζήσει την οικογένειά του.

Δεν έβγαλε ποτέ ένα αχ για τη ζωή και ας τον πόναγαν τα ποδάρια και τα είχε χειμώνα – καλοκαίρι τυλιγμένα με χοντρές μάλλινες κάλτσες. Έφυγε όμως με ένα παράπονο από την πατρίδα γιατί, 70 ολόκληρα χρόνια από τον πόλεμο και δώθε, κανένας από τους εκπροσώπους της, δεν χτύπησε την πόρτα του να τον ρωτήσει αν έχει κάποια ανάγκη. Είχε στείλει κι αυτός κάποτε τα χαρτιά του να πάρει μια σύνταξη αναπήρου όπως άλλοι παθόντες και ουδέποτε έλαβα απάντηση αλλά η φιλοπατρία του δεν του επέτρεψε να ασχοληθεί περισσότερο με το ζήτημα γιατί έχανε πολύτιμο χρόνο από τον αληθινό αγώνα της ζωής που μοιράστηκε με την κυρά Νίκη που μόνη της τον φρόντισε όσο μπορούσε το τελευταίο καιρό που τον πλάκωσαν οι βαριές αρρώστιες. Όσο και να τον κρατούσε γερά να μη φύγει, ο Δράκος της έφυγε χωρίς να γυρίσει τα μάτια του πίσω σε μακρινό ταξίδι..


ΑΘΗΝΑ, 23102016