Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΝΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΝΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

ΧΡΥΣΟ ΣΤΟ ΜΕΛΙ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΗΣ ΡΕΝΤΙΝΑΣ

Ο Άγγελος Χαϊδάς στο εργαστηριο του στη Ρεντίνα

Ο τόπος γύρω από τη Ρεντίνα ευνοεί τα μελίσσια και γι’ αυτό κάθε σπίτι παλιότερα είχε το δικό του μελισσομάντρι απ’ όπου έβγαζε το μέλι της χρονιάς. Με την πάροδο όμως του χρόνου, την αραίωση του πληθυσμού και τις αρρώστιες που εμφανίστηκαν, λίγοι έμειναν να ασχολούνται με τα μελίσσια και να συνεχίζουν την παράδοση της μελισσοκομίας. 

Ο Άγγελος Χαϊδας είχε φύγει από το χωριό για να σπουδάσει, έκανε διάφορες δουλειές στην Αθήνα αλλά κάποια μέρα το 1999 τα παράτησε όλα και γύρισε στη Ρεντίνα και επέλεξε να ασχοληθεί μαζί με τον αδερφό του Κώστα με τη μελισσοκομία. Ήξερε λίγα πράγματα αλλά έμαθε περισσότερα από τον Κώστα Μάλλιο και τον αείμνηστο μπάρμπα Μήτσο Μάλλιο, τον «δάσκαλο» που ήταν από τους παλαιότερους μελισσοκόμους στην περιοχή.

Ξεκίνησε στην αρχή με τρία μελίσσια και ακολουθώντας τις συμβουλές τους πήραν μαζί με τον αδερφό του 80 μελίσσια και με αυτά ξεκίνησαν μια δύσκολη αλλά συναρπαστική πορεία στη μελισσοκομία που τους έφτασε στην κορυφή της παραγωγής πιστοποιημένων βιολογικών μελιών. Το 1912 κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο ανώτερης ποιότητας και γεύσης στο διεθνή διαγωνισμό Βιολογικού  της BIOMIEL που γίνεται κάθε χρόνο στην Ιταλία. Το 2014 στον ίδιο διαγωνισμό πήρε χρυσό μετάλλιο και το 2015 βραβεύτηκε πάλι με το χρυσό μετάλλιο ως το δεύτερο καλύτερο μέλι στον κόσμο.

Καμαρώνουν τα αδέρφια Χαϊδά για τις σπουδαίες αυτές διακρίσεις, καμαρώνουν και οι χωριανοί τους για τον Άγγελο και τον Κώστα κι όλοι μαζί καμαρώνουν που ο τόπος τους παράγει τόσο υψηλής ποιότητας προϊόντα. Το «μέλι δάσους» όπως το λένε, φτιάχνεται από μελίσσια που συλλέγουν νέκταρ από μεγάλη ποικιλία λουλουδιών και μελιτωδών εκκρίσεων που βρίσκονται σε μεγάλα υψόμετρα της περιοχής μέσα σε πυκνά δάση από καστανιές, βελανιδιές και έλατα. Έτσι παράγεται ένα ποιοτικό, παχύρευστο μέλι με καστανό χρώμα, ελαφρό άρωμα και πλούσια γεύση, υψηλής περιεκτικότητας ιχνοστοιχείων και με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση.



Για να το πετύχουν όμως αυτό και να διατηρήσουν την ποιότητα του μελιού τους ο Άγγελος με τον Κώστα κρατάνε τα μελίσσια τους μεγάλο διάστημα στην περιοχή και τα πηγαίνουν μόνο να ξεχειμωνιάσουν στη νότια Πελοπόννησο σε αυστηρά επιλεγμένες περιοχές που δε ψεκάζονται ή είναι γεμάτες φυτοφάρμακα και ορισμένες φορές τα πηγαίνουν για το πεύκο στην Εύβοια, τη Χαλκιδική ή τη Θάσο. Το μέλι τους όμως το συσκευάζουν στο εργαστήριό τους στη Ρεντίνα όπου μπορεί όποιος θέλει να το προμηθευτεί μαζί βεβαίως με βασιλικό πολτό, γύρη, πρόπολη καθώς και κερί. Τα ίδια προϊόντα μπορεί να αναζητήσει όποιος θέλει στην Αθήνα, σε συνεταιριστικά καταστήματα.


- Όποιος θέλει να επικοινωνήσει με τους αδελφούς Χαϊδά μπορεί να απευθυνθεί στο τηλέφωνο 2443071319 στη Ρεντίνα, στο ahaidas35@gmail.com ενώ μπορεί να μάθε περισσότερα γι’ αυτούς στο Facebook στη σελίδα: Μέλι Χαϊδα. 

ΑΘΗΝΑ, 10032017

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΚΑΠΑ ΓΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ

Ο Παύλος Σταύρου με βοηθάει να δοκιμάσω στις πλάτες μου
 μια κάπα στο στο Λαογραφικό Μουσείο της Ρεντίνας 
Λέμε, όπως και ο πατρο- Κοσμάς ο Αιτωλός, ότι «τα βουνά θα μας σώσουν» από όσα κακά συμβαίνουν στον κόσμο αλλά για να γίνει αυτό, απαιτούνται κάποιες προϋποθέσεις. Πρώτο και κύριο να πάρουμε απόφαση ότι εγκαταλείπουμε τον κάμπο ή την Αθήνα να και όποια άλλη πόλη και να βάλουμε μπροστά μια καινούργια ζωή από την οποία δεν θα λείπουν οι αγωνίες και ο αγώνας για την επιβίωση δεν θα είναι εύκολος.

Να εξηγούμαι, δεν τα γράφω αυτά για να ξεχνάμε την πραγματικότητα και να λέμε «…να πιάσει η άνοιξη και βλέπουμε» αλλά για να μπαίνουμε βαθύτερα στον προβληματισμό για την περίπτωση που θα χρειαστεί να ξεκινήσουμε μια νέα ζωή σε ένα βουνό ή σε ένα χωριό. Αυτές τις ημέρες κάνω ένα απολογισμό δραστηριοτήτων αλλά και τακτοποίηση των σκέψεων που έκανα το καλοκαίρι πάνω στο θέμα και σύντομα θα τα δείτε και γραμμένα και όποιος/α θέλει ακολουθεί το δρόμο προς τα βουνά και την ελευθερία που εμπνέουν.

Πέρα από αυτά που γράφω όμως, ασχολούμαι με διάφορες εργασίες, παρατηρώ κάποια πράγματα, περιγράφω τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας απόφασης και όταν μου δίνεται η ευκαιρία δοκιμάζω και κάποια πράγματα. Όπως για παράδειγμα προχθές μια κάπα, από τραγίσιο μαλλί, στο Λαογραφικό Μουσείο της Ρεντίνας. Παλιά και φθαρμένη αλλά, δεν σας κρύβω ότι ζήλεψα που δεν έχω μια τέτοια για να μπορώ να κοιμάμαι στον πάγο και να μην καταλαβαίνω κρύο, ούτε και να με τρυπάει η βροχή και η υγρασία στις κορυφές.

Αυτές οι κάπες ήταν το πιο απαραίτητο πράγμα για τη ζωή ενός ανθρώπου στο ύπαιθρο, χειμώνα και καλοκαίρι και βεβαίως πιο πολύ χρήσιμη στα βουνά γιατί με αυτές προστατεύονταν από κρύο και ζέστη, μέσα αυτές κοιμόνταν και επιβίωναν. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιούσαν μαλλί από κατσίκες το οποίο δεν δα και τόσο εύκολο στην επεξεργασία γιατί κόβει τα δάκτυλα στο στρίψιμο και θέλει αρκετή δύναμη να γίνει ύφασμα στον αργαλειό. Ανάλογα τώρα με την επιδεξειότητα που έχει η νοικοκυρά ή ράφτης ήταν και το αποτέλεσμα και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που καμάρωναν για την κάπα τους που έβγαινε από τα χέρια σπουδαίων ραφτάδων.

Μια τέτοια κάπα θα ήθελα κι εγώ να έχω αλλά και να είχα να την πληρώσω πάλι δεν θα την εύρισκα γιατί πουθενά απ’ όσο γνωρίζω δεν υπάρχει κάποιος να φτιάχνει κάπες όπως παλιά αλλά το χειρότερο, ούτε κανένας δείχνει ενδιαφέρον να μάθει αυτή την τέχνη αλλά ούτε και μαλλί είναι εύκολο να βρεθεί καθώς τελευταία δεν κουρεύουν τα γίδια ή αν τα κουρεύουν πετάνε το μαλλί γιατί δεν έχουν τι να το κάνουν…

ΑΘΗΝΑ, 16112016


ΤΣΙΠΟΥΡΑ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Ο Γιώργος Κονταξής βγάζει τσίπουρα στη Ρεντίνα

Η πρώτη μου, στην παιδική μου ηλικία γνωριμία με τα τσιπροκάζανα, ομολογώ δεν με ενθουσίασε· τον Νοέμβριο στο χωριό περίσσευε η λάσπη και οι κρύες γαλότσες που φορούσαμε μπορεί να ήταν τρύπιες για να περπατάμε στα ρέματα που έχωναν τότε τα καζάνια κάτω από πρόχειρες παράγκες με τρύπια τσίγκια και κουρελούδες για να έχουν άφθονο νερό και χώρο να πετάνε τα τσάμπουρα μετά την απόσταξη. Εκείνα πάνω κάτω τα χρόνια ήρθαν στο χωριό και τα πλαστικά λάστιχα και η κατάσταση κάπως βελτιώθηκε καθώς τα καζάνια μπήκαν σε καλύβια ή τίποτα άδειες αχυρώνες αλλά εκεί μέσα πάλι μας έπνιγε ο καπνός και οι αναθυμιάσεις. Χώρια που έπρεπε να ζούμε και σε ένα κλίμα μυστικότητας καθώς η μισή παραγωγή ήταν σχεδόν παράνομη γιατί χρειάζονταν άδεια από την Εφορία και για τη συμμόρφωση των υπόχρεων τότε αρμόδιος ήταν ο χωροφύλακας.

Δεν ήταν μέσα στις ωραίες αναμνήσεις μου τα τσιπροκάζανα. Τα χρόνια που ακολούθησαν, να το πούμε χοντρικά, την μεταπολίτευση, είχα ξεχάσει την γεύση του τσίπουρου. Τίμησα όμως συστηματικά όλα τα ποτά που κυκλοφορούσαν τη μέρα και τη νύχτα, ειδικά το ουίσκι που ήταν το αγαπημένο μου για πολλά χρόνια μέχρι που το σταμάτησα. Εδώ και μια οκταετία μπορώ να πω ότι δεν πίνω σχεδόν τίποτα γιατί απλά δεν μου αρέσει και συμβεί καμιά φορά ομολογώ ζαλίζομαι όπως την πρώτη φορά που έβαλα ποτό στο στόμα μου!  

Τα τελευταία χρόνια που πηγαίνω συχνά στην Καρδίτσα, τον παράδεισο των τσίπουρων, ανακάλυψα πάλι τα τσίπουρα και εντρύφησα μπορώ να πω στον πολιτισμό τους και τη σημασία που έχουν αυτά για την τοπική κοινωνία και οικονομία. Όχι όπως ο πολύς κόσμος που κατέφυγε στο τσίπουρο και τις ρακές ως πράξη αντίστασης απέναντι στα μονοπώλια, τον καταναλωτισμό, τα εισαγόμενα και τα λοιπά φαιδρά που επιστρατεύονται για να μη φανερώσουν την οικονομική στενότητα που βρίσκεται όλη η κοινωνία, αλλά ως μια συνέχεια της αγροτικής παραγωγής και την μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. Έτσι γνώρισα και τα καινούργια καζάνια και τις νέες μεθόδους απόσταξης και διαπίστωσα πως έχασα σπουδαίες σκηνές όλα αυτά τα χρόνια που δεν ασχολούμουν με τα τσίπουρα και βεβαίως σελίδες από την αποενοχοποίηση από τις καταναλωτικές συνήθειες και την καθιέρωσή τους στην αγορά και την αναγνώρισή τους από μεγαλύτερο αριθμό καταναλωτών ως ένα εξαιρετικό προϊόν που χαρίζει άφθονο οπουδήποτε η ελληνική γη.  

Είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο της ελληνικής ζωής το τσίπουρο και έτσι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε γιατί εκτός από σημαντικός οικονομικός πόρος για μια σειρά παραγωγών και αξίας που κινεί ένα μεγάλο τμήμα της αγοράς, από το αμπέλι και το καζάνι ως το τσιπουράδικο, είναι και εργαλείο επικοινωνίας για μια τοπική κοινωνία. Επί πλέον, τα καζάνια που είναι πλέον από τα πιο σύγχρονα και σε τίποτα δεν μοιάζουν με τις παράγκες στα ρέματα με τις λάσπες και αξίζει να ζήσει κάποιος μια νύχτα εκεί με καλή παρέα…


ΑΘΗΝΑ, 16112016