Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

ΟΙ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ


Πως ανέβηκαν οι σπόροι από τις τσουκνίδες και τα αγριόχορτα πάνω στη στέγη και φύτρωσαν στα κεραμίδια του παρατημένου χαμηλού σπιτιού στην οδό Μαυρομιχάλη, δεν είναι δα και κανένα μυστήριο...

Είναι έργο του αέρα που λογαριασμό στις κινήσεις του σε κανένα δεν δίνει. Ότι του αρέσει σαρώνει από τους δρόμους και τις πλατείες της πόλης, -σκόνη, σκουπίδια, χαρτιά, λέξεις, ιδέες και αισθήματα- τα σηκώνει ψηλά κι όπου του κοπεί η ανάσα, εκεί τ’ ακουμπάει κι ανάλογα με το έδαφος που θα βρουν, αυτά ξηραίνονται ή θάλλουν. Στην περίπτωση, οι ανυπόληπτες τσουκνίδες που, από την εξορία που ζουν συνήθως στις άκρες των κήπων και μέσα στα βρώμικα οικόπεδα, βλάστησαν τούτες τις ημέρες τόσο ψηλά που ποτέ τους δεν μπορούσαν να φανταστούν στη ζωή τους ότι θα γίνει. Όπως να’ χει, ομορφαίνουν τον αέρα του μελαγχολικού δρόμου μέχρι που να στεγνώσουν από δροσιά οι μέρες και οι νύχτες της άνοιξης και να σβήσουν ως το καλοκαίρι χωρίς κανένας να τις πάρει είδηση…

ΑΘΗΝΑ, 05032017

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

"ΠΑΠΑΓΑΛΑΚΙΑ" ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ...


Τόσα και τόσα ακούγονται, για τα «παπαγαλάκια» των ΜΜΕ, τα άτομα δηλαδή που μιλάνε αδιάκοπα για διάφορα πράγματα που τους υπαγορεύουν οι πάτρωνές τους ή τα αφεντικά τους και έχουν να κάνουν κυρίως με την παραπληροφόρηση και την προώθηση ορισμένων ιδεών και απόψεων που προέρχονται από την πολιτική, την αγορά και άλλα ποικίλα συμφέροντα. Έτσι η λέξη «παπαγαλάκια» έχει μπει για καλά στη ζωή μας και πολλοί είναι αυτοί που ζουν πολύ καλά ασκώντας αυτό το επάγγελμα αλλά δεν χαίρουν πλέον καμιάς εκτίμησης από κανέναν σοβαρό άνθρωπο…

Κάτι τέτοια σκέφτονται όσοι ξεπεζεύουν ακόμα στο χάνι «Τα 5 Φ», λίγο πιο κάτω από τον αυχένα του Τυμπάνου στο δρόμο προς την Αργιθέα και βλέπουν δίπλα στη μονίμως ανοιχτή τηλεόραση δυο κλουβιά: ένα με καναρίνια και ένα με κίτρινα επίσης παπαγαλάκια. Τα πρώτα είναι εντελώς αδιάφορα από κάθε άποψη ενώ τα παπαγαλάκια, ξεσκολισμένα από το μπλα – μπλα της τηλεόρασης όλη την ημέρα είναι τα πιο σπουδαγμένα σε αυτό το είδος και όπως μας είπε η κυρά τους, τα χαρίζει αλλά κανένας δεν θέλει να τα πάρει γιατί είναι σίγουρος πως δεν βάζει πλέον μόνο το ρουφιάνο μέσα στο σπίτι του αλλά ένα «παπαγαλάκι» που θα του χαλάσει τα μυαλά…

ΟΙ ΦΡΟΝΙΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΤΑΚΤΟΙ…



Η μωβ μαγνόλια που άνθισε πρόωρα

Στην Καρδίτσα πέρα από τα γνωστά ντόπια φυτά ευδοκιμούν ως φαίνεται και τα ξενόφερτα, όπως η μωβ μαγνόλια που μοιάζει πως θέλει να ξεπεράσει τις αμυγδαλιές στην απερισκεψία ανθίζοντας φέτος πριν από την ώρα της. Παρ’ όλο που το ωραίο αυτό δέντρο βλέπει δίπλα της ένα χειμωνανθό ακόμα σε ανθοφορία βιάστηκε να βγάλει λουλούδια χωρίς να υπολογίσει τον δύστροπο Μάρτη που ακολουθεί και κανένας δεν μπορεί να προβλέψει τις ιδιοτροπίες του και βεβαίως να προφυλαχθεί από τα δυνατά κρύα του. 


Χειμωνανθός στο τέλος της ακμής του...


Ο χειμωνανθός επί του προκειμένου, μπορεί να ανθίζει από τον Δεκέμβριο και να κρατάει τα ωραία κίτρινα λουλούδια του μέχρι το Μάρτη, αλλά είναι έτσι η φύση του και αντέχει σε όλα τα κρύα και στις παγωνιές ακόμα. Η μαγνόλια όμως ξεγελάστηκε από την αφύσικη όντως καλοκαιρία των ημερών και τις υψηλές θερμοκρασίες κι έτσι έκανε το λάθος που μπορεί να αποβεί μοιραίο για την ομορφιά της...

ΚΑΡΔΙΤΣΑ, 22022010

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΚΛΙΚ... ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ!





Στην προσπάθειά μου σήμερα το απόγευμα να βάλω μέσα σε μια φωτογραφία και τα λουλούδια μιας απερίσκεπτης κορομηλιάς και το μισοφέγγαρο στον απογευματινό καταγάλανο ουρανό, (κάτι που βεβαίως δεν το κατόρθωσα) μου ήρθε στο μυαλό το γνωστό απόφθεγμα της αριστεροσύνης για εκείνον, που ενώ του έδειχναν το φεγγάρι αυτός κοιτούσε το δάχτυλο ή και το ανάποδο αν θέλετε που πάνω κάτω έχει το ίδιο νόημα.

Στο χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στα δυο κλικ, σαν αστραπή πέρασαν από το μυαλό μου τόσα χρόνια αναμονής σε ένα σταθμό που δεν σταμάταγε ποτέ κανένα τρένο…

ΚΑΡΔΙΤΣΑ, 21022010

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΑΛΙΓΚΑΡΟΥ



Κάναμε μια στάση με το φίλο Χρήστο Καναβό, το δήμαρχο Αργιθέας σε ένα δρόμο στη Νέα Φιλαδέλφεια πριν ξεκινήσουμε σήμερα το πρωί για την Καρδίτσα. Κάπου πήγε αυτός για λίγο κι εγώ βγήκα από το αυτοκίνητο να χαζέψω λίγο σε ένα παντελώς αδιάφορο χώρο. Το πιο ενδιαφέρον ήταν ένας πανύψηλος κάκτος, βράχο νομίζω τον λένε, στην στενή αυλή μιας πολυκατοικίας και τον πλησίασα. Όντως ήταν τεράστιος, πάνω από τρία μέτρα με ωραία υγιή κλαδιά και απόρησα πώς έχει γλυτώσει από τον πάγο πριν από κάποια χρόνια. Φαίνεται πως έχει συνηθίσει στο κλίμα και την έβγαλε καθαρή εκείνο το φοβερό χειμώνα ή να τον σκέπασαν με κάτι.

Πλησιάζοντας είδα ανάμεσα σε ένα βαθύ αυλάκι του κορμού του ένα σαλιγκάρι κολλημένο γερά ανάμεσα στα αγκάθια και κατάλαβα πως μια βαθιά σοφία το οδήγησε εκεί που οι φυσικοί του εχθροί, τα πουλιά κυρίως, εμποδίζονται από τα σκληρά αγκάθια να το βλάψουν. Έτσι ήρθε στο μυαλό μου η σκέψη γιατί να μην μπορούμε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο και όλη τη ζωή μας περπατάμε ξυπόλητοι στα αγκάθια...

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

ΟΙ ΜΑΣΚΑΡΑΔΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ


«Μασκαράδες», ήταν μια ωραία λέξη την οποία χρησιμοποιούσαν οι παλαιότεροι όταν αναφέρονταν στους πολιτικούς εν γένει καθώς και σε μια σειρά άλλων προσώπων που είχαν σχέση με την εξουσία και οπωσδήποτε βεβαίως με το δημόσιο ταμείο. Μια λέξη με ρίζες βαθιές στην παλιά γλώσσα των Ελλήνων αρκούσε να καλύψει όλη τη γκάμα των δραστηριοτήτων αυτών και στις συλλαβές της απηχούσε το άγχος που με ποικίλους τρόπους σώρευαν στην πλάτη του πολίτη ο οποίος δυσανασχετούσε, αλλά δεν έβαζε ποτέ μυαλό και πάντα ανανέωνε με την ψήφο του την εκλογή των «μασκαράδων». Και όταν θύμωνε, έλεγε ένα «άντε να χαθήτε μασκαράδες» και ξαλάφρωνε κάπως…

«Μασκαράδες» ήταν πάντα γεμάτη η ζωή των Ελλήνων και από αυτούς άλλοι φορούσαν κουστούμια πολιτικών και καπέλα, άλλοι στολές του στρατού και της αστυνομίας και πολλοί ράσα και μίτρες αλλά γι’ αυτούς υπήρχε άλλη λέξη που θα μας απασχολήσει άλλη μέρα με το περιεχόμενό της. Όλη τη χρονιά, πίστευε ο λαός πως οι προειρημμένοι, μαζί με τους δικαστικούς, τους δικηγόρους, τους εφοριακούς, τους γιατρούς, τους μηχανικούς κ.ά. φορούσαν τα μασκαρέματά τους και μόνο το τριώδιο ντύνονταν πραγματικοί άνθρωποι με παρδαλά ρούχα, περίεργα παπούτσια και έβαζαν περίεργες μάσκες και μουτσούνες, καβάλαγαν καλάμια, χόρευαν το γαϊτανάκι και έκαναν ένα σωρό διασκεδαστικά πράγματα που ευφραίνονταν ο κόσμος και χάζευε να ξεχάσει τη μοίρα του ο κάθε πικραμένος.

Τη λέξη «μασκαράδες» σήμερα την αντικατέστησαν άλλες πιο λεπτές, πολιτικά ορθές στη γλώσσα της εξουσίας και ο λαός που έχει τόσο περιθωριοποιηθεί από τις δυναστείες και τις κάστες των λογής – λογής πολιτικών πλέον τις καταλαβαίνει μόνο με τη διαμεσολάβηση των ΜΜΕ που πρόθυμα αναλαμβάνουν να ερμηνεύσουν και να περιγράψουν τι σημαίνει λαμόγιο, golden boy και golden girl εσχάτως, αρπακτικό και ένα σωρό άλλα. Και τούτο γιατί με τη συνεχή πλύση εγκεφάλου περί της χρησιμότητας στην κοινωνία του εσμού των αναφερθέντων οι μάσκες έγιναν θεσμός και δεν καταλαβαίνουμε πότε τελειώνει το Τριώδιο.

ΑΘΗΝΑ, 16022010

ΥΓ. Γράφτηκε τέτοιες ημέρες το 2010, το έτος που όλοι κάναμε την στρουθοκάμηλο και φυσικά τη στάση αυτή την πληρώνουμε σήμερα ακριβότερα και βεβαίως, με κάτι που δεν φαντάζονταν κανένας: με αριστερή κυβέρνηση σε σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ!!! 

Η ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


Έρχονται κάτι μέρες σαν τη χθεσινή, που λέω, παίρνω πίσω ότι έχω πει για την Αθήνα και την κατάντια της τόσο καιρό και λέω ένα μπράβο σε όσους δούλεψαν και συμμετείχαν στα Κούλουμα στις πλαγιές των λόφων γύρω από την Ακρόπολη.



Πήγα, για πρώτη φορά ομολογώ και ντρέπομαι, μέσα στα χρόνια που ζω στην Αθήνα στο λόφο Φιλοππάπου για να δω χθες το πρωί το πέταγμα των χαρταετών. Ξεκίνησα νωρίς και ανηφόρισα από τα όμορφα δρομάκια μπροστά στο Αστεροσκοπείο και κατευθύνθηκα από το μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα προς το σημείο που ακουγόταν μουσικές. Εκεί σε ένα ανοιχτό μέρος με θέα όλη τον Πειραιά, τις ακτές του Σαρωνικού, το Αιγάλεω και το Ποικίλον Όρος ήταν μια εξέδρα και ήδη ζεσταίνονταν οι μουσικοί που θα έπαιζαν αργότερα.


Ήταν νωρίς αλλά πολύς κόσμος ήταν ήδη συγκνετρωμένος και οι περισσότεροι είχαν μπει σε μια ουρά που υπάλληλοι του δήμου μοίραζαν λαγάνες, χαλβά και ελιές. Χώθηκα κι εγώ και σε δέκα λεπτά μόνο βρέθηκα με μια λαγάνα στο χέρι, τη δοκίμασα και ήταν καλή. Τον χαλβά και τις ελιές τα έβαλα στην τσέπη για να μην λερωθώ και άρχισα να χαζεύω τον κόσμο και το χώρο. Οι περισσότεροι, άνθρωποι ηλικιωμένοι, με φανερά τα σημάδια της δουλειάς στα πρόσωπά τους και το κορμί τους είχαν πιάσει ήδη θέση στα βραχάκια γύρω από την ορχήστρα περιμένοντας το γλέντι. Σε παρέες, ανά ζευγάρια αλλά και πολλοί μόνοι είχαν πάρει τις λαγάνες, συζητούσαν και σιγότρωγαν.


Ήταν νωρίς αλλά πολύς κόσμος ήταν ήδη συγκεντρωμένος και οι περισσότεροι είχαν μπει σε μια ουρά που υπάλληλοι του δήμου μοίραζαν λαγάνες, χαλβά και ελιές. Χώθηκα κι εγώ και σε δέκα λεπτά μόνο βρέθηκα με μια λαγάνα στο χέρι. Τον χαλβά και τις ελιές τα έβαλα στην τσέπη για να μην λερωθώ και άρχισα να χαζεύω τον κόσμο και το χώρο. Οι περισσότεροι, άνθρωποι ηλικιωμένοι, με φανερά τα σημάδια της δουλειάς στα πρόσωπά τους και το κορμί τους είχαν πιάσει ήδη θέση στα βραχάκια γύρω από την ορχήστρα περιμένοντας το γλέντι. Σε παρέες, ανά ζευγάρια αλλά και πολλοί μόνοι είχαν πάρει τις λαγάνες, συζητούσαν και σιγότρωγαν.


Νέα ζευγάρια λίγα φαίνονταν εκείνη τη στιγμή να περπατάνε στα βράχια κι ακόμα λιγότερα ήταν τα καροτσάκια με μωρά. Δεν είχαν ξυπνήσει φαίνεται ακόμα από το αποκριάτικο γλέντι οι μάχιμες ηλικίες και γι’ αυτό έβλεπα μόνο απόμαχους ηλικιωμένους οι οποίοι είτε δεν ήθελαν ή δεν άντεχε η τσέπη τους δεν φαίνονταν ότι είχαν ξενυχτήσει. Ζωντανοί και πρόσχαροι περίμεναν να γιορτάσουν και μίλαγαν με φανερή οικειότητα μεταξύ τους και έλεγαν αποκριάτικα πειράγματα.


«Λαϊκός κόσμος», όπως θα έγραφαν και θα έλεγαν κάτι λεπτές υπογραφές στα ΜΜΕ, ένοιωθε πως η μέρα ήταν αφιερωμένη σε αυτόν και το απολάμβανε. Ντυμένοι όλοι με τα καλά τους, λίγοι άντρες μάλιστα φόραγαν και τη γραβάτα τους πράγμα που φανέρωνε πόσο επίσημα έπαιρναν τη γιορτή και την τιμούσαν με τη συμμετοχή τους. Ο αέρας του άξιου δουλευτή που μπορεί τα χρόνια να του στέρησαν τις δυνάμεις και η αγορά να τον έβγαλε στο περιθώριο αλλά η καρδιά του το λέει ακόμα, συνόδευε τις σεμνές κινήσεις τους.


Και οι γυναίκες δεν πήγαιναν πίσω. Παραδόξως δεν είδα πολλές να φοράνε παντελόνια όπως συνηθίζουν στις εκδρομές αλλά κανονικά γυναικεία ρούχα της αισθητικής φυσικά που υπαγορεύει η ηλικία και η οικονομική τους κατάσταση. Οι περισσότερες μάλιστα πρόσεξα πως είχαν περιποιηθεί πρόσφατα τα μαλλιά τους, κρατούσαν άφοβα την τσάντα τους και αρκετές πάλι είχαν φέρει μαζί τους τα δικά τους σπιτικά φαγητά σε τσάντες και έστρωσαν γιορτινό τραπέζι με όλα τα καλά της Σαρακοστής πάνω στα χορτάρια.


Όλα αυτά δείχνουν πως οι άνθρωποι αυτοί περιμένουν κάθε χρόνο τα Κούλουμα στου Φιλοππάπου και αποτελούν νομίζω την αληθινή μαγιά των κατοίκων της πόλης μας και θεωρούν αυτή τη γιορτή μέγιστο γεγονός στη ζωή τους. Γι’ αυτό και ντύνονται επίσημα και κουβαλάνε μαζί τους κρατημένα από το χέρι και τα μικρά εγγόνια τους να τα μυήσουν και αυτά στην πατροπαράδοτη συνήθεια που οι αρχές της χάνονται στα βάθη της ιστορίας.


Μια άλλη κατηγορία συνεορταστών, όπως παρατήρησα ήταν οι δεκάδες τσιγγάνοι βαλκανικής προέλευσης κυρίως, Βούλγαροι και Ρουμάνοι. Ειδικά οι τελευταίοι που διακρίνονται περισσότερο από τους άλλους από το ντύσιμό τους και την άνεσή τους στην επαιτεία, έχουν πλημμυρίσει τον τελευταίο καιρό την Αθήνα και ανέλαβαν ανεπίσημα την «ανακύκλωση» της πόλης. Χθες πάντως είχαν την τιμητική τους και όχι μόνο χόρτασαν, αλλά και διασκέδασαν και χόρεψαν με την ψυχή τους μαζί με όλους τους άλλους.


Κατά ένα περίεργο τρόπο πάλι ελάχιστοι ήταν οι λαθραίοι Αφρικανοί και Ασιάτες μετανάστες ενώ σε όλο το σύμπλεγμα των λόφων της Ακρόπολης, πλην ενός τμήματος της Διονυσίου Αεροπαγίτου κοντά στο Θησείο δεν ήταν απλωμένα σεντόνια με μαϊμούδες προϊόντα. Αυτό φαίνεται πως οφείλονταν στην ισχυρή παρουσία της ΕΛΑΣ παρά στο ότι μπορεί να άφησαν το χώρο για μια ημέρα να γιορτάσουν οι Αθηναίοι.


Όσοι επιχείρησαν νωρίς – νωρίς να ανεβάσουν χαρταετούς ταλαιπωρήθηκαν πολύ. Ήταν ψυχρός ακόμα ο αέρας και τα κακοφτιαγμένα αυτά παιχνίδια μόλις ανέβαιναν λίγα μέτρα βούταγαν αμέσως στο χώμα. Χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα για να ζεστάνει η μέρα και να αρχίσουν να αναπτύσσονται τα ανοδικά ρεύματα του αέρα και να τους πάρουν ψηλά. Γέμισε τότε ο ουρανός από χαρταετούς κάθε είδους – οι περισσότεροι βέβαια ήταν αγορασμένοι και αυτό φαίνονταν από τις στάμπες των ποδοσφαιρικών ομάδων πάνω τους.


Ελάχιστοι έχουν μείνει που ξέρουν να φτιάχνουν αετούς με καλάμια και χαρτιά όπως παλιά αλλά αρκετοί απ’ αυτούς ήταν εκεί και κοίταζαν με επικριτικό βλέμμα τις αταξίες των ετοιματζίδικων χαρταετών. Υπήρξαν πολλές παραλλαγές έτοιμων χαρταετών κι έτσι ο καταγάλανος ουρανός της Αθήνας γέμισε με την ποικιλία των σχημάτων τους, σπάγκους και ουρές που μπλέκονταν μεταξύ τους και δημιουργούσαν παρεξηγήσεις. Τα έχει η μέρα, αυτά μου είπε ένας παλιός που μπροστά σε αυτή την αταξία προτίμησε να μείνει στην άκρη.


Λίγα κοριτσόπουλα μόνο είδα να προσπαθούν χωρίς αποτέλεσμα όμως και το γεγονός επιβεβαιώνει τον κανόνα πως το πέταγμα του χαρταετού είναι καθαρά ανδρική υπόθεση. Υπόθεση μάλιστα που έδειξαν πως διακρίνονται λίγοι κινέζοι, γιαπωνέζοι, ινδοί και άλλοι από την νότια Ασία που φαίνονταν από το ντύσιμο και τη συμπεριφορά τους πως παρεπιδημούν και εργάζονται στην Αθήνα αλλά δεν έχουν απολύτως καμιά σχέση με τους λαθρομετανάστες.


Στην εξέδρα κάποια στιγμή, η ορχήστρα άρχισε να παίζει με παραδοσιακά νησιώτικα τραγούδια που ερμήνευσε η Κονιτοπούλου και το χορό άνοιξαν διάφορα χορευτικά συγκροτήματα και κατόπιν πήρε θέση ο λαός και το ευχαριστήθηκε. Μέχρι και ο δήμαρχος έσυρε δυο – τρεις στροφές και τον χειροκρότησε όλος ο κόσμος που καταχάρηκε τη χθεσινή ημέρα που χάρισε ο αττικός ουρανός στους Αθηναίους και στους φίλους της Αθήνας.


Δεν μπορούσα λόγω κούρασης να κάτσω περισσότερο και πήρα ράχη – ράχη από την Πνύκα το μονοπάτι προς την Ακρόπολη με μια απορία: γιατί λιγόστεψαν τόσο πολύ οι παρουσίες των παιδιών ντυμένα αποκριάτικα. Όντως ελάχιστα ήταν τα παιδιά χθες στου Φιλοππάπου που ήταν ντυμένα μασκαράδες και τα περισσότερα ήταν τσιγγανόπουλα. Από τα άλλα, ελάχιστα που δεν μπορούν ούτε σαν δείγμα να αναφερθούν. Τα πράγματα όμως κατάλαβα κατηφορίζοντας προς τη Διονυσίου Αεροπαγίτου άλλαζαν καθώς άρχισε να καταφθάνει η νεώτερη γενιά των Αθηναίων και τα παιδιά τους, με σπορ ντύσιμο βέβαια και άλλο ύφος – αυτό που φοριέται τα Σαββατοκύριακα το Μοναστηράκι και στου Ψυρρή.


Είχε περάσει το μεσημέρι και ένας από τους ομορφότερους περιπάτους στον κόσμο, η Διονυσίου Αεροπαγίτου άρχισε να πλημμυρίζει κόσμο αλλά και πάγκους -αν είναι δυνατόν- που έψηναν μέσα σε ένα αφόρητα βρώμικο καπνό λουκάνικα, σουβλάκια και άλλα που πούλαγαν ακόμα και κάλτσες. Τη διασκέδαση εκεί είχε αναλάβει η γνωστή ορχήστρα των τσιγγάνων από τη Ρουμανία που όταν τους βλέπω μου έρχεται πάντα στο μυαλό η σκηνή με την ορχήστρα του «Τιτανικού» την ώρα που βούλιαζε. Κοίταξα να δω και τους γνωστούς «Ινδιάνους» της Ερμού, αλλά φαίνεται δεν τους έπαιρνε να πάνε εκεί σήμερα.


Πέρασα κατόπιν από τον Άρειο Πάγο, όπου ήταν κατακλυσμένος από άνετους ασιάτες που παρουσίαζαν εξαιρετικές ικανότητες στο πέταγμα του αετού και μου άρεσε πολύ σαν αγνάντεψα προς τα Προπύλαια που ήταν γεμάτα κόσμο όπως και η αρχαία Αγορά εξάλλου. Περπάτησα ανάμεσα μέσα από την αγορά ως την Πανδρόσου που είχε αραιό κόσμο αλλά πολλά σεντόνια με μαϊμούδες όπως έχει επικρατήσει πλέον σε αυτό το δρόμο και έκλεισα τη μέρα ανηφορίζοντας την άδεια σχεδόν από αυτοκίνητα και πεζούς οδό Ιπποκράτους.