Τη στιγμή
που ξέσπασε η φωτιά στο Crans Montana, δεν επικράτησε πανικός και προσπάθεια
διαφυγής. Επικράτησε συνέχεια παραμονής στον φλεγόμενο χώρο.
Οι εικόνες
δείχνουν ανθρώπους να σηκώνουν κινητά, να γελούν, να κρατούν μπουκάλια σαμπάνιας
με αναμμένα πυροτεχνήματα. Ο καπνός έχει ήδη κατέβει, το ταβάνι καίγεται, η
έξοδος είναι κοντά. Κι όμως, κάποιοι σταματούν. Όχι για να βοηθήσουν. Όχι για
να φύγουν. Αλλά για να τραβήξουν μια φωτογραφία.
Δεν είναι
άγνοια κινδύνου. Είναι μια παύση ανάμεσα στο «συμβαίνει» και στο «φεύγουμε».
Ένα δευτερόλεπτο όπου η ζωή μπαίνει σε αναμονή, μέχρι να δημιουργηθεί η εικόνα.
Για ποιον τραβιέται αυτή η φωτογραφία;
Ποιος πρέπει να τη δει; Κανένας δεν ξέρει, ούτε αυτός που την τραβάει. Η ανάγκη
να αποδείξει κάποιος – κάποια ότι ήταν εκεί μοιάζει ισχυρότερη από την ανάγκη
να σωθούν. Σαν να μην αρκεί να ζήσουν — πρέπει να φανούν. Σαν να μην υπάρχει
γεγονός αν δεν καταγραφεί.
Γι’ αυτό η
σκηνή θυμίζει τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Όχι ως τιμωρία, αλλά ως αποκάλυψη. Το
γλέντι δεν διακόπτεται. Η φωτιά δεν λειτουργεί ως όριο και δεν δίνει σήμα
κινδύνου. Γίνεται φόντο. Σκηνικό που πρέπει να καταγραφεί .
Το έχουμε
δει κι αλλού. Σε φωτιές, σε τροχαία, σε καβγάδες, σε ανθρώπους που καταρρέουν
στον δρόμο. Το πρώτο χέρι που σηκώνεται δεν είναι για βοήθεια. Είναι για την
κάμερα. Δεν είναι πάντα κακία. Είναι συνήθεια. Η αίσθηση ότι αν δεν
καταγράψεις, χάνεται κάτι. Ότι αν δεν φανεί, δεν έχει συμβεί.
Έτσι, ακόμη
και μπροστά στον κίνδυνο, το κινητό προηγείται. Η εικόνα έρχεται πριν από την
πράξη. Η μαρτυρία πριν από την ευθύνη. Η τραγωδία στο Crans Montana δεν είναι
μόνο η φωτιά. Είναι ότι, ενώ καιγόταν ο χώρος, τίποτα δεν σταμάτησε το θέαμα.
Η γυναίκα
του Λωτ κοίταξε πίσω και χάθηκε. Εμείς κοιτάμε μπροστά — στην οθόνη. Μέχρι να
έρθει η φωτιά και μας λαμπαδιάσει μαζί με το κινητό στα χέρια…
ΑΘΗΝΑ, 03012026

