Μια και χθες ανοίξαμε την
εβδομάδα με κάποια υπέροχα γαλάζια παράθυρα από ένα σπίτι στην Κάσο, θα
μείνουμε και σήμερα εκεί καμαρώνοντας ένα σύνολο από άλλα χρώματα, εκείνα που
παίρνει το νερό της θάλασσας σαν ο βυθός είναι άσπρος και ο τόνος τους αλλάζει
ανάλογα με το φως της ημέρα ή τη σκιάπου ρίχνουν τα σύννεφα. Στην περίπτωση
όμως, με αυτό το χρώμα περίσσεψε από το βάψιμο της πόρτας και του παραθύρου με
τη σιδερένια σχάρα και έφτασε και για το σωλήνα του νεροχύτη κι έτσι προέκυψε
ένα ωραίο σύνολο που χαρακτηρίζει και ισορροπεί την πρόσοψη του σπιτιού.
Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013
ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΛΥΒΙ ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ
Στη δυτική είσοδο της Μεγάλης Κάψης, ένα ωραίο χωριό στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού και λίγο κάτω από την ελατοσκεπή κορυφή του Αγίου Παντελεήμονα, όπου εξαιτίας κάποιων αχρονολόγητων ερειπίων που μόλις διακρίνονται κάτω από τις ρίζες του δάσους θρυλείται ότι κάποτε ήταν μεγάλο κάστρο και μοναστήρι τρανό, είναι μια σειρά από ελαφρώς επικλινή χωράφια, ορισμένα από τα οποία είναι μάλιστα και ποτιστικά από το αυλάκι που έρχεται από το ρέμα Χαρώνη και όλη περιοχή καλείται Λιβάδια.
Εκεί παλαιότερα οι Μεγαλοκαψιώτες καλλιεργούσαν στα μεν ξηρικά χωράφια σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, φακές και ρεβίθια ενώ στα ποτιστικά έφτιαχναν κήπια με λογής κηπευτικά, κυρίως δε φασόλια που ήταν πάντα και το βασικό πιάτο στη λιτό τραπέζι τους. Στα ίδια κήπια φύτευαν επίσης ντομάτες,άλλα κηπευτικά, κολοκύθια ενώ στις άκρες τους είχαν και αρκετά καρποφόρα δέντρα, κερασιές κυρίως, βυσσινιές, κάποιες αχλαδιές και βεβαίως πολλές καρυδιές που τις σήκωνε πολύ ο τόπος και απέδιδαν πάντα αρκετό καρπό.
Έτσι πρόλαβα να γνωρίσω πριν από κάποιες δεκαετίες αυτό το κομμάτι της γης του χωριού μου αλλά με τα χρόνια, λόγω της εγκατάλειψής του από τους ανθρώπους του που αναζήτησαν αλλού καλύτερη τύχη, τα περισσότερα χωράφια εκεί ερημώθηκαν και το τελευταίο που απέμεινε να καλλιεργείται μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν αυτό της οικογένειας Γουλοδήμου, μιας προκομμένης αγροτοκτηνοτροφικής οικογένειας του χωριού. Ο Κώστας Γουλοδήμος μάλιστα, εκτός του ότι ήταν και ένας καλός παραδοσιακός κτηνοτρόφος ήταν και από τους ανθρώπους που ήξεραν πάρα πολλά πράγματα για την ιστορία του χωριού και τους ανθρώπους του έφυγε πριν από 20 τόσα χρόνια από τη ζωή και το κοπάδι, μειωμένο κάπως καθώς και τα χωράφια ανέλαβε η γυναίκα του Μαρίκα μέχρι πρόπερσι που λόγω γήρατος τα εγκατέλειψε όλα.
Από το θάνατο του Κώστα Γουλοδήμου και μετά, ότι απόμεινε από μεγάλο κοπάδι μεταφέρθηκε από τη Μαρίκα και τα παιδιά τους στο στάβλο δίπλα στο σπίτι στο χωριό και έτσι εγκαταλείφθηκε το μεγάλο καλύβι που είχε φτιάξει με υλικά από τον ίδιο τον τόπο, κάτω από τον μεγάλο έλατο και λίγο πιο πάνω τη χωματένια γούρνα που πότιζαν τα κήπια τους και τα ζωντανά τους. Αυτό το«καλύβι», όπως το λέμε στο χωριό από τη στιγμή που έφυγε το αφεντικό, δεν το πρόσεξε κανένας και στις μέρες μας είναι έτοιμο να πέσει γιατί το υλικά που το κατασκεύασε δεν αντέχουν πλέον στο χρόνο και η βροχή, ανίκητη δύναμη σε τέτοιες περιπτώσεις το έλιωσε.
Και το έλιωσε γιατί ο Κώστας, ο τελευταίος μιας γενιάς συγχωριανών που μπορούσαν να φτιάξουν ένα τέτοιο καλύβι, το έφτιαξε σαν να ήταν διαρκώς δίπλα του και να προλάβαινε κάθε τι που θα το υπονόμευε. Φυσικά και θα μπορούσε όταν το έφτιαχνε να χρησιμοποιήσει νέα υλικά, όπως τσιμέντο,τσιμεντόλιθα, σίδερα, τσίγκους αλλά δεν το έκανε. Ο λόγος, σίγουρα το κόστος αυτών των υλικών αλλά πιστεύω και γιατί ήθελε να το φτιάξει τους τοίχους με υλικά που έβγαλε από το κοντινό δάσος όπως οι πρόγονοί του και να χρησιμοποιήσει επίσης αντί για τσίγκια, λαμαρίνες που έβγαλε από παλιά και τρύπια βαρέλια. Αυτός ο τρόπος της χρησιμοποίησης των λαμαρίνων από τα παλιά σιδερένια βαρέλια σε τοίχους, φράχτες ακόμη και στέγες ήταν πολύ συνηθισμένος τότε στα χωριά από τους ανθρώπους που δεν είχαν την άνεση να αγοράσουν καινούργια.
Εν ολίγοις, το καλύβι του Κώστα Γουλοδήμου ήταν μια κατασκευή που δεν κόστισε σχεδόν τίποτα στο δημιουργό του, ούτε και οι πρόκες γιατί ήταν όλες ισιωμένες από αυτές που εύρισκε στις οικοδομές και στα δημόσια οδικά έργα της περιοχής. Όλη δε η κατασκευή στηρίχθηκε σε μεγάλους στύλους (φούρκες)που προμηθεύτηκε από το κοντινό καστανόδασος καθώς από το ίδιο ξύλο ήταν και τα δοκάρια που στήριξαν τη στέγη. Οι τοίχοι του καλυβιού άλλοι ήταν με πέλες,μικρά δηλαδή σανίδια από ξύλο ελάτου που δεν είχε ρόζους και τα οποία έβγαιναν με ένα χτύπημα με το τσεκούρι και άλλοι από μικρά πηχάκια, καρφωμένα πυκνά και στις δυο πλευρές του τοίχου και ανάμεσά τους είχε βάλει λάσπη ανακατωμένη με κοπριά και άχυρα, ένα μείγμα που στον κάμπο το χρησιμοποιούν στην κατασκευή των πλινθιών για τα σπίτια. Στην περίπτωση, πέλες είχε βάλει στη νότια πλευρά που επηρεάζεται περισσότερο από τους ύπουλους για κάθε κατασκευή από χώμα νοτιάδες και μπαγλατή, όπως λένε τη μέθοδο με τα πηχάκια και τη λάσπη ανάμεσά τους, στα βορινά. Σε κάποια δε σημεία, για περισσότερη ασφάλεια του τοίχου, είχε καρφώσει λαμαρίνες από βαρέλια και κομμάτια από παλιά τσίγκια.
Τα χωρίσματα στο εσωτερικό καθώς και τα παχνιά τα έφτιαξε με λεπτά κλαριά από καστανιά και μέλεγο που κι αυτός αφθονεί στην περιοχή ενώ οι πόρτες ήταν άλλες από πέλες και άλλες από κομμάτια παλιών σανιδιών. Παράθυρα εννοείται πως το καλύβι δεν είχε και μόνο στις περιπτώσεις που έπεφτε πολύ παγωνιά έβαζε ένα κομμάτι από παλιά λινάτσα να κόβει κάπως το κρύο. Στη σκεπή τέλος, έβαλε κάποια καινούργια τσίγκια καθώς και σε κάποια σημεία λαμαρίνες από παλιά βαρέλια, τις τρύπες των οποίων βούλωσε με πίσσα για να μην πέφτει νερό στο εσωτερικό του «καλυβιού». Την πόρτα, ασφαλώς και την έφτιαξε με ιδιαίτερη προσοχή, καρφώνοντας μεγάλα σανίδια σε ένα πλαίσιο που στηρίζονταν σε παλιακούς σιδερένιους μεντεσέδες φτιαγμένους στο γύφτο.
Έτσι έφτιαχναν τα «καλύβια» για τα ζωντανά στα χωράφια παλιότερα οι χωριανοί μου, με τα ίδια υλικά που χρησιμοποίησε ο Κώστας Γουλοδήμος και το καινούργιο στην περίπτωση ήταν τα τσίγκια και οι λαμαρίνες.Στη θέση αυτών των υλικών παλαιότερα έβαζαν πέλες ή σάλωμα, χόρτο δηλαδή που έβγαζαν μετά το θερισμό από το κριθάρι και κυρίως από τη σίκαλη. Ένα ανάλογο καλύβι είχε φτιάξει και ο Σπύρος Πιτσοθανάσης (Καραϊνοσπύρος), μια εμβληματική φυσιογνωμία της παράδοσης του τόπου κοντά στην παλιακά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, στο βουνό Χοντρογιάννη αλλά αυτή έλιωσε πριν από πολλά χρόνια και ούτε καν φαίνεται που ήταν. Μόλις έφυγε ο Καραϊνοσπύρος, την κατάπιαν τα βάτα και τα αγριόδεντρα. Ακόμη και τα τσίγκια που ήταν φτηνά, σκούριασαν και έλιωσαν.
Σημασία έχει και γι’ αυτό τούτη η μικρή αναφορά, είναι πως αυτοί οι άνθρωποι, ήταν οι τελευταίοι μιας εποχής που οι ανάγκες τους για στέγαση, τόσο των κοπαδιών όσων και των ίδιων ικανοποιούνταν με ότι πρόσφερε η φύση δίπλα τους. Στην περίπτωση, το δάσος και η το έδαφος. Τα υλικά, ξύλα,πέτρες, χώμα, χόρτα μόλις τέλειωνε η χρήση της κατασκευής, έμειναν στον τόπο και χωνεύονταν από τα στοιχεία της φύσης ενώ στην περίπτωση μιας καταστροφής,πυρκαγιά για παράδειγμα που ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, την επομένη ημέρα ο κτηνοτρόφος ή ξωμάχος αγρότης ξεκινούσε με το τσεκούρι του για το δάσος και ανάλογα με τις απαιτήσεις του, σε λίγες μέρες ήταν έτοιμος να ξαναφτιάξει καλύβι.
Το καλύβι του Γουλοδήμου όμως έμεινε ορφανό και από νοικοκύρη και από κοπάδι κι έτσι χωρίς κανένας πια να του δίνει σημασία άρχισε να καταρρέει καθώς τα νερά από τη στέγη, μη έχοντας αλλού διέξοδο γιατί βούλωσε από τα χόρτα και τα φύλλα το αυλάκι που τα ε΄διωχνε μακριά από τους τοίχους,υπονόμευσαν σιγά – σιγά τα θεμέλια και τα ξεσάρισαν. Έτσι έφυγε μια πέτρα,ακολούθησε μια άλλη και όλες μαζί μια μέρα, έλυσαν την τοιχοποιία και οι τοίχοι του καλυβιού βρέθηκαν στο κενό. Είναι ζήτημα χρόνου πλέον να πέσουν και τούτο σίγουρα θα γίνει με το πρώτο βαρύ χιόνι που θα πέσει στην περιοχή.
Ο λόγος αυτός της καταστροφής αυτών των καλυβιών εντέλει είναι και η αιτία να μην βρίσκουμε σήμερα στα περισσότερα σημεία της ορεινής Ελλάδας, τέτοιου είδους κατασκευές και άλλες αγροτοποιμενικές εγκαταστάσεις ενώ στα νησιά όπου πρώτη ύλη ήταν η πέτρα και μόνο η πέτρα, σώζονται δεκάδες τέτοιες κατασκευές και μαρτυρούν μια εποχή κατά την οποία ανθούσε μια άλλη κοινωνία που την χαρακτήριζε με η φτώχεια αλλά η εφευρετικότητα των ανθρώπων μπορούσε να δώσει λύσεις που δεν είχαν κανένα κόστος και συνέπειες για το περιβάλλον γύρω τους.
ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ, 23072013
Ετικέτες
ΓΟΥΛΟΔΗΜΟΣ,
ΚΑΛΥΒΙ,
ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ
Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013
ΕΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΥΔΑ

Τα σωθικά των βουνών που κλείνουν σαν τανάλια τα απόμακρα Άνω Σοχώρια του Προυσού, άδειαζαν πλήθος νερών το χειμώνα και τροφοδοτούσαν τον ήμερο Σοχωρίτη ποταμό που καταλήγει στον Τρικεριώτη, κρατούσαν όμως αρκετές ποσότητες για το καλοκαίρι. Έτσι, χάρη στο Φονιά –το μεγάλο κεφαλόβρυσο που ξεπηδάει λευκό και θορυβώδες στην κορυφή του σιωπηλού χωριού- αλλά και σε πολλές μικρότερες πηγές, αυτός ο κρυφός κόσμος της Ευρυτανίας δεν δίψασε ποτέ και οι κόποι των ανθρώπων στα χωράφια δεν πήγαιναν χαμένοι.
Απ’ όλα τα νερά όμως, κανένα δεν ήταν πιο σπουδαίο και δυνατό, όσο της Σούδα που ξεπηδούν από τη δυτική πλαγιά της κορυφής Αραποκέφαλα και κρέμονται σε ύψος τουλάχιστον 100 μέτρων πριν πέσουν στην κοίτη του ποταμού γεμίζοντας τον αέρα και τα κλαριά των δέντρων με λαμπερή δροσιά και αστραφτερές σταγόνες.
Παλαιότερα, όταν στα Άνω Σοχώρια ζούσαν καμιά εκατοστή άνθρωποι η Σούδα και η ομορφιά της δεν χωρούσε στον αγώνα της επιβίωσης. Τώρα όμως που η νοσταλγία ωθεί πολλούς Σοχωρίτες στην επισκευή των πατρικών τους σπιτιών, η Σούδα αρχίζει να αποκτά εμβληματική έννοια για το χωριό και σιγά – σιγά πολλοί επιθυμούν να την επισκεφτούν. Από τη στιγμή όμως που ο τελευταίος άνθρωπος που βάδισε στο μονοπάτι της έχουν περάσει 40 σχεδόν χρόνια, αυτό κυριολεκτικά έχει σβήσει και η ανακάλυψή του, απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια. Γι’ αυτό ο Μάκης Ραυτογιάννης (φωτογραφία) πρόεδρος του Συλλόγου του χωριού, έχει κηρύξει εκστρατεία και περιμένει πως και πως τους παραθεριστές να φτάσουν στο χωριό και να πιάσουν αξίνες και τσεκούρια να παραμερίσουν το δάσος και να ξαναφτιάξουν το μονοπάτι που θα οδηγεί σε ένα σπουδαίο μνημείο της ευρυτανικής φύσης
Απ’ όλα τα νερά όμως, κανένα δεν ήταν πιο σπουδαίο και δυνατό, όσο της Σούδα που ξεπηδούν από τη δυτική πλαγιά της κορυφής Αραποκέφαλα και κρέμονται σε ύψος τουλάχιστον 100 μέτρων πριν πέσουν στην κοίτη του ποταμού γεμίζοντας τον αέρα και τα κλαριά των δέντρων με λαμπερή δροσιά και αστραφτερές σταγόνες.
Παλαιότερα, όταν στα Άνω Σοχώρια ζούσαν καμιά εκατοστή άνθρωποι η Σούδα και η ομορφιά της δεν χωρούσε στον αγώνα της επιβίωσης. Τώρα όμως που η νοσταλγία ωθεί πολλούς Σοχωρίτες στην επισκευή των πατρικών τους σπιτιών, η Σούδα αρχίζει να αποκτά εμβληματική έννοια για το χωριό και σιγά – σιγά πολλοί επιθυμούν να την επισκεφτούν. Από τη στιγμή όμως που ο τελευταίος άνθρωπος που βάδισε στο μονοπάτι της έχουν περάσει 40 σχεδόν χρόνια, αυτό κυριολεκτικά έχει σβήσει και η ανακάλυψή του, απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια. Γι’ αυτό ο Μάκης Ραυτογιάννης (φωτογραφία) πρόεδρος του Συλλόγου του χωριού, έχει κηρύξει εκστρατεία και περιμένει πως και πως τους παραθεριστές να φτάσουν στο χωριό και να πιάσουν αξίνες και τσεκούρια να παραμερίσουν το δάσος και να ξαναφτιάξουν το μονοπάτι που θα οδηγεί σε ένα σπουδαίο μνημείο της ευρυτανικής φύσης
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26092008
Ετικέτες
ΕΥΡΥΤΤΑΝΙΑ,
ΣΟΥΔΑ,
ΣΟΧΩΡΙΑ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
Μπορεί να χάθηκαν τα περισσότερα φιλμ, η μηχανή του Νίκου που «πάγωσε» ιστορικές στιγμές των έργων ζει ακόμα και τον εμπνέει
Ο Νίκος Βλάχος (1928) από τον Ψηλόβραχο του ιστορικού δήμου Παρακαμπυλίων της Αιτωλακαρνανίας, σε όλη του τη ζωή πορεύτηκε με οδηγό την τέχνη που αυθόρμητα πήγαζε από τον τόπο του και τις παραδόσεις του. Αυτοδίδακτος μουσικός, όπως εξάλλου και τα τέσσερα αδέρφια του, δημιούργησαν το περίφημο παραδοσιακό συγκρότημα «οι Βλαχαίοι» και μέχρι τη δεκαετία του ’70, πριν τους σηκώσουν όλους οι άνεμοι της ξενιτιάς, απογείωναν τη χαρά των συντοπιτών με τα όργανά τους. Περίεργος και πρωτοπόρος πάντα ο Νίκος, άρχισε όταν ξεκίνησαν περί το 1960, τα έργα της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών, με μια απλή φωτογραφική μηχανή να βγάζει εισόδημα από τις φωτογραφίες που τραβούσε στα εργοτάξια και τις κατασκευές και τις πουλούσε. Έτσι, γνώρισε όλους τους εργαζόμενους και καθώς έβλεπε την πρόοδο των έργων με ένα άλλο μάτι, κατέγραψε και τις κύριες φάσεις τους καθώς και με πολλή πίκρα, την κατάκλιση της κοιλάδας από τα νερά τον Αύγουστο του 1965. Τα έργα όμως δεν έφεραν την ευτυχία που προπαγάνδιζαν οι εμπνευστές τους, και το 1972, ο Νίκος με τη γυναίκα του Λάμπρω και τα τρία παιδιά τους αναγκάστηκαν να αναζήτησαν καλύτερη τύχη στην Αμερική. Φεύγοντας άφησε το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου του σε μια αποθήκη, την οποία όταν γύρισε δεν βρήκε στη θέση της και από τον ανεκτίμητο θησαυρό του, εντόπισε μόνο μερικές εκατοντάδες αρνητικά σε κάποιο συρτάρι του πατρικού. Αυτά τα ελάχιστα, αλλά ουσιαστικά ντοκουμέντα της μικρής του πατρίδας, ο Νίκος Βλάχος αποφάσισε να τα αναπαράγει και να παραδώσει τις φωτογραφίες στους συντοπίτες του, πριν η λήθη όπως η λάσπη σβήσουν για πάντα από τη μνήμη τους, τη μικρή πατρίδα τους.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 12092008
Ετικέτες
ΒΛΑΧΟΣ,
ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ,
ΚΡΕΜΑΣΤΑ,
ΨΗΛΟΒΡΑΧΟΣ
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013
ΣΤΑ ΜΑΝΤΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ
ΚΑΜΑΚΑΡΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ
Ολόκληρη η ημέρα του Στέλιου μοιράζεται ανάμεσα στο σύρμα και το καίκι του
Από τα Μαντράκια ξεκίνησε ο Στέλιος και στο σύρμα των Μπίζηδων επέστρεψε..
Γέννημα – θρέμμα της θάλασσας ήταν η γενιά των Καμακάρηδων ή Μπίζηδων, όπως τους ξέρουν όλοι στη Μήλο, με σπίτια για τις φαμελιές στον Τριοβάσαλο και σύρματα για τα πλεούμενα και τα σύνεργα της ψαρικής στα Μαντράκια που σιγά – σιγά άδειασαν από βάρκες, εξελίχθηκαν σε καταλύματα διακοπών και η αξία τους απογειώθηκε, γεγονός που βάζει σε μαύρες σκέψεις και μπελάδες τον 70χρονο Στέλιο, ο οποίος είναι ο τελευταίος επαγγελματίας ψαράς σ’ αυτό το μέρος.
Τα Μαντράκια είναι ένα ξεχωριστό ψαροχώρι της Μήλου και όπως συνηθίζουν και σε άλλα μέρη του νησιού, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι τα σύρματα ή αλλιώς, σπίτια της βάρκας τα οποία χρησίμευαν κυρίως για την προστασία των σκαφών και λιγότερο για τη διαμονή των ψαράδων. Σε αυτά τα σύρματα, τα οποία αποτελούν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην μεγάλη ιστορία του Αρχιπελάγους, έζησαν, δούλεψαν, πόνεσαν και χάρηκαν, όλοι οι ψαράδες κυρίως από τον Τριοβάσαλο.
Το πρόσωπο για το οποίο μιλούσαν όλοι κάποτε στα Μαντράκια ήταν ο παππούς του Στέλιου, Στέλιος κι αυτός η «καπετανάρα» που ήταν σπουδαίος ψαράς και οργανοπαίχτης – έπαιζε κλαρίνο. Αυτόν τον άνθρωπο που δεν έλειπε από κανένα πανηγύρι και κανένα γλέντι στη Μήλο, τον άρπαξε η θάλασσα ανήμερα του Αγίου Στυλιανού μαζί με δυο γιους του σαν γύριζαν από ένα γλέντι στα Πολλώνια. Ήταν χιονιάς με φουρτούνα και όλοι του έλεγαν να μη φύγει γιατί θα κινδυνέψει, αλλά που αυτός να τους ακούσει. Ήταν τρελλάρας και ξεκίνησε με κουπιά και πανιά να βγει στα Μαντράκια. Μαζί τους εκείνη την ημέρα ήταν και ένας άλλος γιος του, ο Βασίλης ο οποίος ζει σήμερα στον Καναδά. Σε αυτόν ο καπετάν Στέλιος, αφού πρώτα του έδωσε ένα χέρι ξύλο γιατί φοβόταν να μπει στη βάρκα, σαν να είχε προβλέψει το κακό, του έδωσε και το χρυσό του ρολόι και το κρατάει μέχρι σήμερα!
Κατόπιν ο πατέρας με τους άλλους τρεις γιους του, τον Σταύρο, τον Ανδρέα και το Γιάννη μπήκαν στη βάρκα και ανοίχτηκαν στη θάλασσα είχε κοπάσει λίγο και το ταξίδι τους δεν είχε δυσκολίες, όταν όμως έφτασαν στη μπούκα του μικρού λιμανιού τους, ένα απότομο μπουγάζι που βγήκε πολύ δυνατό από ένα δίαυλο, χωρίς να προλάβουν να αντιδράσουν, μπατάρισε τη βάρκα και τα δίχτυα της τράτας τράβηξαν αμέσως στο βυθό τον καπετάνιο και το ένα παιδί, τον Ανδρέα. Τα άλλα δυο παιδιά βγήκαν στη στεριά, ο Γιάννης κόλλησε σε ένα βράχο και φώναζε. Πήγε ο Σταύρος να τον σώσει αλλά τον άρπαξαν τα κύματα. Η τραγωδία αυτή που ξεκλήρισε τους Μπίζηδες έγινε μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί από το νησί, το χειμώνα του 1945.
Την ιστορία αυτή διηγείται συχνά ο Στέλιος για να περιγράψει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εκείνο τον καιρό οι ψαράδες στα Μαντράκια αφενός και αφετέρου, να τονίσει την οικογενειακή παράδοση των Μπίζηδων και τη θυσία τους στη θάλασσα.
Παιδάκι ο Στέλιος, ο οποίος τον περισσότερο καιρό ζει στα Μαντράκια, ένα ωραίο σπίτι πάνω στα βράχια και αντίκρυ στο πέλαγος που είναι χτισμένο στο σημείο που ο παππούς του είχε το ψαροκάλυβο των Μπίζηδων, θυμάται καλά τον παππού μαζί με όλα τα παιδιά του να παλεύουν τα σκληρά χρόνια της Κατοχής να ζήσουν από τη θάλασσα, κάτω πάντα από το άγρυπνο μάτι των Γερμανών. Οι κατακτητές τους είχαν επιτάξει, τους έδιναν δυναμίτες και ψάρευαν για λογαριασμό τους. Έρχονταν ένας Γερμανός θυμάται, που τον έλεγαν Κατάλα, κάθε πρωί στο σπίτι με μια χύτρα γεμάτη φαγητό το οποίο μοιράζονταν το πλήρωμα και αφού έτρωγαν, έμπαιναν όλοι μαζί στη βάρκα και πήγαιναν για ψάρεμα. Από τη ψαριά το μεγαλύτερο μέρος το έπαιρνε ο Γερμανός ο οποίος δεν μιλούσε ελληνικά και η συνεννόηση γινόταν με νοήματα μεταξύ τους και από λίγα ψάρια έπαιρναν όσοι ήταν στη βάρκα για τη φαμελιά τους. Οι Γερμανοί έφυγαν αλλά την ευκολία να ψαρεύουν με δυναμίτες και εκρηκτικά, οι ψαράδες την υιοθέτησαν και δεν είναι δα και πολλά τα χρόνια που σταμάτησαν! Γεμάτη νάρκες η θάλασσα και βλήματα η στεριά, ήταν μια πρόκληση την οποία όμως αρκετοί πλήρωσαν με αναπηρίες και τη ζωή τους ακόμα. Κάποιος Κώστας Τσιρώνης μάλιστα σκοτώθηκε μέσα στο λιμάνι του Αδάμαντα καθώς άνοιγε μια νάρκη ενώ μόλις πριν από καμιά 20αριά χρόνια, ένας άλλος άνθρωπος από τον Προβατά έχασε κι αυτός τη ζωή του από ένα βλήμα. Αυτό που έχει σημασία με τα εκρηκτικά, λέει ο Στέλιος, είναι όλοι όσοι έπαθαν ζημιά από τα παρατημένα πυρομαχικά ήταν όλοι στεριανοί και ο λόγος ήταν ότι πουλούσαν την εκρηκτική ύλη στα νταμάρια. Εκείνα τα χρόνια πάντως ακόμα και τα μπακάλικα πουλούσαν με τη ζυγαριά δυναμίτες. Άλλοι έπαιρναν σαρδέλες κι εγώ δυναμίτη, λέει ο Στέλιος που δεν κρύβει πως από τα χέρια του πέρασαν όχι και λίγα μασούρια δυναμίτη. Έτσι είχαν τα πράγμ
ατα τότε…
Τα σύρματα που γέμισαν κρεβάτια!Τα σύρματα προέκυψαν από την ανάγκη προστασίας των καϊκιών το χειμώνα. Τότε δεν υπήρχαν λιμάνια και οι ψαράδες ήταν υποχρεωμένοι μόλις γύριζαν από το ψάρεμα να τα τραβήξουν έξω στη στεριά γιατί κινδύνευαν, μόλις χάλαγε ο καιρός, να τα χάσουν. Στο Αδάμαντα και σε μέρη που ήταν αμμουδιές, τα πράγματα ήταν κάπως εύκολα αλλά στα Μαντράκια και στο Κλήμα που ήταν όλο βράχια, τι να έκαναν; Έτσι λοιπόν άρχισαν να σκάβουν μεγάλες τρύπες στα μαλακά βράχια κι εκεί μέσα έκλειναν τα σκάφη. Έβαζαν μια πόρτα και να μην την ανοίγει το κύμα, τη στέριωναν από πίσω με μεγάλα ξύλα κι εκεί μέσα περνούσαν τις κακοκαιρίες τα πλεούμενα. Εκείνα τα χρόνια, λέει ο Στέλιος ήταν ανάγκη και για να φτιάξει κάποιος σύρμα, αν και απαγορεύονταν, κανένας δεν εμπόδιζε τον ψαρά γιατί από τη βάρκα του κρέμονταν η ζωή της οικογένειάς του. Τώρα, συνεχίζει, βλέπουμε ορισμένους να φτιάχνουν σύρματα όχι να βάλουν βάρκα μέσα, αλλά να κάνουν εξοχικό και αντί για σκάφη μέσα βλέπεις κρεβάτια, καμπινέδες και κουζίνες. Επειδή μάλιστα έγιναν της μόδας τα σύρματα, ακούγεται πως μερικοί ζητάνε μέχρι και 150.000 ευρώ να πουλήσουν μια σπηλιά. Κανονικά απαγορεύεται κάτι τέτοιο, αλλά οι αρμόδιες αρχές βλέπουν τα πωλητήρια και κάνουν τα στραβά μάτια και σφυρίζουν αδιάφορα.
Ο Στέλιος Καμακάρης είναι ο τελευταίος επαγγελματίας ψαράς στα Μανδράκια και το ενδιαφέρον του είναι να κρατηθούν τα σύρματα όπως τα βρήκαν από τους παλιούς και να μην αλλάξουν χρήση γιατί, όπως λέει αποτελεί ασέβεια στη θάλασσα και στην ιστορία των ψαράδων της Μήλου. Σε ένα κόσμο όμως που τα πάντα μετριούνται με το κέρδος, ποιος θα ασχοληθεί τώρα με τα ταπεινά σύρματα, τη στιγμή μάλιστα που χωρίς κάποιος να έχει επενδύσει ποτέ ούτε ένα κατοστάρικο, αφού τα βρήκε έτοιμα από τους προγόνους του, μπορεί πολύ εύκολα να τα οικονομήσει με την πώλησή τους σε κάποιον που θέλει να έχει το εξοχικό του μέσα στα κύματα της Μήλου;
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας "Έθνος" "Ψάρεμα - Φουσκωτό" στις 26/09/2008
Από τα Μαντράκια ξεκίνησε ο Στέλιος και στο σύρμα των Μπίζηδων επέστρεψε..
Γέννημα – θρέμμα της θάλασσας ήταν η γενιά των Καμακάρηδων ή Μπίζηδων, όπως τους ξέρουν όλοι στη Μήλο, με σπίτια για τις φαμελιές στον Τριοβάσαλο και σύρματα για τα πλεούμενα και τα σύνεργα της ψαρικής στα Μαντράκια που σιγά – σιγά άδειασαν από βάρκες, εξελίχθηκαν σε καταλύματα διακοπών και η αξία τους απογειώθηκε, γεγονός που βάζει σε μαύρες σκέψεις και μπελάδες τον 70χρονο Στέλιο, ο οποίος είναι ο τελευταίος επαγγελματίας ψαράς σ’ αυτό το μέρος.Τα Μαντράκια είναι ένα ξεχωριστό ψαροχώρι της Μήλου και όπως συνηθίζουν και σε άλλα μέρη του νησιού, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι τα σύρματα ή αλλιώς, σπίτια της βάρκας τα οποία χρησίμευαν κυρίως για την προστασία των σκαφών και λιγότερο για τη διαμονή των ψαράδων. Σε αυτά τα σύρματα, τα οποία αποτελούν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην μεγάλη ιστορία του Αρχιπελάγους, έζησαν, δούλεψαν, πόνεσαν και χάρηκαν, όλοι οι ψαράδες κυρίως από τον Τριοβάσαλο.
Το πρόσωπο για το οποίο μιλούσαν όλοι κάποτε στα Μαντράκια ήταν ο παππούς του Στέλιου, Στέλιος κι αυτός η «καπετανάρα» που ήταν σπουδαίος ψαράς και οργανοπαίχτης – έπαιζε κλαρίνο. Αυτόν τον άνθρωπο που δεν έλειπε από κανένα πανηγύρι και κανένα γλέντι στη Μήλο, τον άρπαξε η θάλασσα ανήμερα του Αγίου Στυλιανού μαζί με δυο γιους του σαν γύριζαν από ένα γλέντι στα Πολλώνια. Ήταν χιονιάς με φουρτούνα και όλοι του έλεγαν να μη φύγει γιατί θα κινδυνέψει, αλλά που αυτός να τους ακούσει. Ήταν τρελλάρας και ξεκίνησε με κουπιά και πανιά να βγει στα Μαντράκια. Μαζί τους εκείνη την ημέρα ήταν και ένας άλλος γιος του, ο Βασίλης ο οποίος ζει σήμερα στον Καναδά. Σε αυτόν ο καπετάν Στέλιος, αφού πρώτα του έδωσε ένα χέρι ξύλο γιατί φοβόταν να μπει στη βάρκα, σαν να είχε προβλέψει το κακό, του έδωσε και το χρυσό του ρολόι και το κρατάει μέχρι σήμερα!
Κατόπιν ο πατέρας με τους άλλους τρεις γιους του, τον Σταύρο, τον Ανδρέα και το Γιάννη μπήκαν στη βάρκα και ανοίχτηκαν στη θάλασσα είχε κοπάσει λίγο και το ταξίδι τους δεν είχε δυσκολίες, όταν όμως έφτασαν στη μπούκα του μικρού λιμανιού τους, ένα απότομο μπουγάζι που βγήκε πολύ δυνατό από ένα δίαυλο, χωρίς να προλάβουν να αντιδράσουν, μπατάρισε τη βάρκα και τα δίχτυα της τράτας τράβηξαν αμέσως στο βυθό τον καπετάνιο και το ένα παιδί, τον Ανδρέα. Τα άλλα δυο παιδιά βγήκαν στη στεριά, ο Γιάννης κόλλησε σε ένα βράχο και φώναζε. Πήγε ο Σταύρος να τον σώσει αλλά τον άρπαξαν τα κύματα. Η τραγωδία αυτή που ξεκλήρισε τους Μπίζηδες έγινε μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί από το νησί, το χειμώνα του 1945.
Την ιστορία αυτή διηγείται συχνά ο Στέλιος για να περιγράψει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εκείνο τον καιρό οι ψαράδες στα Μαντράκια αφενός και αφετέρου, να τονίσει την οικογενειακή παράδοση των Μπίζηδων και τη θυσία τους στη θάλασσα.
Παιδάκι ο Στέλιος, ο οποίος τον περισσότερο καιρό ζει στα Μαντράκια, ένα ωραίο σπίτι πάνω στα βράχια και αντίκρυ στο πέλαγος που είναι χτισμένο στο σημείο που ο παππούς του είχε το ψαροκάλυβο των Μπίζηδων, θυμάται καλά τον παππού μαζί με όλα τα παιδιά του να παλεύουν τα σκληρά χρόνια της Κατοχής να ζήσουν από τη θάλασσα, κάτω πάντα από το άγρυπνο μάτι των Γερμανών. Οι κατακτητές τους είχαν επιτάξει, τους έδιναν δυναμίτες και ψάρευαν για λογαριασμό τους. Έρχονταν ένας Γερμανός θυμάται, που τον έλεγαν Κατάλα, κάθε πρωί στο σπίτι με μια χύτρα γεμάτη φαγητό το οποίο μοιράζονταν το πλήρωμα και αφού έτρωγαν, έμπαιναν όλοι μαζί στη βάρκα και πήγαιναν για ψάρεμα. Από τη ψαριά το μεγαλύτερο μέρος το έπαιρνε ο Γερμανός ο οποίος δεν μιλούσε ελληνικά και η συνεννόηση γινόταν με νοήματα μεταξύ τους και από λίγα ψάρια έπαιρναν όσοι ήταν στη βάρκα για τη φαμελιά τους. Οι Γερμανοί έφυγαν αλλά την ευκολία να ψαρεύουν με δυναμίτες και εκρηκτικά, οι ψαράδες την υιοθέτησαν και δεν είναι δα και πολλά τα χρόνια που σταμάτησαν! Γεμάτη νάρκες η θάλασσα και βλήματα η στεριά, ήταν μια πρόκληση την οποία όμως αρκετοί πλήρωσαν με αναπηρίες και τη ζωή τους ακόμα. Κάποιος Κώστας Τσιρώνης μάλιστα σκοτώθηκε μέσα στο λιμάνι του Αδάμαντα καθώς άνοιγε μια νάρκη ενώ μόλις πριν από καμιά 20αριά χρόνια, ένας άλλος άνθρωπος από τον Προβατά έχασε κι αυτός τη ζωή του από ένα βλήμα. Αυτό που έχει σημασία με τα εκρηκτικά, λέει ο Στέλιος, είναι όλοι όσοι έπαθαν ζημιά από τα παρατημένα πυρομαχικά ήταν όλοι στεριανοί και ο λόγος ήταν ότι πουλούσαν την εκρηκτική ύλη στα νταμάρια. Εκείνα τα χρόνια πάντως ακόμα και τα μπακάλικα πουλούσαν με τη ζυγαριά δυναμίτες. Άλλοι έπαιρναν σαρδέλες κι εγώ δυναμίτη, λέει ο Στέλιος που δεν κρύβει πως από τα χέρια του πέρασαν όχι και λίγα μασούρια δυναμίτη. Έτσι είχαν τα πράγμ
ατα τότε…
Στα Μαντράκια μετά τον πόλεμο επαγγελματίες ψαράδες ήταν ο πατέρας του Στέλιου Νικόλαος με το καίκι «Άγιος Νικόλαος», ο αδερφός του Γιάννης που γλίτωσε από τον πνιγμό, ο Μανώλης Βήχος και ο Παντελής Ραπανάκης, το καικάκι του οποίου υπάρχει ακόμα σε ένα σύρμα και το διατηρεί ο γιος του Μιχάλης. Όλοι οι ψαράδες είχαν σπίτια στον Τριοβάσαλο και ψαροκάλυβα στα Μαντράκια για να στεγνώνουν όταν γύριζαν από το ψάρεμα και να βάζουν μέσα τα εργαλεία. Μόνο τα καλοκαίρια που κατέβαινε όλη η οικογένεια στα Μαντράκια έμειναν εκεί όλη την ημέρα.
Εκείνα τα χρόνια όλα τα καίκια κινούνταν με πανιά και με κουπιά ενώ τα εργαλεία των ψαράδων ήταν ελάχιστα. Το πρώτο εργαλείο που έβαλαν στον «Άγιο Νικόλαο» ήταν μια κουβάρα που πήραν από το "Σχέδιο Μάρσαλ" και έκαναν σπάγγινο παραγαδάκι που χωρούσε μέσα σε στο καλαθάκι που έβαζαν τα ψωμιά ενώ τα δίχτυα τα έδεναν με τρίχες από τη χαίτη του αλόγου ή την ουρά του. Από αυτό το παραγαδάκι έπρεπε να ζήσουν τα τέσσερα άτομα που ήταν μέσα στο καίκι και οι φαμελιές τους! [Στη φωτογραφία ο πατέρας του Στέλιου Νίκος Νίκος Καμακάρης την εποχή που τα ψάρια πουλιόνταν με τα κοφίνια!]
Την πρώτη μηχανή που βάζει ο πατέρας του στο καίκι, το 1947 ήταν μια «Αξελού». Δεν μπορούσε να την αγοράσει μόνος του και γι’ αυτό συνεταιρίστηκε με έναν σκορδέμπορα, τον Γιάννη Μπλατσάρα και μοίραζαν την ψαριά στη μέση. Ο συνεταιρισμός αυτός δεν κράτησε όμως παραπάνω από 2 χρόνια και ο πατέρας εξαγόρασε το μερίδιο του σκορδέμπορα και έμεινε μόνος αφεντικό πάνω στο καίκι. Ο μικρός Στέλιος που ψάρευε μαζί με τον πατέρα του θυμάται πως τα περισσότερα ψάρια τα έδιναν στις ψαροταβέρνες που τότε ήταν γεμάτα τα χωριά της Μήλου. Όπως πήγαιναν οι Μηλιοί κάθε Κυριακή στην εκκλησία, έτσι πήγαιναν και στις ταβέρνες, θυμάται ο Στέλιος και αναφέρεται στην περίφημη ταβέρνα του Μιστόκλη Καβαλλιέρου στον Τριοβάσαλο ο οποίος έπαιρνε 100 οκάδες ψάρι από τους Μπίζηδες καθώς και στις ταβέρνες του Γιάννη Κλεωνά και του Γιάννη Δρούγκα. Τα ψάρια που προτιμούσαν τότε οι Μηλιοί, ήταν τα λεγόμενα σήμερα «τρίτα». Τα σημερινά «πρώτα» ούτε καν τα κοίταζαν, ενώ τους αστακούς δεν τους θεωρούσαν καν φαί και τζάμπα να τους έδιναν, δεν τους έπαιρναν. Μόνο στο γιατρό Κώμη πήγαιναν κανένα αστακό τότε και πότε τους έδινε κανένα τάληρο και πότε τίποτα!
Ήταν η θάλασσα γεμάτη ψάρια τότε, ήταν και οι δυναμίτες πολλοί και το καίκι ποτέ δεν γύριζε άδειο. Όταν δεν μπορούσε να τα απορροφήσει η αγορά της Μήλου, τότε καμιά φο
ρά τα πήγαιναν στην Κίμωλο στον ψαρομανάβη Λινάρδο ο οποίος είχε ψυγεία και τα προωθούσε στον Πειραιά. Πολλές ήταν πάλι οι φορές που στα Μανδράκια πάστωναν κανένα τσιράκι, κανένα μαριδάκι για μεζέ, ενώ συχνά επειδή δεν είχαν ψυγεία να τα διατηρήσουν τα έκαναν τσιλαδιά. Τα έβραζαν, τους έβαζαν μπόλικο λεμόνι σε ένα πήλινο σκεύος και το αποτέλεσμα ήταν μια πηχτή η οποία κρατούσε καμιά δεκαριά ημέρες. [Συντροφιά με τη γυναίκα του Σοφία, περνάει τον καιρό του στα Μαντράκια ο Στέλιος].
Εκείνα τα χρόνια όλα τα καίκια κινούνταν με πανιά και με κουπιά ενώ τα εργαλεία των ψαράδων ήταν ελάχιστα. Το πρώτο εργαλείο που έβαλαν στον «Άγιο Νικόλαο» ήταν μια κουβάρα που πήραν από το "Σχέδιο Μάρσαλ" και έκαναν σπάγγινο παραγαδάκι που χωρούσε μέσα σε στο καλαθάκι που έβαζαν τα ψωμιά ενώ τα δίχτυα τα έδεναν με τρίχες από τη χαίτη του αλόγου ή την ουρά του. Από αυτό το παραγαδάκι έπρεπε να ζήσουν τα τέσσερα άτομα που ήταν μέσα στο καίκι και οι φαμελιές τους! [Στη φωτογραφία ο πατέρας του Στέλιου Νίκος Νίκος Καμακάρης την εποχή που τα ψάρια πουλιόνταν με τα κοφίνια!]
Την πρώτη μηχανή που βάζει ο πατέρας του στο καίκι, το 1947 ήταν μια «Αξελού». Δεν μπορούσε να την αγοράσει μόνος του και γι’ αυτό συνεταιρίστηκε με έναν σκορδέμπορα, τον Γιάννη Μπλατσάρα και μοίραζαν την ψαριά στη μέση. Ο συνεταιρισμός αυτός δεν κράτησε όμως παραπάνω από 2 χρόνια και ο πατέρας εξαγόρασε το μερίδιο του σκορδέμπορα και έμεινε μόνος αφεντικό πάνω στο καίκι. Ο μικρός Στέλιος που ψάρευε μαζί με τον πατέρα του θυμάται πως τα περισσότερα ψάρια τα έδιναν στις ψαροταβέρνες που τότε ήταν γεμάτα τα χωριά της Μήλου. Όπως πήγαιναν οι Μηλιοί κάθε Κυριακή στην εκκλησία, έτσι πήγαιναν και στις ταβέρνες, θυμάται ο Στέλιος και αναφέρεται στην περίφημη ταβέρνα του Μιστόκλη Καβαλλιέρου στον Τριοβάσαλο ο οποίος έπαιρνε 100 οκάδες ψάρι από τους Μπίζηδες καθώς και στις ταβέρνες του Γιάννη Κλεωνά και του Γιάννη Δρούγκα. Τα ψάρια που προτιμούσαν τότε οι Μηλιοί, ήταν τα λεγόμενα σήμερα «τρίτα». Τα σημερινά «πρώτα» ούτε καν τα κοίταζαν, ενώ τους αστακούς δεν τους θεωρούσαν καν φαί και τζάμπα να τους έδιναν, δεν τους έπαιρναν. Μόνο στο γιατρό Κώμη πήγαιναν κανένα αστακό τότε και πότε τους έδινε κανένα τάληρο και πότε τίποτα!
Ήταν η θάλασσα γεμάτη ψάρια τότε, ήταν και οι δυναμίτες πολλοί και το καίκι ποτέ δεν γύριζε άδειο. Όταν δεν μπορούσε να τα απορροφήσει η αγορά της Μήλου, τότε καμιά φο
ρά τα πήγαιναν στην Κίμωλο στον ψαρομανάβη Λινάρδο ο οποίος είχε ψυγεία και τα προωθούσε στον Πειραιά. Πολλές ήταν πάλι οι φορές που στα Μανδράκια πάστωναν κανένα τσιράκι, κανένα μαριδάκι για μεζέ, ενώ συχνά επειδή δεν είχαν ψυγεία να τα διατηρήσουν τα έκαναν τσιλαδιά. Τα έβραζαν, τους έβαζαν μπόλικο λεμόνι σε ένα πήλινο σκεύος και το αποτέλεσμα ήταν μια πηχτή η οποία κρατούσε καμιά δεκαριά ημέρες. [Συντροφιά με τη γυναίκα του Σοφία, περνάει τον καιρό του στα Μαντράκια ο Στέλιος].
Ο Στέλιος κάθισε κοντά στον πατέρα του μόνο τέσσερα χρόνια και μετά πήγε να δουλέψει στην εταιρεία του θειαφιού που έμαθε μηχανικός. Του άρεσε το ψάρεμα, αλλά οι γονείς του ήθελαν να πάει να βγάλει σίγουρο μεροκάματο. Στο θειάφι δούλεψε δυο χρόνια, από το 1950 ως το 1952 και έπαιρνε 20 δραχμές μεροκάματο την εποχή μια οκά πρώτα ψάρια είχε 20 δραχμές. Μετά έφυγε και πήγε στα καίκια που μετέφεραν ορυκτά από τη Μήλο σε διάφορα μέρη. Δούλεψε στα ονομαστά για την εποχή καίκια, τον «Πέτρο» του Νικόλα Ζούλια, το «Ραφαήλ» του Σταύρου Σκορδαλάκη που ήταν 300 τόνους και κινούνταν με μηχανές μπουλμάστερ.
Εκείνα τα χρόνια τα φόρτωναν με ζεμπίλια, αλλά όπως λέει οι άνθρωποι δεν ήταν λουκουμάδες σαν σήμερα! Κάπου εκεί ανάμεσα υπηρέτησε τη θητεία του στην Αεροπορία και σαν απολύθηκε, στη θέση αυτών των μεγάλων καικιών βρήκε τα πρώτα σιδερένια μοτορσίπ και δούλεψε στο «Γεώργιος» και τη «Μιχαηλία» του Σκορδαλάκη και από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι το 1998 που πήρε σύνταξη δούλεψε στις επισκευές πλοίων σε διάφορες επιχειρήσεις στο Πέραμα.
Από τότε μέχρι σήμερα ο Στέλιος ζει στον Τριοβάσαλο αλλά τον περισσότερο καιρό του τον περνάει στα Μαντράκια με τη γυναίκα του Σοφία και στο σύρμα του, που έχει δυο βάρκες, τον «Άγιο Νικόλαο», το νεώτερο που έφτιαξε στη Μήλο προς αντικατάσταση του παλιού που είχε ο πατέρας του και την «Αθηνά», ένα μικρό τρεχαντήρι 62 χρονών την οποία τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας που πέρασε, περιποιούνταν με σκοπό να την πουλήσει καθώς για λόγους εφορίας δεν μπορεί πλέον να διατηρεί δυο καίκια. Οι σκαρμοί λέει με καμάρι, και των δυο σκαφών είναι από μηλιακό κέδρο, ένα αθάνατο ξύλο το οποίο σήμερα απαγορεύεται να το κόψουν. Ο Στέλιος δεν ξέχασε ποτέ το ψάρεμα, αλλά όταν γύρισε μετά από 40 τόσα χρόνια να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό, βρήκε μια θάλασσα αλλαγμένη. Έβλεπε, καθώς ακόμα και όταν δούλευε στα καίκια και στις επισκευές ποτέ δεν είχε κόψει το ψάρεμα, χρόνο με το χρόνο να λιγοστεύουν τα ψάρια, αλλά αυτό που βλέπει σήμερα είναι απίστευτο. Χρόνο με το χρόνο λέει, τα ψάρια μειώνονται κατά 30% και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, αν δεν ληφθούν επείγοντα μέτρα σε 5 χρόνια δεν θα υπάρχει ούτε λέπι. Βγαίνει για ψάρεμα, σχολιάζει και με τα ίδια εργαλεία που είχε παλιά και έβγαζε 50 κιλά ψάρια, τώρα δεν βγάζει ούτε 3 με 4 ή πιο απλά, για να βγάλει 50 κιλά ψάρια, πρέπει να βγει για ψάρεμα 50 φορές! Πολλαπλασιάζουμε τα εργαλεία, συνεχίζει, για να πιάσουμε κανένα ψάρι, αλλά αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Η θάλασσα αυτή τη στιγμή θέλει βοήθεια, αλλά ποιος την ακούει;
Εκείνα τα χρόνια τα φόρτωναν με ζεμπίλια, αλλά όπως λέει οι άνθρωποι δεν ήταν λουκουμάδες σαν σήμερα! Κάπου εκεί ανάμεσα υπηρέτησε τη θητεία του στην Αεροπορία και σαν απολύθηκε, στη θέση αυτών των μεγάλων καικιών βρήκε τα πρώτα σιδερένια μοτορσίπ και δούλεψε στο «Γεώργιος» και τη «Μιχαηλία» του Σκορδαλάκη και από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι το 1998 που πήρε σύνταξη δούλεψε στις επισκευές πλοίων σε διάφορες επιχειρήσεις στο Πέραμα.
Από τότε μέχρι σήμερα ο Στέλιος ζει στον Τριοβάσαλο αλλά τον περισσότερο καιρό του τον περνάει στα Μαντράκια με τη γυναίκα του Σοφία και στο σύρμα του, που έχει δυο βάρκες, τον «Άγιο Νικόλαο», το νεώτερο που έφτιαξε στη Μήλο προς αντικατάσταση του παλιού που είχε ο πατέρας του και την «Αθηνά», ένα μικρό τρεχαντήρι 62 χρονών την οποία τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας που πέρασε, περιποιούνταν με σκοπό να την πουλήσει καθώς για λόγους εφορίας δεν μπορεί πλέον να διατηρεί δυο καίκια. Οι σκαρμοί λέει με καμάρι, και των δυο σκαφών είναι από μηλιακό κέδρο, ένα αθάνατο ξύλο το οποίο σήμερα απαγορεύεται να το κόψουν. Ο Στέλιος δεν ξέχασε ποτέ το ψάρεμα, αλλά όταν γύρισε μετά από 40 τόσα χρόνια να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό, βρήκε μια θάλασσα αλλαγμένη. Έβλεπε, καθώς ακόμα και όταν δούλευε στα καίκια και στις επισκευές ποτέ δεν είχε κόψει το ψάρεμα, χρόνο με το χρόνο να λιγοστεύουν τα ψάρια, αλλά αυτό που βλέπει σήμερα είναι απίστευτο. Χρόνο με το χρόνο λέει, τα ψάρια μειώνονται κατά 30% και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, αν δεν ληφθούν επείγοντα μέτρα σε 5 χρόνια δεν θα υπάρχει ούτε λέπι. Βγαίνει για ψάρεμα, σχολιάζει και με τα ίδια εργαλεία που είχε παλιά και έβγαζε 50 κιλά ψάρια, τώρα δεν βγάζει ούτε 3 με 4 ή πιο απλά, για να βγάλει 50 κιλά ψάρια, πρέπει να βγει για ψάρεμα 50 φορές! Πολλαπλασιάζουμε τα εργαλεία, συνεχίζει, για να πιάσουμε κανένα ψάρι, αλλά αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Η θάλασσα αυτή τη στιγμή θέλει βοήθεια, αλλά ποιος την ακούει;
Τα σύρματα που γέμισαν κρεβάτια!Τα σύρματα προέκυψαν από την ανάγκη προστασίας των καϊκιών το χειμώνα. Τότε δεν υπήρχαν λιμάνια και οι ψαράδες ήταν υποχρεωμένοι μόλις γύριζαν από το ψάρεμα να τα τραβήξουν έξω στη στεριά γιατί κινδύνευαν, μόλις χάλαγε ο καιρός, να τα χάσουν. Στο Αδάμαντα και σε μέρη που ήταν αμμουδιές, τα πράγματα ήταν κάπως εύκολα αλλά στα Μαντράκια και στο Κλήμα που ήταν όλο βράχια, τι να έκαναν; Έτσι λοιπόν άρχισαν να σκάβουν μεγάλες τρύπες στα μαλακά βράχια κι εκεί μέσα έκλειναν τα σκάφη. Έβαζαν μια πόρτα και να μην την ανοίγει το κύμα, τη στέριωναν από πίσω με μεγάλα ξύλα κι εκεί μέσα περνούσαν τις κακοκαιρίες τα πλεούμενα. Εκείνα τα χρόνια, λέει ο Στέλιος ήταν ανάγκη και για να φτιάξει κάποιος σύρμα, αν και απαγορεύονταν, κανένας δεν εμπόδιζε τον ψαρά γιατί από τη βάρκα του κρέμονταν η ζωή της οικογένειάς του. Τώρα, συνεχίζει, βλέπουμε ορισμένους να φτιάχνουν σύρματα όχι να βάλουν βάρκα μέσα, αλλά να κάνουν εξοχικό και αντί για σκάφη μέσα βλέπεις κρεβάτια, καμπινέδες και κουζίνες. Επειδή μάλιστα έγιναν της μόδας τα σύρματα, ακούγεται πως μερικοί ζητάνε μέχρι και 150.000 ευρώ να πουλήσουν μια σπηλιά. Κανονικά απαγορεύεται κάτι τέτοιο, αλλά οι αρμόδιες αρχές βλέπουν τα πωλητήρια και κάνουν τα στραβά μάτια και σφυρίζουν αδιάφορα.Ο Στέλιος Καμακάρης είναι ο τελευταίος επαγγελματίας ψαράς στα Μανδράκια και το ενδιαφέρον του είναι να κρατηθούν τα σύρματα όπως τα βρήκαν από τους παλιούς και να μην αλλάξουν χρήση γιατί, όπως λέει αποτελεί ασέβεια στη θάλασσα και στην ιστορία των ψαράδων της Μήλου. Σε ένα κόσμο όμως που τα πάντα μετριούνται με το κέρδος, ποιος θα ασχοληθεί τώρα με τα ταπεινά σύρματα, τη στιγμή μάλιστα που χωρίς κάποιος να έχει επενδύσει ποτέ ούτε ένα κατοστάρικο, αφού τα βρήκε έτοιμα από τους προγόνους του, μπορεί πολύ εύκολα να τα οικονομήσει με την πώλησή τους σε κάποιον που θέλει να έχει το εξοχικό του μέσα στα κύματα της Μήλου;
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας "Έθνος" "Ψάρεμα - Φουσκωτό" στις 26/09/2008
Ετικέτες
ΚΑΜΑΚΑΡΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ,
ΜΗΛΟΣ,
ΨΑΡΑΔΕΣ
ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΝΤΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ
Έτσι έχουν όλα τα ωραία πράγματα σε τούτη τη ζωή· κάνουν τον κύκλο τους και κάποια στιγμή, όπως αθόρυβα είχαν ανατείλει, σβήνουν. Σαν τις εποχές που σιωπηλά η μια διαδέχεται την άλλη και σ’ εκείνο το σημείο της αόρατης γέφυρας που σμίγουν, ο καιρός μπερδεύεται κάπως και πότε θυμίζει τη μία και πότε την άλλη…
Λίγες μέρες διαρκεί αυτή η αμφιβολία και κατόπιν όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η επόμενη εποχή βάζει τη σφραγίδα της στο ημερολόγιο και οι άνθρωποι που έχουν μάθει πλέον να ρυθμίζουν τη ζωή τους με ημερομηνίες και διήμερα ανάπαυσης από την εβδομάδα εργασίας προσαρμόζονται στις επίκαιρες υποχρεώσεις. Μόνο που στην ψυχή τους, όπως και ακριβώς συμβαίνει και στα δέντρα μετά από κάθε χυμώδη και φωτεινή περίοδο αθροίζεται άλλος ένας κύκλος ζωής που δεν δηλώνει τίποτα άλλο παρά τη λάμψη μιας δύναμης που ήρθε από τον αιθέρα, πύρωσε τη θάλασσα και κατέβασε τον κόσμο στις ακτές για να απολαύσουν ακόμα ένα καλοκαίρι το Αιγαίο.
Από εκείνα όμως τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη μοναδικότητα κάθε καλοκαιριού είναι και οι ποικίλες πράξεις που στοχεύουν στην πλήρωση όλων των αισθήσεων, πράξεις αρχαϊκές, πανομοιότυπες με εκείνου του ανθρώπου που για πρώτη φορά κατάφερε να κουμαντάρει πάνω στα αρχαία νερά του Αιγαίου ένα ξύλο και με ένα πανί, ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι, αυτό που δεν τέλειωσε ποτέ καθώς ο ένας σταθμός διαδέχεται τον άλλο και επί του προκειμένου, το ένα καλοκαίρι το προηγούμενο σε μια ατέλειωτη σειρά ετών μέχρι τότε που μπορεί να σβήσει ο κόσμος.
Ως τότε, πάντα θα βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να ξεκινήσει το ίδιο ταξίδι στο Αιγαίο…
Λίγες μέρες διαρκεί αυτή η αμφιβολία και κατόπιν όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η επόμενη εποχή βάζει τη σφραγίδα της στο ημερολόγιο και οι άνθρωποι που έχουν μάθει πλέον να ρυθμίζουν τη ζωή τους με ημερομηνίες και διήμερα ανάπαυσης από την εβδομάδα εργασίας προσαρμόζονται στις επίκαιρες υποχρεώσεις. Μόνο που στην ψυχή τους, όπως και ακριβώς συμβαίνει και στα δέντρα μετά από κάθε χυμώδη και φωτεινή περίοδο αθροίζεται άλλος ένας κύκλος ζωής που δεν δηλώνει τίποτα άλλο παρά τη λάμψη μιας δύναμης που ήρθε από τον αιθέρα, πύρωσε τη θάλασσα και κατέβασε τον κόσμο στις ακτές για να απολαύσουν ακόμα ένα καλοκαίρι το Αιγαίο.
Από εκείνα όμως τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη μοναδικότητα κάθε καλοκαιριού είναι και οι ποικίλες πράξεις που στοχεύουν στην πλήρωση όλων των αισθήσεων, πράξεις αρχαϊκές, πανομοιότυπες με εκείνου του ανθρώπου που για πρώτη φορά κατάφερε να κουμαντάρει πάνω στα αρχαία νερά του Αιγαίου ένα ξύλο και με ένα πανί, ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι, αυτό που δεν τέλειωσε ποτέ καθώς ο ένας σταθμός διαδέχεται τον άλλο και επί του προκειμένου, το ένα καλοκαίρι το προηγούμενο σε μια ατέλειωτη σειρά ετών μέχρι τότε που μπορεί να σβήσει ο κόσμος.
Ως τότε, πάντα θα βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να ξεκινήσει το ίδιο ταξίδι στο Αιγαίο…
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο του "Έθνους" "Ψάρεμα - Φουσκωτό" σελ. 82 στις 26/09/2008
ΟΙ ΠΕΡΑΤΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΟΥΡΙΑΣ
Ο Αντώνης είναι ο πιο παλιός, δίπλα του ο Μιχάλης και ο Ρουσέτος. Κάτω ο Κωνσταντίνος με τον μικρό Ραφαήλ Θεολογίτη που αποτελεί μόνιμο πλήρωμα σε όλα τα καίκια
Η αγάπη τους προς το νησί τους, τη μοναδική Αμοργό, ήταν το θεμέλιο που στήριξαν τη συνεργασία των τριων καικιών που κάθε καλοκαίρι εκτελούν εναλλάξ τακτικά δρομολόγια από τη μικρή σκάλα του Αγίου Παύλου προς τις ήσυχες, ωραίες παραλίες της Νικουριάς. Επιπλέον, ο Μιχάλης Βασσάλος με την «Ελευθερία», ο Ρουσσέτος Αρτέμης με τον «Νικόλαο» και Αντώνης Βεκρής και ο γιος του Κωνσταντίνος με τον «Αντώνη», με την ενασχόληση αυτή ενισχύουν σημαντικά τα έσοδά τους και έτσι τους δίνεται η δυνατότητα το χειμώνα να αφιερωθούν ο καθένας δημιουργικά και χωρίς άγχος στις δουλειές τους. Άλλος επιστρέφει στα μεγάλα πλοία, άλλος στις οικοδομές και άλλος στο κοπάδι του κι έτσι, κανένας τους δεν λείπει από την τοπική κοινωνία που τόσο πολύ έχει ανάγκη την παρουσία νέων και ενεργών ανθρώπων τους δύσκολους μήνες του χειμώνα. Σε σχέση λοιπόν με άλλα νησιά που μόλις μυρίσει φθινόπωρο αδειάζουν από νέους ανθρώπους, η Αμοργός χάρη στη στάση των προαναφερόμενων περατάρηδων καθώς και πολλών άλλων νέων που σαν και αυτούς, ασχολούνται το καλοκαίρι με τον τουρισμό και το χειμώνα με τις παραδοσιακές εργασίες, παραμένει ζωντανή. Επί πλέον, όλοι όσοι από τους ντόπιους ασχολούνται με τον τουρισμό, και ομολογουμένως προσφέρουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, δεν βιάζονται να κλείσουν και να γυρίσουν στην πρωτεύουσα, αλλά κρατούν ανοιχτές τις επιχειρήσεις τους μέχρι τα μέσα σχεδόν του Οκτώβρη. Έτσι δίνουν τη δυνατότητα σε όσους δεν έχουν προλάβει να γνωρίσουν την Αμοργό, να την επισκεφθούν και βεβαίως να περάσουν με κάποιο από τα τρία καίκια στη Νικουριά και να γνωρίσουν ένα διαφορετικό νησί.
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία», 02/09/2007, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

