Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΖΗΤΑ ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ




Αν κρίνουμε από την κατάσταση της πράσινης λινάτσας που καλύπτει το παλιό κτίριο στην οδό Σουρμελή, λίγο πριν από τη Λιοσίων, δεν πρέπει να είναι πολλά τα χρόνια που το σαβάνωσαν και ως είθισται, το ξέχασαν. Έτσι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις αν δεν έχει ορίζοντα απόδοσης η αναπαλαίωση ενώ για κάποιους άλλους λόγους η λινάτσα μπορεί να μείνει στις σκαλωσιές μέχρι αυτό να γίνει σωρός από υλικά. Προφανώς το καλύπτουν για να μη βλέπουν οι γείτονες και οι περαστικοί την κατάντια του. Τούτο ενισχύει και η αφελής πολλές φορές εντύπωση για τη διατήρηση αναλόγων κατασκευών με τον ισχυρισμό ότι αποτελούν δείγματα της αρχιτεκτονικής σε μια πόλη που την έχει απαξιώσει προ πολλών δεκαετιών και οι νοικοκυραίοι τους τα έχουν παρατήσει γιατί τους είναι πια ασύμφορα.

Πέραν απ’ αυτά τα οποία αποτελούν και στοιχεία μιας ξεχασμένης, λόγω και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας στην κοινωνία μας συζήτηση για την εικόνα της πόλης, τα πράγματα έχουν και μια άλλη διάσταση. Αυτοί που σαβάνωσαν τα κτίριο έβαλαν μέσα από τη λινάτσα και το δεντράκι που ζούσε στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι χωρίς να σκεφτούν αν αυτό μπορεί να ζήσει χωρίς ήλιο ή αέρα. Τι τους ένοιαζε εξάλλου; Ένα λιγότερο δέντρο στους δρόμους της πόλης δεν το αντιλαμβάνεται κανένας και ειδικά στη Σουρμελή στην οποία ελάχιστα φαίνονται τα κατοικημένα σπίτια στους ορόφους ενώ από τα ισόγεια καταστήματα  τα περισσότερα είναι αμπαρωμένα και η κίνηση γενικώς περιορισμένη.

Τα δέντρα είπαμε και σε άλλο σημείωμα, δεν έχουν πόδια να περπατήσουν, να φύγουν, να σωθούν, αλλά έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα, να γέρνουν, να ελίσσονται, να ψάχνουν να βρουν μια θέση στον ήλιο και αυτό έκανε και το θύμα της λινάτσας. Αυτό στη Σουρμελή κατάφερε, με τον τρόπο του βεβαίως και τρύπησε σε ένα σημείο το σκοτεινό περαπέτασμα και αφού βγήκε το πρώτο του κλαράκι και είδε πως δεν καραδοκεί κανένας με ψαλίδι να το κουρέψει, έδωσε το σήμα και ξεχύθηκαν και τα άλλα έξω και πλέον απολαμβάνουν για λογαριασμό και των υπολοίπων που είναι κρυμμένα τον ήλιο και τους μεταφέρουν εκτός από τη ζεστασιά του και το τι βλέπουν στον δρόμο που η φθορά μέρα τη μέρα επικάθεται σε παχιές στρώσεις ερημιάς και μελαγχολίας για ένα άλλοτε ζωντανό κομμάτι της πόλης.


Ακτήμων Αθηναίος 

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ ΣΤΙΝ ΑΜΑΡΑΝΤΟ

Στη φωτογραφία, το καζάνι του Λάμπρου Τσαντήλα το οποίο λειτουργεί αδιάλειπτα για περισσότερο από μισό αιώνα στο χωριό Αμάραντος Καρδίτσας μαζί με την κυρά Σταυρούλα που πάντα βάζει πλάτη σε τέτοιες δουλειές…

Στάζουν ακόμη οι σωλήνες των καζανιών σε όλες τις περιοχές της χώρας όπου καλλιεργούνται αμπέλια και οι άνθρωποι φτιάχνουν εκτός από κρασί και τσίπουρο. Πολλά σπίτια γιορτάζουν το μέγα γεγονός της απόσταξης με ωραίο τρόπο και καλούν φίλους και γνωστούς να συμμετάσχουν στην παρέα και δίπλα στο καζάνι που αχνίζει και τη φωτιά που πυρώνει, δοκιμάζουν το πρωτοστάλαγμα και εκτιμούν αναλόγως την παραγωγή. 

Παλιότερα ήταν μια περιπέτεια η απόσταξη των τσίπουρων και τούτο γιατί πάντα κάποιος θα ήθελε να ελέγξει την παραγωγή και αυτό έβαζε σε μια σειρά ανατρεπτικών σκέψεων  τους παραγωγούς οι οποίοι, ούτως ή άλλως πάντα γοητεύονταν από την παρανομία και δεν έχαναν ευκαιρία να την κάνουν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως πριν η πολιτεία επιβάλει τέλη, οι εκκλησίες είχαν προλάβει και είχαν στην ιδιοκτησία της τα περισσότερα καζάνια τα οποία νοίκιαζε στους ενδιαφερόμενους κι έτσι γέμιζαν το παγκάρι τους. Όσοι δε δεν ήθελαν να πληρώσουν στην εκκλησία (του χωριού συνήθως ή του κοντινού μοναστηριού) εύρισκαν τίποτα παλιοκάζανα και χώνονταν στα ρέματα που είχαν τρεχούμενο νερό και μέσα σε καλύβες έκαναν την παράνομη απόσταξη αλλά αν τους ανακάλυπταν πλήρωναν ακριβά την πράξη τους και το τσίπουρο αντί να τους γλυκάνει το στόμα, τους φαρμάκωνε.

Αυτά τα πράγματα όμως αποτελούν παρελθόν και σήμερα οι περισσότερες αποστάξεις γίνονται με σύγχρονα καζάνια τα οποία δεν θέλουν συνέχεια γάνωμα και οι μέθοδοι που ακολουθούνται αποδίδουν ωραία τσίπουρα. Πολλοί παραγωγοί μάλιστα θέλοντας να βγάλουν καλύτερο προϊόν προχωρούν σε διπλές αποστάξεις, προσεκτικό φιλτράρισμα και φυσικά το αποθηκεύουν στα κατάλληλα δοχεία από πλαστικό ή γυαλί ενώ φροντίζουν να έχουν εκπληρώσει και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο Δημόσιο Ταμείο για να μπορούν να το διακινήσουν ελεύθερα και ανάλογα τώρα με την ποιότητά του, το προτιμούν τα καλά τσιπουράδικα.  Σε ορισμένες περιοχές οι παραγωγοί και ειδικά στην ανατολική Θεσσαλία τού βάζουν και γλυκάνισο ενώ αντιθέτως στην περιοχή της Καρδίτσας και της Ευρυτανίας το προτιμούν σκέτο και αναλόγως δε με τη γεύση, συνοδεύεται και από τους σχετικούς μεζέδες οι οποίοι είχαν να κάνουν και με τα εποχικά προϊόντα του κάθε τόπου.




Υπήρξε μια μακρά περίοδος, αυτή που αναστοχαζόμενοι σήμερα αποκαλούμε περίοδο της επιπόλαιης ευημερίας κατά την οποία η κατανάλωση τσίπουρου περιορίστηκε εξαιτίας της εξάπλωσης των εισαγόμενων αλκοολούχων ποτών σε κάθε γωνιά και μαγαζί της χώρας.  Τελευταία, λόγω και της κλιμακούμενης οικονομικής στενότητας, η κατανάλωσή του αυξήθηκε πράγμα το οποίο ώθησε στην συστηματοποίηση της παραγωγής και από αρκετές ποτοποιίες αλλά η χάρη που έχει το παλιό καζάνι στην καλύβα του αμπελουργού που έχει κοντά τρεχούμενο νερό, είναι άλλο πράγμα και όσοι έχουν ζήσει τέτοιες στιγμές δύσκολα ξεχνάνε τη μικρή γιορτή του Νοέμβρη που στήνονταν για μερόνυχτα σε κάθε χωριό.  

ΑΘΗΝΑ, 28112015


ΜΕΤΡΑΜΕ ΜΕΡΕΣ ΩΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ…

Καλημέρα από την πόλη που η βροχή πότισε γερά απόψε τη νύχτα της και θα ξημερώσει με διάθεση χειμωνιάτικη και αν το θέλουμε και εορταστική...

Καλό Σαββατοκύριακο να έχουμε όλοι και να απολαύσουμε τις πρώτες ημέρες του χειμώνα και τις άλλες κρύες που θα ακολουθήσουν χωρίς γκρίνιες για τη μοίρα μας και άλλα φαιδρά που δεν έχουν θέση σε μια ακόμη αυταπάτη που βιώνουμε. Όπως στρώσαμε, έτσι θα το γιορτάσουμε και θα λέμε συνέχεια, κάθε πέρσι και καλύτερα… (Η φωτογραφία στο Γκάζι, από τα τεράστια γκράφιτι μιας άλλης εποχής που σβήνονται από το χρόνο). 

ΑΘΗΝΑ, 28112015

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

«ΛΙΠΕΣΑΝΟΡΕΣ – ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ»






Έξω μαίνονταν η καταιγίδα που τρόμαξε χθες το απόγευμα την πόλη και μέσα στη σκηνή του θεάτρου «Βαφείο – Λάκης Καράλης», πέντε γυναίκες έδιναν ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας με το έργο «Λιπεσάνορες – Τα χρόνια του φιδιού» του Δημήτρη Βαρβαρήγου και σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μαντέλη σε πέντε ρόλους: Η Γεωργία Ζώη (Εκάβη – η μάνα των μανάδων), η Ελίζα Σολωμού (Ανδρομάχη), Ορνέλα Λούτη (Βρισηίδα), Ντομένικα Ρέγκου (Κασσάνδρα) και Αρετή Κοκκίνου η οποία έντυσε μουσικά την παράσταση ενώ τα κουστούμια είναι του Θεοδόση Δαυλού. Μια παράσταση με πέντε τραγικές φιγούρες γυναικών με το ίδιο πεπρωμένο οι οποίες αφηγούνται με εξαιρετικό τρόπο την τραγωδία του πολέμου, τον ηρωισμό της καθημερινής ζωής, την αξία της καρτερίας, τη νοσταλγία της ειρήνης, τις ευθύνες του ανθρώπου για τις πράξεις του, για τους υπερασπιστές του δικαίου. 
Με τη Γεωργία Ζώη μετά το τέλος της παράστασης.
Μην τη χάσετε κάθε  Τετάρτη. (Πληροφορίες: Θέατρο «Βαφείο – Λάκης Καράλης», Κωνσταντινουπόλεως 115 - Αγίου Όρους 15, τηλ 2103425637). 

ΑΘΗΝΑ, 25112015

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΣΤΟ ΣΚΑΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ



Είναι θαρρείς οι γάτες, οι ταγμένοι φύλακες των αρχαιολογικών χώρων στην Αθήνα και όχι τυχαία γιατί εκεί βρίσκουν την ησυχία τους και χωρίς να τις ενοχλεί κανένας γεννοβολούν. Έτσι δεν πρόκειται ποτέ να πάψουν οι υπηρεσίες τους  απέναντι στα ερείπια και το κλέη του παρελθόντος που περιμένουν υπομονετικά την ανασκαφή. Ένας άλλος λόγος που ευδοκιμούν οι γάτες σε αυτά τα σημεία είναι ότι όλο και κάποιοι ποντικοί και ερπετά έχουν τις φωλιές τους κάτω και ανάμεσα στις πέτρες και τα σπαράγματα των μνημείων κι έτσι εξασφαλίζουν κάπως τη διατροφή τους. Δεν είναι όμως άπειρα τα τρωκτικά που χορταίνουν τις γάτες κι έτσι πολλές απ’ αυτές έβγαιναν καμιά βόλτα στα πέριξ σουβλατζίδικα και ταβερνεία και όλο και κάτι άρπαζαν αλλά από τότε που δυσκόλεψαν τα πράγματα με τους κάδους απορριμμάτων τις αποδεκάτισε η πείνα.




Το γεγονός φαίνεται πως έπεσε στην αντίληψη ορισμένων φιλόζωων και αυτοί έχουν αναλάβει το συσσίτιο για ορισμένες ομάδες από γάτες και επισκέπτονται τακτικά τους χώρους που διαβιώνουν και τους μοιράζουν τροφή. Αυτές μόλις τους καταλαβαίνουν να πλησιάζουν και να αδειάζουν τις σακούλες του ξεφυτρώνουν από κάθε πιθανό και απίθανο σημείο και πέφτουν πάνω τους. Απ’ ότι έχω παρατηρήσει σε ορισμένες περιπτώσεις τροφοδοτών, οι γάτες τους γνωρίζουν και τους ακούνε, όταν εμφανίζουν τάσεις απληστίας και οι μεγάλες ποδοπατάνε τίποτα γατάκια. Με μια παρατήρηση του τροφοδότη επανέρχονται όλες στην τάξη κι έτσι καμιά δεν μένει νηστική.




Εκείνο όμως που παρατήρησα προχθές την Κυριακή σε ένα γατοσυσσίτιο στην αρχή της Ερμού, στον πεζόδρομο κάτω από το σταθμό του Θησείου, είναι, ότι από τις κάνα δυο δεκάδες γάτες που ξεφύτρωσαν από το σκάμμα μόλις μυρίστηκαν τον τροφοδότη, μόνο δυο – τρεις δεν ήταν της ίδιας τιγρέ αγέλης η οποία φαίνεται πως είτε έχει τόσο ισχυρό DNA ώστε να βγαίνουν όλα τα γατάκια ίδια με τους γονείς τους, είτε πως σε αυτή την αγέλη επικρατεί το καθεστώς της ενδογαμίας. Ολόιδιες ήταν όλες και εντελώς αδιάφορε για την παρουσία μου όσο ήταν σκυμμένες πάνω από τις κροκέτες. Μόλις δε τις εξαφάνισαν ξαναμπήκαν ήσυχες στο σκάμα και έπιασαν θέσεις να λιάζονται αφού πλέον το κυνήγι των ποντικών δεν θα είχε κανένα νόημα με γεμάτο το στομάχι…


Ακτήμων Αθηναίος

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑΣ ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ



Τόχει το κτήμα του στην κορυφή του χωριού ο κυρ Σταύρος Καραμπέρης, στα σύνορα του δάσους και κάτω από τις όμορφες κορυφές που καθρεφτίζονται στη λίμνη Πλαστήρα. Βλάσδο το έλεγαν παλιά και σήμερα Μοσχάτο, χάρη στα ονομαστά μοσχάτα σταφύλια της περιοχής και τη φήμη του ευλογημένου αυτού καρπού της ημιορεινής Καρδίτσας μοιράζεται με τα διπλανά χωριά, τον Μεσηνικόλα, την Καστανιά, το Λαμπερό και άλλα…
Όντως το υψόμετρο που είναι χτισμένο το Μοσχάτο είναι ιδανικό για τα αμπέλια καθώς δροσίζονται από το αγραφιώτικο αεράκι το καλοκαίρι και δεν ψήνονται  όπως στον κάμπο και το κρασί που παράγουν έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει τέλειο. Αλλά σε αυτή τη ζώνη δεν ευδοκιμούν μόνο τα αμπέλια, κάθε κλαρί της πλάσης μπορεί να καρπίσει και δώσει εξαιρετικά προϊόντα εφ’ όσον βέβαια ο νοικοκύρης ασχοληθεί συστηματικά με τα δέντρα του και τον κήπο του και τους αφιερώνει καθημερινά χρόνο, κόπο και φροντίδα.

Στην περίπτωση, νοικοκύρης είναι ο κυρ Σταύρος, συνταξιούχος της ΔΕΗ αλλά καθώς η εργασία του ήταν πάντα κοντά στο χωριό, δεν εγκατέλειψε ποτέ το Μοσχάτο κι έτσι δεν υπήρξε σχεδόν καμιά ημέρα στη ζωή του που να μην πέρασε από το κτήμα στο οποίο κάθε γωνιά έχει τα σημάδια από τον διαρκή αγώνα του. Και δεν είναι για τον κυρ Σταύρο μόνο ο καθημερινός αγώνας για τα κηπευτικά αλλά και για τα δέντρα και το αμπέλι, για την σωστή λειτουργία του κτήματος που θαυμάζουν όλοι στο χωριό και φυσικά γεύονται τα εξαιρετικά προϊόντα του καθώς ποτέ δεν τα πήγε στην αγορά αλλά στα σπίτια των συγχωριανών του.



Το κτήμα του κυρ Σταύρου έχει παραγωγή από όλων των ειδών τα κηπευτικά μέσα το χρόνο και δεν του λείπουν ούτε οι φράουλες, ούτε και τα φραγκοστάφυλα. Από δέντρα δε, όλα τα είδη έχει φυτεμένα. Καρυδιές, καστανιές, μηλιές καθώς και ροδιές ενώ ονομαστή είναι και η αχλαδιά με κοντούλες. Ο ίδιος έχει φροντίσει να έχει επάρκεια νερού με τις δεξαμενές που κατασκεύασε ενώ για τις ανεπιθύμητες επισκέψεις των άγριων ζώων στο κτήμα έχει βάλει σε όλη την περίφραξη από ένα μέτρο τσίγκο για να μην μπορούν οι ασβοί να την τρυπάνε. Όσο όμως τα έχει καταφέρει να κρατήσει μακριά τα ζωντανά του δάσους, έχει σηκώσει τα χέρια με τα πουλιά τα οποία φέτος άρπαξαν τη μισή παραγωγή από το αμπέλι και τα άτιμα του τρύγησαν για λογαριασμό τους όλη την παραγωγή από την εξαιρετική παλιά θεσσαλική ποικιλία μπατίκι. Το υπόλοιπο αμπέλι που είχε άλλες δεν το τίμησαν τόσο πολύ κι έτσι περίσσεψαν σταφύλια να κάνει το κρασί του και το τσίπουρό του.


Ο κυρ Σταύρος είναι σήμερα 85 χρονών, ζει μόνος του στο Μοσχάτο γιατί έχει πεθάνει η γυναίκα του και δουλεύει καθημερινά στο κτήμα σαν να είναι δυο – τρεις δεκαετίες μικρότερος κι έτσι ξεγελά όποιον τον βλέπει με το λισγάρι στο χέρι, όπως τον είδαμε μαζί με τον Δημήτρη Τσιτσιά πριν από λίγες ημέρες να το ετοιμάζει να φυτέψει κηπευτικά την άνοιξη καθώς ο ίδιος πιστεύει πως έτσι πρέπει να γίνεται και τούτο διδάσκει ακόμη. Γιατί, εκτός από συστηματικός παραγωγός ο κυρ Σταύρος είναι και δάσκαλος, καθώς είναι από τους τελευταίους στην περιοχή ο οποίος θυμάται τους τρόπους καλλιέργειας από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι σήμερα και τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί και οι οποίες στόχευαν στη βελτίωση και την αφθονία. Τις σημειώσεις, για την παραγωγή, τις καλές και τις κακές χρονιές, τις αρρώστιες, τα εργαλεία, τις νέες μεθόδους που δοκίμασε, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες  που έχει κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια τις έχει στη διάθεση οποιουδήποτε θελήσει να αναστήσει ένα κτήμα και σίγουρα είναι πολύτιμες. 

ΚΑΡΔΙΤΣΑ, 22112015

και στο bostanistas http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.themata&id=3670

ΟΙ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΟΥΡΝΑΡΗ

Καλημέρα, αθηναϊκή με μια εικόνα και λίγα λόγια για εκείνα τα στοιχεία της πόλης που εκτός του ότι δεν έχουν μιλιά, δεν έχουν και πόδια να περπατήσουν να φύγουν…

Την οδό Στουρνάρη τη γνώρισα τότε που άρχιζε να μοιάζει ως η Silicon Valley, όπως έλεγαν και τα νέα περιοδικά του life style που φύτρωσαν στην κοινωνία μας εκεί προς τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και διαμόρφωσαν status που σήμερα είναι να τους κλαίνε όλα τα ψάρια. Σε αυτό τον ωραίο δρόμο τότε με τις ψηλές ακακίες ήταν που όποιος επιθυμούσε εύρισκε τον παράδεισό του σε χαρτιά, είδη σχεδίου και ζωγραφικής και φυσικά υπολογιστές και όλα τα παραφερνάλια της τεχνολογίας που έμπαινε δυναμικά στη ζωή μας και στη δουλειά μας. Από τότε μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά και στη Στουρνάρη όλες οι αλλαγές έγιναν σε βάρος της και τούτο οφείλεται στο ότι η μια πλευρά της είναι το μνημείο του Πολυτεχνείου.

Είναι αμέτρητες οι φορές κατά τις οποίες η Στουρνάρη έγινε πεδίο μάχης με τους νεαρούς μπαχαλάκηδες, κουκουλοφόρους ή επαναστάτες (όπως θέλετε πείτε τους αλλά την ίδια δουλειά κάνουν) από τη μια πλευρά και από την άλλη τις βραδύποδες αστυνομικές δυνάμεις και κάθε φορά, οι κάτοικοι της περιοχής βλαστημούσαν την ώρα και τη στιγμή που διάλεξαν κάποτε αυτό τον ωραίο δρόμο να κατοικήσουν. Το ίδιο έκαναν και οι καταστηματάρχες που δεν ήξεραν πως θα βρουν το μαγαζί τους το επόμενο πρωί και για να είναι ήσυχοι, σιγά – σιγά την εγκατέλειψαν. Το ίδιο έκαναν επίσης και πολλοί από τους νοικοκυραίους που κάποτε χρυσοπλήρωσαν τα διαμερίσματα με θέα το Πολυτεχνείο κι έτσι ερήμωσε και οι δραστηριότητες πλέον που γίνονται εκεί οι περισσότερες κατάντησαν να εμπίπτουν στη σφαίρα της ασυδοσίας και της παρανομίας.

Από τα στοιχεία της Στουρνάρη που είχα γνωρίσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70  έμειναν στη θέση τους εκτός από το διαρκώς απαξιούμενο κτίριο και το μονίμως ευτελιζόμενο «Πολυτεχνείο» και οι μεγάλες ακακίες γιατί απλά δεν είχαν πόδια να περπατήσουν να φύγουν και μένουν εκεί – μάρτυρες και θύματα των τυφλών δυνάμεων που καταστρέφουν συστηματικά και κατ’ επανάληψη την περιοχή και ότι ακόμη την ομορφαίνει. Στη μανία τους δεν παραμερίζουν και την τύφλωση ακόμη και κάποιων αξιόλογων graffiti (φωτογραφία)  όπως αυτό του Sonke που τύφλωσαν για να μη βλέπει τον αργό θάνατο της ακακίας που είχε την ατυχία να τη φυτέψουν κάποτε να ομορφήνει ένα δρόμο…


Ακτήμων Αθηναίος